Legislator Case Law & Legislation
591/2020 AI generated

Greek Supreme Court dismisses appeal claiming lower court ignored evidence regarding property deeds and lease agreements.

Case Number 591/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision on appeal. The appellant argued the lower court failed to consider specific property deeds and a lease agreement that would prove his ownership of the commercial premises. The court rejected this claim, ruling that the lower court's decision clearly stated it had taken all submitted documents into account, making the omission of these specific papers legally untenable.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11g), 335, 338-340 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the alleged failure to consider evidence is inadmissible if the lower court's decision indisputably demonstrates that all submitted documents were duly taken into account.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evidence consideration property ownership lower court review indisputable fact civil procedure property deeds

Cited Legislation

AI generated
Article 559(11g) of the Code of Civil Procedure
Articles 335, 338-340 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 591 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 591/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή-Εισηγήτρια, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 22 Ιανουαρίου 2020 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Μάριο-Ιωάννη Περλίγκα.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Εδρεύουσας στη ... εταιρείας με την επωνυμία "White Jasmine Trading Limited" νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κυριάκο Παραβάντη, 2.Α. συζ. Ε.-Ε. Β., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ευάγγελο Σπυριδάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 9-1-2009 αγωγή του αναιρεσείοντος, την από 10-1-2011ανακοίνωση δίκης της 1ης αναιρεσίβλητης και την από 28-3-2014 πρόσθετη παρέμβαση της 2ης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο ... και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2819/2016 οριστική ίδιου Δικαστηρίου, 3002/2018 του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-10-2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της 1ης αναιρεσίβλητης να απορριφθεί καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατ' άρθρ. 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.

Προσέτι, κατά την έννοια της διάταξης του αριθμ. 19 του ίδιου άρθρου, η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθά ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ ΑΠ 24/1992).

Οι λόγοι δε αναίρεσης απ' τον αρ. 1 (για παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) και τον αρ. 19, ως άνω, είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναίρεσης θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, διότι πλήττουν την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.

ΙΙ. Η προσβαλλόμενη, 3002/2018, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., επιτρεπτώς επισκοπούμενη, έχει ως εξής: "Από τη προσήκουσα εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάσθηκαν νόμιμα στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως αυτού, από την υπ' αριθ. 8851/27-5-2015 ένορκη βεβαίωση του Δ. Δ. ενώπιον της συμβολαιογράφου ... Β. Κ., που νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται η εναγόμενη, η οποία έχει ληφθεί κατόπιν εμπρόθεσμης και νομότυπης κλήτευσης του ενάγοντος και της προσθέτως παρεμβαίνουσας υπέρ αυτής (Βλ. υπ' αριθ. 2009 β/21-5-2015 και 2010 β/21-5-2015 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου ... Ι. Σ.) από τις υπ' αριθ. 2001/11-1-2018 και 2002/11-1-2018 ένορκες βεβαιώσεις των Γ. Κ. και Ρ. Κ., που παραδεκτά προσκομίζει ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η δεύτερη εφεσίβλητη - προσθέτως παρεμβαίνουσα, οι οποίες έχουν ληφθεί νόμιμα κατόπιν εμπρόθεσμης και νομότυπης κλητεύσεως των εκκαλούντων και της πρώτης εφεσίβλητης (βλ. υπ' αριθ. 7827 β/8-1-2018 και 7828 β/8-1-2018 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου ... Ά. Κ.) και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:

Με το υπ' αριθ. 2619/10-7-2008 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ... Θ. Χ., ως νόμιμου αναπληρωτή της συμβολαιογράφου ... Μ. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα, περιήλθαν στην Ά. συζ Π. Κ., μητέρα του ενάγοντος, και σ' αυτόν (ενάγοντα) κατά ποσοστά 85% και 15% εξ αδιαιρέτου στον καθένα αντίστοιχα, δύο αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες - καταστήματα στην πολυκατοικία επί των οδών ... ...

ήτοι η υπ' αριθ. "1" αυτοτελής οριζόντια ιδιοκτησία - κατάστημα του ισογείου Β με μία αποθήκη στο βάθος, η οποία επικοινωνεί με κλίμακα με την με την υπ' αριθ. 1 αποθήκη του Β' υπογείου, όπως εμφαίνεται στο με στοιχεία Ε6 από Ιουνίου 1963 σχεδιάγραμμα κάτοψης ισογείου Β του αρχιτέκτονα μηχανικού Δ. Π., έχει μικτή ιδιόκτητη επιφάνεια (με το πάχος των τοίχων) 24,50 τ.μ.

και συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία πρώην Λ. Ζ., έπειτα Κ. και ήδη αγνώστων, δυτικά με το υπ' αριθ. "2" κατάστημα και εν μέρει με φρέαρ ανελκυστήρα και φωταγωγό, βόρεια με ..., νότια εν μέρει με φρέαρ ανελκυστήρα και εν μέρει με ιδιοκτησία πρώην Λ. Ζ., έπειτα Κ. και ήδη αγνώστων, η δε αποθήκη έχει εμβαδόν 16,95 τ.μ και εμφαίνεται με τον αριθμό 1 στο υπ' αριθ.

Ε5 από Ιουνίου 1963 σχεδιάγραμμα του αρχιτέκτονα - μηχανικού Δ. Π., η υπ' αριθ. 2 αυτοτελής οριζόντια ιδιοκτησία - κατάστημα του ισογείου Β' με μια αποθήκη στο βάθος, η οποία επικοινωνεί με κλίμακα με την υπ' αριθ. 2 αποθήκη του Β' υπογείου, όπως εμφαίνεται στο υπ' αριθ Ε6 από Ιουνίου 1963 σχεδιάγραμμα κάτοψης ισογείου Β' του αρχιτέκτονα - μηχανικού Δ.

Π., έχει μικτή ιδιόκτητη επιφάνεια (με το πάχος των τοίχων) 17,65 τ.μ. και συνορεύει ανατολικά με το υπ' αριθ. "1" κατάστημα και την αποθήκη του, δυτικά εν μέρει με διαμέρισμα τριών δωματίων και εν μέρει με φωταγωγό, βόρεια με ..., νότια με διαμέρισμα τριών δωματίων και εν μέρει με φρέαρ ανελκυστήρα, η δε αποθήκη έχει εμβαδόν 16,10 τ.μ.

και εμφαίνεται με τον αριθμό 2 στο υπ' αριθ. Ε5 από Ιουνίου 1963 σχεδιάγραμμα κάτοψης ισογείου Α του ίδιου αρχιτέκτονα - μηχανικού. Στη συνέχεια η μητέρα του ενάγοντος με το υπ' αριθ. 2671/7-10-2008 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου ..., Μ. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα, του μεταβίβασε το ποσοστό της 85% εξ αδιαιρέτου επί των ανωτέρω οριζόντιων ιδιοκτησιών και έτσι αυτός κατέστη αποκλειστικός κύριος αυτών.

Η εναγόμενη εταιρεία με το υπ' αριθ. 1544/11-4-2007 συμβόλαιο πώλησης αυτοτελούς ιδιοκτησίας - διαμερίσματος της Συμβολαιογράφου ... Σ. Λ., που μεταγράφηκε νόμιμα αγόρασε από τη δεύτερη εφεσίβλητη Α. Β. ένα διαμέρισμα του Β ισογείου ορόφου της ανωτέρω πολυκατοικίας, μικτής ιδιόκτητης επιφάνειας (με το πάχος των τοίχων) 76,60 τ.μ., εμφαίνεται με τα στοιχεία Ε6 στο από Ιουνίου 1963 σχεδιάγραμμα κάτοψης ισογείου Β του Αρχιτέκτονα - Μηχανικού Δ.

Π., αποτελείται από τρία κύρια δωμάτια, χωλ, διάδρομο και λουτρό και συνορεύει ανατολικά με το υπ' αριθ 2 κατάστημα, εν μέρει με αποθήκη του καταστήματος αυτού, εν μέρει με φωταγωγό και κλιμακοστάσιο, δυτικά με την ..., βόρεια εν μέρει με ..., εν μέρει με το υπ' αριθ. 2 κατάστημα και εν μέρει με φωταγωγό και νότια εν μέρει με φωταγωγό, εν μέρει με κλιμακοστάσιο και πολυκατοικία αγνώστων.

Το εν λόγω ακίνητο είχε περιέλθει στην πωλήτρια από αγορά από τον αληθή κύριο Λ. Ζ. με το υπ' αριθ. 20786/1988 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου ... Δ. Κ. -Π., που μεταγράφηκε νόμιμα, στον δε δικαιοπάροχο της πωλήτριας Λ. Ζ. περιήλθε με το υπ' αριθ. 1108/1979 συμβόλαιο διανομής της συμβολαιογράφου ... Α. Π. - Φ., που μεταγράφηκε νόμιμα.

Η εναγομένη προέβη σε ανακαίνιση του ως άνω διαμερίσματος και οι εργασίες διήρκεσαν από αρχές Ιουλίου έως αρχές Σεπτεμβρίου 2007. Τις εργασίες ανακαίνισης αυτού είχε αναλάβει η αρχιτέκτων - μηχανικός Α. Π.. Ο ηλεκτρολόγος Δ. Δ., ο οποίος είχε αναλάβει τις ηλεκτρολογικές εργασίες κατά την ανακαίνιση του διαμερίσματος στην προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωσή του κατέθεσε ότι ο επίδικος χώρος δωμάτιο - βοηθητικός χώρος, που ευρίσκετο δεξιά της εισόδου για τον εισερχόμενο στο διαμέρισμα, αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος αυτού (διαμερίσματος), οι εργασίες που εκτελέσθηκαν αφορούσαν αποκλειστικά το εσωτερικό του διαμερίσματος και δεν κατεδαφίστηκε διαχωριστικός τοίχος, που χώριζε το διαμέρισμα από τα όμορα καταστήματα, τα οποία ήταν μισθωμένα σε μικρή επιχείρηση πιτσαρία - καφετέρια από όπου προμηθεύονταν το πρωινό και το μεσημεριανό τους φαγητό.

Η δε μάρτυρας της δεύτερης εφεσίβλητης H. M. αρμενικής καταγωγής, η οποία είχε προσληφθεί το έτος 1997 ως οικιακή βοηθός της Δ. Σ. μητέρας της εν λόγω εφεσίβλητης, η οποία διέμενε στο διαμέρισμα αυτό κατέθεσε με πειστικότητα και σαφήνεια ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ότι τον επίδικο αυτό χώρο του διαμερίσματος από το έτος 1997 έως το έτος 2003 τον χρησιμοποιούσε ως δωμάτιο της με το WC και ο χώρος αυτός παραμένει ο ίδιος και μετά την ανακαίνισή του διαμερίσματος από την αγοράστρια - πρώτη εφεσίβλητη.

Επίσης η μάρτυρας της πρώτης εφεσίβλητης Σ. - Π. Ναυπλιώτη ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατέθεσε ότι το 2007 που επισκέφθηκε το διαμέρισμα της δεύτερης εφεσίβλητης υπήρχε ο επίδικος χώρος, ο οποίος παραμένει ο ίδιος μετά τη πώληση αυτού στην πρώτη εφεσίβλητη και την ανακαίνισή του από αυτή. Η υφιστάμενη απόκλιση μεταξύ του αναγραφόμενου στους τίτλους κτήσης του ενάγοντος εμβαδού των καταστημάτων και του πραγματικού εμβαδού αυτών υπήρχε κατά το χρόνο κτήσης αυτών από τον ενάγοντα - εκκαλούντα καθώς και κατά το χρόνο κτήσης του διαμερίσματος από την πρώτη εφεσίβλητη και δεν επήλθε μεταγενέστερα, καθόσον αποδείχθηκε ότι αυτή δεν προέβη σε προσάρτηση του επίδικου τμήματος στο διαμέρισμά της.

Άλλωστε αυτό ήταν μισθωμένο κατά το χρόνο ανακαίνισης του διαμερίσματος και ήταν αδύνατον να προβεί σε καθαίρεση του διαχωριστικού τοίχου και να επεκτείνει το διαμέρισμα της σε βάρος του εμβαδού των όμορων καταστημάτων". Μετά ταύτα απέρριψε στην ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 2819/16 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., που, αφού συνεκδίκασε την αγωγή (διεκδικητική ακινήτων) του αναιρεσείοντος κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης (και του μη διαδίκου εδώ Γ.

Σ.) την ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση της 1ης αναιρεσίβλητης κατά της ήδη 2ης αναιρεσίβλητης και την πρόσθετη παρέμβαση της τελευταίας υπέρ της προσεπικαλέσασας αυτήν, θεώρησε ότι η αγωγή δεν ασκήθηκε ως προς τον Γ. Σ., ως προς τον οποίο ο αναιρεσείων παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αγωγής και απέρριψε αυτήν στην ουσία, καθόσον αφορά στην πρώτη αναιρεσίβλητη.

ΙΙΙ. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, μέρος α', ο αναιρεσείων υποστηρίζει, ότι το Μονομελές Εφετείο ... με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην κατ' άρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι: Ενώ δέχτηκε, ότι αυτός (αναιρεσείων) κατέστη αποκλειστικός κύριος με παράγωγο τρόπο των αναφερόμενων δύο ισογείων καταστημάτων με τις αποθήκες τους, ακολούθως, αντιφατικά δέχτηκε ότι δεν περιήλθε σε αυτόν η κυριότητα των επίδικων τμημάτων των εν λόγω καταστημάτων, γιατί κατά το χρόνο σύναψης των σχετικών με αυτά μεταγεγραμμένων συμβολαίων το εμβαδόν τούτων (καταστημάτων) υπολειπόταν κατά τα επίδικα τμήματα.

Ακόμη, ο αναιρεσείων, (με τον ίδιο λόγο και κατά το ίδιο, α', μέρος αυτού), ισχυρίζεται, ότι η προσβαλλομένη περιέχει αντιφατική αιτιολογία, καθόσον αφορά στην περιγραφή του διαμερίσματος που φέρεται ότι αγόρασε η πρώτη αναιρεσίβλητη και δη, όπως αιτιάται ο αναιρεσείων, ενώ αυτό σύμφωνα, με τον τίτλο κτήσης και την απόφαση περιγράφεται, ότι αποτελείται από τρία κύρια δωμάτια, χωλ, διάδρομο και λουτρό, πιο κάτω (κατά τον αναιρεσείοντα) το Εφετείο δέχεται, ότι ο επίδικος χώρος αποτελεί (προφανώς) δωμάτιο-βοηθητικό χώρο με wc, το οποίο χρησιμοποιούσε η αναφερόμενη στην απόφαση οικιακή βοηθός, αν δε, όπως δέχεται η απόφαση, ο ιδιαίτερος αυτός χώρος με wc προϋπήρχε της αγοράς από την πρώτη αναιρεσίβλητη του άνω διαμερίσματος, τότε έπρεπε αυτός να περιγράφεται στο κατά το έτος 2007 πωλητήριο προς αυτή συμβόλαιο, αφού αποτελούσε αυτοτελή χώρο εξυπηρετούμενο με δική του τουαλέτα.

Ο λόγος αυτός, κατά το αντίστοιχο α' μέρος, (ως προς αμφότερα τα πιο πάνω επί μέρους σημεία), είναι απαράδεκτος, γιατί, υπό την επίφαση της επικαλούμενης πλημμέλειας, πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση, ανέλεγκτη αναιρετικώς, του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο, κατά το β' μέρος του ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια του αρ. 19, διότι (κατ' αυτόν), δέχεται ασαφείς αιτιολογίες ότι τα αναφερόμενα στην προσβαλλομένη εμβαδά τόσο των καταστημάτων αυτού (αναιρεσείοντος), όσο και του διαμερίσματος της πρώτης αναιρεσίβλητης, που σημειώνονται στα μεταβιβαστικά της κυριότητας αυτών (διαδίκων) συμβόλαια, προκύπτουν, (κατά τον αναιρεσείοντα), από τα σχεδιαγράμματα του έτους 1963 του αρχιτέκτονα-μηχανικού Δ.

Π., καθώς και ότι η υφιστάμενη απόκλιση μεταξύ του αναγραφόμενου στους τίτλους κτήσης του αναιρεσείοντος εμβαδού των καταστημάτων και του πραγματικού εμβαδού αυτών υπήρχε κατά το χρόνο κτήσης αυτών από τον αναιρεσείοντα, καθώς και κατά το χρόνο κτήσης του διαμερίσματος από την πρώτη αναιρεσίβλητη, ακόμη δε, (όπως προσέτι ισχυρίζεται ο αναιρεσείων), ότι η απόκλιση αυτή στα άνω εμβαδά συμπίπτει με τα επίδικα τμήματα, που μειώνουν την έκταση των καταστημάτων και προστίθενται αντίστοιχα στην έκταση του διαμερίσματος, χωρίς να εκτίθεται ορισμένως στην απόφαση, πόθεν και με ποιο νόμιμο τρόπο απωλέσθη η κυριότητα των δικαιοπαρόχων του (αναιρεσείοντος) στα επίδικα τμήματα των άνω καταστημάτων, ώστε εκείνοι να μη μεταβίβασαν έγκυρα την κυριότητα επί των επιδίκων τμημάτων των εν λόγω καταστημάτων σε αυτόν (αναιρεσείοντα), με συνέπεια να απορριφθεί στην ουσία η αγωγή του.

Ο λόγος (και) κατά το μέρος αυτό (β) είναι απαράδεκτος, διότι υπό το πρόσχημα της πλημμέλειας (του αρ.19) πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση περί τα πράγματα του δικαστηρίου της ουσίας. Με τον δεύτερο (τελευταίο) λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο, ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 11γ, διότι, παρά τη μνεία στην προσβαλλομένη ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τούτο δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, καθόσον αφορά: 1) Στην 19803/15-4-1965 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας του συμ/φου Γ.

Κ., που αναφέρεται στην πολυκατοικία, στην οποία βρίσκονται τα ακίνητα των διαδίκων και στην οποία όχι μόνο καταχωρούνται, κατ' ακριβή μέτρηση, τα εμβαδά των ακινήτων που περιήλθαν τελικά στους διαδίκους, αλλά παραπέμπουν σ' αυτή και τα συμβόλαια, με τα οποία περιήλθε η κυριότητα των άνω καταστημάτων σε αυτόν (αναιρεσείοντα) και του διαμερίσματος στην πρώτη αναιρεσίβλητη. 2) Στο από 19-9-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, με το οποίο η δικαιοπάροχός του (αναιρεσείοντος) εκμίσθωσε τα δύο καταστήματα, που μετέπειτα μεταβιβάστηκαν σε αυτόν (αναιρεσείοντα), σε επιχείρηση αρτοποιείου - ζαχαροπλαστείου, στο οποίο μισθωτήριο αναφέρονται τα εμβαδά των καταστημάτων (μισθίου), όπως περιγράφονται στην πράξη οριζόντιας ιδιοκτησίας και στο πωλητήριο προς αυτόν (αναιρεσείοντα) συμβόλαιο και όχι μειωμένης έκτασης, όπως δέχτηκε η απόφαση του Εφετείου, κατά τον αναιρεσείοντα, και κατ' αυτόν τα άνω έγγραφα είναι κρίσιμα, η δε μη λήψη υπόψη αυτών είχε ως συνέπεια να κρίνει το Εφετείο ότι η κυριότητά του δεν εκτείνεται στα αναφερόμενα στο συμβόλαιό του και στην εν λόγω Πράξη οριζόντιας ιδιοκτησίας, αλλά και στο προαναφερόμενο μισθωτήριο εμβαδά των αγορασθέντων από αυτόν (αναιρεσείοντα) καταστημάτων.

Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι όχι μόνο στην επικεφαλίδα του αποδεικτικού πορίσματος γίνεται μνεία ότι όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα λήφθηκαν υπόψη, αλλά και από το όλο περιεχόμενο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης τούτο καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ήτοι ότι και τα προεκτεθέντα δύο έγγραφα λήφθηκαν υπόψη.

IV. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς διερεύνηση, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να επιβληθεί στον ηττώμενο αναιρεσείοντα η δικαστική δαπάνη των (εχόντων ξεχωριστή υπεράσπιση με αντίστοιχες προτάσεις έκαστος) αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή των αιτημάτων τους, (άρθρ. 176, 183, 191 παρ.2, 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το παρακάτω διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την από 17-10-2018 αίτηση του Γ. Κ. για αναίρεση της 3002/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου .... -Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και -Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων το ποσό της οποίας ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700€) για την πρώτη (1η) αναιρεσίβλητη και σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700 €) για τη δεύτερη (2η) αναιρεσίβλητη.- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Σελίδα 10 της 591/2020 πολιτικής απόφασης του Αρείου Πάγου Π.Π.