Supreme Court allows appeal against lower court dismissal, ruling private law contract disputes fall under civil jurisdiction regardless of public entity status.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of a lawsuit filed by a private company against a public entity. The lower court had rejected the case as inadmissible, claiming it fell under administrative jurisdiction because the defendant was a public body. The Court ruled that since the contract was between two private legal persons, it constituted a private law dispute, not an administrative one, and thus the First Instance Court lacked jurisdiction. Consequently, the appeal was granted, the case was remitted to a new panel of the First Instance Court, and the losing parties were ordered to pay legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 94 §§ 1, 2 and 3 of the Constitution; Art. 4 of the Code of Civil Procedure: Disputes arising from contracts between private legal persons constitute private law matters falling under civil court jurisdiction, even if one party acts on behalf of the state.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 591 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 591/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "... Α.Τ.Ε.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ξανθίππη Μικρού.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον κ. Υπουργό των Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Αναστάσιο Ράλλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και 2) εταιρίας με την επωνυμία "..." (... Α.Ε.), που εδρεύει στην .....και εκπροσωπείται νόμιμα, υπό την ιδιότητά της ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "...", ως πληρεξουσίας του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Γρηγόριο Μιχαηλόπουλο και Παναγιώτα Καρανικήτα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-10-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πενταμελές Εφετείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η απόφαση 1403/2017 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-8-2017 αίτησή της και τους από 5-9-2018 πρόσθετους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων αυτής λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, η από 28-8-2017 αίτηση αναίρεσης και οι με το από 5-9-2018 αυτοτελές δικόγραφο ασκηθέντες ,παραδεκτώς, πρόσθετοι λόγοι αυτής, που πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω της μεταξύ τους συνάφειας.
Κατά τις διατάξεις του άρθρ. 94 §§ 1, 2 και 3 του Συντ., όπως αυτές ισχύουν μετά την αναθεώρησή του με το από 6 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται ότι στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (παρ. 1), ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει (παρ. 2) και ότι σε ειδικές περιπτώσεις και προκειμένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή κατηγοριών διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά δικαστήρια (παρ. 3).
Από τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις προκύπτει ότι το Σύνταγμα επιβάλλει την υπαγωγή των ιδιωτικών διαφορών στα πολιτικά δικαστήρια και των διοικητικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια, αποκλείει δε καταρχήν από τον κοινό νομοθέτη την εξουσία να χαρακτηρίζει ως διοικητικές διαφορές, όσες από τη φύση τους είναι ιδιωτικές και ως ιδιωτικές διαφορές, όσες από τη φύση τους είναι διοικητικές.
Όμως επιτρέπει σε αυτόν, σε αντίθεση με το προηγούμενο συνταγματικό καθεστώς, σε εξαιρετικές και μόνο περιπτώσεις προς εξασφάλιση της ενιαίας εφαρμογής της ίδιας νομοθεσίας, την ανάθεση της εκδικάσεως ορισμένων κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή αντιστρόφως. Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν.1406/1983, που εκδόθηκε σε εκτέλεση της διατάξεως του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτή ίσχυε πριν τη συνταγματική αναθεώρηση, και επέβαλλε την εντός πενταετούς προθεσμίας, δυναμένης να παραταθεί με νόμο, υποβολή της εκδικάσεως όσων εκ των διοικητικών διαφορών ουσίας που δεν είχαν ακόμη υπαχθεί στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια στα τελευταία, υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, μεταξύ δε των ενδεικτικά προβλεπόμενων στην παρ. 2 του ιδίου άρθρου περιπτώσεων περιελήφθησαν και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδάφιο ι'), δηλαδή οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη της συμβάσεως αξίωση.
Η σύμβαση είναι διοικητική, εάν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη σύναψη της συμβάσεως επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος έχει αναγάγει σε δημόσιο, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει τη σύμβαση, είτε βάσει ρητρών που προβλέπονται κανονιστικώς και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση, οι οποίες αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, βρίσκεται, προς ικανοποίηση του εν λόγου σκοπού, σε υπερέχουσα θέση έναντι του αντισυμβαλλόμενου μέρους, δηλαδή σε θέση που δεν προσιδιάζει στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό (Α.Ε.Δ. 21/2009, 18/2009).
Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν σωρευτικά τα γνωρίσματα αυτά είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Επομένως, σύμβαση με αντικείμενο την κατασκευή δημοσίου έργου, η οποία συνάπτεται κατά τη νομοθεσία για τα δημόσια έργα, δεν έχει από τη φύση της διοικητικό χαρακτήρα, όταν σε αυτή δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, αφού μόνο τα πρόσωπα αυτά μπορούν να εκδώσουν εκτελεστές διοικητικές πράξεις προσβλητές με αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας σύμφωνα με το άρθρο 95 παρ. 1 περ.
α' του Συντάγματος, που τελεί σε αρμονία με την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, αλλά νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, έστω και εάν το τελευταίο ανήκει στο δημόσιο ή είναι δημόσια επιχείρηση που λειτουργεί κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας ή προβλέπεται από τον νόμο η εφαρμογή της νομοθεσίας για τα δημόσια έργα (Α.Ε.Δ.4/2017).
Με το Ν.973/1979"περί συστάσεως Κτηματικής Εταιρίας του Δημοσίου", συστήθηκε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "..." (...) και έδρα την .... Η εταιρία αυτή λειτουργεί υπό τη μορφή ανώνυμης εταιρίας, από τη σχετική νομοθεσία τής οποίας και κατά κανόνα διέπεται, λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος, κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, το μετοχικό της κεφάλαιο εκφραζόμενο δια μίας μετοχής ανήκει εξολοκλήρου στο Ελληνικό Δημόσιο και λειτουργεί υπό την εποπτεία του Κράτους, ασκούμενη δια του Υπουργού των Οικονομικών (άρθρο 1).
Σκοπός της είναι, πλην άλλων, η διοίκηση και αξιοποίηση των αναφερομένων στο άρθρο 2 ακινήτων, τα οποία υπάγονται, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, στην αρμοδιότητα των Διευθύνσεων Δημοσίων Κτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών (άρθρο 2 παρ. 1 εδ. α`, β`), τα οποία, για την εκπλήρωση των σκοπών της, δύναται, εκτός άλλων, να εκμισθώνει δια δημοσίου διαγωνισμού (άρθρο 6 παρ. 1 εδ.
β`). Με το άρθρο 3 του νόμου αυτού ορίστηκε ότι, από την έναρξη της ισχύος του, όλα τα κατά το ανωτέρω άρθρο 2 ακίνητα του Δημοσίου περιέρχονται αυτοδικαίως στη διοίκηση της εταιρίας, ενώ με το άρθρο 4 παρ. 2 ορίστηκε ότι οι δημόσιες υπηρεσίες, υπό τη διοίκηση και διαχείριση των οποίων τελούν, κατά την έναρξη ισχύος του νόμου, τα ανωτέρω ακίνητα του Δημοσίου, διατηρούν όλες τις αρμοδιότητες για την προστασία των ακινήτων αυτών και για την έκδοση πρωτοκόλλου αποβολής και αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης ή την άσκηση αγωγής ή ενδίκων μέσων και για την προσβολή δικαιωμάτων του Δημοσίου.
Περαιτέρω, με το άρθρο 5 του ίδιου νόμου, ορίσθηκε ότι, από την έναρξη της ισχύος του, η εταιρία έχει την εντολή και πληρεξουσιότητα για την επιχείρηση δικαιοπραξιών αναφερομένων στα κατά το άρθρο 2 ακίνητα, τα οποία έχει την υποχρέωση να διοικεί και να διαχειρίζεται επιμελώς, σύμφωνα με τους κανόνες της τακτικής εκμετάλλευσης, ενώ τα αποτελέσματα των δικαιοπραξιών αυτών επέρχονται στο όνομα και για λογαριασμό του Δημοσίου.
Ακόμη, με το άρθρο 11 ορίστηκε ότι η εταιρία απολαμβάνει όλων των διοικητικών, οικονομικών, δασμολογικών και δικαστικών ατελειών και των δικονομικού και ουσιαστικού δικαίου προνομίων, όπως το ίδιο το Δημόσιο, για την είσπραξη των εσόδων της εφαρμόζονται οι εκάστοτε ισχύουσες ουσιαστικές και δικονομικές διατάξεις του Κώδικα περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων, ενώ με το άρθρο 14 παρ. 1 και 2, που αναφέρεται στις αρμοδιότητες του Δ.Σ.
της Εταιρίας, ορίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι αυτό συνάπτει τις συμβάσεις για την εκπλήρωση των σκοπών της εταιρίας και γενικά προβαίνει σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για την εκπλήρωση των σκοπών της Εταιρίας, και με το άρθρο 15 ορίστηκε ότι την εταιρία εκπροσωπεί ενώπιον κάθε δικαστικής, διοικητικής ή άλλης αρχής ο Πρόεδρος του Δ.Σ.
αυτής. Από τις ανωτέρω διατάξεις του ιδρυτικού της ... νόμου προκύπτει ότι καθιερώνεται διάσπαση του κανόνα, που ισχύει στη νομιμοποίηση, δηλαδή της στο ίδιο πρόσωπο σύμπτωσης των ιδιοτήτων του υποκειμένου της επίδικης έννομης σχέσης και της νομιμοποίησης και δημιουργείται περίπτωση εμφάνισης της Κτηματικής Εταιρίας του Δημοσίου ως μη δικαιούχου και υπόχρεου διαδίκου, η οποία, παρά το ότι φορέας των εκ της μιας σύμβασης, που συνάπτει η ..., δικαιωμάτων και υποχρεώσεων είναι το Ελληνικό Δημόσιο, στο όνομα και για λογαριασμό του οποίου επέρχονται τα αποτελέσματα της σύμβασης, εν τούτοις νομιμοποιείται να παρίσταται ως διάδικος στη δίκη, εφόσον βέβαια δεν ισχυρίζεται πως είναι και δικαιούχος της επίδικης έννομης σχέσης, ενεργώντας τις διαδικαστικές πράξεις προς το σκοπό άμεσης αντανάκλασης των συνεπειών τους, όχι στο πρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, αλλά για την ίδια, ανεξάρτητα αν οι συνέπειες της απόφασης και το ουσιαστικό δεδικασμένο καταλαμβάνουν και το Ελληνικό Δημόσιο. (πρβλ.
ΑΠ2136/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αγωγή της, της οποίας το περιεχόμενο ταυτίζεται με τα αναφερόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση, η ενάγουσα-ανώνυμη τεχνική εταιρία εκθέτει ότι η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... (...) Ανώνυμη Εταιρία", η οποία συγχωνεύθηκε με απορρόφησή της από την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...", με την κοινή υπουργική απόφαση ΥΑ Δ6Α1152969ΕΞ2011, ΦΕΚ Β' 2779.2011, κατ' επίκληση του άρθρου 14Β του ν. 3429/2005, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 66§1 του ν. 4002/2011 και εφεξής μετονομάστηκε σε "... (...
Α.Ε.) -δεύτερη των εναγομένων, η οποία ενεργούσε ως εκπρόσωπος και πληρεξούσια του πρώτου εξ αυτών (Ελληνικού Δημοσίου), προκήρυξε, στις 6-3-2002, ανοιχτή διαδικασία για την υποβολή προσφορών για την αγορά ακινήτου εντός του Πολεοδομικού Συγκροτήματος Αθηνών, προκειμένου να στεγαστούν οι Υπηρεσίες της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας.
Ότι με την 21/3-7- 2003 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της ως άνω εταιρείας κατακυρώθηκε το αποτέλεσμα του διαγωνισμού υπέρ αυτής (ενάγουσας) και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" για το ακίνητο που προσέφεραν από κοινού και εξ αδιαιρέτου. Ότι, δυνάμει του ....95/6- 11-2003 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Ε.
Κ., νομίμως μεταγραφέντος, συντελέστηκε η αγοραπωλησία με πωλήτριες τις ως άνω εταιρείες και αγοραστή το πρώτο των εναγομένων (Ελληνικό Δημόσιο), νόμιμα εκπροσωπούμενο από την "... (...) Ανώνυμη Εταιρία" και αντικείμενο την αγορά κτιρίου για τη στέγαση των υπηρεσιών της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας, κειμένου στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου .....
και επί της διασταυρώσεως της λεωφόρου ... και της οδού .... Ότι με το παραπάνω συμβόλαιο συνεστήθησαν οριζόντιες ιδιοκτησίες επί του ανήκοντος από κοινού και εξ αδιαιρέτου στις ως άνω εταιρείες οικόπεδο, συνολικής επιφάνειας 9.464,11 τ.μ., προκειμένου να ανεγερθεί σ' αυτό συγκρότημα δύο (2) κτιρίων, σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις μετά του ανήκοντος σε καθένα απ' αυτά ιδιοχρήστου χώρου του οικοπέδου, όπως αναλυτικά περιγράφονται στο δικόγραφο.
Ότι αντικείμενο της ως άνω συμβάσεως με το Ελληνικό Δημόσιο ήταν η πώληση, παραχώρηση και μεταβίβαση κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή όλων των περιγραφόμενων οριζόντιων ιδιοκτησιών του αυτόνομου και αυτοτελούς Κτιρίου 1, όπως τούτο επρόκειτο να κατασκευαστεί, με τα παρακολουθήματα, παραρτήματα, προσαυξήματα και συστατικά του μέρη, όπως θα διαμορφώνονταν μετά την ανέγερση του κτιρίου αυτού, κατάλληλου για τη στέγαση των παραπάνω υπηρεσιών, σύμφωνα με την προσφορά, τις προδιαγραφές και τις μελέτες των πωλητριών, με ευθύνη, δαπάνες και υλικά αυτών, αντί ολικού τιμήματος 33.880.006 ευρώ, τμηματικά καταβληθησομένων.
Κατά τη διάρκεια εκτελέσεως του έργου, σύμφωνα με τις περί δημοσίων έργων διατάξεις, η εκ των πωλητριών εταιριών "... Α.Ε." υπαναχώρησε των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών της, λόγω οικονομικών προβλημάτων, με συνέπεια την τροποποίηση του ανωτέρω συμβολαίου. Ότι, κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης του έργου, δυνάμει της από 18-10-2007 συμπληρωματικής σύμβασης, η ενάγουσα εκτέλεσε τις σ' αυτή συμπληρωματικές εργασίες, ενώ, πλην αυτών, της δόθηκε εντολή για πρόσθετες συμπληρωματικές εργασίες για την επέκταση καθ' ύψος του ως άνω κτιρίου, όπως αναλυτικά περιγράφονται στο αγωγικό δικόγραφο, τις οποίες εκτέλεσε, υποβληθείσα στις αντίστοιχες δαπάνες, όπως, επίσης, αναλυτικά, εκτίθενται στην αγωγή, συνολικού ύψους 641.191,52€ ποσό, το οποίο οι εναγόμενοι αρνούνται να τις καταβάλλουν, παρότι στις 4-10-2012 υπογράφηκε το πρωτόκολλο οριστικής παραλαβής του έργου από το Ελληνικό Δημόσιο.
Με βάση αυτό το ιστορικό και, αφού παραιτήθηκε του δικογράφου της από 13-1-2014 αγωγής της, η ενάγουσα ζητεί ως ειδικότερα αναφέρεται στην αγωγή τόσο με βάση τις διατάξεις περί αγοραπωλησίας του ΑΚ όσο και κυρίως εκείνες περί εντολής των άρθρων 721, 722 και 723ΑΚ, αλλά και κατ' επέκταση κατά την επικουρική εφαρμογή των περί συμβάσεως έργου διατάξεων και επικουρικότερα και με βάση τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, να υποχρεωθεί το πρώτο των εναγομένων να της καταβάλει το παραπάνω ποσό, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της υπογραφής του ως άνω πρωτοκόλλου οριστικής παραλαβής του έργου, άλλως από της επιδόσεως της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως>.
Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση έκρινε ότι <Από το περιεχόμενο της αγωγής σαφώς συνάγεται ότι α) η ανωτέρω σύμβαση προοριζόταν για την εξυπηρέτηση σκοπού δημόσιου συμφέροντος (εγκατάσταση υπηρεσιών της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας) και β) κύριος του έργου είναι εκείνος για λογαριασμό του οποίου συμφωνήθηκε να εκτελεστεί, ήτοι το Ελληνικό Δημόσιο (πρώτο των εναγομένων), που χρηματοδοτούσε το έργο.
Εξάλλου, όπως προεκτίθεται, με την υπό κρίση αγωγή της, η ενάγουσα ζητεί την καταβολή του αιτουμένου ποσού μόνον από το Ελληνικό Δημόσιο, καίτοι ενάγει και την "..." (πρώην "...), η οποία ενεργούσε ως εκπρόσωπος του Δημοσίου και για λογαριασμό του. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από το ότι τη σύμβαση αυτή υπέγραψε η εν λόγω εταιρεία, που είναι ν.π.ι.δ., όμως, στην ενέργεια αυτή προέβη υπό την ιδιότητα του φορέα κατασκευής του έργου και μόνον, ήτοι της αρχής και υπηρεσίας που ευθύνεται για την παραγωγή του και για λογαριασμό του πρώτου των εναγομένων, που είναι ο εργοδότης και κύριος του έργου, όπως, άλλωστε, εκτίθεται στην αγωγή, αποδέχονται δε και οι εναγόμενοι.
Με δεδομένο λοιπόν ότι ο σκοπός της Κτηματικής Εταιρίας του Δημοσίου (ήδη "..."), κατά τη σύναψη και εκτέλεση του επίδικου δημόσιου έργου, είναι δημόσιος, πρέπει να θεωρηθεί ότι αυτή έχει διφυή χαρακτήρα και στην προκειμένη περίπτωση ενήργησε ως φορέας δημόσιας εξουσίας.
Συνεπώς, η διά της υπό κρίση αγωγής φερόμενη διαφορά αποτελεί διοικητική διαφορά ουσίας, ενόψει του ότι, επιπροσθέτως, η αληθής έννοια των διατάξεων του ν. 1418/1984 αποβλέπει στον κύριο του έργου ως κατ' ουσίαν συμβαλλόμενο και όχι στον ενεργούντα, βάσει εντολής, για λογαριασμό τούτου. Μετά ταύτα, η υπό κρίση αγωγή, κατ' αυτεπάγγελτη κρίση του Δικαστηρίου τούτου, απαραδέκτως φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του, αφού αυτό στερείται δικαιοδοσίας και, συνεπώς πρέπει ν' απορριφθεί (άρθρο 4 του Κ.Πολ.Δ.), κατ' αυτεπάγγελτη κρίση>.
Ωστόσο, όπως προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη, η ... ΑΕ, που αποτελεί την καθολική διάδοχο της αρχικώς συμβληθείσας στην ένδικη σύμβαση, αποτελεί ΝΠΙΔ, το οποίο λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος και διέπεται, υπό την μορφή της ανώνυμης εταιρίας, από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, ειδικότερα δε από τη σχετική νομοθεσία περί ανωνύμων εταιριών. Από δε τα περιεχόμενο της άνω αγωγής προκύπτει ότι η ένδικη σύμβαση καταρτίστηκε μεταξύ Νομικών Προσώπων Ιδιωτικού Δικαίου και ως εκ τούτου δεν έχει το χαρακτήρα διοικητικής σύμβασης, εφόσον δεν συντρέχουν και τα τρία ως άνω κριτήρια που αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, αλλά αποτελεί σύμβαση ιδιωτικού δικαίου.
Συνεπώς, οι διαφορές που γεννώνται από την άνω σύμβαση δεν συνιστούν διοικητικές διαφορές υπαγόμενες στην ακυρωτική διαδικασία του ΣτΕ ή των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, αλλά ιδιωτικές διαφορές που υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, έστω και αν το ως άνω ΝΠΙΔ, το οποίο με τη σύμβαση αναθέτει στην αντισυμβαλλόμενη Εταιρεία την εκτέλεση του έργου, ενεργεί για λογαριασμό του Δημοσίου.
Δεν ασκεί δε, από της απόψεως αυτής, επιρροή το ότι ο νόμος προβλέπει τυχόν την εφαρμογή διατάξεων της νομοθεσίας περί δημοσίων συμβάσεων, διότι η εφαρμογή αυτών δεν αρκεί για να μεταβάλει τα όρια της δικαιοδοσίας των διοικητικών δικαστηρίων, την οποία χαράσσει το Σύνταγμα (ΑΕΔ45/1991ΣτΕ3602/2012). Επομένως το Εφετείο κρίνοντας ότι στερείται δικαιοδοσίας για την εκδίκαση της άνω αγωγής, την οποία απέρριψε ως απαράδεκτη, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και συνεπώς υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559αρ 14 ΚΠολΔ, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με τον μοναδικό λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των αναφερομένων στους πρόσθετους λόγους λόγων αναίρεσης, λόγω της εμβέλειας του γενομένου δεκτού τοιούτου, να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, εφόσον αυτό είναι δυνατόν(αρθ 580 παρ 3 ΚΠολΔ),να αποδοθεί το παράβολο στην αναιρεσείουσα (αρθ 495 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα έξοδα της αναιρεσείουσας σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας τους (αρθ 176, 183 ΚΠολΔ) μειωμένα κατ' άρθρο 22ν3693/1957σε συνδ με την1344423/8-121992 ΚΥΑ των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1403/2017 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την εκδίκαση της υπόθεσης στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσιβλήτων τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που ορίζει σε τριακόσια(300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ