Legislator Case Law & Legislation
591/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations for compensation claim in compulsory land expropriation case.

Case Number 591/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against a First Instance Court decision rejecting a claim for higher compensation in a compulsory expropriation case. The appellants argued that the five-year limitation period had not expired due to judicial suspensions, but the Court found the limitation period ended before any such suspensions occurred. Consequently, the Court ruled that the claim was time-barred and the lower court correctly rejected it as inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Art. 9 para. 4 of Law 2882/2001; The five-year limitation period for claiming higher compensation in compulsory expropriation cases is established for public interest reasons and does not run during judicial suspensions if the period expires prior to them.

Keywords

AI generated
compulsory expropriation statute of limitations higher compensation claim judicial suspension public interest limitation

Cited Legislation

AI generated
Art. 7 para. 1 of Law 2882/2001
Art. 9 para. 4 of Law 2882/2001
Art. 29 para. 3 of Law 2882/2001
Art. 4 of the Constitution
Art. 6 para. 1 of the ECHR
Art. 11 of the Judicial Organization of the State
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 591 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 591/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ..., 2) ..., 3) ..., 4) ..., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Γεωργίου Μαύρου και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Κωνσταντίνο Παπαγεωργίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/4/2007 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως από αναγκαστική απαλλοτρίωση των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 7678/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8/2/2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος ανέγνωσε την από 7/5/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 εδάφιο πρώτο του ν. 2882/2001 (κώδικας αναγκαστικών απαλλοτριώσεων ακινήτων), η οποία είναι όμοια με την καταργηθείσα διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ν.δ. 797/1971, η αναγκαστική απαλλοτρίωση συντελείται με την καταβολή στον δικαστικώς αναγνωρισθέντα ή στον αληθινό δικαιούχο της αποζημίωσης, που προσδιορίσθηκε προσωρινά ή οριστικά κατά τον παρόντα νόμο ή με τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως γνωστοποίησης ότι η αποζημίωση κατατέθηκε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων κατά το επόμενο άρθρο 8.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 4 εδάφιο δεύτερο του ιδίου νόμου, όποιος δεν κλητεύθηκε ούτε έλαβε μέρος στη δίκη για τον καθορισμό της αποζημίωσης δικαιούται να ασκήσει με αίτηση την αξίωσή του για καθορισμό μεγαλύτερης οριστικής αποζημίωσης, κατά το άρθρο 21 του παρόντος νόμου, μέσα σε πέντε έτη από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και, σε περίπτωση που αποδεδειγμένα έλαβε γνώση, μέσα σε έξι μήνες από τότε που αυτός έλαβε γνώση.

Τέλος, κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 29 παρ. 3 του ιδίου νόμου, οι διατάξεις περί παραγραφής και προθεσμιών του παρόντος εφαρμόζονται και επί απαλλοτριώσεων που κηρύχθηκαν από 1ης Φεβρουαρίου 1971 και εφεξής, εφόσον οι σχετικές αξιώσεις έχουν γεννηθεί, αλλά δεν έχουν παραγραφεί κατά την έναρξη ισχύος αυτού.

Εάν ο χρόνος της παραγραφής και των προθεσμιών που ορίζεται από τις διατάξεις του παρόντος είναι βραχύτερος εκείνου που ορίζεται από τις παλαιές διατάξεις, τότε από την έναρξη ισχύος του παρόντος ισχύει ο βραχύτερος και αρχίζει απ' αυτήν. Εάν ο χρόνος της παραγραφής και των προθεσμιών με βάση τις παλαιές διατάξεις συμπληρώνεται νωρίτερα από το βραχύτερο χρόνο που ορίζεται από τις διατάξεις του παρόντος, η παραγραφή ή προθεσμία συμπληρώνεται με την πάροδο του χρόνου που ορίζεται από τις παλαιές διατάξεις.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι οι περί παραγραφής και προθεσμιών διατάξεις του ν. 2882/2001, ενόψει του ότι από τον προϊσχύσαντα ν. 797/1971 δεν προβλεπόταν προθεσμία ασκήσεως της αιτήσεως για τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης, εφαρμόζονται και για τις απαλλοτριώσεις που έχουν κηρυχθεί από 1-2-1971 και εφεξής, ο δε χρόνος έναρξης είναι εκείνος που ορίζεται από τις νέες διατάξεις και στην προκειμένη περίπτωση, που δεν προβλεπόταν τέτοια προθεσμία και επομένως δεν μπορεί να γίνει λόγος για βραχύτερο ή μακρύτερο χρόνο, από της ισχύος του ν. 2882/2001, δηλαδή από 7-5-2001.

Για του ίδιους λόγους ο βραχύτερος χρόνος των έξι μηνών από της γνώσεως αρχίζει και αυτός από της ισχύος του ν. 2882/2001, ενώ η γνώση αναφέρεται στον καθορισμό της αποζημίωσης και όχι στη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, αφού η τελευταία θεωρείται ότι έχει γίνει με τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της γνωστοποίησης της καταθέσεως της αποζημιώσεως.

Σύμφωνα με αυτά, για απαλλοτριώσεις που έχουν κηρυχθεί μετά την 1-2-1971 και η συντέλεση έλαβε χώρα πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 2882/2001, η προθεσμία για την άσκηση της αξίωσης για τον καθορισμό μεγαλύτερης οριστικής αποζημίωσης εκείνου που δεν έλαβε μέρος ούτε κλήθηκε στη δίκη για τον καθορισμό της αποζημίωσης είναι πενταετής και αρχίζει από 7-5-2001 και στην περίπτωση που αποδεικνύεται ότι έχει λάβει γνώση, είναι εξάμηνη και αρχίζει πάλι από 7-5-2001, εκτός αν η γνώση ανάγεται σε χρόνο μετά τη χρονολογία αυτή, οπότε αρχίζει από της γνώσεως (ΟλΑΠ 17/2006).

Η προθεσμία του άρθρου 9 παρ. 4 του ΚΑΑΑ, μέσα στην οποία πρέπει να ζητηθεί από κάθε ενδιαφερόμενο οριστικός προσδιορισμός μεγαλύτερης οριστικής αποζημίωσης, είναι αποσβεστική, με την έννοια του άρθρου 279 ΑΚ και λαμβάνεται από το Δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως υπόψη, κατ' άρθρ. 280 του ίδιου Κώδικα, η πάροδος δε αυτής συνεπάγεται την απώλεια του δικαιώματος άσκησης αίτησης για οριστικό προσ- διορισμό μεγαλύτερης αποζημίωσης και την απόρριψη της αίτησης ως απαράδεκτης.

Κατά το άρθρο 255 ΑΚ, το οποίο εφαρμόζεται και επί αποσβεστικής προθεσμίας, "η παραγραφή αναστέλλεται για όσο χρόνο ο δικαιούχος εμποδίστηκε από δικαιοστάσιο ή από άλλο λόγο ανώτερης βίας να ασκήσει την αξίωσή του μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής...", (ΑΠ 1037/1974). Εάν μετά την έναρξη του χρόνου της παραγραφής υπήρξαν γεγονότα αποτελούντα λόγο αναστολής της παραγραφής, ο αμυνόμενος κατά της ενστάσεως της παραγραφής οφείλει να τα προτείνει και να τα αποδείξει (ΟλΑΠ 468/1974).

Περαιτέρω, με τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, ελέγχεται η παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον 'Αρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο βάσει των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο, ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν. Τέλος, κατά άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο 'Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή ν' αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως (ΟλΑΠ 43/1990).

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεώς του, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα? "Οι αιτούντες, με την υπό κρίση αίτησή τους, ισχυρίζονται ότι με την υπ' αριθ. 1003312/191/8-2-1989 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 84 Δ' της 14-2-1989, κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση, υπέρ και με δαπάνες του καθ' ου Ελληνικού Δημοσίου, για λόγους δημόσιας ωφέλειας, και συγκεκριμένα από διατομή Π 259 έως Π 223, συνολικής εκτάσεως 32.433,55 τ.μ., κείμενη στη θέση "...", της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ....

Ότι στην άνω έκταση περιλαμβάνοντα και δικές τους ιδιοκτησίες, για τις οποίες, κατόπιν αιτήσεων του καθ' ου, εκδόθηκαν οι υπ' αριθ. 584/1991 και 6807/1993 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και του Δικαστηρίου τούτου, αντιστοίχως, με τις οποίες προσδιορίστηκε η προσωρινή και οριστική μονάδα αποζημιώσεως.

Με βάση αυτά ζητούν οι αιτούντες τον απευθείας καθορισμό μεγαλύτερης οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως, ισχυριζόμενοι ότι ουδέποτε κλητεύθηκαν, ούτε έλαβαν μέρος στις δίκες του προσωρινού και του οριστικού καθορισμού της αποζημιώσεως. Η αίτηση αυτή, η οποία αρμοδίως φέρεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, (άρθρ. 4 παρ. 4 εδ β', 21 ΚΑΑΑ), έχει ασκηθεί εκπρόθεσμα και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, αυτεπαγγέλτως, αλλά και κατά παραδοχή σχετικής ενστάσεως του καθ' ου, που περιέχεται στις προτάσεις του, που κατατέθηκαν εμπροθέσμως, στις 11-10-2007, όπως βεβαιώνεται στο τέλος από τον αρμόδιο Γραμματέα, (άρθρ. 19 παρ. 7 ΚΑΑΑ) και στις οποίες παραδεκτά περιλαμβάνεται ο άνω ισχυρισμός, έστω και αν δεν αναπτύχθηκε στο ακροατήριο, αφού ερευνάται και αυτεπάγγελτα.

Ειδικότερα, από τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, αποδεικνύεται, ότι η παρακατάθεση της προσωρινής αποζημιώσεως, που καθορίστηκε με την 584/1991 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για την έκταση που απαλλοτριώθηκε με την κοινή Υπουργική απόφαση Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ 1003312/1989 ΦΕΚ 841/1989, τ.

Δ'. για τη διάνοιξη της Ε.Ο. Σταυρού-Ελευσίνας, στο τμήμα από Π. 259 μέχρι Π. 223, στο Δήμο Ασπροπύργου, έγινε από το καθ' ου, υπέρ αυτών που θα αναγνωριστούν δικαιούχοι, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, στις 3-3-1993, με το υπ' αριθ. 1811/3-3-1993 γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης και δημοσιεύτηκε στο φύλλο 250, τ. Δ'/18-3-1993 της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως σχετική γνωστοποίηση.

Με την παρακατάθεση, συνεπώς, της καθορισθείσας προσωρινής αποζημιώσεως και τη δημοσίευση της σχετικής γνωστοποίησης, επήλθε η συντέλεση της απαλλοτριώσεως, κατ' άρθ. 7 παρ. 1 του Ν.Δ. 797/1971, που ίσχυε κατά το χρόνο της παρακαταθέσεως, αφού η παρακατάθεση για τη συντέλεση της απαλλοτριώσεως και της δικαστικής δαπάνης που επιδικάζεται, κατ' άρθρο 18 παρ. 4 ΚΑΑΑ και της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων των δικαιούχων, προβλέφθηκε αργότερα, δια της συμπληρώσεως του ταυτόσημου με το παραπάνω άρθρο, άρθρο 7 παρ. 1 ΚΑΑΑ, που ισχύει από 7-5-2001, με το άρθρο 31 του Ν. 3130/2003.

Επομένως, εφόσον πρόκειται περί απαλλοτριώσεως, που κηρύχθηκε μετά την 1-2-1971 και η συντέλεσή της έλαβε χώρα πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) και συγκεκριμένα στις 18-3-1993, η προθεσμία για τον καθορισμό μεγαλύτερης οριστικής αποζημίωσης ήταν πενταετής, που άρχιζε από 7-5-2001 και έληγε στις 7-5-2006. Η άσκηση δε της άνω αξιώσεως των αιτούντων, με την υπό κρίση αίτηση, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου στις 11-5-2007 και επιδόθηκε στις 22-5-2007, έγινε μετά την πάροδο της άνω πενταετούς προθεσμίας".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την προαναφερόμενη αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, ως απαράδεκτη. Εν όψει των όσων εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, οι λόγοι αναιρέσεως πρώτος και δεύτερος, κατά τους οποίους το Εφετείο, που δίκασε την από 8-2-2008 αίτησή τους για καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως, και την απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω παρόδου της πενταετούς αποσβεστικής προθεσμίας, που άρχισε από 7-5-2001, ημερομηνία έναρξης του Ν. 2882/2001 και έληξε στις 7-5-2006, εφόσον πρόκειται περί απαλλοτριώσεως, που συντελέστηκε στις 18-3-1993, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, δεν έκρινε ότι η αποσβεστική προθεσμία των πέντε ετών ανεστάλη κατά τη διάρκεια των θερινών διακοπών από 1-7 έως 15-9 και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει ν' απορριφθούν προεχόντως ως αόριστοι, αφού οι αναιρεσείοντες δεν προβάλλουν ότι τον ισχυρισμό αυτό, που δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ και στον οποίο στηρίζονται οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως, πρότειναν, ως όφειλαν, στο δικαστήριο της ουσίας, ούτε αναφέρουν το χρόνο και τρόπο προτάσεώς του, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος.

Σε κάθε περίπτωση, έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε, με εσφαλμένη εφαρμογή, τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου. Από την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 9 παρ. 4 εδάφιο δεύτερο του ν. 2882/2001 προκύπτει, ότι η θεσπισθείσα πενταετής παραγραφή, επιβλήθηκε από λόγους δημοσίου συμφέροντος, που επιβάλλει την άρση της αβεβαιότητας και την εντός ευλόγου χρόνου εκκαθάριση των δημιουργούμενων από την αναγκαστική απαλλοτρίωση σχέσεων.

Ο σκοπός αυτός δεν αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 4 του Συντάγματος περί ισότητας των ιδιωτών διαδίκων όταν αντιδικούν με το Δημόσιο, ούτε του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, περί δίκαιης δίκης. Η διάταξη του πρώτου εδαφίου του άρθρου 11 του Κανονιστικού Διατάγματος της 26.6/10.7.1944 (ΦΕΚ 139 Α), περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου, αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του Ν. 3514/2006, ως εξής? "Σε όλες τις δίκες του Δημοσίου, κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, ουδεμία απολύτως τρέχει προθεσμία είτε εις βάρος του Δημοσίου είτε εις βάρος των άλλων διαδίκων, ούτε για την υπό τούτων ως τρίτων άσκηση δηλώσεων ούτε για την έγερση αγωγών, παρεμβάσεων και προσεπικλήσεων ούτε τέλος για την άσκηση οποιουδήποτε ενδίκου μέσου ή εξέταση μαρτύρων.

Κάθε προθεσμία, η οποία έχει αρχίσει προ των διακοπών, καθώς και η εξέταση μαρτύρων αναστέλλονται κατά τη διάρκεια των διακοπών". Μετά από αυτή την τροποποίηση δεν έχει έδαφος εφαρμογής το άρθρο 4 του Συντάγματος, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες. Εφόσον δε η πάροδος της πενταετούς αποσβεστικής προθεσμίας έληξε στις 7-5-2006, δηλαδή προ των δικαστικών διακοπών, δεν συνέτρεχε περίπτωση αναστολής της, είναι δε νομικά αβάσιμο το αίτημα να υπολογισθεί στην αποσβεστική προθεσμία των πέντε ετών η διάρκεια 12 1/2 μηνών των θερινών διακοπών του χρονικού διαστήματος από 7-5-2001 έως 7-5-2006.

Επομένως, το Εφετείο, που εφήρμοσε την ως άνω διάταξη του άρθρου 9 παρ. 4 εδ. β' του ν. 2882/2001, προκειμένου να κρίνει το παραδεκτό της ενώπιον αυτού ασκηθείσας από 8-2-2008 αιτήσεως των αναιρεσειόντων για καθορισμό μεγαλύτερης οριστικής αποζημίωσης των αναφερομένων ακινήτων τους, που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά για δημόσια ωφέλεια, με την απόφαση που αναφέρθηκε, και την απέρριψε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη), δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των νόμων, που αναφέρθηκαν παραπάνω, το άρθρο 4 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Ενόψει όλων αυτών και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος (αναιρέσεως) προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 και 183 ΚΠολΔ, όπως στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-2-2008 αίτηση των ... κλπ για αναίρεση της 7678/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οχτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Φεβρουαρίου 2010. Και Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Απριλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ