Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling on expropriation compensation and benefit presumption validity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Larissa Court of Appeal's decision regarding expropriation compensation. The lower court ruled that the benefit presumption for properties fronting a new national road violated the Constitution and the ECHR, allowing owners to claim full compensation. The Supreme Court found no error in this reasoning and rejected the argument that the specific procedural law for overturning the benefit presumption should apply to this combined claim.
Legislator headnote
AI generatedArticles 17(2) of the Constitution and Article 1 of Protocol No. 1 of the ECHR; The benefit presumption for properties fronting a new national road violates the Constitution and the ECHR, and the specific procedural law for overturning this presumption does not apply when raised alongside a request for compensation determination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 591 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 591/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος-καλούντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Θεσσαλίας που κατοικοεδρεύει στη Λάρισα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Χρήστο Μητκίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) .... και ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Μίγα και κατέθεσαν προτάσεις, 3) .... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσικρικά και κατέθεσε προτάσεις, 4) α) Χ1, β) Χ2, οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, 5) .... κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Μίγα και κατέθεσε προτάσεις
Του αναιρεσιβλήτου-καθ'ου η κλήση: .... κατοίκου .... ως μοναδικού εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αρχικής αναιρεσιβλήτου .... η οποία απεβίωσε στις 10/6/2007 και ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Μίγα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 18/10/2004, 20/10/2004 και 25/10/2004 αιτήσεις των ήδη αναιρεσιβλήτων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην σημερινή δίκη, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Λάρισας.
Εκδόθηκε η με αριθμό 865/2005 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 29/9/2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ευτύχιος Παλαιοκαστρίτης, ανέγνωσε την από 22/10/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις προσκομιζόμενες με επίκληση ... και .... εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών ... και ... στα πρωτοδικεία Λάρισας και Βόλου αντίστοιχα αποδεικνύεται, ότι αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας δικασίμου και κλήση προς συζήτηση κατ' αυτή νόμιμα εμπρόθεσμα επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους Χ1 και Χ2. Οι τελευταίοι όμως δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο κ δεν παραστάθηκαν με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πλ Δ.
Συνεπώς η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (αρθρ. 576 παρ. 2 Κ.Πλ,Δ.Για το παραδεκτό της αναίρεσης κατατέθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα η προβλεπόμενη από το άρθρο 12 του Ν. 2298/1995 γνωμοδότηση του Ν.Σ.Κ.
Το άρθρο 17 παρ. 1 , 2 και 4 του Συντάγματος ορίζει, "1) Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος. 2) Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε , αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση ...4) Η αποζημίωση ορίζεται από τα αρμόδια δικαστήρια ....
Νόμος μπορεί να προβλέπει την εγκαθίδρυση ενιαίας δικαιοδοσίας κατά παρέκκλιση από το άρθρο 94, για όλες τις διαφορές και υποθέσεις που σχετίζονται με απαλλοτρίωση, καθώς και την κατά προτεραιότητα διεξαγωγή των σχετικών δικών". Από το συνδυασμό των ως άνω Συνταγματικών διατάξεων με εκείνη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Συμβάσεως της Ρώμης, που κυρώθηκε με το ν.δ 53/1974 και, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ με το οποίο ορίζει ότι "παν φυσικό η νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του" προκύπτει ότι αντικείμενο της δίκης του καθορισμού αποζημιώσεως είναι η αποζημίωση εν συνόλω λαμβανομένη, δηλαδή η χορήγηση αποζημιώσεως σε σχέση με την αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, ο προσδιορισμός της ωφέλειας του ιδιοκτήτη αυτού, όπου η ύπαρξη της επηρεάζει τις εκ της απαλλοτριώσεως αξιώσεις του κάθε άλλο θέμα συναφές με την απαλλοτρίωση και η δικαστική δαπάνη.
Ο δε προβλεπόμενος στις διατάξεις των άρθρων 17 παρ 1 του ν.δ 797/1971 και 18 παρ. 1 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) περιορισμός της αρμοδιότητας του Εφετείου σε μόνο τον προσδιορισμό της αποζημίωσης και της ιδιαίτερης αποζημίωσης του άρθρου 13 παρ. 4 του αυτού είναι ανίσχυρος, ως προσκρούων στην ως άνω διάταξη του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Επομένως υποβαλομένου αιτήματος στα πλαίσια του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, περί αναγνωρίσεως του ιδιοκτήτη του απαλλοτριουμένου ακινήτου, που αποκτά πρόσωπο σε διανοιγομενη εθνική οδό, ότι δεν ήταν ωφελούμενος και συνεπώς δεν ήταν υποχρεωμένος σε αποζημίωση τρίτων ιδιοκτησιών, ούτε σε αυτοαποζημίωση, το Εφετείο είναι αρμόδιο να εξετάσει ενιαίως κατά τη διαδικασία αυτή α) τη χορήγηση αποζημιώσεως σε σχέση με την αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου β) την αναγνώριση δικαιούχων της αποζημιώσεως γ) την ύπαρξη ή όχι ωφέλειας του ιδιοκτήτη απαλλοτριουμένου ακινήτου, που αποκτά πρόσωπο σε διανοιγομενη εθνική οδό και εντεύθεν την υποχρέωση ή μη συμμετοχής στις δαπάνες απαλλοτριώσεως κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 3 του ν. 653/1977 και δ) το αίτημα περί της δικαστικής δαπάνης (Ολ.ΑΠ 10/2004) .Εξάλλου κατά την παρ, 1 του άρθρου 33 του ν. 2971/2001 . "Το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του Ν. 653/1977, είναι μαχητό και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο κατά την ειδική διαδικασία του παρόντος άρθρου" .
Κατά την παρ 2 του ίδιου ως άνω άρθρου. "Ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριουμένου, εφόσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο, μπορεί με αίτηση του να ζητήσει από τον φορέα του έργου τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης .Η υποβολή της αίτησης δεν αναστέλλει τις διαδικασίες της απαλλοτρίωσης".
Κατά την παρ.3 "Η αίτηση υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο μηνών από την έκδοση της απόφασης περί προσωρινού ή απ' ευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και παραπέμπεται σε τριμελή επιτροπή1" Κατά την παρ. 4 "Η επιτροπή συγκαλείται από τον πρόεδρο αυτής και μετά από αυτοψία και έλεγχο των στοιχείων προβαίνει το αργότερο εντός τριών μηνών στη σύνταξη έκθεσης σχετικά με την ωφέλεια ή μη του ακινήτου λόγω του έργου" Και κατά την παρ.6 "Η αίτηση του ιδιώτη μαζί με την έκθεση της επιτροπής και τα στοιχεία της απαλλοτρίωσης αποστέλλονται από την αρχή που κήρυξε την αναγκαστική απαλλοτρίωση στο κατά την παρ 1 του παρόντος άρθρου δικαστήριο .
Ο πρόεδρος του δικαστηρίου ορίζει δικάσιμο σε χρόνο όχι βραχύτερο από 30 ημέρες και όχι μακρύτερο από σαράντα από την υποβολή των στοιχείων ... Το δικαστήριο εκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα που προσήχθησαν από τους διαδίκους γενικά οφείλει να εκδώσει την οριστική απόφαση μέσα σε τριάντα ημέρες από την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης" Οι διατάξεις αυτές θεσπίστηκαν προκειμένου να εναρμονιστεί η ελληνική νομοθεσία με τη νομολογία του ΔΕΚ, σύμφωνα με την οποία η καθιέρωση αμάχητου τεκμηρίου υπάρξεως ωφέλειας παρόδιων διανοιγομένων εθνικών οδών ήταν αντίθετη με τις διατάξεις του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α .
Για την ανατροπή δε του εν λόγω τεκμηρίου καθιερώθηκε η ως άνω ειδική διαδικασία, με το σκοπό να τερματιστούν σε σύντομο χρονικό διάστημα υποθέσεις, που ήταν εκκρεμείς και άλλες που θα εισάγονταν για εκδίκαση σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του ως άνω νόμου. Καθιερώθηκε δε ειδική διαδικασία για την εκδίκαση των υποθέσεων αυτών δεδομένου ότι σύμφωνα με την Ελληνική νομολογία δεν ήταν παραδεκτή η συνεκδίκαση του ως άνω αιτήματος με την αίτηση καθορισμού προσωρινής ή οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης.
Η άποψη όμως αυτή κρίθηκε και με την υπ αρίθμ 10/2004 απόφαση της Ολομ. του Αρείου Πάγου ότι είναι αντίθετη με το άρθρο 1 Του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και επομένως οι ως άνω διατάξεις του ν. 2971/2001, με τις οποίες ορίζεται ειδική διαδικασία και προδικασία για την ανατροπή του τεκμηρίου της ωφέλειας των παρόδιων ιδικτητών διανοιγομένων εθνικών οδών δεν εφαρμόζονται για υποθέσεις στις οποίες το αίτημα για ανατροπή του τεκμηρίου αυτού βάλλεται από κοινού με το αίτημα για τον καθορισμό προσωρινού ή απευθείας οριστικού προσδιορισμού τιμής μονάδας αποζημίωσης, διότι διαφορετικά θα οδηγούσε στη ματαίωση της συνεκδίκασης αυτής και θα αποτελούσε περιορισμό του δικαιώματος της ιδιοκτησίας, που είναι αντίθετος με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλόμενη απόφαση του, έκρινε κατά τη διαδικασία καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης απαλλοτριωθέντων ακινήτων α) ότι ήταν λειτουργικά αρμόδιο να αποφανθεί περί του αν ο ιδιοκτήτης ακινήτου που αποκτά πρόσωπο σε διανοιγόμενη εθνική οδό έχει ή όχι ωφέλεια στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως και αν έχει υποχρέωση συμμετοχής στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 3 του ν. 653/1977 , β) ότι το αίτημα των αναιρεσιβλήτων ιδιοκτητών απαλλοτριουμένων ακινήτων με πρόσοψη σε διανοιγόμενη εθνική οδό να αναγνωριστεί ότι το τεκμήριο ωφέλειας των ιδιοκτησιών τους που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 653/77 δεν υφίσταται, διότι η εν λόγω διάταξη είναι αντίθετη με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, γ) ότι το ανωτέρω αίτημα παραδεκτά σωρεύτηκε στο ίδιο δικόγραφο με την αίτηση για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως και ότι δεν ήταν απαράδεκτο το αίτημα αυτό για το λόγο ότι δεν τηρήθηκε η διαδικασία, που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 33 του ν. 2971/2001 διότι και αυτή είναι η αντίθετη με τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και κατά συνέπεια ανίσχυρη.
Με βάση δε την κρίση του αυτή και μετά από εκτίμηση των αποδείξεων το Εφετείο έκανε δεκτά τα αιτήματα των και αποφάνθηκε ότι δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του τεκμηρίου ωφελείας για ακίνητα των αναιρεσιβλήτων, ότι πρέπει διορθωθεί ο οικείος κτηματολογικός πίνακας και να οριστεί ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν δικαιούνται αποζημίωση για όλη την έκταση των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ως άνω διατάξεις, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ούτε παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτες τις αιτήσεις των αναιρεσιβλήτων ως προς τα άνω αιτήματα και ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 1 αλλά και ορθή εκτίμηση και από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29 Σεπτεμβρίου 2006 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 865/2005 απόφαση του Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των παρόντων αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ για κάθε μέρος από αυτούς, που παραστάθηκε με χωριστή νομική εκρποσώπηση.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ