Legislator Case Law & Legislation
591/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court decision regarding contract termination and construction delays.

Case Number 591/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's judgment. The appellant argued the appellee failed to provide sufficient reasoning for rejecting claims regarding contract termination rights and evidence regarding project completion feasibility. The court held that the appellate court properly considered the arguments and evidence, and the appeal lacked a legal basis under the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(19) C.Pol.D.; Art. 686(a) C.C.; Art. 559(8) C.Pol.D.; Art. 559(11)(c) C.Pol.D. An appeal is inadmissible if the lower court's decision lacks sufficient reasoning regarding facts necessary for the legal rule, provided the reasoning is not contradictory or insufficiently detailed in evaluating evidence.

Keywords

AI generated
contract termination rights construction delay defense insufficient reasoning appeal evidence evaluation standard good faith obligations

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(19) C.Pol.D.
Art. 686(a) C.C.
Art. 559(8) C.Pol.D.
Art. 559(11)(c) C.Pol.D.

Cited Case Law

AI generated
AP 105/2005
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 591 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 591/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας:Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "HOSPITAL AFFILIATES INTERNATIONAL-ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΝΟΣΗΛΕΥΤΙΚΩΝ ΜΟΝΑΔΩΝ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που εδρεύει στη Κηφισιά και εκπροσωπείται νόμιμα, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Βλάσιο Λεονάρδο.

Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΚΟΙΝΩΦΕΛΕΣ ΙΔΡΥΜΑ ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Γεωργιάδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-2-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, και την από 5-2-2003 ανταγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 920/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 246/2006 του Εφετείου ΑΘηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 10-3-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 12-4-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην εκτίμηση των αποδείξεων που το πόρισμά τους εκτίθεται σαφώς.

Ως "ζητήματα", των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.

Εξάλλου, κατ το άρθρο 686 εδ. α' ΑΚ : "Αν ο εργολάβος δεν αρχίσει εγκαίρως την εκτέλεση του έργου ή αν, χωρίς υπαιτιότητα του εργοδότη, επιβραδύνει την εκτέλεση στο σύνολό της ή εν μέρει με τρόπο που αντιβαίνει στη σύμβαση και καθιστά αδύνατη την έγκαιρη και προσήκουσα εκτέλεση ο εργοδότης μπορεί να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, χωρίς να περιμένει το χρόνο παράδοσης του έργου." Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα:

Με την από .... έγγραφη σύμβαση μεταξύ των διαδίκων, το εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσίβλητο Ιδρυμα ανέθεσε στην ήδη αντίδικό του εταιρία την οργάνωση και διαχείριση του υπό ανέγερση Νοσοκομείου του, η κατασκευή του οποίου προβλεπόταν να ολοκληρωθεί στο τέλος του πρώτου εξαμήνου του 1999. Κατά το πρώτο στάδιο, η Εταιρία ανέλαβε να εισηγηθεί επί των συμφωνημένων θεμάτων, οργάνωσης του Νοσοκομείου "εντός ευλόγου χρόνου".

Ο χρόνος αυτός, κατά την εκτίμηση του Εφετείου, είχε ως "καταληκτικό όριο την 31-12-1998". Η διάρκεια της σύμβασης ορίσθηκε δωδεκαετής με αφετηρία την ημέρα της υπογραφής της, ως αμοιβή δε της εργοληπτρίας συμφωνήθηκε το ποσό των 20.000.000 δραχμών μηνιαίως για το στάδιο της οργάνωσης και το ποσοστό 4,9% επί των ακαθαρίστων εισπράξεων του Νοσοκομείου για το στάδιο της διαχείρισης.

Σε εκτέλεση της σύμβασης, η Εταιρία, αφού παρέλαβε την 16-2-1998 από το 'Ιδρυμα τα απαραίτητα για την εκτέλεση του έργου "εγχειρίδιο και εν γένει έγγραφα", που είχε συντάξει το τελευταίο, άρχισε τη σύνταξη των εισηγήσεων (μελετών), τις οποίες είχε αναλάβει να εκπονήσει. Την 19-5-1998 η Εταιρία παρέδωσε στο 'Ιδρυμα "ανυπόγραφο έγγραφο οκτώ σελίδων" με τον τίτλο "προτεινόμενο λειτουργικό σχήμα κλινικής", στο οποίο αναφερόταν επιγραμματικά και χωρίς επιστημονική αιτιολόγηση:

ο ανά ειδικότητα αριθμός κλινών, τα τμήματα διάγνωσης - θεραπείας με τις διακρίσεις αυτών, τα τμήματα των κεντρικών και βοηθητικών υπηρεσιών με την "μονολεκτικώς προτεινόμενη διάρθρωση αυτών", και οι προτεινόμενες επεμβάσεις (αλλαγές) στο Lay Out των χώρων του Νοσοκομείου. Για τις επεμβάσεις αυτές η Εταιρία υπέβαλε αργότερα, και δη την 9-6-1998, στο 'Ιδρυμα μονοσέλιδο έγγραφό της, στο οποίο αναφέρονταν, χωρίς καμιά αιτιολόγηση "οι ροές των ασθενών, σύμφωνα με τις οποίες διαμορφώθηκαν οι προτάσεις της για το λειτουργικό σχήμα της κλινικής και για τις προτεινόμενες αλλαγές".

Προσέθεσε δε στη συνέχεια το Εφετείο τα ακόλουθα, κατά λέξιν: "Οι διαλαμβανόμενες στο παραπάνω από 19.5.98, έγγραφο προτάσεις της εκκαλούσας συζητήθηκαν, με την παρουσία εκπροσώπων αυτής... τόσο κατά τη συνεδρίαση της Κεντρικής Επιστημονικής Επιτροπής του εφεσιβλήτου, που έγινε στις 10.6.98, κατά την οποία και αξιολογήθηκαν αρνητικά για το λόγο ότι "απουσιάζει απ' αυτές η απαιτούμενη οικονομική και τεχνική τεκμηρίωση, και συνεπάγονται καθυστερήσεις και δαπάνες"...

όσο και κατά την 59η συνεδρίαση της 17.6.98 του ΔΣ του εφεσιβλήτου, το οποίο αποφάσισε την απόρριψη του προτεινομένου λειτουργικού σχήματος καθόσον α) από ιατρικής και νοσοκομειολογικής απόψεως οι προτεινόμενες λύσεις είναι άστοχες, αδόκιμες, ανεφάρμοστες και δείχουν έλλειψη οποιασδήποτε μελέτης β) δεν είναι συμβατές από τεχνικής απόψεως προς τις μελέτες και τους υπάρχοντες χώρους του νοσοκομείου γ) απαιτούν τεράστιες επεμβάσεις και υψηλές δαπάνες και δ) δεν συνοδεύονται από οποιαδήποτε επιστημονική μελέτη...

Για τους παραπάνω λόγους το Διοικητικό Συμβούλιο του εφεσιβλήτου κατά την 61η συνεδρίαση της 22.7.98 αποφάσισε, μεταξύ άλλων, την άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης από την ένδικη σύμβαση. Σε εκτέλεση δε της απόφασης αυτής το εφεσίβλητο επέδωσε στην εκκαλούσα στις 22.7.98, την υπό την ίδια ημεροχρονολογία εξώδικη δήλωση με την οποία δήλωνε την κατ' αρθ. 686 εδαφ.

α ΑΚ υπαναχώρησή του από την ένδικη σύμβαση επικαλούμενο ως λόγο αυτής το ότι "η εταιρεία σας (εκκαλούσα) δεν έκανε μέχρι σήμερα έναρξη της εκτέλεσης του έργου της οργάνωσης του νοσοκομείου και ότι επιβραδύνει την εκτέλεση αυτού με τρόπο που αντιβαίνει στη σύμβαση και καθιστά αδύνατη την έγκαιρη περάτωση αυτού".

Η εκκαλούσα συνομολογεί την από το εφεσίβλητο άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης ισχυρίζεται όμως ότι η τελευταία πάσχει ακυρότητα καθόσον, κατ' αυτήν, α) είχε συμβατικά αποκλειστεί το προς υπαναχώρηση δικαίωμα του εφεσιβλήτου, το οποίο μπορούσε να προβεί μόνο σε καταγγελία της ένδικης σύμβασης και μόνο ύστερα από την τήρηση των αναφερομένων σ' αυτήν προϋποθέσεων β) δεν είχε ταχθεί, για την περίπτωση που δεν ήθελε γίνει δεκτός ο παραπάνω λόγος, η κατά τη σύμβαση και το νόμο απαιτουμένη εύλογη προθεσμία εκπλήρωσης πριν από την άσκηση του σχετικού δικαιώματος και γ) δεν συντρέχουν οι επικαλούμενες για την άσκησή της προϋποθέσεις καθόσον αυτή αφενός είχε προβεί σε έγκαιρη έναρξη εκτέλεσης του έργου και αφετέρου ήταν δυνατή η περάτωση του έργου κατά το χρονικό διάστημα το οποίο απέμενε μετά την υπαναχώρηση για την ολοκλήρωση του σταδίου της οργάνωσης.

Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι για τους παρακάτω λόγους. Ειδικότερα, ο μεν υπό στοιχ. α καθόσον από την παραπάνω λεκτική διατύπωση του σχετικού όρου (

ΙΙ Ι) της ένδικης σύμβασης δεν προκύπτει ο καθοιονδήποτε, ρητό ή σιωπηρό, τρόπο, αποκλεισμός των από τις διατάξεις των άρθρων 686-690 ΑΚ παρεχομένων στον εργοδότη δικαιωμάτων, μεταξύ των οποίων και αυτό της υπαναχώρησης, που προβλέπεται από το άρθρο 686 εδαφ. α ΑΚ, ο αποκλεισμός του οποίου δεν μπορεί να συναχθεί, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει η εκκαλούσα, από το γεγονός ότι στην ένδικη σύμβαση γίνεται ειδική αναφορά στο δικαίωμα των συμβαλλομένων μερών για καταγγελία αυτής υπό τις διαλαμβανόμενες σ' αυτήν προϋποθέσεις, καθόσον, με την κατά τρόπο σαφή και μη καταλείποντα ουδεμία αμφιβολία ή ασάφεια, ώστε να αποκλείεται η προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ διατυπωθείσα σχετική δήλωση βουλήσεως των μερών τα τελευταία προέβησαν σε επιτρεπτή τροποποίηση [μόνο] της ρύθμισης που προβλέπεται για το δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης από την ενδοτικού δικαίου διάταξη του άρθρου 700 ΑΚ...

αφενός με τη χορήγηση του δικαιώματος αυτού όχι μόνο στον εργοδότη, όπως προβλέπεται στην ΑΚ 700 αλλά και στον εργολάβο και αφετέρου με τη θέσπιση περιορισμών στην άσκησή του (έγγραφη προειδοποίηση εργοδότη, εμμονή στην αντισυμβατική συμπεριφορά από τον εργολάβο για 90 ημέρες), που δεν προβλέπονται από την εν λόγω διάταξη (ΑΚ 700), χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε, έστω και έμμεση, αναφορά στα από τις διατάξεις των άρθρων 686-690 ΑΚ προβλεπόμενα δικαιώματα του εργοδότη, τα οποία και δεν εθίγησαν από την παραπάνω ρύθμιση? ο υπό στοιχ.

β ισχυρισμός (κρίνεται απορριπτέος) ως νομικά αβάσιμος καθόσον από τη διάταξη του άρθρου 686 εδαφ. α ΑΚ, κατ' εφαρμογή της οποίας το εφεσίβλητο προέβη στην άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης, το οποίο (δικαίωμα) κατά την παραπάνω παραδοχή του Δικαστηρίου, δεν έχει συμβατικά αποκλειστεί, προκύπτει ότι, κατ' αντίθεση με την υπαναχώρηση που προβλέπεται από το εδάφ.

β' της ίδιας ως άνω διάταξης του άρθρ. 686 ΑΚ, δεν απαιτείται για τη νομότυπη άσκηση του από αυτήν (686 εδαφ. α ΑΚ) ρυθμιζόμενου δικαιώματος υπαναχώρησης του εργοδότη ο ορισμός προηγουμένως προθεσμίας εκπλήρωσης καθόσον, όπως αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη, επί της κατά το άρθρο 686 εδαφ. α ΑΚ, υπαναχώρησης, δεν έχουν εφαρμογή οι διατυπώσεις των αρθ. 383 επ.

ΑΚ (ΑΠ 1619/95) που επιβάλλουν, μεταξύ άλλων, και τον ορισμό τέτοιας προθεσμίας, για το λόγο ότι αυτές δεν συμβιβάζονται προς το σκοπό που υπηρετεί η εν λόγω διάταξη, ο οποίος συνίσταται στη διευκόλυνση του εργοδότη για πρόωρη λύση της σύμβαση αμέσως μόλις διαπιστώσει ότι εξαιτίας καθυστερήσεων του εργολάβου, ακόμη και ανυπαιτίων, κατά το προπαρασκευαστικό στάδιο, καθίσταται πλέον αδύνατη η έγκαιρη περαίωση του έργου.

Το γεγονός ότι στο σχετικό όρο της ένδικης σύμβασης (

ΙΙΙ) τίθεται από τα μέρη ως προϋπόθεση για την έγκυρη άσκηση από τον εργοδότη του δικαιώματος καταγγελίας αυτής ο ορισμός προθεσμίας συμμόρφωσης του εργολάβου (εκκαλούσας) δεν συνεπάγεται, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει η εκκαλούσα, ότι η τήρηση της προϋπόθεσης αυτής απαιτείται και για την έγκυρη άσκηση του παρεχομένου από τη διάταξη του άρθρ. 686 εδαφ.

α ΑΚ δικαιώματος υπαναχώρησης του εργοδότη, αφού κάτι τέτοιο ούτε επιβάλλεται από την ίδια τη διάταξη ούτε προβλέπεται από την ένδικη σύμβαση, η οποία, θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν χρήζει ερμηνείας, ούτε ως προς το σημείο αυτό, για το λόγο που αναφέρθηκε στην αμέσως προηγούμενη σκέψη, δηλαδή, της σαφώς και κατά τρόπο μη καταλείποντα αμφιβολία, και αποκλείοντα ως εκ τούτου την προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθ. 173 και 200 ΑΚ, διατυπωθείσας σ' αυτή βούλησης των μερών για τη ρύθμιση κατά τρόπο διαφορετικό από τον προβλεπόμενο στον ΑΚ μόνο του από το άρθρο 700 αυτού παρεχομένου δικαιώματος καταγγελίας.

Η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από το γεγονός ότι το εφεσίβλητο στην επιδοθείσα προς την εκκαλούσα δήλωση υπαναχώρησης αναφέρει ότι "στην προκειμένη περίπτωση δεν απαιτείται να ταχθεί προθεσμία διότι, από την όλη στάση της εταιρείας σας, συνάγεται ότι το μέτρο αυτό είναι άσκοπο αλλά και διότι το ίδρυμα (εφεσίβλητο) μετά την υπερημερία σας περί την εκτέλεση του έργου, δεν έχει πλέον σήμερα κανένα συμφέρον στην εκτέλεση της σύμβασης", καθόσον την αναφορά αυτή διέλαβε ως εκ περισσού το εφεσίβλητο, προφανώς για την περίπτωση κατά την οποία ήθελε κριθεί ότι η γενομένη υπαναχώρηση δεν διέπεται από τη διάταξη του εδαφ.

α του άρθρου 686 ΑΚ, η οποία, όπως προαναφέρθηκε δεν απαιτεί τις διατυπώσεις του άρθ. 383 επ. ΑΚ, αλλά από αυτήν του εδαφ. β του ίδιου άρθρου, το οποίο απαιτεί την τήρηση των διατυπώσεων αυτών, η έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας των οποίων παρέλκει στην παρούσα υπόθεση, στην οποία εφαρμοστέα τυγχάνει η διάταξη του άρθρου 686 εδαφ.

α ΑΚ. Ο υπό στοιχ. γ τέλος ισχυρισμός πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος καθόσον από τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι η εκκαλούσα κατά το χρόνο της υπαναχώρησης (22.7.1998) είχε επιβραδύνει, χωρίς υπαιτιότητα του εφεσιβλήτου, την εκτέλεση του έργου, αφού από το σύνολο των εισηγήσεων, που κατά τα άνω είχε την υποχρέωση να υποβάλει στο εφεσίβλητο εντός εύλογου χρόνου, για τον οποίο θα γίνει λόγος παρακάτω, αυτή μέχρι τις 9.6.98, δηλαδή εντός χρονικού διαστήματος τεσσάρων περίπου μηνών, είχε παραδώσει μόνο την αναφερόμενη στο προτεινόμενο λειτουργικό σχήμα της κλινικής (νοσοκομείου) εισήγηση...

Ο ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι κατά το χρόνο της υπαναχώρησης (21-7-98) "είχε πλήρως ολοκληρώσει τις αναφερόμενες στις προτάσεις της 13 εισηγήσεις, που καλύπτουν το 70% του αναληφθέντος έργου της οργάνωσης", κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος αφού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ούτε ο χρόνος σύνταξης των μελετών αυτών ούτε η υποβολή τους προς το εφεσίβλητο.

Η κρίση δε αυτή του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από το μετ' επικλήσεως από την εκκαλούσα προσκομιζόμενο από 20.7.98 έγγραφο αυτής προς το εφεσίβλητο, με το οποίο αυτή (εκκαλούσα), αφού πληροφορούσε το τελευταίο ότι "έχουμε ολοκληρώσει όλες τις αναγκαίες εργασίες, σε στάδιο μελέτης, προπαρασκευής, του έργου της οργάνωσης και διοίκησης του νοσοκομείου σας", υπέβαλε ακολούθως αίτημα "παροχής της δυνατότητας επιτοπίου μελέτης των δεδομένων από τα αρμόδια συνεργεία (της)" καθόσον μ' αυτό διαψεύδεται η επικαλουμένη με τις προτάσεις "πλήρης ολοκλήρωση" των αναφερομένων σ' αυτές 13 εισηγήσεων της, αφού, κατά το έγγραφο αυτό, όλες οι αναγκαίες εργασίες οργάνωσης και διοίκησης έχουν ολοκληρωθεί όχι σε τελικό στάδιο αλλά σε "στάδιο μελέτης - προπαρασκευής", για την πλήρη ολοκλήρωση των οποίων ζητείται να επιτραπεί από το εφεσίβλητο "η δυνατότητα της επιτοπίου μελέτης των δεδομένων", μετά την οποία θα καταστεί δυνατή η πλήρης ολοκλήρωσή τους, για την οποία ασφαλώς και θα απαιτηθεί ικανό επί πλέον χρονικό διάστημα.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι εξαιτίας της παραπάνω επιβράδυνσης κατέστη αδύνατη η ολοκλήρωση του έργου της οργάνωσης του υπό ίδρυση νοσοκομείου του εφεσιβλήτου εντός του εναπομείναντος από την 22.7.98 μέχρι την 31.12.98 χρονικού διαστήματος, λαμβανομένου υπόψη αφενός του ελαχίστου, αντιπροσωπεύοντας το 15% του αναληφθέντος έργου, και μάλιστα πλημμελώς εκτελεσθέντος τμήματος αυτού (έργου) κατά το διαρρεύσαν από την ανάληψή του τετράμηνο, του όγκου του μέλλοντος να εκτελεστεί τμήματος αυτού, αντιπροσωπεύοντος το 85% και τέλος των πιθανολογουμένων καθυστερήσεων, που θα προκύψουν από τις σχεδόν βέβαιες τροποποιητικές παρεμβάσεις του εφεσιβλήτου στις υποβληθησόμενες προς αυτό, πριν την τελική κατάρτιση των αναληφθεισών εισηγήσεων, σχετικές προτάσεις της εκκαλούσας.

Ο ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι ήταν δυνατή η περάτωση του έργου της οργάνωσης κατά το χρονικό διάστημα μετά την υπαναχώρηση και μέχρι την έναρξη της λειτουργίας του νοσοκομείου ενόψει του ότι η τελευταία δεν έλαβε χώρα στο τέλος του α' εξαμήνου του 1999 αλλά το Σεπτέμβριο του 2000, αλυσιτελώς προβάλλεται καθόσον η ανάληψη της σχετικής υποχρέωσης της εκκαλούσας έγινε με προβλεπόμενο και ρητά αναφερόμενο στη σύμβαση χρόνο έναρξης της λειτουργίας του νοσοκομείου το πρώτο εξάμηνο του 1999, με βάση τον οποίο και μόνο θα αναζητηθεί ο εύλογος χρόνος, εντός του οποίου αυτή θα έπρεπε να είχε περατώσει το αναληφθέν έργο, και συνεπώς η προσήκουσα ή όχι εκπλήρωση της συμβατικής της υποχρέωσης, όντας αδιάφορο για την κρίση αυτήν το γεγονός της μεσολάβησης της οποιασδήποτε καθυστέρησης στην έναρξης της λειτουργίας του νοσοκομείου, ανεξάρτητα από το ότι μέχρι την υπαναχώρηση δεν είχε παρατηρηθεί τέτοια καθυστέρηση." Με τις παραδοχές αυτές, το ουσιαστικό δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και απηλλαγμένες αντιφάσεων αιτιολογίες τόσο για την εκ μέρους της αναιρεσείουσας εταιρίας επιβράδυνση, χωρίς υπαιτιότητα του αναιρεσιβλήτου, στην εκτέλεση του έργου, που είχε αναλάβει, όσο και για την εκτίμηση ότι, εξαιτίας τούτου, κατέστη αδύνατη η έγκαιρη ολοκλήρωση αυτού (και, επομένως, για την ουσιαστική βασιμότητα του δικαιώματος του Ιδρύματος να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση), σύμφωνα με την εφαρμοσθείσα διάταξη του άρθρου 686 εδ.

α' τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους αναιρέσεως (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ) είναι αβάσιμα. Ο από τη διάταξη του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως "πραγμάτων" θεωρουμένων των αυτοτελών πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και τείνουν στη θεμελίωση ή στην κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που έχει ασκηθεί με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση.

Όμως δεν αποτελούν "πράγματα" και δεν ιδρύεται ο άνω λόγος αναιρέσεως, αν δεν ληφθούν υπόψη, οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που αποτελούν αμφισβήτηση της βαρύτητας ορισμένου αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 1591/2007, ΑΠ 22/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται: ότι η αναιρεσείουσα εταιρία είχε υποστηρίξει στο Εφετείο, με τον πρώτο λόγο της έφεσής της: (1) ότι κατά την σαφή βούληση των συμβληθέντων - και ήδη διαδίκων - μερών "είχε αποκλεισθεί η εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 686 και 383 ΑΚ, που παρέχουν δικαίωμα υπαναχωρήσεως υπό τις αναφερόμενες σ' αυτές προϋποθέσεις"? (2) ότι τούτο προκύπτει από τον όρο

ΙΙΙ της σύμβασης που προβλέπει την καταγγελία ως μόνο τρόπο λύσεως της σύμβασης με πρωτοβουλία του αναιρεσιβλήτου και μάλιστα αφού ταχθεί προηγουμένως στην αναιρεσείουσα προθεσμία συμμορφώσεως ενενήντα ημερών? και (3) ότι τούτο προκύπτει επίσης από τον όρο Α2 της σύμβασης, όπου ρητώς ορίζεται ότι "η εξουσιοδότηση για την οργάνωση και για τη διαχείριση είναι ανέκκλητη", το Εφετείο δεν ουδόλως έλαβε υπόψιν, τον τρίτο από τους ισχυρισμούς αυτούς της αναιρεσείουσας. "Πράγμα", όμως, υπό την εκτεθείσα έννοια συνιστά μόνον ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι, δια της συμβάσεως είχε αποκλεισθεί, στο αναιρεσίβλητο το δικαίωμα της υπαναχωρήσεως και όχι οι επιμέρους συμβατικές ρυθμίσεις, από τις οποίες τούτο συνάγεται, και οι οποίες θεμελιώνουν απλώς επιχειρήματα περί της ουσιαστικής βασιμότητας του "πράγματος". Επομένως, το Εφετείο, που δεν έλαβε υπόψη το άνω υπό στοιχείο (3) επιχείρημα δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ και ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.

Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται επίσης η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ αιτίαση και υποστηρίζεται ότι το ουσιαστικό δικαστήριο δεν έλαβε υπόψιν τον προβληθέντα με τον δεύτερο λόγο εφέσεως ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με τον οποίο: και αν ακόμα το αναιρεσίβλητο είχε δικαίωμα υπαναχωρήσεως από την σύμβαση, υπεχρεούτο, με βάση το νόημα της συμβάσεως και με τους κανόνες της καλής πίστης, να της τάξει προηγουμένως εύλογη προθεσμία συμμορφώσεως. Το Εφετείο, όπως από την προσβαλλομένη προκύπτει, έλαβε υπόψη και απέρριψε ως νομικά αβάσιμο τον άνω ισχυρισμό και επομένως δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ και ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Τέλος, ο τρίτος εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ λόγος της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο υπέπεσε στην άνω πλημμέλεια αφού δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα (με τον τέταρτο λόγο εφέσεως) ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι, κατά το χρόνο που το αναιρεσίβλητο υπαναχώρησε της συμβάσεως, η έγκαιρη ολοκλήρωση του έργου ήταν δυνατή και επομένως το αναιρεσίβλητο, ως εργοδότης, δεν είχε δικαίωμα υπαναχωρήσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον άνω ισχυρισμό (στον οποίο δια μαρκών αναφέρθηκε) και τον απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδ. γ Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι τα αποδεικτικά μέσα, που δεν έχουν ληφθεί υπόψιν, για να θεμελιώσουν λόγο αναιρέσεως, πρέπει να έχουν προσκομισθεί με επίκληση προς απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικού ισχυρισμού, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 105/2005). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο αναιρετικό λόγο κατά το δεύτερο μέρος του (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ) προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψιν αφενός μεν την εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου ιδρύματος ομολογία του γεγονότος ότι αυτός (δύο μήνες) μετά την υπαναχώρησή του από την ένδικη σύμβασή του με την αναιρεσείουσα εταιρία, "ανέθεσε σε άλλη συγκεκριμένη εταιρία την εκτέλεση του ιδίου ακριβώς έργου Οργανώσεως του Νοσοκομείου", αφετέρου δε την κατάθεση του μάρτυρος ......

κατά το μέρος της που επιβεβαίωνε το ίδιο γεγονός, από το οποίο "αποδεικνυόταν χωρίς άλλο αναληθής ο ισχυρισμός του αντιδίκου, ότι κατά το χρόνο υπαναχωρήσεώς του από τη σύμβαση είχε καταστεί αδύνατη η έγκαιρη εκπλήρωση του έργου της Οργάνωσης". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού λογικώς αναγκαίο προαπαιτούμενο για την πληρότητά του αποτελεί η εκ μέρους του νέου εργολάβου ολοκλήρωση του έργου της οργάνωσης του Νοσοκομείου μέσα στην ίδια προθεσμία, ήτοι σε εκείνη που υπεχρεούτο η αναιρεσείουσα να το ολοκληρώσει με βάση την (λυθείσα με την υπαναχώρηση) σύμβαση, το στοιχείο δε αυτό δεν αναφέρεται στον κρινόμενο αναιρετικό λόγο.

Κατόπιν αυτών πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-3-2006 αίτηση της εταιρίας "Hospital Affiliates International - Οργάνωση και Διοίκηση Νοσηλευτικών Μονάδων ΑΕ" για αναίρεση της 246/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Δεκεμβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ