Legislator Case Law & Legislation
591/2007 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against Athens Court of Appeals decision regarding foreign service allowance and housing expense adjustments.

Case Number 591/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the State's appeal against the Athens Court of Appeals' judgment. The lower court had dismissed claims for increased foreign service allowances and housing expenses, ruling that certain periods were subject to a two-year statute of limitations. The Court found the lower court violated specific provisions of Law 2362/1995 regarding the start date of limitation periods for public officials' salary claims. Consequently, the appeal was accepted for the disputed portions, and the case was remitted to a new panel of judges for further trial.

Legislator headnote

AI generated

Art. 90 para. 3 and Art. 91 of Law 2362/1995; The statute of limitations for salary claims by public officials begins at the end of the fiscal year in which the claim arose and was actionable, overriding general rules unless specific provisions dictate otherwise.

Keywords

AI generated
statute of limitations public officials salary claims foreign service allowance housing expenses remittal for retrial State appeal

Cited Legislation

AI generated
Art. 131 para. 1 of Law 419/1976
Art. 90 para. 3 of Law 2362/1995
Art. 91 of Law 2362/1995
Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 22 para. 1 and 3 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 591 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 591/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Γεωργιάδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ..... , η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Σκορδάκη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ., η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/2/2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2774/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1524/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 7/10/2004 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης, ανέγνωσε την από 30/1/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε α)να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης και β)εν μέρει δεκτός ο πρώτος λόγος της αναίρεσης κατά το κεφάλαιο της προσαύξησης του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για δαπάνη στεγάσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή για το παραδεκτό της άσκησης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των λόγων αυτής, προσκομίζεται η 43/2005 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 παρ.1 και 2 του ν. 2298.1995, όπως αντικαταστάθηκαν αντιστοίχως με τα άρθρα 28 παρ.3 του ν. 2579/1998 και 42 του ν. 2721/1999.

Κατά το αρθ. 131 παρ.1 του ν. 419/1976 "Περί Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών" που ίσχυε μέχρι 24-3-1998, αφότου ισχύει ο ν. 2599/1998 "Κώδικας περί Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών" ως αποδοχές όλων των υπαλλήλων του Υπουργείου νοούνται ο βασικός μισθός με όλα τα επιδόματα και τις προσαυξήσεις που χορηγούν οι κείμενες διατάξεις.

Κατά την παρ. 10 του ίδιου παραπάνω άρθρου παρασχέθηκε στους υπαλλήλους που υπηρετούν στο εξωτερικό, για την αντιμετώπιση των διαφορών κόστους ζωής και των ειδικών συνθηκών διαβιώσεως σε κάθε χώρα, επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής (Ε.Υ.Α) σε συνάλλαγμα, ανάλογα με τον κλάδο, βαθμό, οικογενειακά βάρη και το κόστος ζωής του τόπου όπου υπηρετεί ο υπάλληλος και ειδικότερα για τους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου και τους εμπειρογνώμονες του ΥΠΕΞ ανάλογα με τις συνθήκες στεγάσεως που επικρατούν στη χώρα που υπηρετούν.

Κατά την παρ. 11 το παραπάνω επίδομα καθορίζεται κάθε φορά για τους υπαλλήλους που έχουν πρεσβευτικό βαθμό με Π.Υ.Σ. και για όλους τους άλλους υπαλλήλους της εξωτερικής υπηρεσίας καθορίζεται με την ίδια πράξη σε ποσοστό επί του επιδόματος των υπαλλήλων με πρεσβευτικό βαθμό. Κατά το άρθρο 132 του Ν. 419/76 οι προϊστάμενοι των διπλωματικών και των εμμίσθων προξενικών αρχών δικαιούνται δωρεάν οικήσεως σε βάρος του δημοσίου, ενώ σε εξαιρετικές περιπτώσεις είναι δυνατό να μισθώνεται σε βάρος του δημοσίου οίκημα για τη στέγαση των λοιπών υπαλλήλων της εξωτερικής υπηρεσίας, οπότε στην περίπτωση αυτή θα εκπίπτεται το 1/3 του καταβαλλομένου στους υπαλλήλους αυτούς επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής.

Με τη Φ 083-58/11.3.1988 ΚΥΑ των Υπουργών Προεδρίας, Εξωτερικών και Οικονομικών (ΦΕΚ 177Β΄/31.3.1988) που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ.1 Ν. 1256/1982 και 3 παρ. 8 Ν.1288/1982 και κυρώθηκε με το άρθρο 25 παρ. 1 Ν. 1884/1990 καθορίστηκε το παραπάνω επίδομα για τους προϊσταμένους των διπλωματικών και εμμίσθων προξενικών αρχών, ως και τα ποσοστά επί του επιδόματος αυτού που λαμβάνουν όλοι οι εξομοιούμενη σε βαθμό υπάλληλοι άλλων κατηγοριών και ειδικοτήτων.

Με την παρ. Γ΄ της παραπάνω ΚΥΑ ορίστηκε ότι στους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου, εφόσον δεν παρέχεται δωρεάν κατοικία, το ποσοστό του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται κατά 10% κατά τις αναφερόμενες εκεί διακρίσεις. Με τις παρ. Ε και ΣΤ της παραπάνω ΚΥΑ ορίζεται ότι σ' όλους τους μονίμους υπαλλήλους όλων των κλάδων και κατηγοριών του Υπ.

Εξωτερικών το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται κατά ποσοστό 6% στο επίδομα του πρέσβη για κάθε παιδί σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του Ν. 1505/84. Το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής του επί συμβάσει εν γένει προσωπικού μπορεί να μειώνεται με απόφαση του Υπουρ. Εξωτερικών, εφόσον συντρέχουν ειδικά γι' αυτό λόγοι.

Ακολούθως, με τη ΣΤ1/Η/Φ083-13 ΑΣ 2900/5.4.1993 ΚΥΑ των Υπουρ. Προεδρίας και Εξωτερικών χορηγήθηκε από 1.7.1993 επίδομα στέγασης, που ανέρχεται σε προσαύξηση 10% του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, στους μονίμους υπαλλήλους του Διοικητικού κλάδου Γεν. Καθηκόντων, κλάδου Τεχνικών Επικοινωνιών, κλάδου Διοικητικών γραμματέων και κλάδου βοηθητικού προσωπικού που αποσπώνται σε αρχή του εξωτερικού και εφόσον δεν μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου οίκημα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 132 παρ.2 του Ν. 419/1976.

Με τη 2001800/185/0022/17.3.1993 ΚΥΑ των Υπουρ. Προεδρίας, Εξωτερικών και Οικονομικών τροποποιήθηκε η παραπάνω παρ. Γ΄ της Φ 083-58/1988 ΚΥΑ και ορίστηκε ότι σε όλους τους μόνιμους υπαλλήλους όλων των κλάδων και κατηγοριών του Υπουρ. Εξωτερικών το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται από 1.1.1993 κατά ποσοστό 6% στο επίδομα του πρέσβη για κάθε παιδί ηλικίας μέχρι 6 ετών, κατά ποσοστό 8% για κάθε παιδί ηλικίας 7 έως 12 ετών και κατά ποσοστό 14% για κάθε παιδί ηλικίας 13 έως 18 ετών.

Τα παραπάνω ποσοστά αυξήθηκαν σε 8, 12 και 16% αντιστοίχως από 1.1.2001 με την 083/ΕΥΑ/ΑΣ 11254/22.1.2001 ΚΥΑ. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 135 παρ.4 και 5 του Ν. 2594/1998, δηλαδή του από 24.3.1998 ισχύοντος νέου Οργανισμού του Υπουρ. Εξωτερικών, προς αντιμετώπιση του αυξημένου κόστους ζωής στην αλλοδαπή και των ειδικών συνθηκών διαβίωσης σε κάθε χώρα παρέχεται σε συνάλλαγμα επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή αναλόγως του κλάδου και του βαθμού.

Το επίδομα αυτό προσαυξάνεται αναλόγως των ποσοστών που ορίζονται τα οικογενειακά βάρη και τη στέγαση. Το επίδομα αυτό καθορίζεται εκάστοτε για τους με πρεσβευτικό βαθμό υπαλλήλους του Υπουρ. Εξωτερικών με κοινή απόφαση των Υπουργών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εξωτερικών και Οικονομικών, για δε τους λοιπούς υπαλλήλους καθορίζεται με την ίδια ΚΥΑ σε ποσοστό επί αυτού, το οποίο έχει καθοριστεί για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό.

Με το άρθρο 129 παρ.2 και 5 του παραπάνω Νόμου στις αρχές του εξωτερικού ορίζονται με ΠΔ θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου. Στις θέσεις αυτές προσλαμβάνονται επιτοπίως μόνιμοι κάτοικοι της χώρας όπου εδρεύει η συγκεκριμένη αρχή. Με την ΚΥΑ των Υπουρ. Εξωτερικών και Οικονομικών για την πρόσληψή τους καθορίζεται και το ύψος της αντιμισθίας των ανωτέρω υπαλλήλων, λαμβάνοντας υπόψη τις τοπικές συνθήκες της αγοράς εργασίας.

Η πρόσληψη γίνεται με σύμβαση καταρτιζόμενη από τον προϊστάμενο της αρχής. Οι κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού υπηρετούντες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην εξωτερική υπηρεσία διατηρούν το συμβατικό καθεστώς τους μέχρι την καθ' οιονδήποτε χρόνο λήξη του, οπότε οι οργανικές θέσεις τους μετατρέπονται σε θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και εξακολουθούν να αμείβονται όπως μέχρι την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού.

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι τα προβλεπόμενα στις παραπάνω ΚΥΑ ποσοστά για δαπάνες στεγάσεως και οικογενειακά βάρη δεν αποτελούν ξεχωριστά επιδόματα, αλλά προσαυξήσεις του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, το οποίο καταβάλλεται και στο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό της εξωτερικής υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που οι κείμενες διατάξεις προβλέπουν την καταβολή του.

Οι εκδιδόμενες κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 131 παρ.11 του Ν. 419/1976 ή του άρθρου 135 παρ.5 του Ν. 2594/1998 κοινές υπουργικές αποφάσεις που καθορίζουν ή αυξάνουν το επίδομα αυτό με βάση τα οριζόμενα στους εξουσιοδοτικούς αυτούς νόμους κριτήρια και τα διαγραφόμενα πλαίσια δεν είναι δυνατόν να διακρίνουν τους υπαλλήλους σε κατηγορίες που δεν προβλέπονται από τους εξουσιοδοτικούς νόμους, όπως είναι η διάκριση των υπαλλήλων σε μονίμους που συνδέονται με το Δημόσιο με σχέση δημοσίου δικαίου και σε συμβασιούχους υπηρετούντες με σχέση ιδιωτικού δικαίου, και να αυξάνουν το επίδομα μόνο στους πρώτους αποκλείοντας από την αύξηση τους δεύτερους.

Επομένως, οι αποφάσεις που στηρίζονται αποκλειστικά στην παραπάνω διάκριση και αυξάνουν το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής μόνο των μονίμων υπαλλήλων βρίσκονται έξω από τα όρια της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως και κατά το μέρος που εξαιρούν από την αύξηση τους υπαλλήλους με σχέση ιδιωτικού δικαίου είναι ανίσχυρες.

Όμως η προαναφερθείσα ΣΤ1/η/Φ 083-13 ΑΣ 2900/5.4.1993 ΚΥΑ που αφορά την προσαύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για αντιμετώπιση δαπανών στεγάσεως δεν αυξάνει το ποσοστό για όλους τους μονίμους υπαλλήλους που υπηρετούν στο εξωτερικό, για τους οποίους δεν μισθώνεται με έξοδα του Δημοσίου κατοικία, αλλά μόνο για τους μονίμους υπαλλήλους που αποσπώνται σε αρχή του εξωτερικού.

Επομένως, ανεξάρτητα από το αν η ρύθμιση αυτή καλύπτεται από τις διατάξεις για την απόσπαση ή είναι στο σύνολό της εκτός των ορίων της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 131 παρ. 11 του Ν. 419/1976 που δεν παρέχει δυνατότητα τροποποιήσεως της αντίθετης διάταξης του άρθρου 132 παρ. 2 του νόμου αυτού, θέμα ανίσχυρου της εν λόγω ρύθμισης δεν μπορεί να τεθεί για τους υπαλλήλους με σχέση ιδιωτικού δικαίου που δεν αποσπάσθηκαν σε αρχή του εξωτερικού, αλλά προσελήφθησαν επιτοπίως από τον προϊστάμενο της αρχής σύμφωνα με το άρθρο 68 του Ν. 419/1976.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την αγωγή των αναιρεσειόντων, την οποία παραδεκτά ο Άρειος Πάγος επισκοπεί, προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε ότι είχε προσληφθεί την 15-12-1990 ως κλητήρας από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο και υπηρετεί έκτοτε στο προξενείο της Ελλάδος στην Ατλάντα κατόπιν συμβάσεως εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που είχε υπογραφεί μεταξύ αυτής και του Τμηματάρχη Α΄, Διευθύνοντος το Προξενείο της Ελλάδος στην Ατλάντα, ο οποίος ενεργούσε ως εκπρόσωπος του Ελληνικού Δημοσίου.

Ότι είναι έγγαμη και μητέρα δύο ανήλικων τέκνων, ότι το αναιρεσείον αρνείται να της καταβάλει τις προσαυξήσεις του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για δαπάνη στέγασης και για οικογενειακά βάρη κατά το ένδικο χρονικό διάστημα από 1-1-1997 μέχρι 30-1-2002, κατά παράβαση των προαναφερθεισών διατάξεων και των Κ.Υ.Α.

που καθ' υπέρβαση της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως όρισαν ότι οι προσαυξήσεις αυτές καταβάλλονται μόνο στους μόνιμους υπαλλήλους. Ζήτησε δε να υποχρεωθεί το αναιρεσείον να της καταβάλει από τις ανωτέρω αιτίες το συνολικό ποσό των 136.051,44 (92.361,44+43.690) δολαρίων Η.Π.Α. ή το ισόποσο αυτών σε ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε ποσό κατέστη ληξιπρόθεσμο, διαφορετικά από την επίδοση της αγωγής.

Με το περιεχόμενο αυτό και αίτημα η αγωγή είναι νόμιμη μόνο κατά το αιτούμενο κονδύλιο της προσαυξήσεως του εν λόγω επιδόματος για οικογενειακά βάρη (δύο ανήλικα τέκνα), ενώ αντίθετα η αγωγή δεν είναι νόμιμη κατά το κονδύλιο της προσαυξήσεως για αντιμετώπιση δαπανών στεγάσεως, αφού η αναιρεσίβλητη δεν ισχυρίζεται ότι ανήκει στην κατηγορία των αποσπασθέντων στο εξωτερικό υπαλλήλων στους οποίους χορηγήθηκε η προσαύξηση του επιδόματος για την αιτία αυτή με την προαναφερθείσα Κ.Υ.Α.

Επομένως το Εφετείο που δέχθηκε ως νόμιμη την αγωγή ως προς το κονδύλιο της προσαύξησης για οικογενειακά βάρη δεν παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος της αναίρεσης (κατά το πρώτο μέρος τους) από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ. Αντίθετα, το Εφετείο που δέχθηκε ως νόμιμη την αγωγή ως προς το κονδύλι της προσαύξησης του επιδόματος για δαπάνη στέγασης παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και γι' αυτό πρέπει να γίνει δεκτός κατά τούτο ο πρώτος λόγος της αναίρεσης.

Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της", κατά δε την διάταξη του άρθρου 91 εδ.

α΄ του ίδιου νόμου, "επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι με την πρώτη από αυτές ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, και ορίζεται ως χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξιώσεως.

Η διάταξη αυτή, είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α΄ του ανωτέρου νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικώς το θέμα της ενάρξεως του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξιώσεως κατά του δημοσίου από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, που υπάρχει στο άρθρο 91 εδ.

α΄ και επομένως κατισχύει αυτής. (Ολ. Α.Π. 29/2006). Εξάλλου κατά την 201084/1172/0022/10.5.1996 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ 387 Β/27.5.1996) η καταβολή του ένδικου επιδόματος γίνεται κάθε δίμηνο και στην αρχή αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι αξιώσεις της αναιρεσίβλητης για το διάστημα μεν από 1-1-1997 μέχρι 31-12-1999 έχουν υποπέσει στην υπό του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 καθιερουμένη διετή παραγραφή, η οποία σύμφωνα με το άρθρο 91 του ίδιου νόμου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε η απαίτηση και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της και στη συνέχεια δέχθηκε εν μέρει την επιδοθείσα την 12.2.2002 αγωγή καθόσον αφορά το διάστημα από 1-1-2000 μέχρι 31-1-2002.

Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι δεν είχε υποκύψει στην παραπάνω διετή παραγραφή η αξίωση της αναιρεσίβλητης για το διάστημα από 1.1.2000 έως 29.2.2000, παραβίασε τις αναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και πρέπει να γίνει δεκτός ως κατ' ουσίαν βάσιμος ο δεύτερος από το άρθρο 559 αρ.1 λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της δια της κρίσεως αυτής παραβιάσεως των άρθρων 90 παρ.3 και 91 του ν. 2362/1995 και της προαναφερθείσας Υπ.Αποφάσεως.

Επομένως πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης ως προς τον πρώτο λόγο της, κατά το κεφάλαιο της προσαύξησης του επιδόματος υπηρεσίας για δαπάνες στεγάσεως και ως προς το δεύτερο λόγο της, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά τα κεφάλαια αυτά, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το άνω μέρος του στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Και λόγω της μερικής νίκης και μερικής ήττας των διαδίκων και ενόψει ότι το αναιρεσίβλητο είναι το Ελληνικό Δημόσιο η δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφισθεί (άρθρο 22 παρ. 1 και 3 Ν.3693/1957).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1524/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαια.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά τα παραπάνω κεφάλαια, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη των διαδίκων.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ