Legislator Case Law & Legislation
590/2025 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor court judgment regarding seniority bonus and child allowance claims.

Case Number 590/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the employer's appeal against the Athens Court of First Instance's judgment. The employer argued the lower court misinterpreted salary certificates and ignored evidence regarding seniority and child allowances. The Court ruled that while the lower court's assessment of facts was not reviewable, specific monetary awards lacked sufficient evidentiary support in the original record.

Legislator headnote

AI generated

Articles 561(1) and 561(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may annul a judgment only if the lower court committed a legal error, not merely a different assessment of evidence or facts.

Keywords

AI generated
labor law seniority bonus child allowance appeal review evidence assessment factual findings Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 178(1) of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 590 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 590/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στα Σπάτα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κακόγιαννο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Α. Π. του Γ., κατοίκου Σπάτων Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χρυσάνθη Θεοχαρίδου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-7-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 812/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 1916/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 23-5-2022 αίτησή της Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 23-5-2022 με αρ. κατάθ. ... αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα 1916/12-4-2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία α) απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσία την από 1-10-2020 με αρ. καταθ. ... έφεση της εναγομένης-αναιρεσείουσας εταιρείας "... Ο.Ε" και β) δέχτηκε ως βάσιμη κατ' ουσία την από 5-10-2020 με αρ.

καταθ. ... έφεση του ενάγοντος-αναιρεσβλήτου κατά της 812/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και ακολούθως δέχθηκε εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσία την από 24-7-2018 με αρ. καταθ. ... αγωγή του. Με την αγωγή αυτή, ασκηθείσα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων, ήδη αναιρεσίβλητος, είχε εκθέσει ότι δυνάμει της από 16-3-2009 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προσελήφθη και εργάσθηκε στην εναγομένη ως επαγγελματίας οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου, πλήρους απασχόλησης επί 40 ώρες εβδομαδιαίως από Δευτέρα έως Παρασκευή από ώρα 7:30 έως ώρα 15:45 έναντι μηνιαίων μικτών αποδοχών 1071,49 ευρώ.

Ότι αν και ο ίδιος κατά την πρόσληψη του γνωστοποίησε στην εναγομένη ότι είχε προϋπηρεσία 6 ετών ως οδηγός και ήταν ήδη έγγαμος και πατέρας ενός τέκνου και εν συνεχεία απέκτησε και άλλα δύο τέκνα, η τελευταία δεν του κατέβαλε το επίδομα προϋπηρεσίας αλλά ούτε και αυτό των τέκνων αν και της υπέβαλλε όλα τα δικαιολογητικά.

Ότι η εναγομένη καθ' όλο το διάστημα της εργασιακής του σχέσης μέχρι την καταγγελία αυτής από την ίδια, η τελευταία του κατέβαλλε σταθερά μηνιαίο μισθό 1.071,49 ευρώ, αν και σύμφωνα με τις ΔΑ 11/2009 και 37/2010, συνυπολογιζομένων των προβλεπομένων απ' αυτές επιδομάτων, έπρεπε ο μισθός του να διαμορφωθεί σε υπέρτερο ποσό και συγκεκριμένα α) στο ποσό των 1.323,28 ευρώ, από 1-1-2013, β) στο ποσό των 1371,93, από 1-2-2014 μέχρι 31-5-2016 και γ) στο ποσό των 1.420,58 ευρώ από 1-6-2016 μέχρι και τη λύση της σύμβασής του.

Ότι εξαιτίας αυτού η εναγομένη του οφείλει τις αναφερόμενες κατά μήνα διαφορές αποδοχών και συνολικά το ποσό των 22.175,44 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-1-2013 έως τον Ιανουάριο του έτους 2018. Ότι η εναγομένη, μόλις αυτός επέστρεψε από την αναρρωτική άδεια, που έλαβε τον Νοέμβριο του έτους 2017 λόγω ασθενείας, αρνήθηκε να τον επαναπασχολήσει, απαιτώντας πιστοποιητικό ικανότητας προς εργασία ως οδηγός και ακολούθως την 31-1-2018 τον κάλεσε να υπογράψει τροποποιητική σύμβαση με βάση την οποία θα απασχολείτο στη συνέχεια σε βοηθητικές εργασίες.

Ότι ο ενάγων με την κοινοποιηθείσα την 8-2-2018 εξώδικη δήλωσή του προς την εναγομένη δήλωσε ότι η προταθείσα τροποποιητική σύμβαση συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, την οποία αποκρούει και θεωρεί καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του και ζήτησε την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσής του, η οποία όμως ουδέποτε του κατεβλήθη.

Ζήτησε δε ακολούθως με βάση την σύμβαση εργασίας του άλλως κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει α) το συνολικό ποσό των 22.175,44 ευρώ, ως μισθολογικές διαφορές αποδοχών του προαναφερομένου χρονικού διαστήματος, β) το ποσό των 8.286,72 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης με το νόμιμο τόκο και γ) να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη του οφείλει για την χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη, από την εκτιθέμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά αυτής, το ποσό των 8.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την ως άνω, με αριθ. 812/2020 απόφαση, απέρριψε α) ως μη νόμιμο το αίτημα συνυπολογισμού του επιδόματος γάμου στις αιτούμενες διαφορές αποδοχών β) τα αιτήματα καταβολής νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ως αβάσιμα κατ' ουσία και ακολούθως, γ) δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσία για το ποσό των 8.083,72 ευρώ, ως διαφορές αποδοχών.

Με την προσβαλλομένη απόφαση, α) η υπό της εναγομένης ήδη αναιρεσείουσας ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης απερίφθη ως αβάσιμη κατ' ουσία και β) η ασκηθείσα από τον ενάγοντα κατά της αυτής απόφασης έφεση έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή, αφού κρίθηκε ότι η υπό της εναγομένης ανάθεση στον ενάγοντα βοηθητικών εργασιών συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, και ως εκ τούτου εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκε η εναγομένη να του καταβάλει για διαφορές αποδοχών το συνολικό ποσό των 12.600,02 ευρώ και ως αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 7.524,77ευρώ με το νόμιμο τόκο για το κάθε χρηματικό ποσό, κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της προβλεπόμενης διετίας καθόσον δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρα 552, 553, 556, 558, 499 σε συνδυασμό με 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚπολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" νοείται αυτή, που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή το αίτημα ή η βάση αγωγής, ανταγωγής, κυρίας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ενδίκου μέσου, αντέφεσης, ανακοπής ή τριτανακοπής, ενώ ο όρος "επιδίκασε" σημαίνει, ότι το δικαστήριο αποφάσισε για αίτημα, έστω και με αναγνωριστική διάταξη.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης αποτελεί κύρωση της διαθετικής αρχής (άρθρο 106 KΠολΔ), κατά την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς, που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά (ΑΠ 138/2020, ΑΠ 914/2008).

Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ.8 KΠολΔ, που αποσκοπεί στη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 KΠολΔ) και της αρχής της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ.2 KΠολΔ), ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561 πρ. 2 KΠολΔ), είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη, επίσης, επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, δηλαδή οι ισχυρισμοί που, κατά το νόμο, διαμόρφωσαν ή, ανάλογα, ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 3/1997).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο εσφαλμένα επιδίκασε στον ενάγοντα επίδομα ανθυγιεινής εργασίας για τα έτη 2013 έως 2018 ποσού 25,06 ευρώ μηνιαίως και για το χρονικό διάστημα από 1-1-2013 έως 31-1-2018, το οποίο στη συνέχεια ενσωμάτωσε και στα λοιπά επιδόματα των εν λόγω ετών, δηλαδή δώρου Χριστουγέννων, Πάσχα και επίδομα αδείας, που επιδίκασε, ακολούθως δε το ίδιο επίδομα, (δεχθέν ότι επήλθε μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του ενάγοντος), συνυπολόγισε και στην επιδικασθείσα αποζημίωση απόλυσης, παρά το γεγονός ότι ο ενάγων δεν περιέλαβε στην υπό κρίση αγωγή του τέτοιο αίτημα και έτσι υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1, 8 και 9 KΠολΔ.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει τα αιτήματα καταβολής αποζημίωσης απόλυσης, χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και καταβολής διαφορών αποδοχών, λόγω μη καταβολής επιδόματος γάμου και είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή, όσον αφορά το αίτημα καταβολής διαφοράς αποδοχών, λόγω μη καταβολής των επιδομάτων προϋπηρεσίας και τέκνων, δίκασε εκ νέου την αγωγή, την οποία δέχθηκε εν μέρει ως προς την κυρία βάση της και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά, ως διαφορές αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 1-1-2013 έως 31-1-2018 το πρώτο και για αποζημίωση απολύσεως το δεύτερο.

Στα επιδικασθέντα ποσά περιλαμβάνεται και το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, ενόψει του ότι το Εφετείο, ως προς το ζήτημα αυτό, δέχθηκε ότι: "...Βάσει της ασκούμενης εκ μέρους της εναγόμενης-εκκαλούσας- εφεσίβλητης επιχειρηματικής δραστηριότητας καθώς και της ειδικότητας με την οποία ο ενάγων-εφεσίβλητος-εκκαλών εργαζόταν για λογαριασμό της, οι αποδοχές του τελευταίου, έως το κατωτέρω αναφερόμενο χρονικό σημείο, ρυθμίζονταν από 1) την Δ.Α. 11/2009, Π.Κ.

Υπ. Απασχ. 5/27.5.2009, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την Υ.Α. 22074/1783/3.7.2009 (ΦΕΚ Β' 1431/17.7.2009) από τις 25.7.2009 και 2) το άρθρο 2 της μεταγενέστερης Δ.Α. 37/2010 σύμφωνα με το οποίο : "Ο βασικός μηνιαίος μισθός των υπαγομένων στην παρούσα εργαζομένων, όπως είχε διαμορφωθεί στις 31.12.2009 με βάση το άρθρο 2 της Δ.Α. 11/2009 (Π.Κ. 5/27.5.2009), εξακολουθεί να καταβάλλεται".

Η Δ.Α. 11/2009 προέβλεπε 1) βασικό μισθό, 2) επίδομα τριετιών, 3) επίδομα γάμου (σε ποσοστό 10% επί του βασικού μισθού), 4) επίδομα για κάθε παιδί (σε ποσοστό 5% επί του βασικού μισθού), 5) επίδομα εξομάλυνσης εγγάμων (ποσού 17,91 ευρώ), 6) επίδομα πολυετίας στον ίδιο εργοδότη (2 έτη, 5 έτη, 10 έτη, 15 έτη και 20 έτη) και 7) επίδομα ανθυγιεινής εργασίας (ποσού 25,06 ευρώ μηνιαίως).

Ακολούθως, η Δ.Α. 37/2010 καταγγέλθηκε στις 15.3.2012. Εφόσον, επομένως, επρόκειτο για Δ.Α. που στις 14.2.2012 (ημερομηνία δημοσίευσης στο ΦΕΚ του ν. 4046/2012) δεν είχε ακόμα λήξει ή καταγγελθεί, καθώς αυτό συνέβη αργότερα-συγκεκριμένα στις 15.3.2012, όπως προαναφέρεται- το τρίμηνο, κατά την διάρκεια του οποίου εξακολουθούσαν να ισχύουν οι κανονιστικοί όροι της άρχισε από την προαναφερόμενη ημερομηνία καταγγελίας της και έληξε στις 15.6.2012.

Μετά δε την πάροδο του τριμήνου και εφόσον δεν ανανεώθηκε η καταγγελθείσα ως άνω Δ.Α., με τη σύναψη νέας, εξακολούθησαν να ισχύουν οι κανονιστικοί όροι της, με μειωμένη, όμως, ισχύ, στους οποίους (κανονιστικούς όρους) περιλαμβάνονταν: α) ο βασικός μηνιαίος μισθός της καταγγελθείσας ρύθμισης, β) τα επιδόματα ωριμάνσεως (δηλαδή, πολυετίας, τριετιών ή πενταετιών ή άλλης συναφούς παροχής), γ) το επίδομα τέκνων (εφόσον αυτό προβλεπόταν από την καταγγελθείσα ως άνω ρύθμιση) και δ) το επίσης προβλεπόμενο από την καταγγελθείσα ως άνω ρύθμιση επίδομα ανθυγιεινής εργασίας (ποσού 25,06 ευρώ μηνιαίως).

Βάσει των ανωτέρω, επομένως, ο ενάγων-εφεσίβλητος-εκκαλών που μέχρι τις 14-2-2012 είχε συμπληρώσει πενταετή προϋπηρεσία, μετά τις 15.6.2012 έπρεπε να λαμβάνει τακτικές μηνιαίες αποδοχές, οι οποίες αποτελούνταν από 1) το βασικό μισθό της καταγγελθείσας ρύθμισης, 2) το επίδομα ωρίμανσης, 3) το επίδομα τέκνων και 4) το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας. .........Δεδομένου δε ότι η εναγόμενη- εκκαλούσα-εφεσίβλητη εταιρεία όφειλε να του καταβάλλει και κατά το επόμενο της 15.6.2012 χρονικό διάστημα τα επιδόματα που προαναφέρονται και τα οποία προβλέπονταν από τους διατηρούμενους ως άνω κανονιστικούς όρους και εφόσον επιπλέον η εν λόγω διάδικος δεν απέδειξε περαιτέρω συμβατική προσβολή αυτών (διατηρούμενων ως άνω κανονιστικών όρων), ο ενάγων- εφεσίβλητος-εκκαλών που αμειβόταν με το μειωμένο ποσό των 1.071,49 ευρώ μηνιαίως, δικαιούνταν να λάβει ως διαφορές μεταξύ των πράγματι καταβληθεισών και των υπέρτερων ληπτέων αποδοχών, για τα παρακάτω αναφερόμενα χρονικά διαστήματα, τα αντιστοίχως παρατιθέμενα κατωτέρω ποσά και συγκεκριμένα : (Α) από 1.1.2013 έως 31.1.2014 [973 ευρώ (ο βασικός μισθός) + 97,30 ευρώ (επίδομα τριετιών) +48,65 ευρώ (το επίδομα για κάθε παιδί) X 2 = 97,3 ευρώ (για επίδομα δύο, μέχρι τότε, παιδιών) + 25,06 ευρώ (επίδομα ανθυγιεινής εργασίας) =] 1.192,66 ευρώ και, συνεπώς, [1.192,66 ευρώ : 2 = 596,33 ευρώ και (596,33 ευρώ X 0,041666 =) 24,85, οπότε (596,33 + 24,85 =)] 621,18 ευρώ ως επίδομα Πάσχα έτους 2013, [1.192,66 ευρώ : 2 =] 596,33 ευρώ ως επίδομα αδείας και 1.192,66 ευρώ ως επίδομα Χριστουγέννων έτους 2013, δεδομένου ότι η σχετική προσαύξηση υπολογίζεται στα δώρα εορτών μία φορά το χρόνο......

Εφόσον δε στον ενάγοντα-εφεσίβλητο-εκκαλούντα, αντί των παραπάνω καταβλητέων, καταβλήθηκαν : 1) το ποσό των 1.071,49 ευρώ μηνιαίως, 2) το ποσό των 535,75 ευρώ ως δώρο εορτών Πάσχα, 3) το ποσό των 535,75 ευρώ ως επίδομα άδειας και το ποσό των 1.071,49 ευρώ ως δώρο Χριστουγέννων, η εναγόμενη-εκκαλούσα-εφεσίβλητη εξακολουθεί να του οφείλει τις προκύπτουσες διαφορές και συγκεκριμένα (1) [(1.192,66 - 1.071,49 =) 121,17 ευρώ X 13 μήνες =] 1.575,21 ευρώ (ως διαφορές τακτικών μηνιαίων αποδοχών), (2) (621,18 - 535,75 =) 85,43 ευρώ (ως διαφορά δώρου εορτών Πάσχα έτους 2013, (3) (596,33 - 535,75 =) 60,58 ευρώ (ως διαφορά επιδόματος αδείας) και (4) (1.192,66 - 1.071,49 =) 121,17 ευρώ (ως διαφορά δώρου εορτών Χριστουγέννων έτους 2013). (Β) από 1.1.2014 έως 31.5.2016 [973 ευρώ (ο βασικός μισθός) + 97,30 ευρώ (επίδομα τριετιών) + 48,65 ευρώ (επίδομα για κάθε παιδί) X 3 = 145,95 ευρώ (για επίδομα τριών, μέχρι τότε, παιδιών) + 25,06 ευρώ (επίδομα ανθυγιεινής εργασίας) =] 1.241,31 ευρώ και, συνεπώς, [(1.241,31 ευρώ : 2 =) 620,66 ευρώ X 0,041666 = 25,86, οπότε (620,66 + 25,86 =)] 646,52 ευρώ ως επιδόματα Πάσχα για καθένα από τα έτη 2014, 2015 και 2016, [1.241,31 : 2 =] 620,66 ευρώ ως επιδόματα αδείας των ετών 2014 και 2015 και 1.241,31 ευρώ ως επιδόματα Χριστουγέννων των ετών 2014 και 2015.

Εφόσον δε στον ενάγοντα - εφεσίβλητο-εκκαλούντα, αντί των παραπάνω καταβλητέων, καταβλήθηκαν : 1) το ποσό των 1.071,49 ευρώ μηνιαίως, 2) τα ποσά των 535,75 ευρώ ως δώρα εορτών Πάσχα για καθένα από τα έτη 2014, 2015 και 2016, 3) τα ποσά των 535.75 ευρώ ως επιδόματα άδειας των ετών 2014 και 2015 και 4) τα ποσά 1.071.49 ευρώ ως δώρα εορτών Χριστουγέννων των ετών 2014 και 2015, η εναγόμενη - εκκαλούσα - εφεσίβλητη εξακολουθεί να του οφείλει τις προκύπτουσες διαφορές και συγκεκριμένα (1) [(1.241,31 - 1.071,49 =) 169,82 ευρώ X 28 μήνες =] 4.754,96 ευρώ (ως διαφορές τακτικών μηνιαίων αποδοχών), (2) (646,52 - 535,75 =) 110,77 ευρώ X 3 =] 332,31 ευρώ (ως διαφορές, συνολικά, δώρων εορτών Πάσχα των ετών 2014, 2015 και 2016, (3) [(620,66 -535.75

=) 84,91 ευρώ X 2 =] 169,82 ευρώ (ως διαφορές, συνολικά, επιδομάτων άδειας των ετών 2014 και 2015 και (4) [(1.241,31 - 1.071,49 =) 169,82 ευρώ X 2 =] 339,64 ευρώ (ως διαφορές, συνολικά, επιδομάτων Χριστουγέννων των ετών 2014 και 2015). (Γ) από 1.6.2016 έως 31.1.2018 [973 ευρώ (ο βασικός μισθός) + 97,30 ευρώ (επίδομα τριετιών) + 48,65 ευρώ (επίδομα για κάθε παιδί) X 4 = 194,6 ευρώ (για επίδομα τεσσάρων παιδιών) + 25,06 ευρώ (επίδομα ανθυγιεινής εργασίας) =] 1.289,96 ευρώ και, συνεπώς [(1.289,96 : 2) = 644,98 ευρώ X 0,041666 = 26,87, οπότε (644,98 + 26,87 =)] 671,85 ευρώ ως επίδομα Πάσχα για 50 έτος 2017, [1.289,96 : 2 =] 644,98 ευρώ ως επιδόματα άδειας των ετών 2016 και 2017 και 1.289,96 ευρώ ως επιδόματα Χριστουγέννων των ετών 2016 και 2017.

Εφόσον δε στον ενάγοντα - εφεσίβλητο-εκκαλούντα, αντί των παραπάνω καταβλητέων, καταβλήθηκαν : 1) το ποσό των 1.071,49 ευρώ μηνιαίως, 2) το ποσό των 535,75 ευρώ ως δώρα εορτών Πάσχα για το έτος 2017, 3) τα ποσά των 535.75 ευρώ ως επιδόματα άδειας των ετών 2016 και 2017 και 4) τα ποσά 1.071.49 ευρώ ως δώρα εορτών Χριστουγέννων των ετών 2016 και 2017, η εναγόμενη - εκκαλούσα - εφεσίβλητη εξακολουθεί να του οφείλει τις προκύπτουσες διαφορές και συγκεκριμένα (1) [(1.289,96 - 1.071,49 =) 23 8,47 ευρώ X 20 μήνες =] 4.369,4 ευρώ (ως διαφορές τακτικών μηνιαίων αποδοχών), (2)1(671,85 - 535,75 =) 109,23 ευρώ X 2 =] 218,46 ευρώ (ως διαφορά επιδομάτων άδειας των ετών 2016 και 2017 και (4) [(1.289,96 - 1.071,49 =) 218,47 ευρώ X 2 =] 436,94 ευρώ (ως διαφορές επιδομάτων Χριστουγέννων των ετών 2016 και 2017)...", και ακολούθως, κατά τον υπολογισμό της αποζημίωσης απόλυσης, "...στο ποσό των [1289,96 ευρώ (που αντιστοιχεί στον τελευταίο νόμιμο και καταβλητέο μισθό για τον προσδιορισμό του οποίου, όπως προαναφέρθηκε συνυπολογίστηκε και το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας ποσού 25,06 ευρώ) χ 5 μήνες + 1/6 (που αντιστοιχεί στην αναλογία δώρων και επιδόματος αδείας) =] 7.524,77 ευρώ".

Όμως, από την επισκόπηση της ένδικης από 24-7-2018 αγωγής, προκύπτει ότι στα κυρίως αιτούμενα από τον ενάγοντα χρηματικά ποσά, για τον υπολογισμό των οποίων περιλαμβάνονται όλα τα λοιπά αιτούμενα επιδόματα, δεν περιλαμβάνεται το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας. Ανεξαρτήτως δε της ορθότητας της κρίσης του Εφετείου ότι το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας προβλέπεται από τις ΔΑ 11/2009 και ΔΑ 37/2010 "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών των πάσης φύσεως φορτηγών κλπ αυτοκινήτων που απασχολούνται σε οποιονδήποτε εργοδότη όλης της χώρας", το Εφετείο δεν είχε τη δυνατότητα επιδίκασης του ανωτέρω επιδόματος αυτεπαγγέλτως, χωρίς δηλαδή υποβολή εκ μέρους του ενάγοντος συγκεκριμένου αιτήματος και γι' αυτό.

Συνεπώς το Εφετείο, που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή κατά την κυρία βάση της, εσφαλμένα επιδίκασε στον ενάγοντα αυτεπαγγέλτως, χωρίς δηλαδή υποβολή σχετικού αιτήματος, το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας και το συνυπολόγισε στη συνέχεια για τον καθορισμό των επιδικασθέντων διαφορών αποδοχών, επιδομάτων Χριστουγέννων, Πάσχα, επιδόματος αδείας και αποζημιώσεως απόλυσης, επιδικάζοντας με τον τρόπο αυτό κάτι που δεν ζητήθηκε.

Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος, αληθώς από τον αριθμό 9 και όχι και από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 KΠολΔ, είναι βάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 7 εδαφ. α` του ν. 2112/1920 "Πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως βλάπτουσα τον υπάλληλον, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι` ην ισχύουσιν αι διατάξεις του παρόντος νόμου".

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648 και 652 ΑΚ, μονομερής μεταβολή θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη που γίνεται χωρίς τη συγκατάθεση του μισθωτού και χωρίς ο εργοδότης να έχει τέτοια ευχέρεια από όρο της συμβάσεως ή το νόμο ή τον τυχόν υπάρχοντα κανονισμό εργασίας της επιχειρήσεως.

Για την εφαρμογή, όμως, της άνω διατάξεως του εδαφίου α` του άρθρου 7 του ν. 2112/1920 δεν αρκεί μόνο η μεταβολή των όρων εργασίας να είναι μονομερής αλλά απαιτείται επί πλέον να είναι και βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ` αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική ζημία. Σε περίπτωση που η μονομερής αυτή μεταβολή των όρων εργασίας δεν είναι αντίθετη προς το νόμο και τους όρους της συμβάσεως ή τον υπάρχοντα Κανονισμό και γίνεται κατ` ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος, ο εργοδότης μπορεί να μεταβάλει τους όρους παροχής της εργασίας, έστω και σε βάρος του μισθωτού, ο οποίος προστατεύεται μόνο από τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., που απαγορεύει την κατάχρηση δικαιώματος.

Ειδικότερα, ο εργοδότης ασκώντας το εκπορευόμενο από τη διάταξη του άρθρου 652 Α.Κ. διευθυντικό του δικαίωμα έχει την εξουσία να προσδιορίσει το περιεχόμενο της υποχρέωσης του μισθωτού για παροχή εργασίας καθορίζοντας τους όρους της παροχής της, τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο, εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιορισθεί από κανόνες δικαίου ή από την εργασιακή σύμβαση.

Δηλαδή ο εργοδότης, ως διευθυντής της εκμετάλλευσης, έχει την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του με βάση τα κρινόμενα απ` αυτόν ως πλέον αποτελεσματικά γι` αυτήν κριτήρια. Ο μονομερής όμως, προσδιορισμός των όρων εργασίας που επιχειρεί ο εργοδότης με βάση το διευθυντικό δικαίωμά του πρέπει να υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, δηλαδή την κατά το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας και την προσφορότερη οργάνωση της επιχειρήσεως.

Αν ο μονομερής προσδιορισμός της παροχής εργασίας δεν αποβλέπει στην πραγματοποίηση των παραπάνω σκοπών αλλά άλλων, άσχετων με αυτούς επιδιώξεων του εργοδότη, τότε δεν υπάρχει χρήση αλλά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος. Και τούτο διότι η καλή πίστη επιβάλλει στο φορέα του δικαιώματος να λαμβάνει υπόψη, κατά την άσκησή του και κατά το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, τα δικαιολογημένα συμφέροντα και τις δικαιολογημένες προσδοκίες του άλλου μέρους.

Τούτο ιδίως επιβάλλεται επί συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας, καθόσον το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη για προσδιορισμό των όρων εκπληρώσεως της παροχής από το μισθωτό αποτελεί μονομερή εξουσία αυτού, η άσκηση της οποίας υπόκειται στους περιορισμούς που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, έστω και αν η εξουσία του εργοδότη στηρίζεται στο νόμο ή στη συμφωνία των μερών.

Περαιτέρω, από την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 7 του ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 288, 648, 652 και 656 ΑΚ, προκύπτει ότι, η βλαπτική για τον εργαζόμενο μεταβολή των όρων της συμβάσεώς του δεν επιφέρει τη λύση αυτής, ούτε υποχρεώνει το μισθωτό να αποχωρήσει από την εργασία του, αλλά εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για το μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας ή κατά την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του προβεί κατά κατάχρηση αυτού στον προσδιορισμό της παροχής εργασίας, ο μισθωτός έχει διαζευκτικά τα δικαιώματα:

α) να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση, τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη εφόσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη, β) να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη ως άτακτη εκ μέρους του καταγγελία της εργασιακής σύμβασης και αποχωρώντας από την εργασία του να απαιτήσει την καταβολή της αποζημίωσης που προβλέπεται από το ν. 2112/1920 και γ) να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, οπότε, εάν ο εργοδότης δεν αποδεχθεί αυτή, καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας ή, εκφράζοντας την αντίθεσή του, να παράσχει τη νέα εργασία του και να προσφύγει στο δικαστήριο, ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης του να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 13/2021, ΑΠ 269/2020, ΑΠ 1279/2020, ΑΠ 657/2018, ΑΠ 104/2017, ΑΠ 132/2016).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδαφ. α` του KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.

Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση, κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.

Α.Π. 27/1998), καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 729/2020, ΑΠ 1294/2018, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 130/2016, Α.Π. 1420/2013).

Στον αυτό αναιρετικό λόγο υπάγεται, κατά το ως άνω εδάφ. β` αυτού και η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ως διδάγματα, δε, της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές, που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο, είτε για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, που χρησιμοποιήθηκαν, κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του KΠολΔ (Ολ.

Α.Π. 8/2005). Όμως, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδαφ. β` του αριθμού 1 του άρθρου 559 του KΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου, για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι προκειμένου να προβεί σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του KΠολΔ, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του KΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (Ολ.

Α.Π. 8/2005, ΑΠ 1234/2023, ΑΠ 109/2020, Α.Π. 79/2018, Α.Π. 1333/2018, Α.Π. 1512/2014). Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη, ως εσφαλμένη έννοια, που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας, στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη, ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.

Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 860/2018, Α.Π. 208/2018, Α.Π. 1226/2014, Α.Π. 2146/2014, Α.Π. 574/2010, Α.Π. 737/2008, Α.Π. 1300/2006, Α.Π. 1207/2005, Α.Π. 320/2003). Στην περίπτωση, δε, που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής, όπου η επικαλούμενη ως άνω παράβαση.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α` του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία)-(Ολ.

Α.Π. 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης, στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.

Α.Π. 15/2006) Το, κατά νόμο, αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης, προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του KΠολΔ, να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε, εξάλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του KΠολΔ, εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (Α.Π. 1420/2013, Α.Π. 1703/2009, Α.Π. 1202/2008, Α.Π. 520/1995). Ο λόγος αυτός αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και, κατά συνέπεια, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του KΠολΔ, όταν οι επικαλούμενες ανεπάρκειες της αιτιολογίας, αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της προσβαλλομένης απόφασης, με την οποία η αγωγή (ή η ένσταση ή η αντένσταση) κρίθηκε απορριπτέα, ως μη νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη (Ολ.

Α.Π. 3/1997, Α.Π. 1410/2017, Α.Π. 701/2011, Α.Π. 121/2009). Συνακόλουθα, η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμός 1 και 19 του KΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ` ουσίαν, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, επί των ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (Α.Π. 1420/2013) και κατά τούτο, συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (Α.Π. 109/2020).

Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του KΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του KΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1316/2022, ΑΠ 37/2021, ΑΠ 355/2020, ΑΠ 1165/2019, ΑΠ 881/2019, ΑΠ 1658/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), δέχθηκε τα ακόλουθα : "Περαιτέρω, από τα ίδια, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, προέκυψε ότι όταν περί τα μέσα του μήνα Νοεμβρίου του έτους 2017 ο ενάγων - εφεσίβλητος - εκκαλών αντιμετώπισε πρόβλημα υγείας (αίσθημα ζάλης και αιμωδίες στο αριστερό άνω άκρο), κατόπιν υποβολής του σε μια σειρά ιατρικών εξετάσεων και ελέγχων από γιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων, στις αρχές Δεκεμβρίου 2017, διαπιστώθηκε ότι ο εν λόγω διάδικος εμφάνιζε κυκλοτερή προβολή του μεσοσπονδύλιου δίσκου στο διάστημα Α3-Α4 καθώς και κεντρική κήλη του δίσκου στο διάστημα Α5-Α6 (αυχενική δισκοπάθεια), με ήπια πιεστικά φαινόμενα, χωρίς ένδειξη για χειρουργική επέμβαση κατά τον ίδιο χρόνο, ενώ του συνεστήθη η εφαρμογή αυχενικού κηδεμόνα επί 10ήμερο καθώς και η διενέργεια φυσιοθεραπείας και παράλληλα η χορήγηση αναρρωτικής άδειας είκοσι (20) ημερών μερίμνει της οικείας υγειονομικής επιτροπής (όπως προκύπτει από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο έγγραφο του ιατρού του 401 ΓΣΝΑ Κ.

Π., που κατατέθηκε στο ΣΤ' υποκ/μα Ε.Φ.Κ.Α. Μισθωτών Ανατ. Αττικής με αριθμ. πρωτ. ...). Ο ενάγων - εφεσίβλητος - εκκαλών, που εν τω μεταξύ ενημέρωνε για την κατάστασή του την εναγόμενη - εκκαλούσα - εφεσίβλητη και της υπέβαλε παράλληλα τις από 14.11.2017, 16.11.2017 και 5.12.2017 επικαλούμενες και προσκομιζόμενες ιατρικές βεβαιώσεις και γνωματεύσεις του ιατρού του Τμήματος Επειγόντων Περιστατικών του Νευρολογικού Ιατρείου του Γ.Ν. "Ο Ευαγγελισμός", της Γενικής Ιατρού της 1ης ΔΥΠΕ Κ.Υ.

Ραφήνας Α. Τ. και του ειδικού παθολόγου Ε. Α. της Υγειονομικής Υπηρεσίας του 401 ΓΣΝΑ, αντιστοίχως, έλαβε πράγματι αναρρωτική άδεια η οποία διήρκεσε μέχρι τα τέλη Δεκεμβρίου του έτους 2017. Πριν τη λήξη της, από την πλευρά της εργοδότριας ο Κ. Δ., με επιστολή του, επικαλούμενος ότι οι διαδοχικές ιατρικές γνωματεύσεις που είχαν προσκομιστεί ήταν αντικρουόμενες μεταξύ τους, ζήτησε από τον ενάγοντα - εφεσίβλητο - εκκαλούντα γνωμάτευση γιατρού κρατικού νοσοκομείου ή συμβεβλημένου με το ασφαλιστικό ταμείο ΕΟΠΥΥ, ότι αυτός (ενάγων - εφεσίβλητος - εκκαλών) ήταν ικανός για εργασία.

Ο τελευταίος, ανταποκρινόμενος στο αίτημα της εργοδότριάς του, της προσκόμισε την από 28.12.2017 ιατρική γνωμάτευση του Επίατρου - νευροχειρουργού, Κ. Π., σύμφωνα με την οποία ο εν λόγω διάδικος (ενάγων - εφεσίβλητος - εκκαλών) βρέθηκε να πάσχει από εμμένουσα αυχεναλγία και ζάλη σε βελτίωση χωρίς εστιακή νευρολογική σημειολογία επί εδάφους αυχενικής δισκοπάθειας Α3 - Α4 και Α5 - Α6, χωρίς ένδειξη για χειρουργική παρέμβαση, κατά το χρόνο εξέτασης, στο ίδιο έγγραφο σημειωνόταν ότι δόθηκαν οδηγίες κινησιοθεραπείας, με τη συμπλήρωση ότι ο ασθενής ανέφερε ύφεση συμπτωμάτων, επιπλέον δε ότι τόσο η κλινική του εικόνα, όσο και τα απεικονιστικά ευρήματα δεν αποτελούσαν αντένδειξη για εργασία.

Καταλήγοντας, στο αμέσως προηγούμενο έγγραφο ο προαναφερόμενος γιατρός ανέφερε ότι από νευροχειρουργικής πλευράς ο ασθενής ήταν ικανός για εργασία. Η εναγόμενη - εκκαλούσα - εφεσίβλητη, ωστόσο, από τις αρχές Ιανουάριου του έτους 2018, δεν αποδεχόταν τις υπηρεσίες του ενάγοντα - εφεσίβλητου - εκκαλούντα, αλλά ενέμενε στο αίτημά της να της προσκομιστεί πιστοποιητικό από το οποίο να προκύπτει η ικανότητά του να συνεχίσει να της παρέχει (με ασφάλεια) την συμφωνημένη εργασία του, καθώς, όπως η συγκεκριμένη διάδικος υποστήριξε, αυτή αδυνατούσε να τον απασχολήσει εκ νέου στα ως άνω καθήκοντά του χωρίς απτές αποδείξεις για την καταλληλότητά του να οδηγεί φορτηγά αυτοκίνητα και να ανταποκριθεί στην εξαιρετικά επίπονη αυτή εργασία, που απαιτεί αυξημένη εγρήγορση και ετοιμότητα καθώς και γρήγορα αντανακλαστικά.

Σε τηλεφωνική επικοινωνία μάλιστα μεταξύ της πληρεξούσιας δικηγόρου του ενάγοντα - εφεσίβλητου - εκκαλούντα και της εργοδότριας εταιρείας, η τελευταία δήλωσε στην πρώτη ότι δεν μπορούσε να δεχτεί τον εργαζόμενο (μετά τη λήξη της αναρρωτικής άδειάς του), επειδή η αμέσως προηγούμενη ιατρική γνωμάτευση δεν ανέφερε ότι ο ενάγων - εφεσίβλητος - εκκαλών ήταν ικανός για την οδήγηση μεγάλου οχήματος, ενώ επιπροσθέτως ζήτησε να επαναξιολογηθεί η κατάστασή του από επιτροπή, που να πιστοποιεί ότι ο εν λόγω διάδικος μπορούσε να συνεχίσει να εργάζεται.

Εξαιτίας της άρνησης της εργοδότριάς του να αποδεχθεί την εργασία του, ο ενάγων-εφεσίβλητος-εκκαλών την 9.1.2018 προσέφυγε στο Τμήμα Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων Παλλήνης. Παράλληλα ο συγκεκριμένος διάδικος διαμαρτυρήθηκε για την παραπάνω στάση της εργοδότριάς του κοινοποιώντας της την από 16.1.2018 εξώδικη διαμαρτυρία - δήλωση - πρόσκληση με επιφύλαξη δικαιωμάτων, με την οποία, μεταξύ των άλλων, της δήλωνε ότι ήταν απολύτως ικανός για εργασία ήδη από τις 28.12.2017 με την ειδικότητα που αυτός απασχολούνταν στην εταιρεία της και ότι η ίδια που δεν την αποδεχόταν καθίστατο υπερήμερη ως προς την καταβολή των αποδοχών του (όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από 16.1.2018 εξώδικη δήλωση, η οποία κοινοποιήθηκε στην εναγόμενη - εκκαλούσα - εφεσίβλητη δυνάμει της υπ' αριθμ. ...

έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Ε. Ζ.). Κατά τη συζήτηση εν συνεχεία της σχετικής εργατικής διαφοράς ενώπιον της προαναφερόμενης υπηρεσίας, στις 24.1.2018, αφού επαναλήφθηκαν τα ανωτέρω, επισημάνθηκε ότι η Υγειονομική Επιτροπή που μνημονευόταν στο από 11.12.2017 ιατρικό ανωτέρω έγγραφο αφορούσε την Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή, η οποία ήταν αρμόδια να θεωρήσει την χορηγηθείσα αναρρωτική άδεια διάρκειας είκοσι (20) ημερών και να εγκρίνει την καταβολή του επιδόματος ασθένειας, αλλά δεν σχετιζόταν (η Επιτροπή αυτή) με την αξιολόγηση της τρέχουσας κατάστασης του προσφεύγοντα, που δήλωσε και πάλι ότι ήταν απολύτως υγιής και ικανός για την άσκηση της εργασίας του ως οδηγού την οποία εξακολουθούσε να προσφέρει στην εργοδότρια εταιρεία.

Από την πλευρά της, η εναγόμενη - εκκαλούσα - εφεσίβλητη, που ανέφερε ότι δεν επιθυμούσε την αποχώρηση αυτού (ενάγοντα - εφεσίβλητου-εκκαλούντα), ενέμεινε στην προσκόμιση εκ μέρους του ιατρικού εγγράφου, που θα πιστοποιούσε ότι ήταν κατάλληλος να οδηγήσει επαγγελματικό αυτοκίνητο, υποστηρίζοντας και πάλι ότι η ήδη προσκομισθείσα από 28.12.2017 γνωμάτευση δεν ανέφερε σαφώς ότι ο ενάγων - εφεσίβλητος - εκκαλών ήταν ικανός για την οδήγηση επαγγελματικού αυτοκινήτου.

Παράλληλα (η εναγόμενη - εκκαλούσα - εφεσίβλητη) τον ενημέρωσε ότι, σε περίπτωση που δεν της προσκόμιζε τέτοιο έγγραφο, θα πρότεινε τον επανακαθορισμό των καθηκόντων του και συγκεκριμένα του δήλωσε ότι προσφερόταν να τον απασχολήσει σε άλλα καθήκοντα, όπως, ενδεικτικώς, στην μετακίνηση στον περιβάλλοντα χώρο του εργοστασίου παλετών, δεμάτων με εμπορεύματα ή δεμάτων χαρτονιού με παλετοφόρο καθώς και σε πάσης φύσεως βοηθητικές εργασίες, όπως ξεκαθάρισμα/ξεμίτισμα χαρτονιών (όπως τα ανωτέρω προκύπτουν από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο υπ' αριθμ. 15 και ηλεκ.

πρωτ. ... Δελτίο Εργατικής Διαφοράς). Λαμβάνοντας υπόψη τις θέσεις των διαδίκων, η Επιθεωρήτρια Εργασιακών Σχέσεων, για την περίπτωση που η επιχείρηση έκρινε ότι ο ενάγων - εφεσίβλητος - εκκαλών δεν ήταν σε θέση να επιτελέσει τα καθήκοντά του, συνιστούσε να διερευνηθεί από κοινού η δυνατότητα απασχόλησης αυτού σε καθήκοντα παρεμφερή με την ειδικότητά του, προκειμένου να μην απωλεσθεί η συγκεκριμένη θέση εργασίας.

Μετά την κοινοποίηση του ως άνω (από 26.1.2018) πορίσματος, η εναγόμενη - εκκαλούσα - εφεσίβλητη, με την από 31.1.2018 επιστολή της κάλεσε τον ενάγοντα - εφεσίβλητο - εκκαλούντα την 5.2.2018, προκειμένου να υπογραφεί νέα σύμβαση εργασίας, στην οποία θα αναφέρονταν τα νέα του καθήκοντα και η οποία, όπως η εν λόγω διάδικος διευκρίνισε, δεν θα έθιγε ούτε την υπαλληλική του ιδιότητα αλλά ούτε και την μισθολογική του κατάσταση.

Κατά την προσέλευση του ενάγοντα - εφεσίβλητου - εκκαλούντα στα γραφεία της εναγόμενης - εκκαλούσας - εφεσίβλητης την 5.2.2018, ο πρώτος παρέλαβε το από ίδιας ημερομηνίας έντυπο όρων νέας τροποποιητικής ατομικής σύμβασης εργασίας, σύμφωνα με το υπό στοιχείο Δ. όρο του οποίου ο εν λόγω διάδικος θα εργαζόταν στο εξής σε βοηθητικές εργασίες, όπως καθάρισμα/ξεμίτισμα χαρτονιών, μετακίνηση παλετών με παλετοφόρο εντός και εκτός του κτιρίου, φόρτωση και εκφόρτωση εταιρικών φορτηγών καθώς και φορτηγών προμηθευτών αλλά και ως βοηθός στις διάφορες μηχανές του εργοστασίου (εκτυπωτικές, κοπτικές κ.λ.π.), στη μεταφορά απορριμμάτων σε κοντινές αποστάσεις με μικρό αυτοκίνητο καθώς και σε κάθε βοηθητική εργασία, σύμφωνα με τις εκάστοτε ανάγκες της επιχείρησης.

Κατά τα λοιπά, το ημερήσιο και εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας του θα παρέμεναν ως είχαν, ενώ οι μηνιαίες αποδοχές του καθορίζονταν στο ποσό των 1.073,04 ευρώ (μικτά). Ο ενάγων - εφεσίβλητος - εκκαλών, καίτοι παρέλαβε αντίγραφο της νέας ατομικής σύμβασης, δεν την υπέγραψε ούτε και παρέμεινε για εργασία (όπως προκύπτει από το σχετικώς επικαλούμενο και προσκομιζόμενο έντυπο και την σχετική σημείωση στο τέλος αυτού).

Στο σημείο αυτό πρέπει να λεχθεί ότι σύμφωνα με την παρ. 8 του άρθρου 13 του ν. 2696/1999 "Κύρωση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας" "8. Ο Υπουργός Μεταφορών και Επικοινωνιών, οι νομάρχες, κατά περίπτωση ή οι από αυτούς εξουσιοδοτούμενες αρχές μπορούν να επιβάλλουν την επανεξέταση κατόχου άδειας ικανότητας οδηγού, αν ανακύψουν αμφιβολίες για την ικανότητά του προς οδήγηση ή την ιατρική επανεξέτασή του, αν ανακύψουν αμφιβολίες για τη σωματική ή πνευματική του κατάσταση.

Στις περιπτώσεις αυτές η άδεια ικανότητας οδήγησης του παραπεμπόμενου για επανεξέταση οδηγού αφαιρείται μετά την έκδοση της απόφασης για επανεξέταση και αποδίδεται μόνο αν αυτός κριθεί ικανός. Τα του τρόπου και της διαδικασίας επανεξέτασης των οδηγών, ως και κάθε άλλη λεπτομέρεια αναγκαία για την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου αυτής, καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού, προκειμένου δε για τα μοτοποδήλατα του Υπουργού Δημόσιας Τάξης".

Κατά δε τα άρθρα 1 και 2 της Απόφασης Υπουργού Συγκοινωνιών Αρ. ... (ΦΕΚ Β' 1190) "Περί του τρόπου επανεξετάσεως των οδηγών αυτοκινήτων και μοτοσυκλεττών" : "1. Αρμόδιοι για την παραπομπή των οδηγών αυτοκινήτων και μοτοσυκλετιστών για επανεξέταση είναι οι Νομάρχες. Ειδικά στη Νομαρχία Αττικής, αρμόδιοι είναι οι Αναπληρωτές Νομάρχες, Προϊστάμενοι των διαμερισμάτων της. 2.

Η παραπομπή γίνεται με δικαιολογημένη απόφαση του Νομάρχη που εκδίδεται μετά από πρόταση της οικείας Υπηρεσίας Συγκοινωνιών ή της αρμόδιας Δ/νσεως Αστυνομίας, Υποδιευθύνσεως Τροχαίας ή Διοικήσεως Χωροφυλακής. Η πρόταση απευθύνεται στη Νομαρχία εκείνη, που στην περιφέρειά της έχει τη μόνιμη κατοικία ή διαμονή του ο παραπεμπόμενος, πρέπει να είναι απόλυτα δικαιολογημένη και να αναφέρει με λεπτομέρειες τα περιστατικά στα οποία στηρίζεται. 3.

Στην απόφαση της παραπομπής, είτε πρόκειται για επανεξέταση στην οδήγηση και στους κανόνες κυκλοφορίας, είτε για υγειονομική επανεξέταση, θα αναφέρεται πάντοτε το χρονικό διάστημα, μέσα στο οποίο υποχρεωτικά πρέπει να επανεξεταστεί ο παραπεμπόμενος. (...) 7. Αν πρόκειται για ιατρική επανεξέταση, αρμόδιες είναι οι Επιτροπές Δευτεροβάθμιας Ιατρικής Εξετάσεως οδηγών".

Από τα ανωτέρω, σε συνδυασμό με όσα συναφώς προβλέπονται στο άρθρο 21 Παράρτημα III του π.δ/τος 51/2012 (ΦΕΚ Α' 101/27.4.2012) Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 2006/126 ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ης Δεκεμβρίου 2006, όπως τροποποιήθηκε με τις Οδηγίες 2008/65/ΕΚ της Επιτροπής της 27ης Ιουνίου 2008, 2009/113ΕΚ της Επιτροπής της 25ης Αυγούστου 2009 και 2011/94 ΕΕ της 28ης Νοεμβρίου 2011, προκύπτει ότι οι ανωτέρω φορείς παραπέμπουν στις προαναφερόμενες Επιτροπές για ιατρική επανεξέταση ικανότητας οδηγού στις αποκλειστικώς προβλεπόμενες ως άνω περιπτώσεις, οι οποίες, όμως, δεν συνέτρεχαν εν προκειμένω, καθώς, όπως σαφώς προκύπτει από τα επικληθέντα και προσκομισθέντα ως άνω ιατρικά πιστοποιητικά, πέραν του προπαρατεθέντος προβλήματος υγείας του ενάγοντα - εφεσίβλητου - εκκαλούντα, που αντιμετωπιζόταν με τις συσταθείσες ως άνω θεραπείες, κατά τα λοιπά ουδέποτε τέθηκε ζήτημα σχετικά με την ικανότητα οδήγησης αυτού, αλλά ούτε και με την εν γένει σωματική και πνευματική του κατάσταση, έτσι ώστε να καταστεί επιβεβλημένο να κινηθεί η ανωτέρω διαδικασία επανεξέτασής του.

Ήδη δε, ο ενάγων - εφεσίβλητος - εκκαλών, προσωρινά, από τον Ιούνιο έως τον Οκτώβριο του έτους 2018, αρχικά, εργάστηκε με την ίδια ειδικότητα (ως οδηγός, δηλαδή) στην ατομική επιχείρηση του Γ. Ο., με αντικείμενο δραστηριότητας το λιανικό εμπόριο ψωμιού, αρτοσκευασμάτων και λοιπών ειδών αρτοποιίας και ζαχαροπλαστικής (όπως προκύπτει από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο σε φωτοαντίγραφο έντυπο αναγγελίας πρόσληψης, με ημερομηνία 30.5.2018) και εν συνεχεία, από τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους (2018) έως τον Οκτώβριο του έτους 2019 εργάστηκε στην ατομική επιχείρηση του Κ.

Π. (με αντικείμενο τις κατεδαφίσεις και δευτερευόντως τη συλλογή μη επικίνδυνων απορριμμάτων καθώς και δραστηριότητες υπηρεσιών τοπίου - όπως προκύπτει από το σχετικώς επικαλούμενο και προσκομιζόμενο σε φωτοαντίγραφο έντυπο αναγγελίας πρόσληψης με ημερομηνία 5.12.2018), ως οδηγός φορτηγού και χειριστής γερανοφόρου οχήματος, ενώ τώρα αυτός εργάζεται πλέον ως οδηγός στην εταιρεία ...

Ε.Π.Ε. στο Κορωπί Αττικής (με κύρια δραστηριότητα τις οδικές μεταφορές εμπορευμάτων) με αντικείμενο δραστηριότητας τη μεταφορά με βυτιοφόρα οχήματα και την τροφοδοσία με νερό και υγρά τρόφιμα (όπως προκύπτει από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο σε φωτοαντίγραφο έντυπο αναγγελίας πρόσληψης με ημερομηνία 21.9.2020).

Εν τω μεταξύ ο ίδιος ως άνω διάδικος (ενάγων - εφεσίβλητος - εκκαλών) τον Ιούλιο του έτους 2019 ανανέωσε επιτυχώς την άδεια οδήγησης για την κατηγορία Ο φορτηγών από 3501 κιλά έως το μέγιστο επιτρεπόμενο βάρος με δυνατότητα έλξης ρυμουλκούμενου έως 750 κιλά καθώς και για την κατηγορία ΟΕ, για νταλίκες φορτηγά - συρμούς ή αρθρωτά οχήματα (όπως προκύπτει από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο φωτοαντίγραφο της άδειας οδήγησης του εν λόγω διαδίκου).

Ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων και εφόσον η εναγόμενη - εκκαλούσα - εφεσίβλητη εταιρεία, στην οποία προσκομίστηκαν οι παραπάνω ιατρικές βεβαιώσεις, δεν αρκέστηκε στα προπαρατεθέντα συμπεράσματα αυτών (ανωτέρω ιατρικών βεβαιώσεων), όπως όφειλε, αλλά, προκειμένου να συνεχίσει να τον απασχολεί, αξίωσε από τον ενάγοντα - εφεσίβλητο - εκκαλούντα να προβεί σε ενέργειες που δεν προβλέπονταν για την περίπτωσή του, αρνούμενη περαιτέρω αρχικά τις προσφερθείσες εκ μέρους του τελευταίου υπηρεσίες με την ειδικότητα του οδηγού, όπως συμφωνήθηκε με την ατομική σύμβαση εργασίας αυτού και στην οποία (ειδικότητα) ακριβώς ο συγκεκριμένος διάδικος (ενάγων - εφεσίβλητος - εκκαλών) απέβλεπε κατά την κατάρτισή της - ενόψει των προσόντων του - και ανακοινώνοντας εν συνεχεία σ' αυτόν την τοποθέτησή του στο εξής ως υπαλλήλου με αντικείμενο τις προεκτεθείσες βοηθητικές εργασίες, που δεν είχαν καμία σχέση με τα αρχικά καθήκοντά του (ως οδηγού της επιχείρησής της), αλλά ήταν σαφώς υποδεέστερες αυτών, προσιδιάζοντας περισσότερα σε αυτά (καθήκοντα) ενός ανειδίκευτου εργάτη, μετέβαλε μονομερώς βλαπτικά τον σχετικό ουσιώδη όρο της καταρτισθείσας μεταξύ των διαδίκων εργασιακής σύμβασης, όπως βασίμως ο ενάγων - εφεσίβλητος - εκκαλών υποστηρίζει.

Κι αυτό, γιατί εκτός των όσων ήδη εκτέθηκαν, η αμέσως προηγούμενη αδικαιολόγητη μεταβολή των καθηκόντων αυτού, από μία εργασία στην οποία προείχε το πνευματικό στοιχείο, σε χειρωνακτικές, ως επί το πλείστον, εργασίες, για τις οποίες δεν απαιτούνταν ιδιαίτερα προσόντα, αλλά αντιθέτως συνεπάγονταν σωματική επιβάρυνση, θα είχε αντίκτυπο και στην επαγγελματική εξέλιξη αυτού (ενάγοντα - εφεσίβλητου - εκκαλούντα), αφού στην ουσία θα του στερούσε πλέον την απαιτούμενη για την σταδιοδρομία του εμπειρία και συνακόλουθα θα δυσχέραινε την μελλοντική πρόοδό του στον κλάδο.

Παράλληλα, συνεπεία της ανωτέρω μεταβολής, που δεν ήταν προσωρινή, ο ενάγων - εφεσίβλητος - εκκαλών δεν θα μπορούσε να κάνει χρήση των ευνοϊκών για τα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα συνταξιοδοτικών διατάξεων, εφόσον στο εξής αυτός θα ασφαλιζόταν με απλά (μικτά) ένσημα. Ακολούθως, με την από 6.2.2018 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση με επιφύλαξη δικαιωμάτων, ο ενάγων - εφεσίβλητος - εκκαλών, δηλώνοντας στην εναγόμενη - εκκαλούσα - εφεσίβλητη ότι η προταθείσα εκ μέρους της τροποποίηση των όρων της ατομικής του σύμβασης εργασία αποτελεί μονομερή βλαπτική μεταβολή των συμβατικών όρων αυτής καθώς και ότι ως τέτοια συνιστούσε καταγγελία της από πλευράς της τελευταίας, την κάλεσε να του καταβάλει άμεσα την οφειλόμενη νόμιμη για την περίπτωση αυτή αποζημίωση (όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από 6.2.2018 εξώδικη δήλωση, η οποία κοινοποιήθηκε στην εναγόμενη - εκκαλούσα - εφεσίβλητη δυνάμει της υπ' αριθμ. ...

έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Ε. Ζ.). Βάσει των ανωτέρω εκτεθέντων, ο ενάγων - εφεσίβλητος - εκκαλών νόμιμα θεώρησε τη γενόμενη μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας του ως καταγγελία αυτής (εργασιακής σύμβασης) από πλευράς της εναγόμενης - εκκαλούσας - εφεσίβλητης, που επέφερε τη λύση της.

Αντιθέτως, ο ισχυρισμός της τελευταίας περί οικειοθελούς αποχώρησης του ενάγοντα - εφεσίβλητου - εκκαλούντα, που διελήφθη στην επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από 8.2.2018 επιστολή της, με συνημμένο σχετικό έντυπο (εξώδικης δήλωσης περί οικειοθελούς αποχώρησης), η οποία επιδόθηκε στον εν λόγω διάδικο στις 12.2.2018 (όπως προκύπτει από την σχετική επισημείωση του επιδόσαντος αυτή δικαστικού επιμελητή επί του σώματος αυτής), κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, κατόπιν της γενόμενης μεταβολής των όρων της σύμβασης εργασίας του ενάγοντα - εφεσίβλητου - εκκαλούντα, που επήλθε την προαναφερόμενη ημερομηνία, και μετά την ρητή άρνηση αποδοχής αυτής εκ μέρους του εργαζόμενου, ακολούθησε η κατά τα ανωτέρω αποδειχθέντα λύση της μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσας εργασιακής σύμβασης, που - όπως προαναφέρεται - νομίμως θεωρήθηκε ότι έγινε από πλευράς της εναγόμενης - εκκαλούσας - εφεσίβλητης.

Η διεκδίκηση, συνεπώς, της νόμιμης αποζημίωσής του, που συνιστά έννομη συνέπεια της αυθαίρετης ως άνω μεταβολής, αποτελεί ενάσκηση δικαιώματος του ενάγοντα - εφεσίβλητου - εκκαλούντα, που πηγάζει από τις διατάξεις των άρθρων 7 του ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955. Κατά μερική παραδοχή, συνεπώς, του οικείου αγωγικού αιτήματος, η εναγόμενη - εκκαλούσα - εφεσίβλητη όφειλε να καταβάλει στον εν λόγω διάδικο (ενάγοντα - εφεσίβλητο - εκκαλούντα) την αποζημίωση απόλυσης που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 3 παρ. 2 του ν. 2112/1920 και 5 παρ. 1 του ν. 3198/1955...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, έκρινε ότι η αναφερόμενη συμπεριφορά της εναγομένης-αναιρεσείουσας συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου, την οποία δεν αποδέχθηκε ο ενάγων και συνιστά καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, χωρίς να του καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση, που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 3 παρ. 2 του ν. 2112/1990 και 5 παρ. 1 του ν. 3198/1955 και ακολούθως δέχτηκε ως βάσιμο κατ' ουσία το δεύτερο λόγο της έφεσής του, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, που έκρινε αντίθετα, και δέχτηκε την αγωγή ως προς το αίτημα καταβολής αποζημίωσης απόλυσης.

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, που προαναφέρθηκαν, διότι με βάση τις παραδοχές της απόφασης, θεμελιώνεται, πράγματι, η μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του αναιρεσίβλητου και η καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσείουσας.

Ακόμη, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και δίχως αντιφάσεις αιτιολογίες, για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του ενάγοντος για το είδος και τον τρόπο της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας του εκ μέρους της εναγομένης καθώς και για την επιλογή του ενάγοντος να ασκήσει το εκλεκτικό του δικαίωμα από το άρθρο 7 του Ν. 2112/1920 και να θεωρήσει την βλαπτική αυτή μεταβολή της σύμβασης εργασίας του ως καταγγελία αυτής εκ μέρους της εναγομένης.

Οι λοιπές με τον ίδιο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβαλλόμενες αιτιάσεις, εμφανιζόμενες, είτε ως αντιφάσεις, είτε ως ανεπάρκεια αιτιολογιών, δηλαδή για ποιό λόγο και πως κατέληξε το Εφετείο στις επί μέρους παραδοχές, ότι τα περιστατικά αυχεναλγίας και ζάλης δεν επηρεάζουν την οδηγητική ικανότητα και τη σωματική και πνευματική κατάσταση του ενάγοντος, ότι το πρόβλημα υγείας του ενάγοντος που δεν είχε αποκατασταθεί δήθεν αντιμετωπιζόταν με τις συσταθείσες θεραπείες και δεν συνέτρεχε περίπτωση επανεξέτασης του για να αξιολογηθεί η ικανότητά του προς οδήγηση, η δε εναγομένη όφειλε να αρκεσθεί στα ανεπαρκή ιατρικά πιστοποιητικά του ενάγοντος, ότι η εναγομένη θα έπρεπε να αισθάνεται ήσυχη και ασφαλής με το να τοποθετήσει τον ενάγοντα πίσω από το τιμόνι των 10 τόνων φορτηγό αρκούμενη σε ανεπαρκή πιστοποιητικά, ότι το αίτημα της εναγομένης να ζητήσει να της προσκομιστεί είτε ιατρικό πιστοποιητικό για την καταλληλότητα του ενάγοντος ως οδηγού φορτηγού, είτε να εξεταστεί από την Επιτροπή συνιστά παράνομη ενέργεια, ότι ήταν αδικαιολόγητη η πρόταση της εναγομένης για μεταβολή των καθηκόντων του ενάγοντος και συνιστούσε βλαπτική γι' αυτόν μεταβολή των όρων της εργασιακής του σχέσης, όταν αυτή υπαγορεύθηκε για την προστασία της ζωής και της υγείας του, αφορούν παραδοχές της προσβαλλομένης με τις οποίες απορρίφθηκαν ισχυρισμοί της εναγομένης και όχι αντιφάσεις μεταξύ των παραδοχών αυτής, πλήττουν δε απαραδέκτως την υπό του δικαστηρίου της ουσίας αναιρετικώς ανέλεγκτη υπ' αυτού εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών για την ουσία της υπόθεσης, χωρίς να έχουν με αυτά παραβιαστεί κανόνες ουσιαστικού δικαίου.

Τέλος τα αναφερόμενα, ως δεχθέντα υπό του δικαστηρίου της ουσίας περί μεταγενεστέρων περιστατικών για την απασχόληση του ενάγοντος σε άλλη επιχείρηση με την ίδια ειδικότητα και την ανανέωση της άδειας οδήγησης αυτού, αποτελούν επιχείρημα του δικαστηρίου της ουσίας, που σχετίζεται με την εκτίμηση των αποδείξεων και τη θεμελίωση του υπ' αυτού εξαχθέντος αποδεικτικού πορίσματος και δεν αποτελούν αιτιολογία της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ να επιδέχεται μομφή για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Επί πλέον, ο ίδιος λόγος της αίτησης αναίρεσης, σχετικά με τις επικαλούμενες πλημμέλειες ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 11 του π.δ. 51/2012, είναι αβάσιμος, καθόσον η διάταξη αυτή δεν ήταν εφαρμοστέα ούτε την εφάρμοσε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφού κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης δεν τέθηκε ζήτημα σχετικά με την ικανότητα οδήγησης του ενάγοντος, ούτε τέθηκε ζήτημα σχετικά με την σωματική και πνευματική του κατάσταση, ώστε να κινηθεί και η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 13 του ν. 2696/1999 "Κύρωση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας" διαδικασία επανεξέτασης αυτού.

Περαιτέρω με τον αυτό λόγο της αίτησης αναίρεσης, προβάλλεται η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 β του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα η αναιρεσείουσα προβάλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, αναφορικά με την αξιολόγηση των εκτιθεμένων στην προσβαλλομένη απόφασή του πραγματικών περιστατικών ως στοιχειοθετούντων μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του ενάγοντος, εφαρμόζοντας τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, παραβίασε και τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, σύμφωνα με τα οποία, τα εμμένοντα συμπτώματα αυχεναλγίας και ζάλης είναι σφόδρα πιθανό, στα πλαίσια της οδήγησης φορτηγού αυτοκινήτου 10 τόνων-που κατά τα ίδια διδάγματα συνιστά βαριά και απαιτητική εργασία που απαιτεί αυξημένη εγρήγορση και προσοχή και γρήγορα αντανακλαστικά να προκαλέσουν κίνδυνο για τη ζωή και την υγεία τόσο του ιδίου του εργαζομένου, όσο και τρίτων τυχόν εμπλεκομένων σε τέτοιο συμβάν με ευθύνη μάλιστα του ιδίου του εργοδότη ως προστήσαντος, αλλά και του εργαζομένου ως προστηθέντος και επί πλέον ότι ένας επαγγελματίας οδηγός αντιμέτωπος με τα συμπτώματα αυτά οφείλει να διαθέτει επιμέλεια και την ευσυνειδησία να επαληθεύσει αυτοβούλως μάλιστα και όχι κατόπιν αιτήματος του εργοδότη του, την οδηγητική του ικανότητα και να λάβει σχετική έγγραφη βεβαίωση που θα διασφαλίσει τον εργοδότη να του επιτρέψει να αναλάβει εκ νέου τα αρχικά του καθήκοντα, με αποτέλεσμα η επελθούσα μεταβολή των όρων εργασίας του ενάγοντος οφειλόταν και έλαβε χώρα για την προστασία της ζωής και της υγείας του, ενώ τα ανατεθέντα σ' αυτόν καθήκοντα ήταν παρεμφερή με την εργασία του, διασφάλιζαν την προστασία της ζωής και της υγείας του, ανταποκρινόταν στις ανάγκες της επιχείρησης, δεν μεταβαλλόταν η υπαλληλική του θέση, ούτε η μισθολογική του κατάσταση, ούτε ο χρόνος και τόπος εργασίας του, συνιστούσε δε σύννομη άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσείουσας, επιλέγοντας καθήκοντα πρωτευόντως ασφαλή για τον εργαζόμενο ενάγοντα, προς αποτροπή βλάβης της δικής του υγείας και ασφάλειας, με σεβασμό στον επί οκταετίας υπάλληλο της και λόγω του ευλόγου εννόμου συμφέροντός της να ζητήσει την προσκόμιση ιατρικού πιστοποιητικού περί της καταλληλότητός του ως οδηγού φορτηγού αυτοκινήτου.

Υπό το εκτεθέν περιεχόμενο, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δηλαδή, ότι υπό τα υπ' αυτού αναιρετικώς ανέλεγκτα πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετούνταν πράγματι μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου εκ μέρους της εναγομένης-αναιρεσείουσας, και δεν αναφέρεται σε ερμηνεία κανόνα δικαίου με βάση τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας ή την υπαγωγή στον κανόνα αυτό των πραγματικών περιστατικών που έχουν γίνει δεκτά από την προσβαλλομένη απόφαση.

Συγκεκριμένα γίνεται επίκληση των κατά τη γνώμη της αναιρεσείουσας διδαγμάτων κοινής πείρας για τη διαπίστωση της βασιμότητας περιστατικών που κατά την ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου δεν έχουν γίνει δεκτά.

Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).

Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1082/2018, ΑΠ 76/2016).

Κατά το άρθρο 522 του KΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του KΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.

Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμό 1 του KΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 781/2017, ΑΠ 226/2016, ΑΠ 845/2011, ΑΠ 279/2010).

Εξάλλου κατά το άρθρο 520 παρ.1 του ιδίου Κώδικα, οι λόγοι έφεσης πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι και να αναφέρονται σε συγκεκριμένες νομικές ή ουσιαστικές πλημμέλειες που αποδίδονται από τον εκκαλούντα στην προσβαλλομένη με την έφεση οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Σφάλματα ή παραλείψεις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που δεν προσβάλλονται με λόγο έφεσης από τον εκκαλούντα, δεν μπορούν να ερευνηθούν αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, του οποίου η εξουσία οριοθετείται κατά τα ανωτέρω από τους λόγους έφεσης και το αίτημα που στηρίζεται σε αυτούς (ΑΠ 781/2017, ΑΠ 1529/2001).

Επομένως η παραδοχή από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ανύπαρκτου λόγου έφεσης ή η επανάκριση κεφαλαίου της απόφασης έξω από τα όρια της έφεσης και των προσθέτων λόγων συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του KΠολΔ αναιρετικό λόγο, εκτός αν πρόκειται για ισχυρισμούς που κατά τα ανωτέρω όφειλε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 783/2023, ΑΠ 732/2022, ΑΠ 470/2018, ΑΠ 781/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση με το επικουρικό σκέλος του δεύτερου αναιρετικού λόγου η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αληθώς την από τον αριθμό 8 (και όχι την από τον αριθμό 9) του άρθρου 559 του KΠολΔ πλημμέλεια, αιτιώμενη ότι, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της ασκηθείσας έφεσης του αναιρεσιβλήτου, καθότι δεν περιορίστηκε στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με το δεύτερο λόγο της έφεσής του, αλλά ερεύνησε και τις ακόλουθες παραδοχές του πρωτοδίκου δικαστηρίου, και ειδικότερα:

α) ότι η έναγομένη-αναιρεσείουσα διέθετε εύλογο συμφέρον να αιτηθεί να προσκομίσει ο ενάγων-αναιρεσίβλητος ιατρική βεβαίωση αποδεικνύουσα την καταλληλότητα αυτού να συνεχίσει να απασχολείται ως οδηγός φορτηγού, β) ότι τα προσκομισθέντα από τον ενάγοντα πιστοποιητικά δεν αποδεικνύουν ότι είχε πλήρως αποθεραπευθεί, ούτε ότι υπό συνθήκες οδήγησης φορτηγών οχημάτων δεν θα εμφανίζονταν εκ νέου τα ανωτέρω συμπτώματα, γ) ότι ο ενάγων (στην υποθετική περίπτωση που δεν ηδύνατο να λάβει την αιτηθείσα ιατρική βεβαίωση) θα έπρεπε να ζητήσει σχετική ιατρική βεβαίωση από τους συμβεβλημένους ιατρούς με το Υπουργείο Μεταφορών, οι οποίοι κρίνουν την σωματική και διανοητική ικανότητα των υποψηφίων οδηγών ή όσων ζητούν επέκταση του διπλώματος οδήγησης, και δ) ότι ο ενάγων είχε υποχρέωση να υποβληθεί σε σχετικές ιατρικές εξετάσεις, προκειμένου να κριθεί εάν είναι ικανός για οδήγηση φορτηγών ή όχι ή αν θα οδηγούσε υπό περιορισμούς σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 3 του αρ. 11του ΠΔ 51/2012 ΦΕΚ Α 101/27-4-2012, χωρίς αυτές να προσβληθούν με λόγο έφεσης, με συνέπεια οι ορθότατες αυτές κρίσεις του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου να καταστούν τελεσίδικες και να μην μεταβιβαστούν προς κρίση στο Εφετείο, λαμβάνοντας έτσι υπόψη του ανύπαρκτο λόγο έφεσης.

Από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του KΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της από 5-10-2020 και με αριθμό κατάθεσης ... έφεσης του ενάγοντος-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου προκύπτει ότι ο τελευταίος ζήτησε την παραδοχή της έφεσής του και την αποδοχή της ένδικης αγωγής στο σύνολό της, προβάλλοντας παράπονα για κακή εφαρμογή του νόμου και για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων.

Ειδικότερα ο ενάγων με το δεύτερο λόγο της έφεσής του, προέβαλλε την προαναφερθείσα πλημμέλεια, που αφορούσε το κεφάλαιο της εκκαλουμένης με αριθμό 812/2020 απόφασης, με το οποίο το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών είχε απορρίψει την αγωγή του ως αβάσιμη κατ' ουσία κατά το αίτημα του να του καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης λόγω καταγγελίας απ' αυτήν της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του εξαιτίας της επικαλούμενης μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας του, δεχόμενο ότι οι αναφερόμενες ενέργειες της εναγομένης δεν συνιστούσαν μονομερή βλαπτική μεταβολή των συμβατικών όρων της σύμβασης εργασίας, απορρίπτοντας στη συνέχεια και το ανωτέρω αίτημά του.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά παραδοχή του ως άνω λόγου της έφεσης του ενάγοντος, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δίκασε την υπόθεση κατ` ουσίαν, δεχόμενο ότι, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, οι εκτιθέμενες στην προσβαλλομένη απόφασή του ενέργειες της εναγομένης συνιστούσαν πράγματι μονομερή βλαπτική μεταβολή των συμβατικών όρων της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος και του επιδίκασε, λόγω καταγγελίας της σύμβασης, το αναφερόμενο χρηματικό ποσό της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, που δεν του είχε καταβληθεί.

Το Εφετείο, σύμφωνα και με τις νομικές σκέψεις που προαναφέρονται, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (άρθρο 522 ΚΠολΔ) του ενάγοντος, όπως ήταν υποχρεωμένο, έκρινε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, την ορθότητα του διατακτικού της εκκαλουμένης απόφασης, μετά από καθολική εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης και όχι μόνο με βάση τα μερικότερα παράπονα του εκκαλούντος-ενάγοντος, που συνδέονται με αυτήν, επανεκτιμώντας εξ υπαρχής την ουσία της υπόθεσης και κρίνοντας την ορθότητα του διατακτικού της, ενόψει ότι με τον σχετικό δεύτερο λόγο της έφεσής του ο ενάγων παραπονείτο κατά της εκκαλουμένης απόφασης για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, που επαρκώς προσδιοριζόταν, χωρίς να ήταν αναγκαία και η εξειδίκευση των επί μέρους σφαλμάτων περί την εκτίμηση των αποδείξεων.

Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η επικαλούμενη αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι η εκκαλουμένη-πρωτόδικη απόφαση, ως προς τις προαναφερθείσες με αρίθμηση του αναιρετηρίου α-δ) παραδοχές της, δεν είχε προσβληθεί με σχετικό λόγο έφεσης και συνεπώς η πρωτόδικη απόφαση είχε καταστεί τελεσίδικη, είναι αβάσιμη, δοθέντος ότι οι επικαλούμενες αποσπασματικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης συνιστούν επιχειρήματα και συμπεράσματα του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου εξαχθέντα από την υπ' αυτού αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων κατά την καθολική εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, στα πλαίσια της έρευνας του δευτέρου λόγου της έφεσης του ενάγοντος και όχι ιδιαίτερο κεφάλαιο αυτής, δεκτικό προσβολής με το ένδικο μέσο της έφεσης.

Συνεπώς, το Εφετείο, με την ως άνω κρίση του, λαμβάνοντας υπόψη τον ως άνω δεύτερο λόγο της έφεσης του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου, δεχόμενο αυτόν ως βάσιμο κατ' ουσία, και ερευνώντας, στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης του ενάγοντος και τις ως άνω εκτεθείσες με αρίθμηση α-δ) αποσπασματικές παραδοχές του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, στα πλαίσια του μεταβιβασθέντος με τον ως άνω λόγο έφεσης κεφαλαίου της εκκαλουμένης απόφασης, δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 8 (και όχι και από τον αριθμό 9) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, τα δε υπό του αναιρεσείοντος αντιθέτως υποστηριζόμενα με το επικουρικό σκέλος του δευτέρου λόγου της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμα.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 KΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης, και όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Οι από τα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ τιθέμενοι κανόνες, με τους οποίους ορίζεται ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υφίσταται κενό στην ερμηνευόμενη σύμβαση και γενικότερα δικαιοπραξία ή γεννάται αμφιβολία ως προς το περιεχόμενο των βουλήσεων που δηλώθηκαν (ΑΠ 1366/2022, ΑΠ 355/2020).

Ειδικότερα, το άρθρο 173 του ΑΚ αναφέρεται σε κάθε δήλωση βουλήσεως, ακόμη και στις μονομερείς και μη απευθυντέες, ενώ το άρθρο 200 του ΑΚ αναφέρεται μόνο στις συμβάσεις (ΑΠ 1887/2022, ΑΠ 1902/2022, ΑΠ 1768/2022).

Συνεπώς, εφόσον υπάρχει κενό ή αμφίβολο σημείο στη μονομερή δήλωση βουλήσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 173 ΑΚ, για την πλήρωση ή άρση, αντίστοιχα, του σημείου αυτού, αναζητείται η αληθινή βούληση του δηλούντος, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, με μοναδικό κριτήριο την υποκειμενική άποψη, εφόσον δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 200 του ΑΚ, ενώ συγχωρείται στην περίπτωση αυτή η λήψη υπόψη και περιστατικών ή στοιχείων που προκύπτουν ιδίως από έγγραφα (ΑΠ 1887/2022, ΑΠ 1166/2021, ΑΠ 105/2013).

Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι αναιρετικά ανέλεγκτα επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των ως άνω διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 2107/2022, ΑΠ 1316/2022, ΑΠ 355/2020).

Η διαπίστωση εξάλλου από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία ναι μεν μπορεί να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αρκεί όμως να προκύπτει και έμμεσα από αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή, ανάλογα, στην ερμηνεία τους (ΑΠ 1693/2022, ΑΠ 1316/2022, ΑΠ 355/2020).

Η έμμεση αυτή διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας μπορεί να προκύπτει εκ του γεγονότος ότι το δικαστήριο για την αληθινή έννοια της δικαιοπραξίας, έλαβε υπόψη του και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που βρίσκονται έξω από το κείμενο της δικαιοπραξίας ή χρησιμοποιεί επιχειρήματα (ΑΠ 755/2023, ΑΠ 1418/2018, ΑΠ 1271/2017, ΑΠ 2043/2014).

Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται όμως και εκ πλαγίου στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή συμπληρώσεως της δικαιοπραξίας και ιδίως η διατύπωση της δηλώσεως βουλήσεως, οπότε η απόφαση αυτή στερείται νόμιμης βάσεως και υπόκειται στον λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 KΠολΔ (ΑΠ 206/2022, ΑΠ 16/2021).

Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, η οποία εσφαλμένα ερμηνεύθηκε (ΑΠ 439/2020, ΑΠ 558/2018, ΑΠ 453/2014) και ότι το δικαστήριο της ουσίας, ενώ είχε διαπιστώσει αμέσως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες ή καίτοι δεν είχε διαπιστώσει κενό, παρά ταύτα προσέφυγε στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες (ΑΠ 1583/2022, ΑΠ 1350/2018, ΑΠ 210/2008).

Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα: α) της ευθείας παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 173-200 ΑΚ, με την αιτίαση ότι ενώ διαπίστωσε ασάφεια άλλως κενό, στην από 15-10-2013 σύμβαση εργασίας μεταξύ των διαδίκων, όπως εμμέσως προκύπτει από το περιεχόμενό της παρά την έλλειψη σχετικής αναφοράς, προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία της, παραβιάζοντας με τη σχετική κρίση της, τόσο τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όσο και τις διατάξεις του άρθρου 164 ΑΚ, του άρθρου 648 ΑΚ και του άρθρου 2 παρ. 4 εδάφιο τελευταίο της ΠΥΣ 6/2012 και τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, με το να κρίνει ότι η εν λόγω σύμβαση δήθεν δεν είναι τροποποιητική της από 16-3-2009 σύμβασης εργασίας άλλως ότι αυτή δεν επιφέρει τροποποίηση ως προς τα επίδικα επιδόματα, αφού το ερμηνευτικό της πόρισμα δεν είναι σύμφωνο με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη βάσει των συμφερόντων των μερών, το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις συγκεκριμένες περιστάσεις, β) σε κάθε περίπτωση, όλως επικουρικά, η αναιρεσιβαλλομένη έσφαλλε, διότι ενώ διαπίστωσε κενό, άλλως ασάφεια στην επίδικη από 15-10-2013 σύμβαση, παρέλειψε να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, στους οποίους αν είχε προσφύγει και τους είχε ορθώς ερμηνεύσει και εφαρμόσει θα είχε καταλήξει στην ορθή κρίση ότι η υπό κρίση σύμβαση συνιστά τροποποιητική της από 16-3-2009 σύμβασης εργασίας, ή/και τροποποιητική ως προς τα επιδόματα και ότι δι' αυτής τέθηκαν εκποδών οι διατάξεις της καταγγελθείσας ΔΑ 37/2010, που προέβλεπαν τα επίδικα επιδόματα προϋπηρεσίας και τέκνων, απορρίπτοντας τα σχετικά αγωγικά κονδύλια και γ) επικουρικά προς τα ανωτέρω, αν ήθελε θεωρηθεί ότι η επίδικη σύμβαση ήταν σαφής κατά περιεχόμενο και δεν έχρηζε ερμηνείας από το δικαστήριο της ουσίας είτε δια των άρθρων 173 και 200 ΑΚ είτε δι' οιασδήποτε άλλης διάταξης και πάλι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 164 και 648 ΑΚ και του άρθρου 2 παρ. 4 εδάφιο τελευταίο της ΠΥΣ 6/2012 (και ενδεχομένως και των άρθρων 173 και 200 ΑΚ) και τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στους κανόνες δικαίου με το να κρίνει ότι η εν λόγω σύμβαση δήθεν δεν είναι τροποποιητική της από 16-3-2009 σύμβασης εργασίας, άλλως ότι δήθεν δεν είναι τροποποιητική ως προς τα επίδικα επιδόματα και ότι δι' αυτής διατηρούνταν τα επίδικα επιδόματα προϋπηρεσίας και τέκνων, άλλως ότι δήθεν ήταν απλώς επαναληπτική των όρων της από 16-3-2009 σύμβασης εργασίας, εσφαλμένως στηρίζοντας την ερμηνεία της στα εξής στοιχεία:

α) στην μη αναφορά της λέξης "τροποποίησης" στην εν λόγω σύμβαση, β) στη δήθεν επανάληψη των μισθολογικών όρων της αρχικής σύμβασης "χωρίς αυτοί ουσιαστικά να μεταβάλλονται", γ) στη μη αναφορά στην εν λόγω σύμβαση ότι οι σχετικοί με τα επιδόματα όροι αποκλείονται ή περιορίζονται και δ) στη μη απόδειξη εκ μέρους της (αναιρεσίουσας) της "συμβατικής προσβολής" των όρων αυτών, αν και κατ' ορθή και σύμφωνη με τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ ερμηνεία της από 15-10-2013 έγγραφης συμφωνίας και ορθή εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής πρόκειται για μεταγενέστερη συμφωνία τροποποιητική της αρχικής από 16-3-2009 σύμβασης εργασίας.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, καθόσον δεν εκτίθεται σ' αυτόν, όπως θα έπρεπε, το πλήρες περιεχόμενο της από 15-10-2013 σύμβασης, η οποία κατά την άποψη της αναιρεσείουσας ερμηνεύτηκε εσφαλμένα από την προσβαλλομένη απόφαση, ότι συνιστούσε επανάληψη της από 16-3-2009 ατομικής σύμβασης του αναιρεσιβλήτου και όχι τροποποιητική αυτής.

Σε κάθε περίπτωση, ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, καθότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες αρχικά παραδοχές του, δεν δέχθηκε, ούτε και εμμέσως, τη συνδρομή κενού ή ασάφειας στην ανωτέρω από 15-10-2013 σύμβαση, σχετικά με το αν αυτή ήταν τροποποιητική της από 16-3-2009 ατομικής σύμβασης ή απλά επαναληπτική αυτής, και ορθά δεν προσέφυγε στην εφαρμογή των γενικών ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, που δεν ήταν εφαρμοστέοι στη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά προέβη απλώς στον ορθό νομικό χαρακτηρισμό αυτής, με βάση τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα ως άνω περιστατικά.

Οι αναφερόμενες δε κατά τη θεμελίωση του ερευνόμενου λόγου αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, ότι δηλαδή, το γεγονός ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση διαπίστωσε κενό και προέβη σε ερμηνεία της σύμβασης, προκύπτει από την κρίση του Εφετείου ότι, "...πέραν του ότι το ίδιο το κείμενο της επικαλούμενης και προσκομιζόμενης, υπογεγραμμένης εκ μέρους του ενάγοντα-εφεσιβλήτου-εκκαλούντα, από 15-10-20013 σύμβασης δεν διαλαμβάνει αντίστοιχο όρο (για τροποποίηση, δηλαδή της αρχικής σύμβασης), σ' αυτό επαναλαμβάνονται απλώς οι μισθολογικοί όροι που ίσχυαν μέχρι τότε, χωρίς αυτοί ουσιαστικά να μεταβάλλονται, είτε αποκλείοντας, είτε περιορίζοντας την απόληψη απ' αυτόν των ισχυόντων ως άνω επιδομάτων", όπως προκύπτει από τις εκτεθείσες αρχικά εν συνόλω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, αφορούν την υπό του Εφετείου εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου της από 15-10-2013 σύμβασης, σχετικά με τον υπ' αυτής (αναιρεσείουσας) προβληθέντα ισχυρισμό περί τροποποίησης της από 16/3/2009 ατομικής σύμβασης εργασίας του αναιρεσιβλήτου, ώστε στις μηνιαίες αποδοχές αυτού να μην περιλαμβάνονται πλέον τα προαναφερόμενα επιδόματα και δεν συνέχονται ούτε σχετίζονται με την προβαλλόμενη δήθεν εσφαλμένη ερμηνεία της σύμβασης.

Επί πλέον, και σε κάθε περίπτωση, οι διαλαμβανόμενες στον ως άνω αναιρετικό λόγο περαιτέρω αιτιάσεις, σχετικά με την, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, ερμηνεία και το νόημα της ως άνω σύμβασης, αλλά και την αληθή βούληση των συμβληθέντων μερών, πλήττουν, υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικής πλημμέλειας, την επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ως προς το σαφές περιεχόμενο της σύμβασης αυτής και συνακόλουθα ως προς τη μη συνδρομή κενού ή ασάφειας, και επομένως, κατά το μέρος αυτό είναι απαράδεκτες.

Προϋπόθεση για τη θεμελίωση της κατά του εργοδότη αξίωσης προς καταβολή επιδόματος προϋπηρεσίας, την οποία παρέσχε ο μισθωτός σε άλλoυς εργοδότες σε καθήκοντα συναφή και ομότιμα, είναι η γνωστοποίηση σε αυτόν της εν λόγω προϋπηρεσίας και της χρονικής της διάρκειας. Ενιαία ρύθμιση για τον τρόπο απόδειξης της προϋπηρεσίας αυτής, καθώς και για τον χρόνο της γνωστοποίησης δεν υπάρχει.

Συνεπώς, η προϋπηρεσία αναγνωρίζεται, σύμφωνα με τις ειδικότερες προϋποθέσεις που θέτουν οι διάφορες ΣΣΕ και ΔΑ ( ΑΠ 1238/2014, ΑΠ 1326/1998, ΑΠ 225/1990). Σύμφωνα με το άρθρο 2 της ΔΑ 37/2010 για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών πάσης φύσεως φορτηγών κ.λπ. αυτοκινήτων που απασχολούνται σε οιονδήποτε εργοδότη της χώρας, που κηρύχτηκε υποχρεωτική για όλους τους εργαζόμενους του επαγγέλματος στον κλάδο που αυτή αφορά με την ΥΑ 11327/673/2011 (ΦΕΚ Β 1449/17-6-2011) και έναρξη ισχύος από 1-1-2010, "Ο βασικός μηνιαίος μισθός των υπαγομένων στην παρούσα εργαζομένων, όπως είχε διαμορφωθεί στις 31-12-2009 με βάση το άρθρο 2 της ΔΑ 11/2009 (ΠΚ 5/27-5-2009), εξακολουθεί να καταβάλλεται.".

Με το άρθρο 4 της ίδιας ΔΑ με τον τίτλο "Διατήρηση συλλογικών ρυθμίσεων" ορίζονται τα εξής: "Κατά τα λοιπά εξακολουθούν να ισχύουν όλοι οι λοιποί όροι των προηγούμενων ομοίων συλλογικών ρυθμίσεων, εφόσον δεν τροποποιούνται με την παρούσα.". Εξάλλου, με το άρθρο 2 της ΔΑ 11/2009 για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών των πάσης φύσεως φορτηγών κλπ αυτοκινήτων που απασχολούνται σε οποιονδήποτε εργοδότη όλης της χώρας, που κηρύχτηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 22074/1783/3-7-2009 (ΦΕΚ Β 1431/17-7-2009) και έναρξη ισχύος από 25-7-2009 καθορίστηκε ο βασικός μισθός των υπαγομένων σ' αυτή εργαζομένων, για το χρονικό διάστημα από 1-7-2009 και μετά, στο ποσό των 973 ευρώ.

Με το άρθρο δε 5 της ίδιας ΔΑ με τον τίτλο "Διατήρηση συλλογικών ρυθμίσεων" ορίζονται τα εξής: "Κατά τα λοιπά εξακολουθούν να ισχύουν οι όροι των προηγούμενων Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας και των Διαιτητικών Αποφάσεων που δεν τροποποιούνται με την παρούσα, καθώς και οι θεσμικές ρυθμίσεις των Εθνικών Γενικών Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας".

Περαιτέρω, με το άρθρο 5 της ΔΑ 20/2004 για τη ρύθμιση των όρων αμοιβής και εργασίας των οδηγών των πάσης φύσεως φορτηγών κλπ αυτοκινήτων, που απασχολούνται σε οποιοδήποτε εργοδότη όλης της χώρας, που κηρύχτηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 12435/28-7-2004 (ΦΕΚ Β 1294/24-8-2004) και έναρξη ισχύος από 14-7-2004, το οποίο εξακολούθησε να ισχύει κατά τα ανωτέρω και μετά την ισχύ των ΔΑ 11/2009 και 37/2010, ορίζονται τα χορηγούμενα επιδόματα στους παραπάνω μισθωτούς, τα οποία διακρίνονται σε ποσοστιαία επιδόματα και επιδόματα σε ευρώ.

Ποσοστιαία επιδόματα είναι: το επίδομα γάμου, τέκνων και το επίδομα χρόνου υπηρεσίας σε οποιονδήποτε εργοδότη το οποίο υπολογίζεται, ως ποσοστό του βασικού μισθού, ανάλογα με τα έτη υπηρεσίας - προϋπηρεσίας του μισθωτού, ως ακολούθως: "Α2. Επίδοµα Παιδιών, σε ποσοστό 5% για κάθε παιδί και ανεξαρτήτως αριθµού παιδιών, χορηγούµενο κατά τα λοιπά µε τις προϋποθέσεις που ορίζουν οι προηγούµενες όµοιες ρυθµίσεις για τους υπαγόµενους στην παρούσα µισθωτούς.

Α3. Επίδοµα Χρόνου υπηρεσίας σε οποιονδήποτε εργοδότη, το οποίο υπολογίζεται, ως ποσοστό του βασικού µισθού, ανάλογα µε τα έτη υπηρεσίας/προϋπηρεσίας του µισθωτού, ως ακολούθως: 6% για όσους έχουν συμπληρώσει ένα (1) χρόνο υπηρεσίας/προϋπηρεσίας, 10% για όσους έχουν συμπληρώσει τρία (3) χρόνια, 13% για όσους έχουν συμπληρώσει έξι (6) χρόνια, 16% για όσους έχουν συμπληρώσει εννιά (9) χρόνια, 18% για όσους έχουν συμπληρώσει δώδεκα χρόνια, 22% για όσους έχουν συμπληρώσει δέκα πέντε (15) χρόνια, 25% για όσους έχουν συμπληρώσει δέκα οκτώ (18) χρόνια, 27% για όσους έχουν συμπληρώσει είκοσι ένα (21) χρόνια, 31% για όσους έχουν συμπληρώσει είκοσι τέσσερα (24) χρόνια, 33% για όσους έχουν συμπληρώσει είκοσι επτά (27) χρόνια, 36% για όσους έχουν συμπληρώσει τριάντα (30) χρόνια και 42% για όσους έχουν συμπληρώσει τριάντα τρία (33) χρόνια, υπηρεσίας/ προϋπηρεσίας.

Τα ανωτέρω επιδόματα καταβάλλονται στους δικαιούχους από την πρόσληψή τους, εφόσον αυτοί υποβάλλουν τα σχετικά πιστοποιητικά οικογενειακής κατάστασης και προϋπηρεσίας. Εάν τα εν λόγω πιστοποιητικά δεν επιδοθούν στον εργοδότη μέχρι το τέλος του πρώτου μηνός εργασίας τους, η καταβολή του επιδόματος αρχίζει από την πρώτη του μηνός που έπεται της υποβολής των οικείων πιστοποιητικών.

Και Β14. Επίδοµα Πολυετούς Υπηρεσίας στον Ίδιο Εργοδότη "Στους οδηγούς αυτοκινήτων που υπάγονται στην παρούσα, οποιουδήποτε τύπου και ωφελίµου φορτίου, χορηγείται από την 1-1-2004 επίδοµα πολυετούς υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη ως εξής: i. 10,00 ευρώ για όσους έχουν συµπληρώσει δύο (2) χρόνια εργασίας στον ίδιο εργοδότη.

Το επίδοµα αυτό αυξάνεται σε 20,00 ευρώ για όσους από τους παραπάνω µισθωτούς έχουν συµπληρώσει συνολική εργασία, στον ίδιο και σε άλλους εργοδότες, πάνω από τριάντα (30) χρόνια. ii.

40,00 ευρώ για όσους έχουν συµπληρώσει πέντε (5) χρόνια εργασίας στον ίδιο εργοδότη. Το επίδοµα αυτό αυξάνεται σε 50,00 ευρώ για όσους από τους παραπάνω µισθωτούς έχουν συνολική υπηρεσία σε οποιονδήποτε εργοδότη πάνω από είκοσι (20) χρόνια και σε 70,00 ευρώ για όσους έχουν συµπληρώσει τριάντα χρόνια συνολικής εργασίας, στον ίδιο και σε άλλους εργοδότες...".

Από την πιο πάνω ρύθμιση που αναφέρεται στο επίδομα χρόνου υπηρεσίας σε οποιονδήποτε εργοδότη προκύπτει ότι, εάν δεν πρόκειται για προϋπηρεσία στον ίδιο εργοδότη οπότε ο τελευταίος οφείλει οίκοθεν να καταβάλλει το νόμιμο μισθό της αντίστοιχης μισθολογικής κλίμακας με βάση την προϋπηρεσία, η καταβολή αρχίζει από την κατά τα παραπάνω υποβολή στον εργοδότη κάποιου εκ των ως άνω προβλεπομένων πιστοποιητικών προϋπηρεσίας.(ΑΠ 80/2013).

Ο τύπος αυτός απόδειξης της προϋπηρεσίας αποσκοπεί να καθιερώσει ασφαλή τρόπο γνώσης αυτής από τον εργοδότη και κατά συνέπεια δεν απαιτείται η τήρησή του εάν η προϋπηρεσία ήταν γνωστή στον εργοδότη ή εάν συνομολογείται από αυτόν, ενώ εξάλλου δεν αποκλείεται η απόδειξη της γνώσης του εργοδότη με οποιονδήποτε τρόπο.(ΑΠ 235/2015, ΑΠ 80/2013, ΑΠ 1822/2011, σχετ.

ΑΠ 1238/2014).Τα ανωτέρω ισχύουν αναλόγως και για την προς τον εργοδότη γνωστοποίηση της οικογενειακής κατάστασης του μισθωτού. (ΑΠ 80/2013). Ο προβλεπόμενος με τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, μετά την κατάργηση της δεύτερης περίπτωσης, που προέβλεπε τη δυνατότητα αναίρεσης, αν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά "χωρίς να διατάξει περί αυτών απόδειξη", με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, όπως και μετά την κατάργηση της διάταξης του άρθρου 341 ΚΠολΔ για τη δυνατότητα έκδοσης προδικαστικής απόφασης και την εφαρμογή του άρθρου 270 ΚΠολΔ σε όλες τις υποθέσεις, με το άρθρο 14 παρ. 1 του ίδιου νόμου, έχει περιορισμένη εφαρμογή στην περίπτωση που "το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη", δηλαδή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσαχθεί καμιά απόδειξη (ΑΠ 1083/2023, ΑΠ 15/2020, ΑΠ 104/2014, ΑΠ 273/2011).

Ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ.20 ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρίσιμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ' αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης του.

Αντίθετα, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου, αλλά αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ' αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1516/2023, ΑΠ 816/2022, ΑΠ 957/2021, ΑΠ 262/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δέχτηκε τα εξής: "Από την επανεκτίμηση της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρος απόδειξης, που εξετάστηκε με την επιμέλεια του ενάγοντα - εφεσίβλητου -εκκαλούντα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όπως αυτή περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες υπ' αριθμ. ...

ένορκες βεβαιώσεις των Δ. Τ. και Ν. Σ., αντιστοίχως, οι οποίοι εξετάστηκαν με την επιμέλεια του ίδιου, ως άνω διαδίκου (ενάγοντα- εφεσίβλητου-εκκαλούντα) ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, οι οποίες (ένορκες βεβαιώσεις) θα ληφθούν υπόψη διότι πληρούν τις προϋποθέσεις των άρθρων 421 και 422 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται πλέον ενιαία, τόσο στην τακτική, όσο και στις ειδικές διαδικασίες, κατά παραπομπή του άρθρου 591 παρ. 1 του ΚΠολΔ (που εφαρμόζονται, λόγω του χρόνου λήψης τους, αφού μετά το ν. 4335/2015 απαλείφθηκαν οι ειδικές διατάξεις των άρθρων 650 παρ. 1 και 671 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθόσον αποδεικνύεται ότι αυτές ελήφθησαν κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της εναγόμενης - εκκαλούσας - εφεσίβλητης προ δύο (2) εργάσιμων ημερών, δυνάμει της από 5.4.2019 κλήσης της πληρεξούσιας δικηγόρου του ενάγοντα - εφεσίβλητου - εκκαλούντα, που έχει τα υποχρεωτικά κατά νόμο στοιχεία, όπως αυτά προβλέπονται από τις προπαρατεθείσες διατάξεις και η οποία επιδόθηκε στην αντίδικό του δυνάμει της επικαλούμενης και προσκομιζόμενης υπ' αριθμ. ...

έκθεσης επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Δ. Κ., από την επίσης επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση της Α. Δ., η οποία εξετάστηκε με την επιμέλεια της εναγόμενης-εκκαλούσας-εφεσίβλητης εταιρείας ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Κ. Σ., που λαμβάνεται υπόψη, διότι πληροί τις προϋποθέσεις των άρθρων 421 και 422 του ΚΠολΔ, καθόσον πραγματοποιήθηκε κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του ενάγοντα - εφεσίβλητου - εκκαλούντα, δυνάμει της από 8.4.2019 κλήσης αυτής (εναγόμενης - εκκαλούσας - εφεσίβλητης), που περιέχει τα υποχρεωτικά κατά νόμο στοιχεία, όπως αυτά προβλέπονται από τις προπαρατεθείσες διατάξεις και η οποία επιδόθηκε στον ενάγοντα - εφεσίβλητο - εκκαλούντα δυνάμει της επικαλούμενης και προσκομιζόμενης υπ' αριθμ. ...

έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Α. Π. καθώς και από όλα τα υπόλοιπα ανεξαιρέτως έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις τους και νομίμως προσκομίζουν, έστω κι αν δεν πληρούν τους όρους του νόμου (...), για μερικά από τα οποία γίνεται παρακάτω ιδιαίτερη μνεία, χωρίς, πάντως, να παραλείπεται κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, αποδείχτηκαν τα ακόλουθα:

Η εναγόμενη - εκκαλούσα - εφεσίβλητη, ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... Ο.Ε." και με τον διακριτικό τίτλο "...", λειτουργεί βιοτεχνική επιχείρηση κατασκευής και πώλησης χαρτοκιβωτίων για τρόφιμα. Ο ενάγων - εφεσίβλητος - εκκαλών είναι επαγγελματίας οδηγός φορτηγών αυτοκινήτων, κάτοχος άδειας οδήγησης κατηγορίας Β (επιβατικών φορτηγών αυτοκινήτων έως 3.500 κιλών μικτού βάρους), κατηγορίας C (φορτηγών αυτοκινήτων από 3.501 κιλά έως και το μέγιστο επιτρεπόμενο βάρος, με δυνατότητα έλξης ρυμουλκούμενου έως 750 κιλά), κατηγορίας ΒΕ (συζευγμένων οχημάτων) καθώς και κατηγορίας CΕ (για νταλίκες φορτηγά - συρμούς ή αρθρωτά οχήματα).

Μέχρι την πρόσληψή του από την εναγόμενη - εκκαλούσα - εφεσίβλητη εταιρεία ο εν λόγω διάδικος (ενάγων- εφεσίβλητος - εκκαλών) εργαζόταν ως οδηγός για λογαριασμό της εταιρείας ... AE από το έτος 2006 (όπως προκύπτει από: 1. την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη βεβαίωση αποδοχών της εταιρείας ... ΑΕ Ανώνυμη Εμπορική Αθλητική Εταιρεία καθώς και από τις επίσης επικαλούμενες και προσκομιζόμενες 2.

βεβαιώσεις εργοδότη της αυτής ως άνω εταιρείας των μισθολογικών περιόδων 10, 11 και 12/2008 και 1 και 2/2009) και συγκεκριμένα από τις 22.11.2006, όπως ο εν λόγω διάδικος διευκρίνισε. Επιπλέον, ο ενάγων - εφεσίβλητος - εκκαλών είναι έγγαμος από τις 30.9.2008 και από τον γάμο του έχει αποκτήσει τέσσερα παιδιά, την Μ.- Ε. Π., που γεννήθηκε την 6.12.2008, τον Γ.

Π., που γεννήθηκε στις 25.7.2012, την Β. Ε. Π., που γεννήθηκε στις 25.1.2014 και την Ε. - Ε. Π., που γεννήθηκε την 5.5.2016 (όπως προκύπτει από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δημάρχου Σπάτων - Αρτέμιδος). Ο εν λόγω διάδικος προσλήφθηκε από την εναγόμενη - εκκαλούσα - εφεσίβλητη εταιρεία στις 16.3.2009 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί για λογαριασμό της ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου ιδιοκτησίας της, υπαγόμενος στις εκάστοτε ισχύουσες συλλογικές ρυθμίσεις για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών των πάσης φύσεως φορτηγών κ.λ.π.

αυτοκινήτων που απασχολούνται σε οποιονδήποτε εργοδότη όλης της χώρας. Οι μηνιαίες αποδοχές που του καταβάλλονταν καθ' όλη την διάρκεια της λειτουργίας της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης εργασίας ανέρχονταν στο ποσό των 1.071,49 ευρώ. Σύμφωνα με την Διαιτητική Απόφαση 20/2004 (Π.Κ. Υπ. Απασχ. 11/14.7.2004) τα συνδεόμενα με την προϋπηρεσία καθώς και με την οικογενειακή κατάσταση επιδόματα (προϋπηρεσίας και τέκνων, αντιστοίχως, δηλαδή) καταβάλλονται στους δικαιούχους από την πρόσληψή τους, εφ' όσον αυτοί υποβάλουν τα σχετικά πιστοποιητικά οικογένειας και προϋπηρεσίας.

Εάν τα εν λόγω πιστοποιητικά δεν επιδοθούν στον εργοδότη μέχρι το τέλος του πρώτου μηνός εργασίας τους, η καταβολή των επιδομάτων αρχίζει από την πρώτη του μηνός που έπεται της υποβολής των οικείων πιστοποιητικών. Από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από ίδιας ημερομηνίας (16.3.2009) αναγγελία του ν.δ/τος 2656/53 και 763/70, που υποβλήθηκε στον Ο.Α.Ε.Δ.

προκύπτει ότι ο ενάγων - εφεσίβλητος - εκκαλών κατά την πρόσληψή του ήδη γνωστοποίησε στην εργοδότρια ότι δεν αναλάμβανε για πρώτη φορά εργασία σαν μισθωτός, ενώ στο ίδιο έγγραφο σημειωνόταν ότι επρόκειτο για έγγαμο με ένα (1), τότε, παιδί, συνυποβάλλοντας έκτοτε τα σχετικά αποδεικτικά (οικογενειακής κατάστασης και προϋπηρεσίας), δεδομένου ότι, κατόπιν των ανωτέρω δηλώσεών του, ο εν λόγω διάδικος δεν είχε κανέναν λόγο να μην προσκομίσει συγχρόνως τα συναφή ως άνω έγγραφα, όπως αβασίμως η εναγόμενη - εκκαλούσα - εφεσίβλητη υποστηρίζει, εφόσον αυτά (έγγραφα) μόνον όφελος θα του προσπόριζαν, επαυξάνοντας, αντιστοίχως, τις τακτικές μηνιαίες αποδοχές του.

Από τα ίδια δε ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε περαιτέρω ότι, κατά το διάστημα που λειτούργησε η μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσα ως άνω σύμβαση εργασίας, η εναγόμενη -εκκαλούσα-εφεσίβλητη εταιρεία γνώριζε τις ανωτέρω μεταβολές της οικογενειακής κατάστασης του ενάγοντα - εφεσίβλητου - εκκαλούντα, καθώς, εκτός του ότι ο τελευταίος λάμβανε άδειες από την εργασία του, επ' αφορμής των γεννήσεων των παιδιών του, ο εν λόγω διάδικος που τις γιόρταζε προσφέροντας κάθε φορά γλυκά στους συναδέλφους και στους προϊσταμένους του, όπως συνηθίζεται στις περιπτώσεις αυτές, για τον ίδιο, ως άνω, λόγο (προσβλέποντας, δηλαδή, στην αύξηση των μηνιαίων αποδοχών του) προσκόμιζε παράλληλα στους αρμόδιους υπαλλήλους της πρώτης αντίγραφα των οικείων ληξιαρχικών πράξεων (γεννήσεων).

Πέραν δε της κατάθεσης των παραπάνω εγγράφων, για την απόδειξη της προϋπηρεσίας των μισθωτών της ειδικότητας του ενάγοντα - εφεσίβλητου - εκκαλούντα, η προαναφερόμενη Δ.Α. 20/2004 δεν προβλέπει άλλες διατυπώσεις για την καταβολή των αντίστοιχων επιδομάτων και συγκεκριμένα την σύγχρονη παράδοση σ' αυτόν από την εναγόμενη-εκκαλούσα-εφεσίβλητη εγγράφου, που να βεβαιώνει ότι στην τελευταία υποβλήθηκαν πράγματι τα πιστοποιητικά προϋπηρεσίας και οικογενειακής κατάστασης, όπως αβασίμως η τελευταία ισχυρίστηκε.

Ενόψει δε των όσων αποκλειστικώς προβλέπονται από την προπαρατεθείσα Δ.Α. 20/2004 σχετικά με την απόδειξη της προϋπηρεσίας και της οικογενειακής κατάστασης, τα όσα κατά τα λοιπά κατέθεσαν συναφώς οι μάρτυρες που εξετάστηκαν με την επιμέλεια του ενάγοντα - εφεσίβλητου - εκκαλούντα, αναφορικά δηλαδή με προϋπηρεσία αυτού πριν το έτος 2006, δεν ασκούν επιρροή, καθώς δεν επιβεβαιώνονται κατ' άλλο ασφαλή τρόπο, αφού, εκτός των προαναφερόμενων εγγράφων, ο ενάγων - εφεσίβλητος - εκκαλών ούτε επικαλέστηκε αλλά ούτε και προσκόμισε άλλα (έγγραφα) (όπως, ενδεικτικώς, ασφαλιστικό βιβλιάριο, βεβαιώσεις άλλων - πέραν της προαναφερόμενης εταιρείας - εργοδοτών, υπεύθυνης δήλωσης αυτού) τα οποία να παρέδωσε στην εναγόμενη - εκκαλούσα - εφεσίβλητη και από τα οποία να προκύπτει ότι αυτός είχε προϋπηρεσία στην ίδια ειδικότητα πριν από το έτος 2006 και συγκεκριμένα από το έτος 2003, όπως αβασίμως ο εν λόγω διάδικος ισχυρίστηκε με την αγωγή του.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που έκρινε ότι δεν προέκυψε ότι ο ενάγων - εφεσίβλητος - εκκαλών είχε προϋπηρεσία σε άλλον εργοδότη, έσφαλε, κατά μερική παραδοχή του πρώτου λόγου της δεύτερης έφεσης αυτού....". Με βάση τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο, δεχόμενο ότι ο ενάγων ελάμβανε μικρότερες αποδοχές από αυτές που έπρεπε να λαμβάνει, ακολούθως υπολόγισε τις αποδοχές που όφειλε να καταβάλει η εναγομένη στον ενάγοντα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2013 έως 31-1-2018 συνυπολογίζοντας επίδομα τέκνων 5% και για κάθε ένα από τα τρία τέκνα, που απέκτησε από 25-7-2012 και μετά, καθώς και επίδομα προϋπηρεσίας σε άλλον εργοδότη από 26-11-2006 μέχρι την πρόσληψή του στην εναγομένη και στη συνέχεια επιδίκασε στον ενάγοντα τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά για διαφορές αποδοχών του επιδίκου χρονικού διαστήματος, κατ' αποδοχή σχετικού λόγου της έφεσης του ενάγοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της ΔΑ 20/2004 τις οποίες παραβίασε και εκ πλαγίου, κατά το μέρος που δέχτηκε ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται επίδομα προϋπηρεσίας σε άλλο εργοδότη και επίδομα τέκνων για τα επί πλέον τρία τέκνα, που απέκτησε από την πρόσληψή του και μετά, αφού ουδόλως αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, πότε αυτός υπέβαλλε στην εναγομένη τα αποδεικτικά της προϋπηρεσίας του σε άλλον εργοδότη και τα της οικογενειακής του κατάστασης έγγραφα, αναγκαία, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, προϋπόθεση για την αναγνώριση και καταβολή, από την πρώτη του επόμενου μήνα υποβολής αυτών και μετά, των ως άνω επιδομάτων, διαλαμβάνοντας επί πλέον ανεπαρκή και ενδοιαστική αιτιολογία δεχόμενο ότι ο ενάγων, "...από την πρόσληψη του και μετά συνυπέβαλλε τα σχετικά έγγραφα καθόσον δεν είχε κανένα λόγο να μην τα προσκομίσει, εφόσον μόνο όφελος θα του προσπόριζαν" και ότι ο ενάγων γνωστοποίησε στην αναιρεσείουσα εργοδότριά του και αυτή γνώριζε την ως άνω προϋπηρεσία, καθώς και την οικογενειακή του κατάσταση, και ότι, ως προς την τελευταία, για τη γνώση της εναγομένης αρκούσε ότι ο ενάγων ελάμβανε άδειες από την εργασία του επ' ευκαιρία των γεννήσεων των τέκνων του και κάθε φορά μοίραζε γλυκά στους συναδέλφους και του προϊσταμένους του, προσκομίζοντας στους αρμόδιους υπαλλήλους της εναγομένης αντίγραφα των οικείων ληξιαρχικών πράξεων, χωρίς όμως να προσδιορίζονται τα έγγραφα αυτά και ο χρόνος υποβολής τους στους αρμόδιους υπαλλήλους της, ενόψει ότι δεν υφίσταται σχετική παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η εναγομένη συνομολογούσε τα ως άνω περιστατικά και συνεπώς δεν ήταν αναγκαία η ως άνω γνωστοποίηση.

Επομένως ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. κατά το μέρος που αναφέρεται στα πιο πάνω επιδόματα (προϋπηρεσίας σε άλλο εργοδότη και τέκνων) είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Ο ίδιος λόγος της αίτησης αναίρεσης, ως προς τις επικαλούμενες πλημμέλειες από τους αριθμούς 10 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις οποίες η αναιρεσείουσα προβάλλει τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο με τις προαναφερθείσες παραδοχές του, ως προς τα ως άνω ζητήματα, α) παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και β) παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό και συγκεκριμένα εσφαλμένα ανέγνωσε 1) την από 28-2-2009 βεβαίωση αποδοχών της εταιρείας ...

AE, και 2) τις τρεις βεβαιώσεις εργοδότη της ίδια εταιρείας των μισθολογικών περιόδων 10, 11 και 12/2008 και 1 και 2 του 2009, με αποτέλεσμα να δεχτεί ότι ο ενάγων είχε συνολική προϋπηρεσία πέντε ετών, είναι αβάσιμος. Ειδικότερα, α) ως προς την πρώτη αιτίαση, ο λόγος αυτός κρίνεται αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, αφού, από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το αποδεικτικό πόρισμα αυτής διαμορφώθηκε με βάση τις αναφερόμενες και προσκομισθείσες από τους διαδίκους αποδείξεις, μη δυνάμενη να θεμελιώσει τον προβαλλόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο (ούτε), η κατ' εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και εσφαλμένη, δικαστική κρίση, αφού η τελευταία, ως αναφερομένη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (πραγμάτων) είναι ανέλεγκτη αναιρετικά, κατ' άρθρο 561 παρ.1, ο δε λόγος αυτός ερείδεται επί αιτιάσεων που στο σύνολο τους αφορούν εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, β) ως προς τη δεύτερη αιτίαση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, από την επιτρεπτή επισκόπηση, κατ' άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ, της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων, αλλά αξιολογώντας τα περιστατικά που περιέχονται στα έγγραφα αυτά, μαζί με τα λοιπά έγγραφα και αποδεικτικά μέσα, συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από αυτό που θεωρεί η αναιρεσείουσα ορθό, οι δε προβαλλόμενες αιτιάσεις αφορούν εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχεται αναιρετικά (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατ' ακολουθία αυτών, πρέπει η υπό κρίση αίτηση να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με αριθμό 1916/12-4-2022, κατά το μέρος που αφορά τους πρώτο και τέταρτο λόγους της αίτησης αναίρεσης και ειδικότερα τα ποσά που επιδικάσθηκαν για επίδομα ανθυγιεινής εργασίας επίδομα προϋπηρεσίας σε άλλον εργοδότη επίδομα τέκνων για τα τρία επιπλέον τέκνα που απέκτησε από την πρόσληψή του και μετά όπως αναλύθηκαν ανωτέρω και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ). Τέλος η δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφιστεί μεταξύ των διαδίκων (άρθρα 178 παρ. 1, 179 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1916/12-4-2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως.

Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2023.

Η ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης καθώς και της αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ