Legislator Case Law & Legislation
590/2022 AI generated

Supreme Court annuls appeal court decision for lack of legal basis regarding abuse of right under Article 281 of the Civil Code.

Case Number 590/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Third-instance Court of Thessaloniki's final judgment of 2017, which had dismissed the plaintiff's claim for damages. The lower court rejected the claim without providing sufficient reasoning to justify its application of Article 281 of the Civil Code regarding the abuse of right. Consequently, the Supreme Court found the appeal admissible and ordered the case to be remitted to the same court for retrial with a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 281, 559, 577 of the Civil Procedure Code; The exercise of a legal right constitutes an abuse when it exceeds the limits of good faith, social or economic purpose, and the court must provide clear and adequate reasoning to establish such abuse.

Keywords

AI generated
abuse of right Article 281 Civil Code lack of legal basis annulment of judgment remittal for retrial good faith principle economic purpose

Cited Legislation

AI generated
Article 281 of the Civil Code
Article 552 of the Civil Procedure Code
Article 553 of the Civil Procedure Code
Article 556 of the Civil Procedure Code
Article 558 of the Civil Procedure Code
Article 564 of the Civil Procedure Code
Article 566 of the Civil Procedure Code
Article 577 of the Civil Procedure Code
Article 580 of the Civil Procedure Code
Article 495 of the Civil Procedure Code
Article 176 of the Civil Procedure Code
Article 183 of the Civil Procedure Code
Article 191 of the Civil Procedure Code
Article 559 of the Civil Procedure Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 590 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 590/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γ. Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα - Εισηγητή, Αναστασία Μουζάκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Μαρτίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Βέροια και εκπροσωπείται νόμιμα, τελούσας υπό εκκαθάριση, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γ. Διαμαντόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Φ. του Ε., 2) Α. Κ. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Αλέξανδρο Κ. και Φωτεινή Μαμαλούγκα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/11/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 61/ΤΠ/2009 μη οριστική και 175/ΤΠ/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 1562/2014 μη οριστική και 1826/2017 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11/1/2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 1826/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή η από 11-11-2011 και με αριθμό κατάθεσης 4281/2011 έφεση των αναιρεσίβλητων, κατά της με αριθμό 175/2011 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, η οποία είχε κάνει δεκτή την από 1-11-2006 και με αριθμό κατάθεσης 4819/ΤΠ/385/20-11-2006 αγωγή της αναιρεσείουσας και είχε υποχρεώσει τους αναιρεσίβλητους, ως ευθυνομένους σε αποζημίωση, ένεκα υπαίτιας αδυναμίας παροχής, να καταβάλουν στην ενάγουσα - αναιρεσείουσα, η πρώτη το ποσό των 198.035,08 ευρώ και ο δεύτερος το ποσό των 99.017,54 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και δίκασε την αγωγή, την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ).

ΙΙ. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίσουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως, που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ καιρό, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση, ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσας καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσας για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων.

Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκεί και η επέλευση δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην ελάσσονα του δια την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (Ολ.

ΑΠ 17/1995, ΑΠ 480/2019, ΑΠ 1465/2018, ΑΠ 776/2018).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, συντρέχει όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 25/2004, ΑΠ 275/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου διέλαβε στον ελάσσονα συλλογισμό της, τις ακόλουθες πραγματικές παραδοχές: "... Η ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "..." με μοναδικά μέλη της τους Ν. και Γ. Λαζό, αδέρφια, απέκτησαν αρχικά την κυριότητα με συμβολαιογραφικές πράξεις που μεταγράφηκαν νόμιμα, τα έτη 1978 και 1979, κατά ποσοστό 56,666/256, μίας εδαφικής έκτασης 23.394 τ.μ.

που βρίσκεται στην .... Εκτός όμως των ανωτέρω ποσοστών συγκυριότητας της ενάγουσας στην μείζονα αυτή έκταση, γνωστή ως "...", οι ομόρρυθμοι εταίροι της, έχοντας την πρόθεση να λειτουργήσουν την ενάγουσα εταιρία τους ως ένα "απλό σκεύος - νομικό κέλυφος" όπως επί λέξει η ίδια η ενάγουσα εκθέτει στις προτάσεις της, όπου θα φυλασσόταν με ασφάλεια η περιουσία τους, υπό την έννοια ότι θα αποκτούσαν στο όνομα της εταιρίας περιουσιακά στοιχεία - ακίνητα από τα οποία προσδοκούσαν στο μέλλον να τους αποφέρει η αύξηση της αξίας τους μεγάλα κέρδη, χωρίς ωστόσο τα ακίνητα αυτά να είναι φανερά στους ατομικούς δανειστές τους και θέλοντας να αποφύγουν την καταβολή φόρων για την απόκτησή τους, προσυμφώνησε η ενάγουσα εταιρία και την αγορά ιδανικών μεριδίων επί ενός διαιρετού τμήματος της ανωτέρω μείζονος εκτάσεως, επιφάνειας 9.795,31 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." και συνορεύει με την οδό ..., με ανώνυμη οδό, με έκταση φερόμενη ως εκποιηθείσα από ..., με παλαιά οδό ...

και με υπόλοιπο τμήμα του μείζονος οικοπέδου, όπως αυτή η έκταση εμφαίνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα του Τεχνολόγου Πολιτικού μηχανικού, που συνοδεύει το με αριθμό .../1984 προσύμφωνο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Βέροιας Χ. Παπαχρυσάνθου, και με στοιχεία .... Έτσι με τρία προσύμφωνα η ενάγουσα αγόρασε από τρεις πωλητές μεταξύ των οποίων και ο δικαιοπάροχος των εναγομένων, ποσοστό 113/256 εξ αδιαιρέτου στη διαιρετή έκταση των 9.795,31 τ.μ.

που αποτελούσε μικρότερο τμήμα της προαναφερόμενης συνολικής έκτασης. Ειδικότερα, αναφορικά με την ένδικη περίπτωση, δυνάμει του υπ' αρ. .../1984 προσυμφώνου του προαναφερόμενου συμβολαιογράφου, ο δικαιοπάροχος των εναγομένων (σύζυγος της πρώτης και πατέρας του δεύτερου) Χ. Κ., υποσχέθηκε να πωλήσει μεταβιβάσει και παραδώσει στην ενάγουσα με οριστικό συμβόλαιο κατά πλήρη κυριότητα νομή και κατοχή, την εξ αδιαιρέτου αναλογία του επί του ανωτέρω διαιρετού τμήματος, ποσοστού 31/256, έναντι τιμήματος 4.345.000 δραχμών.

Επίσης, ο πωλητής, παρέδωσε τη νομή του ιδανικού του μεριδίου στην ενάγουσα, παραχωρώντας της συγχρόνως και το δικαίωμα να καταρτίσει μόνη της το οριστικό συμβόλαιο με αυτοσύμβαση. Εξάλλου, σύμφωνα με την από 22-3-1984 έγγραφη απόδειξη του πωλητή, το τίμημα που ορίστηκε με το προσύμφωνο για την αγοραπωλησία εξοφλήθηκε από την ενάγουσα.

Παρά ταύτα, αν και η ενάγουσα εξόφλησε το τίμημα δεν προχώρησε στην κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου, όπως είχε δικαίωμα χωρίς την σύμπραξη μάλιστα του πωλητή, για τον λόγο ότι, όπως προαναφέρθηκε δεν επιθυμούσε κάτι τέτοιο, καθόσον με την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου, αφενός θα επιβαρυνόταν με φόρους την πληρωμή των οποίων επιθυμούσε να αποφύγει, αφετέρου θα εμφανιζόταν στην μερίδα της στο υποθηκοφυλακείο περιουσιακά στοιχεία διαθέσιμα για την ικανοποίηση γενικά δανειστών των ομορρύθμων εταίρων της, αφού όπως εκθέτει στις προτάσεις της η ίδια η ενάγουσα ουδέποτε δημιούργησε δανειστές, καθόσον ποτέ δεν λειτούργησε ως εμπορική εταιρία, παρά μόνο ως ένα "νομικό κέλυφος" προστασίας των περιουσιακών δικαιωμάτων των εταίρων της, Ν.

και Γ. Λ. και αφορολόγητης επένδυσης των κερδών τους με την αγορά ακινήτων με προσύμφωνα, σε μία περιοχή της Θεσσαλονίκης με διαρκώς αυξανόμενη αξία, και προσδοκώντας κυρίως να αυξηθεί η κερδοφορία των εταίρων της, όχι από την περαιτέρω εκμετάλλευση των συγκεκριμένων ακινήτων, αλλά από την μελλοντική είσπραξη της αποζημίωσης που θα ελάμβανε από τον δικαιούχο πωλητή-κύριο του πωλούμενου ακινήτου, Χ.

Κ., δεδομένου ότι κατά την κατάρτιση του προσυμφώνου η ενάγουσα γνώριζε πως η πωλούμενη έκταση ήταν απαλλοτριωτέα, όπως στην συνέχεια εκτίθεται, και σ' αυτή την αποζημίωση απέβλεπε. Ωστόσο, μέρος του πωληθέντος αυτού ποσοστού εξ αδιαιρέτου και συγκεκριμένα 11,34/256 (που αποτελεί και το επίδικο), στα πλαίσια συμφωνίας με τον Γ.

Κ., δυνάμει του υπ' αρ. .../1979 προσυμφώνου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Τοσουνίδου Καζαντζίδου, ο ως άνω πωλητής Χ. Κ. είχε υποσχεθεί να πωλήσει και στον προαναφερόμενο αδερφό του. Η υπόσχεση αυτή, μεταβίβασης του ως άνω ποσοστού, εκ μέρους του Χ. Κ. στον αδερφό του, έγινε πέντε χρόνια πριν να υποσχεθεί να μεταβιβάσει το ποσοστό αυτό και στην ενάγουσα.

Δηλαδή κατά το χρόνο που καταρτίστηκε η σύμβαση πώλησης μεταξύ της ενάγουσας - αγοράστριας και του δικαιοπαρόχου των εναγομένων - πωλητή, το πωληθέν επίδικο ποσοστό εξ αδιαιρέτου, βαρυνόταν με νομικό ελάττωμα και συγκεκριμένα με ενοχικό δικαίωμα - τρίτου. Ο λόγος για τον οποίο ο πωλητής υποσχέθηκε την πώληση του ποσοστού αυτού και στον αδερφό του ήταν ο εξής:

Ήδη από το έτος 1978, όταν η ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρία ξεκίνησε να επενδύει στην περιοχή "...", αγοράζοντας τμηματικά ποσοστά επί του συνολικού ακινήτου μεταξύ των οποίων και από τους πωλητές Χ. Κ., Κ. Κ. και Γ. Κ., οι τρεις αυτοί πωλητές και συγκύριοι συμφώνησαν μεταξύ τους να πωλεί κάθε φορά ο καθένας δικό του ιδανικό μερίδιο, αλλά το τίμημα να διανέμεται μεταξύ τους κατά την αναλογία των μεριδίων τους επί του ακινήτου.

Η συμφωνία αυτή έγινε προφορικά λόγω του στενού τους συγγενικού δεσμού και της αμοιβαίας εμπιστοσύνης τους. Επειδή όμως καθυστερούσε εξαιρετικά η ενάγουσα να αγοράσει και τα μερίδια των Χ. Κ. και Γ. Κ., ενώ είχε ήδη αγοράσει το μερίδιο του Γ. Κ. πλην όμως το τίμημα μοιράστηκε με τους συγκυρίους του, για την καλύτερη διασφάλιση του ότι θα λάβει και αυτός από το τίμημα των μελλοντικών πωλήσεων των μεριδίων των συγκυρίων του, συμφώνησε με αυτούς να υπογράψουν το υπ' αρ. .../1979 συμβολαιογραφικό προσύμφωνο πώλησης, δυνάμει του οποίου, το ήδη επίδικο ποσοστό των 11,334/256 εξ αδιαιρέτου υποσχέθηκε ο Χ.

Κ. να του το μεταβιβάσει, παρέχοντας του και το δικαίωμα αυτοσύμβασης. Το προσύμφωνο αυτό, που συνιστά και το νομικό ελάττωμα στην επίδικη πώληση καταρτίστηκε όχι με αληθινή πρόθεση πώλησης του ποσοστού στον αδερφό του Χ. Κ., αλλά για την εξασφάλιση του ότι θα εισπράξει και αυτός το τίμημα που θα του αναλογούσε από τις μελλοντικές πωλήσεις ποσοστών επί του ως άνω ακινήτου.

Το γεγονός όμως αυτό, όπως αποδείχθηκε, γνώριζε θετικά η ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρία η οποία στην συνέχεια αγόρασε και η ίδια το συγκεκριμένο ποσοστό από τον Χ. Κ. και η γνώση της αυτή, εκτός των άλλων, αποδεικνύεται ιδίως, τόσο από την υπ' αρ. κατάθεσης 952/1996 αγωγή της, για την οποία γίνεται λόγος στην συνέχεια και όπου επί λέξει ιστορεί το παραπάνω γεγονός, όσο και από την υπό κρίση αγωγή της (υπ' αρ.

κατάθεσης 4819/2006), όπου επί λέξει αναφέρει στους τελευταίους στίχους της 7ης σελίδας "...μοναδικός λόγος σύνταξης του παραπάνω προσυμφώνου ήταν η εξασφάλιση της τήρησης μίας ιδιότυπης συμφωνίας που είχε συνάψει ο δικαιοπάροχος των εναγομένων με τον αδερφό του Γ. Κ.". Όμως, την 31-1-1986 απεβίωσε ο Γ.ς Κ.ς αφήνοντας μοναδική του κληρονόμο την σύζυγο του Μ.

Κ., η οποία με την σειρά της, όπως αποδεικνύεται, εκθέτει δε και στην αγωγή της η ενάγουσα, εκμεταλλευόμενη την μόνιμη απουσία του Χ. Κ. στο εξωτερικό, προέβη στην σύνταξη με αυτοσύμβαση του υπ' αρ. .../1989 οριστικού συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Τοσουνίδου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα και με τον τρόπο αυτό απέκτησε κατά κυριότητα το επίδικο ποσοστό εξ αδιαιρέτου 11,334/256 του συγκεκριμένου οικοπέδου, χωρίς στο μεταξύ, κατά το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα των πέντε ετών από την σύνταξη του προσυμφώνου πώλησης στην ενάγουσα, να προχωρήσει η ίδια, πρώτη στην μεταβίβαση του ποσοστού αυτού στον εαυτό της, όπως και είχε τη δυνατότητα, αφού όπως προαναφέρθηκε δεν επιθυμούσε να καταβάλλει τους φόρους που θα αναλογούσαν ούτε και να διαθέτει εμφανή περιουσία, υπέγγυα στους δανειστές των δύο εταίρων της.

Στην συνέχεια, μετά την, κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, οριστική απώλεια του δικαιώματος της ενάγουσας να αποκτήσει με οριστικό συμβόλαιο την κυριότητα του συγκεκριμένου ποσοστού 11,334/256 επί του ως άνω οικοπέδου (επιδίκου), και επικαλούμενη πλέον ακυρότητα λόγω εικονικότητας του ως άνω προσυμφώνου, με συμβαλλόμενο τον Γ.

Κ., ζήτησε με την υπ' αρ. κατάθεσης 952/10-1-1-1996 αγωγή της, την οποία έστρεφε μεταξύ των άλλων και κατά του Χ. Κ. και της Μ.ς Κ., να αναγνωριστεί η ακυρότητα του προσυμφώνου αυτού, να καταδικαστεί ο Χ. Κ. σε δήλωση βούλησης, συνιστάμενη στην μεταβίβαση με οριστικό συμβόλαιο στην ενάγουσα του συγκεκριμένου ποσοστού, άλλως επειδή συνέτρεχε αδυναμία εκπλήρωσης της παροχής, να υποχρεωθεί να της καταβάλλει ο δικαιοπάροχος των εναγομένων το ποσό των 308.360.000 δραχμών ως αποζημίωση, όση ισχυριζόταν ότι ήταν η, κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, αγοραία αξία του ποσοστού αυτού.

Σημειώνεται όμως, ότι κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής αυτής η ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρία είχε ήδη λυθεί αυτοδικαίως εξαιτίας της προηγηθείσας, δυνάμει της υπ' αρ. 129/26-5-1995 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, πτώχευσης των ομορρύθμων μελών της, ως συμπτωχευσάντων μελών άλλης ομόρρυθμης εταιρίας που διατηρούσαν και η οποία είχε πράγματι εμπορική δραστηριότητα, σε αντίθεση με την ενάγουσα εταιρία, την οποία τα μέλη της χρησιμοποιούσαν, μόνο για την ασφαλή αφορολόγητη και αζήμια τοποθέτηση των κερδών τους.

Έτσι, με την λύση της η ενάγουσα εισήλθε στο στάδιο της εκκαθάρισης (άρθρα 72 επ. 775, 777 και 778 ΑΚ), στο οποίο άλλωστε βρίσκεται και μέχρι σήμερα. Με την 870/1996 απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου Βέροιας, ο Π. Τ. ορίστηκε προσωρινός εκκαθαριστής της ενάγουσας και στην συνέχεια με την 57/1997 απόφαση του ίδιου αυτού δικαστηρίου, διορίστηκε οριστικός εκκαθαριστής της.

Η προαναφερόμενη αγωγή, η οποία ουδέποτε επιδόθηκε στον δικαιοπάροχο των εναγομένων Χ. Κ. και για τον λόγο αυτό όταν δικάστηκε ερήμην του, εκδόθηκε η υπ' αρ. 1046/1999 μη οριστική απόφαση του πολυμελούς πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία ως προς αυτόν απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, ασκήθηκε από την ενάγουσα εκπροσωπούμενη από τα μέλη της και όχι από τον εκκαθαριστή της, αφού είχε ήδη λυθεί.

Στην συνέχεια, δε, στο πλαίσιο συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς και πριν την συζήτηση της στο δικαστήριο, καταρτίστηκε και υπογράφηκε από τα ομόρρυθμα μέλη της ενάγουσας που ενεργούσαν ως εκπρόσωποι της, η από 7-4-1997 δήλωση παραίτησης από το δικόγραφο και το δικαίωμα της προαναφερόμενης αγωγής που κατατέθηκε στο δικαστήριο και επιδόθηκε κανονικά στον αντίδικο της ενάγουσας, όπως αποδεικνύεται, από την με ημερομηνία 7-4-1997 επισημείωση, επί του σχετικού εγγράφου, του δικαστικού επιμελητή στο πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Η.

Σ. που επικαλούνται και προσκομίζουν οι εναγόμενοι. Κατόπιν, την δήλωση αυτή παραίτησης, από το δικόγραφο και το δικαίωμα αποζημίωσης εξαιτίας της αδυναμίας μεταβίβασης της επίδικης έκτασης, επανέλαβε με τις έγγραφες προτάσεις της η ενάγουσα εταιρία, τις οποίες κατέθεσε ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου κατά την συζήτηση της προαναφερόμενης αγωγής.

Σημειώνεται ότι τις έγγραφες προτάσεις της, αυτή τη φορά, ως νομίμως όφειλε κατέθεσε η ενάγουσα, εκπροσωπούμενη πλέον από τον νόμιμο εκκαθαριστή της, ο οποίος και τις συνυπέγραψε και όχι από τα ομόρρυθμα μέλη της, τα οποία μετά την πτώχευση τους και την θέση της σε εκκαθάριση, δεν είχαν δικαίωμα να την εκπροσωπούν ούτε να συμφωνούν ως πτωχοί, τη διάθεση εννόμων δικαιωμάτων της (άρθρα 1 και 2 παρ. 1 του α.ν. 635/1937).

Σύμφωνα δε με την προαναφερόμενη υπ' αρ. 1046/1999 μη οριστική απόφαση του πολυμελούς πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης παραστάθηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της ενάγουσας και αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις της, στις οποίες περιλάμβανε την παραίτηση αυτή. Η δήλωση αυτή παραίτησης εκ μέρους της ενάγουσας από το δικόγραφο και το δικαίωμα της προαναφερόμενης αγωγής έγινε επειδή όπως αναγράφεται στο σχετικό δικόγραφο που επιδόθηκε στον Χ.

Κ., ο τελευταίος ουδεμία ευθύνη έχει για την αδυναμία εκτέλεσης του υπ' αρ. .../1984 προσυμφώνου· αναφορικά με το επίδικο ποσοστό των 11,334/256, που τελικά μεταβίβασε προς τον εαυτό της η Μ. Κ. με αυτοσύμβαση και για τον λόγο αυτό υπογράφηκε μεταξύ τους το από 14-1-1997 ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο επιλύθηκε η διαφορά τους.

Αναφορικά με το τελευταίο αυτό έγγραφο, ήτοι το από 14-1-1997 ιδιωτικό συμφωνητικό το οποίο επικαλείται μεν η ενάγουσα με τις έγγραφες προτάσεις της αλλά δεν προσκομίζει, πλην όμως αναφέρεται σε μέρος του περιεχομένου του το οποίο επίσης δεν αμφισβητείται από τους εναγόμενους και όπως αποδεικνύεται από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης της υπ' αρ. 176/11 απόφασης του πολυμελούς πρωτοδικείου Βέροιας, που προσκομίζονται στην παρούσα δίκη και αφορούν όμοια υπόθεση με την κρινόμενη, με ίδιους διαδίκους ίδιο αίτημα και άλλο ποσοστό συνιδιοκτησίας, η ενάγουσα επέδειξε το σχετικό έγγραφο κατά την εξέταση μάρτυρα και ανέφερε αποσπασματικά κάποια σημεία της συμβιβαστικής συμφωνίας μεταξύ του δικαιοπαρόχου των εναγομένων - πωλητή και αυτής (ενάγουσας εταιρίας - αγοράστριας), επαναλαμβάνει δε και με τις έγγραφες προτάσεις της, αποδείχθηκε ότι:

Στο πλαίσιο της συμβιβαστικής αυτής επίλυσης της διαφοράς που ανέκυψε μεταξύ πωλητή και αγοράστριας (ενάγουσας), όταν το ποσοστό συνιδιοκτησίας που υποσχέθηκε ο πωλητής να μεταβιβάσει, είχε πλέον αποκτήσει με οριστικό συμβόλαιο η Μ. Κ. και στην συνέχεια πώλησε στο Ελληνικό Δημόσιο, ο πωλητής Χ. Κ. αποζημιώνοντας την ενάγουσα της κατέβαλε το ποσό των 9.145.390 δραχμών για το επίδικο, δηλαδή ποσό υπερδιπλάσιο από εκείνο που είχε καταβάλει η ενάγουσα ως τίμημα στον πωλητή για την αγορά του.

Με την είσπραξη λοιπόν του ποσού αυτού, η αγοράστρια ομόρρυθμη εταιρία αφενός δεν επέδωσε την προαναφερόμενη αγωγή της στον πωλητή, Χ. Κ. και επομένως δεν επήλθαν οι ουσιαστικές συνέπειες άσκησης της εναντίον του, παρά μόνο οι δικονομικές (εκκρεμοδικία), ενώ στην συνέχεια με δήλωση της παραίτησης από το σχετικό δικαίωμα και το δικόγραφο, που έγινε κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, επέλεξε την λήξη της συγκεκριμένης διαφοράς.

Όλα τα ανωτέρω αποδειχθέντα, επικαλέστηκαν οι εναγόμενοι πρωτοδίκως και ήδη επαναλαμβάνουν με την έφεσή τους, προκειμένου να στηρίξουν τον ισχυρισμό τους ότι η υπό κρίση αγωγή απαραδέκτως ασκείται εναντίον τους, καθόσον η ενάγουσα ήδη άσκησε εναντίον του δικαιοπαρόχου τους την προαναφερόμενη αγωγή με όμοιο περιεχόμενο και αίτημα το έτος 1996, από το δικόγραφο όμως και το δικαίωμα της οποίας με τον προαναφερόμενο τρόπο παραιτήθηκε.

Σε απάντηση δε του ισχυρισμού τους αυτού, η ενάγουσα εκθέτει ότι η παραίτηση αυτή ήταν μη νόμιμη επειδή α) δεν έγινε με τον τύπο που περιγράφεται στις σχετικές διατάξεις του ΚΠολΔ και ειδικότερα δεν επιδόθηκε το σχετικό έγγραφο παραίτησης στον τότε εναγόμενο Χ. Κ., β) επειδή τόσο η αγωγή όσο και η δήλωση αυτή παραίτησης έγινε από τους ομόρρυθμους εταίρους εκπροσωπούντες την ενάγουσα, ενώ όμως είχαν χάσει την ικανότητα τους αυτή, την οποία είχε μόνο ο εκκαθαριστής της και γ) ότι τελικά όλος αυτός ο συμβιβασμός ήταν συμπαικτικός μεταξύ του Χ.

Κ. και των ομορρύθμων μελών της, το ίδιο δε αντίθετη στα οικονομικά της συμφέροντα ήταν και η έγκριση του συμβιβασμού αυτού που στην συνέχεια δόθηκε από τον εκκαθαριστή της κατά την εκδίκαση της σχετικής αγωγής και επομένως, κανένας προηγηθείς της άσκησης της υπό κρίση αγωγής, συμβιβασμός, δεν τη δεσμεύει, αφού είναι άκυρος.

Πράγματι, κατά τον χρόνο που η ενάγουσα επέδωσε στον δικαιοπάροχο των εναγομένων τη δήλωση παραίτησής της από το επίδικο ήδη δικαίωμα δηλώνοντας ρητά ότι: "με την παρούσα μας ομολογούμε και πάλι ότι ουδεμία ευθύνη του Χ. Κ. υφίσταται για την κατά τα προαναφερόμενα μερική αδυναμία εκτελέσεως του υπ' αρ. .../1984 προσυμφώνου του συμβολαιογράφου Βεροίας Χ.

Παπαχρυσάνθου και ταυτόχρονα επιβεβαιώνουμε ολόκληρο το περιεχόμενο του προαναφερόμενου από 14-1-1997 συμφωνητικού που υπεγράφη μεταξύ μας." βρισκόταν ήδη υπό εκκαθάριση και νόμιμος εκπρόσωπος της ήταν μόνο ο διορισμένος από το δικαστήριο εκκαθαριστής της και όχι τα δύο ομόρρυθμα μέλη της τα οποία είχαν πλέον απωλέσει τη διαχειριστική τους δυνατότητα.

Το αν στην συνέχεια κατά την εκδίκαση εκείνης της αγωγής, ο εκκαθαριστής της ενάγουσας τελικά την εκπροσώπησε και μάλιστα ενέκρινε την συμφωνία αυτή με ρητή αναφορά στις κατατεθειμένες προτάσεις του, δεν απασχολεί, καθόσον όπως προαναφέρθηκε, η αγωγή αυτή ουδέποτε επιδόθηκε στον Χ. Κ.. Ωστόσο, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι η προαναφερόμενη δήλωση παραίτησης από το δικαίωμα και το δικόγραφο, που επιδόθηκε από την ενάγουσα στον Χ.

Κ. δεν την δεσμεύει διότι δεν έγινε από τον νόμιμο εκκαθαριστή της, ουδόλως αποδείχθηκε ότι το γεγονός αυτό γνώριζε ο Χ. Κ.ς, ο οποίος μάλιστα στο πλαίσιο της συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, συναλλάχθηκε μαζί της και της κατέβαλε 9.145.390 δρχ. Η έλλειψη γνώσης εκ μέρους του Χ. Κ. αναφορικά με την θέση της σε εκκαθάριση και την μη νόμιμη εκπροσώπηση της, ενισχύεται από το γεγονός το οποίο η ίδια η ενάγουσα ιστορεί στην αγωγή της, ότι δηλαδή, η Μ.

Κ. εκμεταλλευόμενη την μόνιμη απουσία του στο εξωτερικό, προέβη στην σύνταξη του οριστικού συμβολαίου, ενώ στην σελ. 21 των έγγραφων προτάσεων της αναφέρει ότι τα δύο μοναδικά ομόρρυθμα μέλη της με απατηλά και παράνομα μέσα εμφάνιζαν την εταιρία τους ως μη λυθείσα και τους ίδιους ως διαχειριστές. Εξάλλου, δεν αποδεικνύεται ούτε και το επικαλείται η ενάγουσα ότι η λύση της αυτή και η θέση της σε εκκαθάριση, κατά τον χρόνο που έγινε η συμβιβαστική συμφωνία, δημοσιεύτηκε στα βιβλία της γραμματείας του πρωτοδικείου της έδρας της, ώστε να μπορεί να αντιταχθεί στους καλόπιστους τρίτους, όπως εν προκειμένω ο δικαιοπάροχος των εναγομένων...

Επιπλέον, δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε συμπαιγνία μεταξύ των ίδιων ως άνω, πωλητή, ομορρύθμων μελών της ενάγουσας και του εκκαθαριστή της, με σκοπό την βλάβη των οικονομικών της συμφερόντων, όπως ήδη η ενάγουσα ισχυρίζεται με τις προτάσεις της, για τον λόγο ότι τα μέλη της τελικά αποζημιώθηκαν μόνο με το ποσό των 9.145.390 δρχ., ούτε αποδείχθηκε ότι ο τότε εκκαθαριστής της ενήργησε, με δόλο κατά κατάχρηση της εξουσίας του και αντίθετα προς το συμφέρον της εκκαθάρισης, δεδομένου ότι δεν έκανε τίποτε άλλο από το να εγκρίνει την συμβιβαστική συμφωνία στην οποία προέβησαν τα μοναδικά δύο μέλη της ενάγουσας.

Στο συμπέρασμα αυτό δεν μπορεί να καταλήξει το δικαστήριο από το γεγονός ότι δέκα χρόνια μετά τον άνω συμβιβασμό η ενάγουσα με διαφορετικούς εκκαθαριστές ζητά να της καταβληθεί ως αποζημίωση για την αδυναμία κατάρτισης οριστικού συμβολαίου, το ποσό των 396.070,16 ευρώ που αντιστοιχεί πλέον στην τελεσιδίκως αναγνωρισθείσα αποζημίωση του ποσοστού, εξαιτίας της μεσολαβήσασας απαλλοτρίωσης του.

Επιπλέον, την αποζημίωση αυτή των 9.145.390 δρχ δέχθηκε να εισπράξει η ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρία, αρχικά εκπροσωπούμενη μη νόμιμα από τους εταίρους της, στην συνέχεια όμως με την έγκριση του εκκαθαριστή της, επειδή δέχθηκε ότι τον πωλητή δεν βάρυνε καμία ευθύνη για την αδυναμία του να της μεταβιβάσει με οριστικό συμβόλαιο το προσυμφωνηθέν ποσοστό, όπως άλλωστε εξέθετε και στην προηγούμενη αγωγή της, αλλά τουλάχιστον υπαινίχθηκε και στην υπό κρίση αγωγή, εκθέτοντας όπως προαναφέρθηκε ότι το πωλούμενο πράγμα ξέφυγε από την κυριότητα του πωλητή από υπαιτιότητα της Μ.ς Κ.

η οποία εκμεταλλεύτηκε την μόνιμη απουσία του στο εξωτερικό. Σημειώνεται επίσης ότι η ενάγουσα εταιρία επικαλείται ότι ο συμβιβασμός αυτός έγινε κατά κατάχρηση της εξουσίας εκκαθάρισης και αντίθετα προς το συμφέρον της, δεδομένου ότι το προϊόν που θα προκύψει από την εκκαθάριση δεν είναι άλλο από το αιτούμενο κονδύλιο αποζημίωσης των 396.070,16 ευρώ, το οποίο θα χρησιμεύσει για την εξόφληση των εταιρικών δανειστών της, την ικανοποίηση των πτωχευτικών πιστωτών των δύο ομορρύθμων μελών της και ότι απομείνει θα επιστραφεί στους τελευταίους.

Όμως, η ίδια, όπως κατ' επανάληψη προαναφέρθηκε, υποστηρίζει ότι α) δεν δημιούργησε κανένα εταιρικό δανειστή, αφού δεν είχε εμπορική δραστηριότητα αλλά χρησίμευε ως νομικό κέλυφος προστασίας της περιουσίας των εταίρων της, από την φορολογία και τους δανειστές τους και β) επικαλείται την πτώχευση της άλλης εταιρίας που είχαν συστήσει οι εταίροι της, η οποία διήρκεσε πέραν της εικοσαετίας, χωρίς περαιτέρω να αναφέρεται καθόλου στο ύψος των πτωχευτικών της χρεών και την πορεία των εργασιών της.

Έτσι όμως, η αντίθεση της ως άνω συμβιβαστικής συμφωνίας στα συμφέροντα της εκκαθάρισης της ενάγουσας, συνίσταται στο ότι τα ομόρρυθμα μέλη της που, αποδεχόμενα την έλλειψη υπαιτιότητας του Χ. Κ., αποζημιώθηκαν με 9.145.390 δραχμές και μάλιστα χωρίς την καταβολή φόρων, ζητούν να αποζημιωθούν εκ νέου με 396.070,16 ευρώ που θα αποτελέσουν και το προϊόν της εκκαθάρισης το οποίο επιστρέφεται στα μέλη της.

Ακόμη όμως κι αν ήθελε θεωρηθεί ότι ουδέποτε, όπως ισχυρίζεται ήδη η ενάγουσα, παραιτήθηκε έγκυρα από το δικαίωμα της να ζητήσει την επίδικη αποζημίωση για το επίδικο ποσοστό του ακινήτου, ή ότι η ενάγουσα δεν είχε θετική γνώση κατά την κατάρτιση του προσυμφώνου το 1984, πως το πωληθέν σ' αυτή ποσοστό, βάρυνε ενοχικό δικαίωμα τρίτου (νομικό ελάττωμα) από προηγούμενο προσύμφωνο που καταρτίστηκε μεταξύ του Χ.

και Γ. Κ., ακόμη δε και αν θεωρηθεί ότι οι μοναδικοί εταίροι της ενάγουσας δεν είχαν δικαίωμα το έτος 1997 να δηλώσουν ρητά στον πωλητή τους πως αυτός δεν έχει καμία ευθύνη για την αδυναμία του να τους μεταβιβάσει το συγκεκριμένο ποσοστό ακινήτου, αποδείχθηκε ότι όλη αυτή η συμπεριφορά της ενάγουσας από το έτος 1984 έως και την άσκηση της αγωγής της (2006), η οποία μάλιστα όπως ισχυρίζεται στις προτάσεις της, ουδέποτε επιθυμούσε την οριστική μεταβίβαση της κυριότητας του πωλούμενου ποσοστού σ' αυτή, αλλά μόνο την, χωρίς καταβολή φόρων και εξόδων, μελλοντική είσπραξη αποζημίωσης από την απαλλοτρίωση της "...", καθιστά την άσκηση του δικαιώματος της καταχρηστική, δεκτής γενομένης ως ουσιαστικά βάσιμης της σχετικής ένστασης (άρθρο 281 ΑΚ) που προβλήθηκε από τους εναγόμενους πρωτοδίκως και επαναφέρεται ήδη ως λόγος έφεσης, επικαλουμένων ως στοιχείων καταχρηστικής άσκησης, ότι η ενάγουσα επιδιώκει να εισπράξει με την αγωγή της, μετά από μακροχρόνια αδράνεια, αποζημίωση την οποία κατ' επανάληψη δήλωσε ότι έλαβε και πλέον ο δικαιοπάροχός τους δεν την οφείλει, δημιουργώντας σ' αυτούς (εναγόμενους) την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει το ειδικό δικαίωμα.

Ειδικότερα, όπως αποδείχθηκε, η ενάγουσα γνωρίζοντας από το έτος 1978 ότι επίκειτο η μελλοντική απαλλοτρίωση των οικοπεδικών εκτάσεων που όλες μαζί αποτελούσαν την γνωστή ως "..." και προσδοκώντας την είσπραξη αποζημίωσης από την απαλλοτρίωση που θα ακολουθούσε, άρχισε να αγοράζει με οριστικά συμβόλαια ποσοστά εξ αδιαιρέτου επί του συγκεκριμένου ακινήτου και στην συνέχεια με προσύμφωνα, προκειμένου να αποφύγει την φορολόγηση της αλλά και την υπεγγυότητα της περιουσίας της στους δανειστές της.

Ο σκοπός της αυτός κατέστη σαφής από το γεγονός ότι επί πέντε χρόνια μετά την κατάρτιση του επίδικου προσυμφώνου και ενώ είχε εξοφλήσει το τίμημα, επιπλέον ήταν εφοδιασμένη και με το δικαίωμα αυτοσύμβασης, δεν προχωρούσε στην κατάρτιση οριστικού συμβολαίου. Μόνο δε όταν, αντιλήφθηκε ότι απώλεσε το δικαίωμα προσδοκίας στο επίδικο ποσοστό εξαιτίας της οριστικής μεταβίβασης του στην Μ.

Κ., επεδίωξε να προστατεύσει τα συμφέροντά της με την κατάθεση της προαναφερόμενης αγωγής το 1996, την οποία όμως και πάλι ουδέποτε επέδωσε στον δικαιοπάροχο των εναγομένων, αφού συμφώνησε έστω και παράτυπα με αυτόν να συμβιβαστεί, λαμβάνοντας το ποσό των 9.145.390 δραχμών, παραιτούμενη από το δικαίωμά της.

Η παραίτηση δε αυτή των μοναδικών ομορρύθμων μελών της, ακόμη και αν έγινε παράτυπα, αποτελεί ένα βιοτικό συμβάν το οποίο προφανώς και δημιούργησε τόσο στον δικαιοπάροχο τους, όσο και στους εναγόμενους την εύλογη πεποίθηση ότι πλέον δεν θα επανέλθει, ζητώντας πολλαπλάσια αυτή τη φορά αποζημίωση επικαλούμενη υπαίτια αδυναμία του πωλητή, αν και προηγουμένως ισχυρίστηκε ότι η αδυναμία του ήταν ανυπαίτια.

Η πεποίθησή τους δε αυτή ήταν και απολύτως δικαιολογημένη, καθόσον τους ήταν γνωστό ότι η ενάγουσα δεν επιθυμούσε ποτέ την απόκτηση κατά κυριότητα του συγκεκριμένου ποσοστού, αλλά μόνο την αφορολόγητη είσπραξη αποζημίωσης, από την απαλλοτρίωση της ..., που τελικά, σύμφωνα και με τις προσδοκίες της, ακολούθησε, δυνάμει του άρθρου 10 παρ. 12 του Ν. 2947/2001, όπως τροποποιήθηκε από τη διάταξη του άρθρου 82 παρ. 10 του Ν. 3059/02 για σκοπό δημόσιας ωφέλειας.

Και πράγματι, όπως εκτέθηκε στην προηγούμενη νομική σκέψη, ο νόμος δεν ανιχνεύει τα ελατήρια εκ των οποίων ορμήθηκε η δικαιούχος, εν προκειμένω ενάγουσα, κατά την άσκηση του δικαιώματος της, όμως στην προκειμένη περίπτωση αποδείχθηκε προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλονται όχι μόνο από την καλή πίστη αλλά και από τα χρηστά ήθη, αφού σε αντίθεση με το περί ηθικής συναίσθημα του, κατά γενική αντίληψη, χρηστού έμφρονα και υγιώς σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου η υπό εκκαθάριση ενάγουσα η οποία όχι μόνο δεν έχει πιστωτές η ίδια για να ικανοποιήσει από το προϊόν της εκκαθάρισης της, αλλά δεν επικαλείται ούτε ότι και τα μέλη της έχουν ακόμη πτωχευτικούς πιστωτές, επιδιώκει να εισπράξει εκ νέου ως αποζημίωση αυτή τη φορά το ποσό των 396.070,16 ευρώ, επικαλούμενη πως αυτό θα αποτελέσει και το προϊόν της εκκαθάρισης της, ενώ ό,τι προηγουμένως έλαβαν τα μέλη της στο πλαίσιο του άνω συμβιβασμού κράτησαν για τον εαυτό τους, για να επιστρέψει όμως κατ' ουσίαν και πάλι στα μέλη της, οι οποίοι ουδέποτε προσδοκούσαν την απόκτηση της επίδικης παροχής, αλλά την αφορολόγητη και αζήμια αύξηση της περιουσίας τους δια της μεθόδου των προσυμφώνων.

Και ακόμη, αν όλα αυτά τα περιστατικά που μεσολάβησαν, δεν εμποδίζουν την κατά νόμο γέννηση του δικαιώματος της, ή δεν επάγονται την απόσβεση του ή ειδικότερα την παραγραφή του, όπως με σχετικό λόγο έφεσης, υποστηρίζουν οι εναγόμενοι, καθιστούν μη ανεκτή την άσκηση του κατά τις περί δικαίου και ηθικής, αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Πρέπει, επομένως, δεκτής γενομένης και ως ουσιαστικά βάσιμης της σχετικής ένστασης των εναγομένων, περί καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος, να απορριφθεί η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που κατέληξε σε αντίθετο συμπέρασμα και έκρινε ότι ο δικαιοπάροχος των εναγομένων όφειλε να αποζημιώσει την ενάγουσα εξαιτίας της υπαίτιας αδυναμίας του να εκπληρώσει την παροχή του, (οριστική μεταβίβαση της κυριότητας του επιδίκου ποσοστού εξ αδιαιρέτου), υποχρέωσε δε τους εναγόμενους - κληρονόμους του να αποζημιώσουν την ενάγουσα με την ισόποση της αποζημίωσης, αξία, που ορίστηκε κατόπιν απαλλοτρίωσης του επιδίκου, αφού απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμους τους ισχυρισμούς α) περί απαράδεκτης άσκησης της αγωγής μετά από προηγηθείσα παραίτηση από το δικαίωμά της, β) παραγραφής και γ) καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματός της, έσφαλε.

Πρέπει λοιπόν δεκτής γενομένης της έφεσης και ως ουσιαστικά βάσιμης, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο, να ερευνηθεί κατ' ουσίαν η αγωγή και να απορριφθεί αυτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν..". Με τα παραπάνω που δέχθηκε το Εφετείο, όμως, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα στην ουσιαστική βασιμότητα της ένστασης καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος της αναιρεσείουσας, που είχαν προτείνει οι αναιρεσίβλητοι.

Ειδικότερα, το Εφετείο θεμελίωσε την παραδοχή της εν λόγω έντασης πρωτίστως στα πραγματικά περιστατικά ότι ο δικαιοπάροχος των αναιρεσίβλητων Χ. Κ.ς αποζημίωσε την αναιρεσείουσα με το ποσό των 9.145.390 δραχμών για το επίδικο ακίνητο, δηλαδή για τα ποσοστά 11,334/256 εξ'αδιαιρέτου της μείζονας οικοπεδικής έκτασης των 9.795,31 τ.μ., των οποίων ποσοστών η μεταβίβαση στην αναιρεσείουσα, δυνάμει του με αριθμό .../1984 προσυμφώνου, είχε πλέον καταστεί αδύνατη, διότι πριν την εκτέλεση αυτού του προσυμφώνου η Μ.

χήρα Γ. Κ. το είχε μεταβιβάσει κατά κυριότητα στον εαυτό της, σε εκτέλεση του με αριθμό .../1979 προσυμφώνου που είχε καταρτισθεί μεταξύ του Χ. Κ., ως πωλητή και του αδελφούτου Γ. Κ., ως αγοραστή και ότι στη συνέχεια η Μ. Κ. πώλησε το ποσοστό αυτό στο Ελληνικό Δημόσιο. Ακόμα στα περιστατικά ότι το παραπάνω ποσό καταβλήθηκε από τον Χ.

Κ. στους ομορρύθμους εταίρους της αναιρεσείουσας, η οποία τότε είχε λυθεί και τελούσε σε εκκαθάριση, μη νόμιμα εκπροσωπούμενη από αυτούς, γεγονός που αγνοούσε ο Χ. Κ.ς και, μετά την καταβολή του ανωτέρω ποσού, υπογράφηκε μεταξύ τους το από 14-1-1997 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο επιλύθηκε η μεταξύ τους διαφορά, από την αδυναμία μεταβίβασης στην αναιρεσείουσα των προαναφερομένων ποσοστών εξ'αδιαιρέτου της οικοπεδικής έκτασης και για το λόγο αυτό η αναιρεσείουσα με την από 7-4-1997 δήλωσή της παραιτήθηκε από το δικόγραφο, καθώς και από το δικαίωμα, της από 10-1-1996 και με αριθμό κατάθεσης 952/1996 αγωγής της, ως προς τον Χ.

Κ.. Δέχθηκε, όμως, η προσβαλλόμενη απόφαση στον ελάσσονα συλλογισμό της και πριν καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι η καταβολή από τον δικαιοπάροχο των αναιρεσίβλητων, Χ. Κ., του ως άνω ποσού αποζημίωσης των 9.145.390 δραχμών αφορούσε τα επίδικα ποσοστά της οικοπεδικής έκτασης, ότι το από 1-4-1997 παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό το επικαλέσθηκε, χωρίς να το προσκομίσει, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα με τις έγγραφες προτάσεις της και αναφέρθηκε σε μέρος του περιεχομένου του, που δεν αμφισβήτησαν οι εναγόμενοι και ότι η ενάγουσα είχε επιδείξει το συμφωνητικό αυτό κατά την εξέταση μάρτυρα σε δίκη ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, το οποίο εξέδωσε την με αριθμό 176/2011 απόφαση, η οποία αφορούσε όμοια με την κρινόμενη υπόθεση, με ίδιους διαδίκους, ίδιο αίτημα και άλλο ποσοστό συνιδιοκτησίας.

Με τα παραπάνω που δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικά με το κρίσιμο ζήτημα, αν η καταβολή του πιο πάνω ποσού της αποζημίωσης από τον Χ. Κ. αφορούσε τα επίδικα 11,34/256 εξ'αδιαιρέτου ποσοστά του ακινήτου, ή άλλα ποσοστά από τα 31/256 που συνολικά ο Χ. Κ.ς ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει στην αναιρεσείουσα, δυνάμει του με αριθμό .../1984 προσυμφώνου του συμβολαιογράφου Βέροιας Χ.

Παπαχρυσάνθου. Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση, δεχόμενη κατ'ουσίαν την προβληθείσα από τους αναιρεσίβλητους ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσείουσας, έκρινε ότι μετά την καταβολή της αποζημίωσης του ποσού των 9.145.390 δραχμών, το έτος 1997, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, που μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής αδράνησε, ζητεί να αποζημιωθεί εκ νέου με το ποσό των 396.070,16 ευρώ, όση η αξία του επιδίκου ακινήτου μετά την απαλλοτρίωση, άσκηση δικαιώματος, όμως, η οποία καθίσταται μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Δεν αιτιολογεί, όμως, γιατί η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος της αναιρεσείουσας υπερβαίνει και δη προφανώς, τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του, στα όρια που η έννομη τάξη αναγνωρίζει, δηλαδή στα πλαίσια των θεμιτών οικονομικών συμφερόντων της αναιρεσείουσας, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τις πρωτόδικες προτάσεις και από την έφεση των αναιρεσίβλητων, που παραδεκτά επισκοπούνται για την έρευνα του αναιρετικού λόγου (άρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ), αυτοί στήριξαν την ένστασή τους στην υπέρβαση, αδιακρίτως, όλων των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ και το διαζευκτικό κριτήριο του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος ασκεί καθοριστική επίδραση στην εκτίμηση της προφανούς υπέρβασης των ορίων και των λοιπών διαζευκτικών κριτηρίων, δηλαδή της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, έτσι ώστε, συνδυαστικά, να καθίσταται βέβαιη η καταχρηστική άσκηση.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με τις πιο πάνω παραδοχές του, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, σε βαθμό που καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τη συνδρομή των όρων εφαρμογής της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία και εφάρμοσε. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης της, διότι δεν έχει σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες.

Επειδή η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού καταλαμβάνει ολόκληρη την απόφαση, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της αίτησης, δεύτερου (επικουρικού του πρώτου), τρίτου, τέταρτου και πέμπτου, από τους αριθ., αντίστοιχα, 1, 8,10 και 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί ολικά η απόφαση του Εφετείου. Στη συνέχεια πρέπει, κατά την παρ.3 του άρθρου 580 Κ.Πολ.Δ, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από διαφορετικούς δικαστές, από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρο 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ) και να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσίβλητων λόγω της ήττας τους, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ). -

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθμό 1826/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε από αυτήν, για την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Απριλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ