Supreme Court dismisses appeal against final judgment due to procedural defects and inadmissible arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Municipality of Amaroisios' appeal against the final judgment of the Athens Court of Appeal. The appellant argued that the lower court failed to examine evidence and made errors in fact-finding, but the court rejected these claims as procedurally inadmissible or irrelevant. The decision rests on the principle that specific evidence and factual impact must be clearly detailed in the appeal, and that factual assessments are generally beyond appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11)(c) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal must specifically identify evidence not considered and its impact on the verdict, while factual assessments by the court of first instance are generally inadmissible for review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 590 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 590/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου - Εισηγητή, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 27 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καθού η κλήση: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δήμος Αμαρουσίου Αττικής" που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Γρέγο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου - καλούντος: Φιλανθρωπικού Σωματείου με την επωνυμία "ΕΛΕΗΜΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΘΗΝΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα στη Λεωφόρο Κηφισίας 137, και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αυγερινό Ανδρέου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου- καλούντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4636/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2118/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 15-11-2017 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 808/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση το αναιρεσίβλητο - καλών, με την από 27-2-2020 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου - καλούντος ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την από 27-2-2020 κλήση του αναιρεσιβλήτου, επαναφέρεται νόμιμα προς συζήτηση, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, μετά την κήρυξη ως απαράδεκτης της συζήτησής της με την 808/2019 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, σύμφωνα με το άρθρο 2&&1, 3, 4 ν. 4182/2013, ενόψει του ότι με επιμέλεια του αναιρεσιβλήτου έγινε νομότυπη επίδοση της κλήσης, της αίτησης αναίρεσης και της παραπάνω απόφασης στον Γενικό Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής, όπως προκύπτει από τις 314 ΣΤ', 316 ΣΤ' και 315ΣΤ'/5-6-2020 εκθέσεις επίδοσης δικαστικού Επιμελητή Πρωτοδικείου Αθηνών Α. Σ. που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσίβλητο. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 2118/2017 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε στην ουσία η από 25-10-2011 έφεση του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΑΜΑΡΟΥΣΊΟΥ.." κατά της 4636/2011 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε δεχθεί ως ουσιαστικά βάσιμη την από 15-12-2000 διεκδικητική αγωγή ακινήτου του αναιρεσιβλήτου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (αρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.
2. Κατά το άρθρο 1094 ΑΚ ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή τον κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητας του και την απόδοση του πράγματος, Κατ' άρθρο 1095 ΑΚ ο νομέας μπορεί να αρνηθεί την απόδοση του πράγματος, αν έχει έναντι του κυρίου δικαίωμα να νέμεται ή να κατέχει το πράγμα. Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.
Με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, κατ' άρθρο 1051 ΑΚ.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα άρθρα 249, 251,1094 και 1095 Α.Κ. η παραγραφή της διεκδικητικής αγωγής είναι 20 έτη και αρχίζει από την κατάληψη του πράγματος από τον εναγόμενο, με την οποία επέρχεται η προσβολή του δικαιώματος της κυριότητας, έτσι ώστε αυτό δεν είναι δυνατόν να ασκηθεί, ενώ η αναγνωριστική αγωγή κυριότητας δεν υπόκειται σε παραγραφή, αν όμως παραγραφεί η αξίωση που ασκείται με την αντίστοιχη διεκδικητική αγωγή, εκλείπει το έννομο συμφέρον του ενάγοντος για την αναγνώριση της κυριότητας και η αναγνωριστική αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη, ελλείψει εννόμου συμφέροντος. 3.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε. όταν στην ελάσσονα πρόταση το νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή, όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παράβαση.
Κατά δε το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αφορά πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, αναφορικά με την από 1512/2000 αναγνωριστική αγωγή κυριότητας του αναιρεσιβλήτου, δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου …., επί της οδού ..., έχει επιφάνεια 4.050 τ.μ.
συνορεύει δε βόρεια με οδό ... επί προσόψεως 82 μέτρων, ανατολικά με υπόλοιπο τμήμα του οικοπέδου του ενάγοντος Φιλανθρωπικού Σωματείου επί πλευράς 49,30 μ., νότια με ιδιοκτησία τώρα αγνώστων επί πλευράς 84,20 μ., και δυτικά με ιδιοκτησία Μ. Ρ. επί πλευράς 47,80 μ. Σημειωτέον ότι κατά την ακριβέστερη καταμέτρηση που διενεργήθηκε από το Κτηματολογικό Γραφείο Αμαρουσίου το προπεριγραφέν επίδικο ακίνητο έχει έκταση 3.977,41 τ.μ.
Ειδικότερα πρέπει να σημειωθεί ότι το προαναφερθέν επίδικο ακίνητο καταχωρήθηκε στο εθνικό κτηματολόγιο ως ιδιοκτησία του τώρα ενάγοντος - εφεσιβλήτου και έλαβε ΚΑΕΚ γεωτεμαχίου 050142007043/0/0, το οποίο σύμφωνα με την καταμέτρηση του ΟΚΧΕ έχει επιφάνεια 3.977,41 τ.μ. Ενισχυτικό τούτου είναι ιδία το μετ' επικλήσεως προσκομισθέν κτηματογραφικό διάγραμμα (Φύλλο Χάρτου …-…) και αντίγραφο αρχικής εγγραφής για το ΚΑΕΚ …./0/0 με αναγραφόμενο κύριο το τώρα ενάγον και αναγραφόμενο τίτλο υπ' αριθμ.
…/…-03-1957 συμβόλαιο διανομής του συμβολαιογράφου Μιχαήλ Λέζου, μεταγεγραμμένου στο υποθηκοφυλακείο …, στον τόμο … με αριθμό …, (περί του οποίου θα εκτεθεί αναλυτικά κατωτέρω) απορριπτομένου ως αβάσιμου του ισχυρισμού του εναγόμενου ότι το ενάγον δεν δήλωσε το επίδικο στο Κτηματολόγιο. Συγκεκριμένα το προπεριγραφέν επίδικο ακίνητο κατά την καταμέτρηση του ΟΚΧΕ έχει επιφάνεια 3.977,41 τ.μ, εμφαίνεται δε με τα περιμετρικά στοιχεία Α8-Α9-Α10-ΑΙ1-Α12-Α13-Α14-Α15-Α3-Α4-Α5-Α6- Α7-Α8 στο από Νοεμβρίου 2008 προσκομισθέν τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Χ.
Μ., σύμφωνα με το οποίο συνορεύει βόρεια επί πλευράς Α15 - A3 μήκους 49,11 μέτρων με έτερη ιδιοκτησία του ενάγοντος, εμβαδού 795.83 τ.μ., που φέρει τον ΚΑΕΚ …/0/0, νότια επί πλευράς Α8-Α7 μήκους 46,97 μέτρων με ιδιοκτησία αγνώστου, ανατολικά επί πλευράς Α8-Α9-Α10-Α11-Α12- Α13-Α14-Α15 μήκους 82 μέτρων με τη Λεωφόρο ... και δυτικά επί πλευράς Α3-Α4-Α5-Α6-Α7-Α8 μήκους 83,05 μέτρων με ιδιοκτησίες αγνώστων.
Το προπεριγραφέν επίδικο ακίνητο περιήλθε στην αποκλειστική κυριότητα του ενάγοντος κατά τρόπο παράγωγο και συγκεκριμένα από κληρονομική διαδοχή εκ διαθήκης του αποβιώσαντος στις 30-03-1956 διαθέτη Κ. Μ., [του οποίου η κυριότητα στο επίδικο, ως τμήματος μείζονος έκτασης που εν ζωή του ανήκε, δεν αμφισβητήθηκε ειδικά από τον εναγόμενο Δήμο], σε συνδυασμό με την επακολουθήσασα συμβ/κή διανομή μεταξύ του τώρα ενάγοντος και της Τ.
χήρας Κ. Μ. και επίσης συγκληρονόμου αυτού, όπως αμέσως κατωτέρω αναλυτικά θα εκτεθεί. Ειδικότερα αποδείχτηκε ότι δυνάμει του υπ' αριθμ. …/1957 συμβολαίου διανομής συμβιβαστικής κλήρου, συνταχθέντος υπό του συμβολαιογράφου Αθηνών Μιχαήλ Λέζου, νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Αμαρουσίου, στον τόμο … και με αριθμό …, έλαβε χώρα διανομή κοινού κλήρου, μεταξύ των συγκληρονόμων εκ διαθήκης του αποβιώσαντος στις 30-03-1956 διαθέτη Κ.
Μ., και συγκεκριμένα αφενός του τώρα ενάγοντος, αφετέρου της Τ. χήρας Κ. Μ., συζύγου του ως άνω αποβιώσαντος στις 30-03-1956 διαθέτη Κ. Μ., ως συγκληρονόμων [το μεν ενάγον κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου, η δε Τ. χήρα Κ. Μ. κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου] του προναφερθέντος αποβιώσαντος στις 30-03-1956 διαθέτη Κ. Μ., δυνάμει της από 24-04-1952 και υπ' αρ.
… δημόσιας διαθήκης αυτού, συνταχθείσας ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Μιχαήλ Λέζου και νομίμως δημοσιευθείσας από το Πρωτοδικείο Αθηνών στις 11-04-1956, δυνάμει του υπ' αρ. 1554/1956 Πρακτικού του, οι οποίοι (προαναφερόμενοι συγκληρονόμοι του διαθέτη Κ. Μ.) είχαν αποδεχθεί την, δυνάμει της ως άνω διαθήκης, επαχθείσα εις αυτούς κληρονομιά του διαθέτη Κ.
Μ., α) το μεν ενάγον δια της υπ' αρ. 240/1956 δηλώσεώς του ενώπιον του Γραμματέως Πρωτοδικών Αθηνών επ' ωφελεία απογραφής, σε συνδυασμό με τις συνταχθείσες υπ' αρ. …/…-05-1956 και υπ' αρ. …/…-10-1956 δύο εκθέσεις απογραφής του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργ. Νάτσουλη και την νομίμως μεταγεγραμμένη υπ' αρ. …/1957 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αθηνών Μιχαήλ Λέζου, β) η δε Τ.
χήρα Κ. Μ. με την νομίμως μεταγεγραμμένη υπ' αρ. …/1957 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του αν. συμβολαιογράφου Αθηνών Μιχαήλ Λέζου, [οι οποίες ως άνω προαναφερθείσες πράξεις αποδοχής κληρονομιάς μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Αμαρουσίου στον τόμο … και … και με αριθμούς … και … (αντιστοίχως)], γενόμενοι έτσι κατά τρόπο παράγωγο συγκύριοι της κληρονομιάς αυτής κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου [το μεν ενάγον κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου, η δε Τ.
χήρα Κ. Μ. κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου]. Συγκεκριμένα δυνάμει του προαναφερθέντος υπ' αριθμ. …./1957 συμβολαίου διανομής συμβιβαστικής κλήρου, συνταχθέντος υπό του συμβολαιογράφου Αθηνών Μιχαήλ Λέζου, νομίμως μεταγεγραμμένου, όπως και ανωτέρω εξετέθη, το ενάγον απέκτησε δικαίωμα αποκλειστικής και πλήρους κυριότητας, μεταξύ άλλων ακινήτων και επί των κατωτέρω δύο όμορων ακινήτων:
I) ενός γεωτεμαχίου, εμβαδού 3.500 τ.μ., κατά δε νεώτερη καταμέτρηση, σύμφωνα με το από 18-04-1942 σχεδιάγραμμα του Μηχανικού I. Γ., συνημμένο στο υπ' αρ. …/1942 συμβόλαιο του Συμβ/φου Αθηνών Ι. Τσέλιου, εμβαδού 3.513,15 τ.μ., κειμένου στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του δήμου Αμαρουσίου Αττικής, το οποίο κατά τον ανωτέρω τίτλο κτήσεώς του συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία (πρώην άμπελο) Α.
Σ., δυτικά με κοινοτική οδό ..., βόρεια με δρόμο και ήδη με ιδιοκτησία Μ. και νότια με ιδιοκτησία κληρονόμων Σ. και Ε., II) ενός γεωτεμαχίου, εμβαδού 2.500 τ.μ., κειμένου στη θέση "..." ή "..." της κτηματικής περιφέρειας του δήμου … , το οποίο κατά το ως άνω συμβόλαιο διανομής συνορεύει ανατολικά με πρώην κληρονόμους Π.
και ήδη αγνώστους, δυτικά με οδό ..., βόρεια με ελαιόδενδρα και αγρόκτημα χας Κ. Π. και Κ. Μ. και νότια με πρώην χα Κ. Π. και ήδη Γ. Π.ν. Τα ως άνω όμορα γεωτεμάχια αποτέλεσαν στην πράξη ένα μείζον ενιαίο αγροτεμάχιο συνολικής έκτασης 6.013,15 τ.μ. (3.513,15 τ.μ.+ 2.500 = 6.013,15 τ.μ.). Στον δικαιοπάροχο του ενάγοντος ΧΚ. Μ. I) το πρώτο εκ των ανωτέρω ακινήτων περιήλθε κατά ποσοστό 2/3 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει του υπ' αριθμό …/1942 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών I.
Τσέλιου, σε συνδυασμό και με το υπ' αριθμό …/1952 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Μιχαήλ Λέζου, κατά δε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου δυνάμει του υπ' αριθμό …/1953 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Μιχαήλ Λέζου, νομίμως μεταγεγραμμένων, το μεν πρώτο εξ αυτών στα βιβλία μεταγραφών του δήμου Αθηνών, στον τόμο … και με αριθμό …, το δεύτερο στα βιβλία μεταγραφών του δήμου Αμαρουσίου, στον τόμους … με αριθμό …, το δε τρίτο εξ αυτών στα βιβλία μεταγραφών του δήμου Αμαρουσίου, στον τόμο … και με αριθμό …, αντιστοίχως.
Σημειωτέον ότι την προαναφερθείσα κατά παράγωγο τρόπο περιέλευση της κυριότητας του ως άνω ακινήτου στον Κ. Μ. δεν αρνήθηκε ειδικά ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών Δήμος. II) Το δεύτερο εκ των προπεριγραφέντων ακινήτων περιήλθε στον ως άνω δικαιοπάροχο του ενάγοντος, με το υπ' αριθμό …/1942 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ι.
Τσέλιου, νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Αθηνών στον τόμο … και με αριθμό …., σε συνδυασμό και με το υπ' αριθμό …/1952 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Μιχαήλ Αέζου, το υπ' αριθμό …/1951 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ν. Πανιάρα, καθώς και το υπ' αριθμό …/1951 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Δ.
Παιδάκη, νομίμως μεταγεγραμμένων στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Αθηνών στους τόμους …, … και … και με αριθμούς …, … και … αντιστοίχως. Σημειωτέον ότι την προαναφερθείσα κατά παράγωγο τρόπο περιέλευση της κυριότητας του ως άνω ακινήτου στον Κ. Μ. δεν αρνήθηκε ειδικά ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών Δήμος.
Αποδείχτηκε περαιτέρω από όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα ότι το ενάγον από το 1957 και εφεξής (οπότε, δυνάμει της προαναφερθείσας εκ διαθήκης κληρονομικής διαδοχής του Κ. Μ. σε συνδυασμό με την ως άνω συμβολαιογραφική διανομή περιήλθαν αυτά στην πλήρη κυριότητά του) άρχισε να νέμεται τα δύο προαναφερθέντα όμορα ακίνητα, έχοντα έκταση αντιστοίχως 3.513,15 τ.μ.
και 2.500 τ.μ., ως ένα μείζον ενιαίο αγροτεμάχιο συνολικής έκτασης 6.013,15 τ.μ. (3.513,15 τ.μ.+ 2.500 = 6.013,15 τ.μ.) , ασκώντας σε αυτό με καλή πίστη, διάνοια κυρίου και νόμιμο τίτλο τις σύμφωνες με τον προορισμό του πράξεις νομής και συγκεκριμένα περιφράσσοντας αυτό, επιβλέποντάς το, επισκεπτόμενο, και διαφυλάσσοντας αυτό, γενόμενος έτσι κύριος αυτού, τόσον με τακτική χρησικτησία (δεκαετής νομή, με τις προαναφερθείσες πράξεις νομής, με καλή πίστη, με διάνοια κυρίου και με νόμιμο τίτλο) αλλά και με έκτακτη χρησικτησία (εικοσαετής νομή, με τις προαναφερθείσες πράξεις νομής, με διάνοια-κυρίου).
Σημειωτέον ότι περί το έτος 1984 από το προαναφερόμενο και έχον εμβαδόν συνολικά 6.013.15 τ.μ. μείζον ακίνητο του τώρα ενάγοντος - εφεσιβλήτου, ένα τμήμα εμβαδού 1.189,16 τ.μ., για το οποίο ουδόλως αμφισβητήθηκε τότε ότι ανήκει στο τώρα ενάγον Φιλανθρωπικά Σωματείο, ρυμοτομήθηκε προς διάνοιξη της διερχόμενης επ' αυτού δημοτικής οδού (τότε ...), στο τμήμα αυτής από την συμβολή της με την οδό ...
μέχρι την οδό ... του Δήμου Αμαρουσίου, με αποτέλεσμα η συνολική επιφάνεια του ως άνω προερχόμενου από την συνένωση των ως άνω 2 ακινήτων μείζονος ακινήτου του ενάγοντος να περιορισθεί σε 4.823,99 τ.μ. περίπου. Ενισχυτικό των ανωτέρω είναι ιδία ο προσκομισθείς μετ' επικλήσεως σε ακριβές αντίγραφο φέρον ημεροχρονολογία 21-11-1985 κτηματογραφικός πίνακας που συνοδεύει το κτηματολογικό διάγραμμα αναλογισμού αποζημίωσης λόγω ρυμοτομίας ιδιοκτησιών με αριθμό …/1984, στον οποίο .
πίνακα το ρυμοτομηθέν και αποζημιωθέν έτσι ακίνητο του ενάγοντος φέρει τον αριθμό …, επιφάνεια 1.189,16 τ.μ., φέρεται έχον σύρμα δικτυωτό μήκους 82 μ.μ., και 15 μεγάλες ελιές, και φέρεται (και στον ως άνω Πίνακα αναλογισμού αποζημίωσης) ότι ανήκει κατά κυριότητα στο τώρα ενάγον. Μετά την υλοποίηση της διάνοιξης της ως άνω δημοτικής οδού και εξ αιτίας της διάνοιξης αυτής, το εναπομείναν ακίνητο του ενάγοντος, κείμενο στην θέση "...", στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου Αμαρουσίου, στην οδό ... (πρώην ...) είχε εμβαδόν 4.821,60 τ.μ., συνόρευε δε βόρεια με οδό ...
επί προσόψεως 104,2 μέτρων, ανατολικά με οικόπεδο εκδόσεις EXPRESS επί πλευράς 50 μ., νότια με ιδιοκτησία τώρα αγνώστων επί πλευράς 93,80 μ., και δυτικά με ιδιοκτησία Μ. Ρ. επί πλευράς 47,80 μ. Αποδείχτηκε περαιτέρω από όλα τα ανωτέρω εκτεθέντα αποδεικτικά μέσα ότι το ενάγον και μετά την ως άνω ρυμοτόμηση συνέχισε να νέμεται με διάνοια κυρίου το περιελθόν σε αυτό κατά τον ως άνω παράγωγο τρόπο μείζον ακίνητο επιφάνειας 4.821,60 τ.μ., που του απέμεινε μετά την ως άνω ρυμοτόμηση.
Εδώ πρέπει να τονιστεί ότι το επίδικο ακίνητο επιφάνειας 4.050 τ.μ. αποτελεί τμήμα του ανήκοντας στο ενάγον (κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα) προαναφερθέντος μείζονος ακινήτου επιφάνειας 4.821,60 τ.μ., και συνορεύει (το επίδικο ακίνητο) βόρεια με οδό ... επί προσόψεως 82 μέτρων, ανατολικά με υπόλοιπο τμήμα του (μείζονος προπεριγραφέντος) οικοπέδου του ενάγοντος Φιλανθρωπικού Σωματείου επί πλευράς 49,30 μ., νότια με ιδιοκτησία τώρα αγνώστων επί πλευράς 84,20 μ., και δυτικά με ιδιοκτησία Μ.
Ρ. επί πλευράς 47,80 μ. Όπως και ανωτέρω εξετέθη το ως άνω επίδικο ακίνητο έχει επιφάνεια 3.977,41 τ.μ. κατά την ακριβέστερη καταμέτρηση που διενεργήθηκε από το Κτηματολογικό Γραφείο Αμαρουσίου. Ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών Δήμος ισχυρίζεται ότι έχει γίνει κύριος του ανωτέρω περιγραφέντος επιδίκου ακινήτου, καθόσον νεμήθηκε αυτό, ως εγκαταλελειμμένο ακίνητο, με διάνοια κυρίου, από το έτος 1979 μέχρι την άσκηση της υπ' αρ.
κατάθ. 128503/10847/15-12-2000 διεκδικητικής κυριότητας ακινήτου αγωγής. Ωστόσο από όλα τα ανωτέρω εκτεθέντα αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκε ότι ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών Δήμος α) ουδέποτε θεώρησε εγκαταλελειμμένο το επίδικο ακίνητο, αντιθέτως γνώριζε πολύ καλά ότι αυτό ήταν τμήμα του ανήκοντος στην κυριότητα του τώρα ενάγοντος Φιλανθρωπικού Σωματείου από την προαναφερθείσα κληρονομική διαδοχή του κυρίου αυτού Κ.
Μ. και ουδόλως αμφισβητούσε το γεγονός αυτό, είχε ζητήσει μάλιστα από το τώρα ενάγον να συζητήσουν την μίσθωση αυτού (επιδίκου ακινήτου) β) ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών Δήμος άρχισε το πρώτον κατά το έτος 1984 (και όχι το έτος 1979, όπως τώρα αβάσιμα ισχυρίζεται) να χρησιμοποιεί το προπεριγραφέν επίδικο ακίνητο ως χώρο στάθμευσης των απορριμματοφόρων αυτοκινήτων του και ως χώρο εναπόθεσης οικοδομικών υλικών.
Ενισχυτικό των ανωτέρω είναι ιδία: Α) Το μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενο έγγραφο βεβαίας χρονολογίας (πρωτοκολληθέν υπό του εναγόμενου, γεγονός που ο τελευταίος δεν αμφισβήτησε ειδικά) που απέστειλε το τώρα ενάγον στον τότε Δήμαρχο, του εναγόμενου Χ. Β., το οποίο φέρει αρ. πρωτ. Δήμου Αμαρουσίου …./…-03-1987, με το οποίο (έγγραφο του) το ενάγον διαμαρτυρόταν για την διατάραξη της νομής του στο τώρα επίδικο ακίνητο, ισχυριζόμενο συγκεκριμένα τότε (Μάρτιος 1987) ότι οι Υπηρεσίες του (τώρα εναγόμενου) Δήμου στο εναπομείναν μετά την (προαναφερθείσα) διάνοιξη της ... (πρώην ...) ακίνητο του τώρα ενάγοντος (ήδη επίδικο) "...όλως αυθαιρέτως και χωρίς συνεννόηση με τις Υπηρεσίες μας, χρησιμοποιούν για τη στάθμευση απορριμματοφόρων οχημάτων και έχουν εναποθέσει διάφορα οικοδομικά υλικά...", ζητείτο δε από τον Δήμο να παύσει να το χρησιμοποιεί για οποιοδήποτε σκοπό.
Β) το υπ' αρ. πρωτ. …/…-03-1988 έγγραφο του τότε Δήμαρχου του εναγόμενου Δήμου Χ. Β.υ, το οποίο (εν όψει της προαναφερθείσας διαμαρτυρίας αλλά και ετέρων διαμαρτυριών του τώρα ενάγοντος για την αυθαίρετη χρήση του ως άνω ακινήτου του) ο τότε Δήμαρχος του εναγόμενου Δήμου Χ. Β.ς απέστειλε προς το Διοικητικό Συμβούλιο του τώρα ενάγοντος, ζητώντας εγγράφως αφενός τις (έγγραφες) απόψεις του για την ενοικίαση του τώρα επιδίκου ακινήτου, αφετέρου το αιτούμενο (από το τώρα ενάγον) μηνιαίο ποσό ενοικίου.
Γ) ιδιαίτερα το περιεχόμενο της υπ' αριθμ. …/…- 12-1992 απόφασης του δημοτικού συμβουλίου του εναγομένου Δήμου, που είχε θέμα [υπ' αρ. 32ο] την αναγκαστική απαλλοτρίωση του επιδίκου ακινήτου, υπολογισθείσας εκτάσεως 3.950,33 τ.μ., στην οποία (ως άνω απόφαση του Δ.Σ. του εναγομένου) α) αφενός αναγράφεται ρητά ότι το προς απαλλοτρίωση για δημόσια ωφέλεια οικόπεδο χρησιμοποιείτο τότε (1992) ως χώρος στάθμευσης από 8ετίας (συνεπώς από το αφού 1992 - 8 έτη = 1984) ,β) αφετέρου αναφέρεται ρητά στην ως άνω απόφαση του δημοτικού συμβουλίου του εναγομένου Δήμου ότι το απαλλοτριωτέο και ήδη επίδικο ακίνητο είναι "ιδιοκτησίας Φιλανθρωπικού Σωματείου με την επωνυμία ΕΛΕΗΜΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΘΗΝΩΝ (Γηροκομείον Πτωχοκομείον)", ήτοι του τώρα ενάγοντος - εφεσιβλήτου.
Στην ως άνω απόφαση του εναγομένου αναγραφόταν επίσης ότι η απαλλοτρίωση γινόταν με σκοπό την ανέγερση κτιριακού συγκροτήματος για την "...εγκατάσταση γραφείων κίνησης οχημάτων, ηλεκτρολόγων, καθαριότητας, κήπου και πράσινου, αποθήκης υλικών χώροι εγκατάστασης συνεργείου επισκευών - συντήρησης και πλυντηρίου οχημάτων ....".
Πρέπει να τονιστεί ότι η προαναφερθείσα υπ' αριθμ. …/…-12-1992 απόφαση του εναγόμενου, [εγκριθείσα με την υπ' αρ. …/1993 απόφαση της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής, κοινοποιηθείσα στο τώρα ενάγον, απόσπασμα της οποίας είχε δημοσιευτεί στην Εφημερίδα "ΕΞΠΡΕΣ"], ανακλήθηκε με την υπ' αριθμό …/…-02-1997 απόφαση του δημοτικού συμβουλίου του εναγόμενου, για τον λόγο ότι δεν έλαβε χώρα εντός της τριετούς προθεσμίας του ν.δ. 797/1971 καθορισμός και καταβολή αποζημίωσης προς το ενάγον (τότε καθού η απαλλοτρίωση).
Δ) το περιεχόμενο της υπ' αριθμ. …/…-03-1997 μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενης απόφασης του δημοτικού συμβουλίου του εναγόμενου Δήμου Αμαρουσίου, με την οποία ο εναγόμενος, επικαλούμενος εξυπηρέτηση δημόσιας ωφελείας και δη λειτουργίας κτιριακών κέντρων μονάδας ανακύκλωσης αποβλήτων, κήρυξε εκ νέου απαλλοτρκοτέο το επίδικο ακίνητο, [την έκταση του οποίου υπολόγισε σε 4.011,53 τ.μ.] και με την οποία [υπ' αριθμ.
…/….-03-1997] απόφαση απαλλοτρίωσης ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών Δήμος αφενός α) εκ νέου δηλώνει ρητά και ανενδοίαστα ότι το απαλλοτριωτέο ακίνητο (τώρα επίδικο) είναι "ιδιοκτησίας του Φιλανθρωπικού Σωματείου με την επωνυμία ΕΛΕΗΜΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΘΗΝΩΝ (Γηροκομείον Πτωχοκομείον)", δηλαδή του τώρα ενάγοντος - εφεσιβλήτου, αφετέρου β) δηλώνει ρητά επίσης πως αυτό αποτελεί τμήμα μείζονος "έκτασης περίπου έξι (6) στρεμμάτων δύο ομόρων και ήδη αποτελούντων ένα ενιαίο οικόπεδο", δηλώνει ρητά ότι το απαλλοτριωτέο ακίνητο (τώρα επίδικο ακίνητο) "περιήλθε στην αποκλειστική κυριότητα του Φιλανθρωπικού Σωματείου με την επωνυμία 'ΕΛΕΗΜΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΘΗΝΩΝ" δυνάμει του υπ' αριθ.
…/1957 συμβολαίου διανομής του Συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Λέζου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Αμαρουσίου στον τόμο … και με αριθ. …", γ) δηλώνει ρητά ότι στην ως άνω διανομή με το πιο πάνω συμβόλαιο προέβησαν οι: "Τ. χήρα Κ. Μ. συγκυρία, συννομέας και συγκάτοχος κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου και το προαναφερθέν Σωματείο συγκύριος, συννομέας και "συγκάτοχος κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου της περιγραφόμενης στο πιο πάνω συμβόλαιο κινητής και ακίνητης περιουσίας, που περιλάμβανε και το προς απαλλοτρίωση ακίνητο", δ) δηλώνει ρητά επίσης ότι "Η περιουσία αυτή είχε περιέλθει σε αυτούς κατά τα πιο πάνω ποσοστά εξ αδιαιρέτου δυνάμει της υπ' αριθ.
…/…-04-1952 δημόσιας διαθήκης του Συμβολαιογράφου Αθηνών Μιχαήλ Λέζου που δημοσιεύθηκε από το Πρωτοδικείο Αθηνών με το υπ' αριθ. 1554/1956 πρακτικό," σε συνδυασμό με τις αναφερόμενες και στην ως άνω απόφαση απαλλοτρίωσης και ανωτέρω στο σκεπτικό της παρούσης απόφασης συμβ/κές πράξεις αποδοχής κληρονομιάς νομίμως μεταγεγραμμένες [συνομολογώντας έτσι εξωδίκως σε ανύποπτο χρόνο όλα όσα ισχυρίζεται με την ένδικη αγωγή του το ενάγον σε σχέση με τους τίτλους κυριότητάς του στο επίδικο ακίνητο και την εκ κληρονομικής κτήση κυριότητάς του επ' αυτού].
Ε) Το περιεχόμενο της μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενης υπ' αρ. έκθ. κατά, δικογρ. 1750/24-06-1997 Αίτησης του τώρα εναγόμενου Δήμου περί Καθορισμού προσωρινής τιμής Μονάδας Απαλλοτριώσεως για το τώρα επίδικο, την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο τώρα εναγόμενος Δήμος κατά του τώρα ενάγοντος, ως κυρίου της ως άνω απαλλοτριωτέας έκτασης (τώρα επιδίκου), στην οποία ο τότε αιτών και τώρα εκκαλών - εναγόμενος συνομολογεί εξωδίκως (βλ. 2η σελίδα της εν λόγω αίτησης) τον και ανωτέρω αναφερόμενο παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή και επακολουθήσασα συμβ/κή διανομή νομίμως μεταγεγραμμένες) με τον οποίο το τώρα ενάγον απέκτησε την κυριότητα του απαλλοτριωτέου και τώρα επιδίκου ακινήτου) και ζητεί τον προς αποζημίωση του τώρα εναγομένου Φιλανθρωπικού Σωματείου καθορισμό προσωρινής τιμής Μονάδας Απαλλοτριώσεως για το τώρα επίδικο ακίνητο.
Πρέπει να τονιστεί ότι η προαναφερθείσα απαλλοτρίωση του επιδίκου ακυρώθηκε, καθόσον το τώρα ενάγον άσκησε ενώπιον του Συμβουλίου Επικράτειας την από 23-02-1998 αιτήσεως ακυρώσεως κατά της ως άνω υπ' αριθμό …/…-03-1997 απόφασης του δημοτικού συμβουλίου του τώρα εναγομένου - εκκαλούντος Δήμου Αμαρουσίου, επί της οποίας [αιτήσεως ακυρώσεως] εξεδόθη η μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενη υπ' αρ. 4160/1999 απόφαση του Συμβουλίου Επικράτειας, που δέχθηκε την αίτηση ακυρώσεως του τώρα ενάγοντος - εφεσίβλητου και ακύρωσε την υπ' αριθμό …./…-03-1997 απόφαση του δημοτικού συμβουλίου Αμαρουσίου.
Αποδείχτηκε περαιτέρω από όλα τα ανωτέρω αναφερθέντα αποδεικτικά μέσα ότι ο εναγόμενος Δήμος το έτος 1990 άρχισε να κατασκευάζει μικρό οίκημα στο προπεριγραφέν επίδικο ακίνητο του ενάγοντος. Ενισχυτικό των ανωτέρω είναι ιδία η μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενη από 18-06-1990 [ήτοι διενεργηθείσα σε ανύποπτο χρόνο] έκθεση αυτοψίας των αναφερόμενων σε αυτήν υπαλλήλων (Κ.
Δ., αρχιτέκτονος, Ε. Σ., Μηχανικού και Γ. Γ., Τεχνικού Συμβούλου) κατ' εντολή του τώρα ενάγοντος, φέρουσα αρ. πρωτ. …/…-06-1990, που διαπίστωσαν ότι την προαναφερθείσα ημεροχρονολογία [18-06-1990] είχε αρχίσει η κατασκευή υπό του εναγομένου Δήμου στο ως άνω (τώρα επίδικο) ακίνητο, χωρίς ενημέρωση του ιδιοκτήτη (τώρα ενάγοντος) και χωρίς οικοδομική άδεια, μικρού κτίσματος "κατά πάσαν πιθανότητα θυρωρείου ή φυλακείου, από τσιμεντόλιθους και τούβλα.
Το κτίσμα έχει διαστάσεις περίπου 2,50 Χ 4,50 μέτρα και βάση υπερυψωμένη από μπετόν. Δεν υπάρχει πλάκα οροφής ούτε επιχρίσματα. Λείπουν επίσης πόρτες και παράθυρα", ότι επί τόπου βρισκόταν ο Γ. Σ., υπάλληλος του Δήμου, που ανέλαβε να μεταβιβάσει στον (τώρα εναγόμενο - εκκαλούντα) Δήμο την εντολή του τώρα ενάγοντος - εφεσιβλήτου να σταματήσει το έργο, ενώ αναφέρεται στην ίδια έκθεση ότι στην συνέχεια οι προαναφερθέντες υπάλληλοι του ενάγοντος μετέβησαν και οι ίδιοι στην Τεχνική Υπηρεσία του εναγομένου Δήμου για να εκθέσουν την κατάσταση, όπου τους υποσχέθηκαν ότι θα επικοινωνήσουν με τον Αντιδήμαρχο για τα περαιτέρω.
Τα ανωτέρω δεν αντικρούστηκαν με πληρότητα και πειστικότητα από κανένα αντίθετο στοιχείο της δικογραφίας. Αποδείχτηκε περαιτέρω ότι το ενάγον, αντιληφθέν τις προαναφερόμενες παράνομες ενάργειες του τώρα εναγόμενου Δήμου επί του ως άνω ακινήτου του (ήδη επιδίκου) ουδόλως εφησύχασε, αλλά αφού διαμαρτυρήθηκε επανειλημμένα δια των οργάνων του, στην συνέχεια άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά του και τώρα εναγομένου - εκκαλούντος Δήμου Αμαρουσίου τις εξής μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενες αγωγές:
α) την υπ' αρ. κατάθ. 1225/10-02-1993 αγωγή, με την οποία ζητούσε από τον Δήμο Αμαρουσίου μηνιαία αποζημίωση χρήσεως του τώρα επιδίκου ακινήτου [κατά τα σε αυτήν αναλυτικά εκτιθέμενα] ως κύριος του και τώρα επιδίκου, για την ως άνω υπό του εναγομένου Δήμου παράνομη κατάληψή του, από την 01-01.- 1987 έως 31-12-1992, β) την υπ' αρ.
κατάθ. 2776/1994 αγωγή, με την οποία ζητούσε από τον Δήμο Αμαρουσίου μηνιαία αποζημίωση χρήσεως του [τώρα επιδίκου ακινήτου [κατά τα σε αυτήν αναλυτικά εκτιθέμενα] ως κύριος του και τώρα επιδίκου, για την ως άνω υπό του εναγομένου Δήμου παράνομη κατάληψή του, από την 01-01-1993 μέχρι την 30-04-1994 και γ) την υπ' αρ. κατάθ. 10664/1994 αγωγή, με την οποία ζητούσε από τον Δήμο Αμαρουσίου μηνιαία αποζημίωση χρήσεως του τώρα επιδίκου ακινήτου [κατά τα σε αυτήν αναλυτικά εκτιθέμενα] ως κύριος του και τώρα επιδίκου, για την ως άνω υπό του εναγομένου Δήμου παράνομη κατάληψή του, από την 01-05-1994 μέχρι την 31-12-1995.
Πρέπει να σημειωθεί ότι, στις δίκες που διεξήχθησαν επί όλων των ως άνω αγωγών, ο Υπουργός Οικονομικών άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του ενάγοντος Φιλανθρωπικού Σωματείου. Επί των ως άνω αγωγών εξεδόθησαν (αντιστοίχως) οι υπ' αρ. 7568/1995, 7567/1995 και 7569/1995 μη οριστικές αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που έταξαν αποδείξεις.
Επί των ως άνω αγωγών δεν έχουν εισέτι εκδοθεί οριστικές αποφάσεις. Ωστόσο πρέπει να τονιστεί ότι α) από τις μετ' επικλήσεως προσκομισθείσες υπό του τώρα ενάγοντος προτάσεις που κατέθεσε ο και τότε εναγόμενος Δήμος επί των ως άνω αγωγών, σε συνδυασμό και β) με τα αναφερόμενα στις προαναφερθείσες μη οριστικές αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος Δήμος Αμαρουσίου πρόβαλε κατά των ως άνω αγωγών ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, ισχυριζόμενος ότι βρίσκεται συνεχώς στην νομή του ως άνω ακινήτου (ήδη επιδίκου), όπως αυτολεξεί αναφέρει "και προ του έτους 1987 ήτοι από το έτος 1981" χωρίς ποτέ το ενάγον να διαμαρτυρηθεί.
Δηλαδή^ ο και τώρα εναγόμενος Δήμος Αμαρουσίου, αμυνόμενος κατά των ως άνω αγωγών, δεν ισχυρίστηκε, όπως τώρα πράττει, ότι βρισκόταν στην νομή του επιδίκου από το έτος 1979 (ενώ ευχερώς θα ηδύνατο να το ισχυριστεί, εάν κάτι τέτοιο είχε πράγματι συμβεί), αλλά επικαλέστηκε ότι βρίσκεται συνεχώς στην νομή του ως άνω ακινήτου (ήδη επιδίκου) "και προ του έτους 1987 ήτοι από το έτος 1981", αναφέροντας ειδικότερα και λεπτομερέστερα ότι "ο Δήμος Αμαρουσίου σταθμεύει από το έτος 1981 τα απορριμματοφόρα οχήματά του με την πλήρη συγκατάθεση του ενάγοντα...".
Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι, ενώ εκκρεμούσαν οι ασκηθείσες κατ' αυτού αγωγές για αποζημίωση χρήσεως του επιδίκου λόγω παράνομης κατάλειψης αυτού, ο εναγόμενος Δήμος Αμαρουσίου πέτυχε να του χορηγηθεί η υπ' αρ. …/94 άδεια οικοδομής για να κατασκευάσει στο τώρα επίδικο ακίνητο του ενάγοντος (απέναντι από τα Ο.Τ.
… και …, εκτάσεως 3.950 τ.μ.) ισόγειο κτήριο εμβαδού 394,50 τ.μ. από οπλισμένο σκυρόδεμα με μεταλλική στέγη, προκειμένου να στεγαστεί εκεί μονάδα ανακύκλωσης συσκευασιών (βλ. την από 10-01-1994 αιτιολογική του έκθεση), την οποία και πράγματι κατασκεύασε χωρίς να έχει δικαίωμα να το πράξει και την οποία διατηρεί παρανόμως στο επίδικο ακίνητο παρά τις επανειλημμένες διαμαρτυρίες του ενάγοντος, αλλά και παρά το γεγονός ότι με την υπ' αρ. 4160/1999 απόφαση του Συμβουλίου Επικράτειας είχε ακυρωθεί η υπ' αριθμ.
…/…-03-1997 απόφαση του δημοτικού συμβουλίου του εναγόμενου Δήμου Αμαρουσίου, περί απαλλοτρίωσης του επίδικου ακίνητου προκειμένου να στεγαστεί εκεί μονάδα ανακύκλωσης συσκευασιών. Στην συνέχεια ανήγειρε εξάλλου ο εναγόμενος Δήμος στο προπεριγραφέν επίδικο ακίνητο και έτερο βιομηχανικό κτήριο για τις ανάγκες του.
Εν όψει όλων των αναλυτικά ανωτέρω εκτεθέντων που δεν αντικρούστηκαν με πληρότητα και πειστικότητα από κανένα αντίθετο στοιχείο της δικογραφίας, α) αποδείχτηκε ότι ο εναγόμενος Δήμος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο επίδικο ακίνητο το πρώτον το έτος 1984, αποβάλλοντας από αυτό παρανόμως τότε (1984) το ενάγον Φιλανθρωπικό Σωματείο από αυτό, και δεν κατέλαβε αυτό (επίδικο ακίνητο) το έτος 1979, όπως αβάσιμα ισχυρίστηκε τόσον ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με τις προτάσεις του, όσον και με την υπό κρίση έφεσή του, ώστε συνακόλουθα, το χρονικό διάστημα της δεκαεξαετίας από την κατάληψη του επιδίκου [το έτος 1984] μέχρι την άσκηση της υπό κρίση από 15-12-2000 και με αριθμ.
κατάθ. 128503/10847/15-12-2000 διεκδικητικής κυριότητας ακινήτου αγωγής δεν αρκεί για να αποκτήσει ο εναγόμενος την κυριότητα του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία (2000 - 1984 = 16 έτη) (άρθρο 1045 Α.Κ.), β)άλλωστε, ως εκ περισσού πρέπει να τονιστεί πως δεν αποδείχτηκε ότι, κατά το προαναφερθέν χρονικό διάστημα της δεκαεξαετίας από την κατάληψη του επιδίκου, ο εναγόμενος Δήμος ασκούσε την φυσική εξουσία του στο επίδικο με διάνοια κυρίου, ιδία εν όψει και όλων των ανωτέρω αναλυτικά αναφερθεισών ενεργειών του που ουδόλως συνάδουν με την διανοία κυρίου άσκηση της φυσικής εξουσίας του στο επίδικο, ιδία δε εν όψει και του ότι α) το έτος 1988 διαπραγματευόταν δια του τότε Δημάρχου του Χ.
Β.υ με το Διοικητικό Συμβούλιο του τώρα ενάγοντος την ενοικίαση του τώρα επιδίκου ακινήτου, β) το έτος 1992 αποφάσισε να το απαλλοτριώσει, γ) το έτος 1997 ανακάλεσε την πράξη απαλλοτρίωσης και αποφάσισε την εκ νέου απαλλοτρίωση του επιδίκου (απαλλοτρίωση που ακυρώθηκε με την ανωτέρω αναφερθείσα απόφαση του Συμβουλίου Επικράτειας), δ) το έτος 1997 αιτήθηκε με την υπ' αρ.
έκθ. κατάθ. δικογρ. 1750/24-06-1997 Αίτησή του, τον Καθορισμό προσωρινής τιμής Μονάδας Απαλλοτριώσεως, προς αποζημίωση του ενάγοντος για την απαλλοτρίωση αυτή. Πρέπει συνεπώς, ενόψει και όλων των ανωτέρω αναλυτικά εκτεθέντων, σύμφωνα με τα οποία δεν αποδείχτηκε η (μέχρι την υπό του ενάγοντος - εφεσιβλήτου άσκηση της ένδικης διεκδικητικής κυριότητας ακινήτου αγωγής) υπό του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος επικαλούμενη εικοσαετής διανοία κυρίου νομή του προπεριγραφέντος επιδίκου ακινήτου, να απορριφθούν ως κατά ουσίαν αβάσιμες τόσον η, στηριζόμενη σε έκτακτη χρησικτησία, ένσταση ιδίας κυριότητας που πρότεινε πρωτοδίκως ο εναγόμενος Δήμος Αμαρουσίου και επανέφερε με την υπό κρίση έφεσή του, όσον και η ένσταση εικοσαετούς παραγραφής της ασκούμενης με την ένδικη διεκδικητική αγωγή αξιώσεως του ενάγοντος, την οποία πρότεινε επικουρικά πρωτοδίκως ο εναγόμενος Δήμος Αμαρουσίου και την οποία αυτός επίσης επανέφερε με την υπό κρίση έφεσή του και να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η υπό κρίση διεκδικητική κυριότητάς του προπεριγραφέντος επιδίκου ακινήτου αγωγή.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκρινε ομοίως, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμες τις προαναφερθείσες ενστάσεις ιδίας κυριότητας και εικοσαετούς παραγραφής της ασκουμένης με την ένδικη διεκδικητική αγωγή αξιώσεως του ενάγοντος, και δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη η υπό κρίση διεκδικητική κυριότητας του προπεριγραφέντος επιδίκου ακινήτου αγωγή, παρότι με συνοπτικότερες αιτιολογίες που συμπληρώνονται από τις αιτιολογίες της παρούσης, ορθά κατά τούτο ερμήνευσε και εφήρμοσε το Νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, οι δε λόγοι της ένδικης εφέσεως, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την ένδικη διεκδικητική κυριότητας ακινήτου αγωγή του αναιρεσιβλήτου, αφού απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος Δήμου, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, (άρθρου 249, 251, 1094 και 1095 ΑΚ), τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της μη απόκτησης δικαιώματος κυριότητας του εναγόμενου - αναιρεσείοντος στο επίδικο ακίνητο με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) και της μη παραγραφής (κατ' άρθρο 249 ΑΚ) της ένδικης αξίωσης του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου.
Επομένως, ο τρίτος, κατά σειρά επίκλησης, λόγος αναίρεσης, από τους αρ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Οι περαιτέρω αιτιάσεις που αναφέρονται στο λόγο αυτό κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αφορούν στην ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου και, ως εκ τούτου, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
4.Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο λόγος, αυτός δεν ιδρύεται, όταν παραβιαστούν κανόνες δικονομικού δικαίου, δηλαδή κανόνες, που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας (ΑΠ 1277/2017). Κανόνες δικονομικού δικαίου αποτελούν οι διατάξεις των άρθρων 295 & 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1198/2012), 271, 237 ΚΠολΔ (ΑΠ 1660/2014), 111&2, 118&4, 216 ΚΠολΔ (ΑΠ 74/2019).
Στη προκείμενη περίπτωση αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠοΛΔ πλημμέλεια, επειδή παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις: α)των άρθρων 295&2 ΚΠολΔ (πρώτος, μέρος πρώτο, λόγο), διότι απέρριψε την προβληθείσα από το εναγόμενο δικονομική αναβλητική ένσταση της μη καταβολής των εξόδων της προηγούμενης δίκης β)των άρθρων 271, 237 ΚΠολΔ (δεύτερος, μέρος πρώτο, λόγος) διότι, απαραδέκτως, δέχθηκε ως εμπροθέσμως κατατεθείσες τις προτάσεις του ενάγοντος ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου) που κατατέθηκαν είκοσι ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αλλά περί ώρα 15.02' περαν του νομίμου ωραρίου λειτουργίας των δικαστηρίων (και συνεπώς ήταν εκπρόθεσμες), με βάση την υπ' αριθμ.
ΔΙΑΠ ΙΓ.2/οικ./1692/27-6-2006 απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, με την οποία καθορίσθηκε το ωράριο εργασίας σε όλες τις δημόσιες υπηρεσίες είτε από 07.30 έως 15.00 είτε από 09.00 έως 16.30 και, ειδικότερα, επειδή το νόμιμο ωράριο των γραμματέων της έδρας του Πολυμελούς Πρωτοδικείου που ισχύει και για την προκατάθεση προτάσεων λήγει στις 15.00 και πέραν αυτού η κατάθεση προτάσεων είναι εκπρόθεσμη γ) των άρθρων 111&2, 118&4, 216 ΚΠολΔ (τρίτος, μέρος πρώτο, λόγος), διότι δεν απέρριψε ως απαράδεκτη (αόριστη) την ένδικη αγωγή, μετά την παράλειψη του ενάγοντος να καθορίσει τον τρόπο κτήσης της κυριότητας του επιδίκου από τους δικαιοπαρόχους του και εξαιτίας της μη ακριβούς και σαφούς περιγραφής του επιδίκου.
Οι ανωτέρω λόγοι είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, επειδή οι φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου.
5. Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ, στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδείξεις που προσκομίστηκαν, για να είναι ορισμένος, θα πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α)ποιες είναι οι αποδείξεις που προσκομίσθηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας. β)ο ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ)η επίδραση που είχε αυτός στο διατακτικό της απόφασης. (ΑΠ 881/2011). Στην υπόψη περίπτωση με τον πρώτο, μέρος δεύτερο, λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, από το άρθρο 559 αρ.11 γ του ΚΠολΔ, χωρίς να αναφέρει καθόλου το αναιρεσείον ποια είναι τα αποδεικτικά μέσα (που επικαλέσθηκε και προσκόμισε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας), τα οποία δεν λήφθηκαν υπόψη, για υποστήριξη ποιου, νόμιμα προταθέντως, ισχυρισμού και ποια επίδραση είχε αυτός ο ισχυρισμός στο διατακτικό της απόφασης. Με τον τρίτο, μέρος δεύτερο, λόγο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από τον αριθμ.11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι με εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη διεκδικητική αγωγή, ενώ έπρεπε να την απορρίψει στην ουσία. Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι ο μεν πρώτος, εξαιτίας της αοριστίας του, ο δε τρίτος, γιατί ανάγεται στην αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 & 1 ΚΠολΔ).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 183, 191 & 2 Κ.ΠολΔ), μειωμένα όμως, σύμφωνα με το άρθρο 281 παρ. 2 του Ν. 3463/2006, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-11-2017 αίτηση του Δήμου Αμαρουσίου Αττικής για αναίρεση της 2118/2017 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Μαΐου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ