Legislator Case Law & Legislation
590/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court's rejection of private ownership claim on public land due to lack of good faith.

Case Number 590/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's appeal against the Third Instance Court's decision rejecting the State's claim of ownership over disputed land. The State argued that private parties acquired ownership through thirty years of good faith possession, but the lower court found the land to be forested rather than privately cultivated. The Court upheld the lower court's finding that the State failed to prove the requisite good faith and continuous possession necessary for such acquisition.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 para. 1, 577 para. 3, 176, 183, 191 para. 2, 22 para. 1 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court held that an appeal against a decision rejecting a claim of ownership based on thirty years of good faith possession is inadmissible if the lower court did not explicitly find the possession to be in good faith, as the nature of the land precludes such a finding.

Keywords

AI generated
good faith possession public domain land private ownership acquisition forestry land status appeal admissibility civil procedure code burden of proof

Cited Legislation

AI generated
Articles 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 para. 1 of Law 3693/1957
Common Decision 134423 Oik/8.12.1992/20.1.1993

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 590 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 590/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Λάμπρο Καρέλο, εισηγητή, Ανθή Γκάμαρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα Υπουργό των Οικονομικών, τον οποίο εκπροσώπησε, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η πάρεδρος του ΝΣΚ Στελιανή Κουστουμπάρδη.

Των αναιρεσιβλήτων: α) Κ. Χ. Μ., β) Θ. Χ. Μ. και γ) Σ. χας Χ. Μ., το γένος Α. Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σοφία Παπαθανασίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-5-2000 αγωγή του αναιρεσείοντος στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 269/2001 μη οριστική και 91/2015 οριστική του παραπάνω Δικαστηρίου και 60/2017 του Τριμελούς Εφετείου Εύβοιας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 7-2-2018 αίτησή του, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η ανωτέρω Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που έγινε με τη σειρά εγγραφής της στο πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση αίτηση στρέφεται κατά της 60/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Εύβοιας. Με την απόφαση αυτή απερρίφθη, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 91/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, με την οποία είχε απορριφθεί αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή του ιδίου κατά των αναιρεσιβλήτων. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

1. Στα δημόσια κτήματα, εκείνα, δηλαδή, που, ανεξάρτητα από τη μορφή τους, ανήκουν στην κυριότητα του Δημοσίου, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με το, εφαρμοζόμενο, κατ' άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, για τον προ της ισχύος του ΑΚ χρόνο, βρδ και, ειδικότερα, τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1, κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 πανδ. (41.4), ν. 6 πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 πανδ. (18.1), ν. 7 παρ. 3 πανδ. (23.3), δηλαδή με την άσκηση νομής στο δημόσιο κτήμα, με καλή πίστη, για συνεχές χρονικό διάστημα τριάντα τουλάχιστον ετών, που έπρεπε να είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11-9-2015, με τη δυνατότητα εκείνου που χρησιδέσποζε, να συνυπολογίσει στο χρόνο της νομής του και το χρόνο της όμοιας νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία (σχετ.

διατάξεις των ν. 18, 24 παρ. 1 πανδ. (43.3), παρ. 9 Εισ. (2. 9), ν. 2 κωδ (7.30), Βασ. (50.10)). Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το μεταγενέστερο από 21 Ιουνίου 1837 νόμο "Περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων πραγμάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω περιεχόμενοι διατάξεις", επομένως και οι προαναφερόμενες διατάξεις του βρδ.

Καλή πίστη, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 πανδ. (5.3), ν. 25 πανδ. (24.1), ν. 27 πανδ. (18.1), ν. 10, 13 παρ. 1, 17, 48 πανδ. (41.3), ν. 5 πανδ. (41.7), ν. 3 πανδ. (41.10), ν. 7 παρ. 6 πανδ. (41.4), ν. 109 πανδ. (50.16), αποτελεί η ειλικρινής πεποίθηση του νομέα, ότι, με την κτήση της νομής του πράγματος, δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, τη συνδρομή δε της καλής πίστης, ενόψει της φύσης της, ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικά, από περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα.

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.6/3.7.1837 "Περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" συνάγεται, ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και στα δημόσια κτήματα, όπως είναι και τα δάση, τα λιβάδια κλπ, εφόσον, όμως, η τριακονταετής νομή σ' αυτά, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), Βασ. 9.

παρ. 1 (50.14), είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "Περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και 16-5-1926 και αφετέρου του άρθρου 21 του νδ της 22-4/16-5-1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", με τις οποίες ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύτηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του, άρα και η χρησικτησία επί τούτων (ΟλΑΠ 75/1987), ενώ έκτοτε τα ακίνητα αυτά είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας.

Εξάλλου, κατά τα άρθρα 1, 2 και 3 του οθωμανικού νόμου της 7 Ραμαζάν 1274 και το προϊσχύσαν αυτού μουσουλμανικό δίκαιο, οι γαίες διακρίνονταν στις εξής πέντε κατηγορίες:

α) τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), όπως οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες κλπ, των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα σε τρίτους με άτυπη συμφωνία μεταβίβασης,

β) τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ), όπως τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση κλπ, των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και στις οποίες οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ),

γ) τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γίνονταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής,

δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (μετρουκέ), όπως οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες κλπ, οι οποίες ήταν προορισμένες για τη κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και

ε) τις νεκρές γαίες (μεβάτ), όπως τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση κλπ, οι οποίες αποτελούσαν γαίες, που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο. Μετά την απελευθέρωση και δυνάμει των από 3/22-2-1830, 4/16-6-1830 και 19-6/1-7-1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, των ερμηνευτικών των εν λόγω Πρωτοκόλλων κειμένων των τριών Προστάτιδων Δυνάμεων και της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, αφενός μεν τα ανήκοντα στο Τουρκικό Δημόσιο κτήματα, αφετέρου δε τα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία το Ελληνικό Δημόσιο κατά τη διάρκεια του πολέμου κατέλαβε με τις στρατιωτικές δυνάμεις και δήμευσε, καθώς και εκείνα, τα οποία, κατά το χρόνο υπογραφής των άνω τριών Πρωτοκόλλων, είχαν εγκαταλειφθεί από τους αναχωρήσαντες από την απελευθερωθείσα Ελλάδα Οθωμανούς, πρώην κυρίους αυτών και δεν είχαν καταληφθεί από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του νόμου 21-6/10-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων" (ΑΠ 1203/2012).

Εξάλλου, όσον αφορά τα Οθωμανικά κτήματα τα ευρισκόμενα, κατά τον χρόνο διακηρύξεως της ανεξαρτησίας του νέου ελληνικού κράτους (3-2-1830), εντός εδαφών τελούντων υπό τουρκική στρατιωτική κατοχή, αλλά παραχωρηθέντων, εν συνεχεία, βάσει της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως στην ελληνική κυριαρχία, όπως, ειδικότερα, η Αττική, η Εύβοια και τμήματα της Βοιωτίας και της Φθιώτιδας, όσα μεν εξ αυτών ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο περιήλθαν βάσει της ίδιας συνθήκης στο Ελληνικό Δημόσιο, ενώ όσα ανήκαν σε Οθωμανούς ιδιώτες παρέμειναν στην ιδιοκτησία τους με δικαίωμα πωλήσεώς τους εντός προθεσμίας σε Έλληνες.

Ειδικά, όσον αφορά την Εύβοια αυτή δεν περιήλθε στο Ελληνικό Κράτος, ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου, με δικαίωμα πολέμου, όπως οι υπόλοιπες περιοχές της Πελοποννήσου και της Στερεάς Ελλάδας, αφού η Εύβοια δεν καταλήφθηκε από τον ελληνικό απελευθερωτικό στρατό, αλλά παραδόθηκε από τις τουρκικές αρχές του νησιού στην ελληνική κυβέρνηση, με την υποχρέωση όμως, που περιλήφθηκε στο από 3-2-1830 Πρωτόκολλο του Λονδίνου, ως όρος, να αγορασθούν τα τουρκικά κτήματα από το Ελληνικό Κράτος, δυνατότητα, ωστόσο, την οποία δεν είχε το τελευταίο, με αποτέλεσμα να τα αγοράσουν, ύστερα από υπόδειξη της Κυβέρνησης, Έλληνες και ξένοι κεφαλαιούχοι, ώστε να περιληφθεί η Εύβοια στα σύνορα του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους (ΑΠ 856/2007).

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι, προκειμένου για αμφισβητούμενα μεταξύ ιδιωτών και Ελληνικού Δημοσίου ακίνητα, που βρίσκονται στην περιφέρεια της νήσου Εύβοιας, το τελευταίο μπορεί να προτείνει δική του κυριότητα, ως διάδοχο του Οθωμανικού Δημοσίου, δυνάμει των ανωτέρω Πρωτοκόλλων και διεθνούς συμβάσεως, όχι όμως, και δυνάμει καταλήψεως αυτών ως πολεμικής λείας, με άσκηση δικαιώματος πολέμου και, εν συνεχεία, δημεύσεως (ΑΠ 1753/2017, 638/2016, 368/2015).

Συνεπώς, αφού τα δημόσια κτήματα δεν είναι ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσης, έπεται, περαιτέρω, ότι είναι δυνατόν να αποκτηθεί η κυριότητά τους από ιδιώτες με έκτακτη χρησικτησία, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του βρδ, εφόσον τα νέμονταν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη και ο χρόνος νομής τους (30ετία) είχε συμπληρωθεί μέχρι την 11-9-1915 (ΑΠ 1098/2017).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε, δηλαδή, έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006).

Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών, που ανέλεγκτα δέχτηκε, ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018).

Επίσης, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με το λόγο αναίρεσης πλήττεται μία μόνο απ' αυτές, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης.

Το ίδιο συμβαίνει, όταν με τους λόγους αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή μιας απ' αυτές δεν τελεσφορεί (ΑΠ 1005/2014, 823/2012).

Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι το Εφετείο που την εξέδωσε, απορρίπτοντας τους συναφείς λόγους έφεσης του αναιρεσείοντος και επαναλαμβάνοντας την όμοια κρίση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δέχτηκε, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει, αποδείχτηκε, κατά την ανέλεγκτη, επειδή αφορά πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι το επίδικο δεν είναι, ούτε υπήρξε δάσος και ότι οι αναιρεσίβλητοι απέκτησαν τη συγκυριότητά του τόσο με παράγωγο, όσο και με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), διαλαμβάνοντας, ειδικότερα, στην εν λόγω απόφασή του, ότι "το επίδικο εμφαίνεται με τα στοιχεία Α,Β...Ω2,Α3,Β3,Α επί του από 24.11.2011 τοπογραφικού διαγράμματος του τοπογράφου μηχανικού Γ.

Λ. και έχει εμβαδόν Ε=314.974,20 τμ. Το ακίνητο αυτό βρίσκεται στη θέση ... στην κτηματική περιφέρεια της Κοινότητας ... και συνορεύει γύρωθεν με ιδιοκτησίες Π. Μ., Ι. Π. του Μ., Χ. Μ. του Ν. και Δ. Μ. του Ν. και δρόμο ... ..., με χωματόδρομο και ασφαλτόδρομο ... ..., με ιδιοκτησίες Ι. Σ. του Δ., Δ. και Μ. και ανατολικά με ιδιοκτησία Ν.

Ο., όπως ειδικότερα περιγράφεται στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα που συνέταξε ο τοπογράφος μηχανικός Γ. Λ. για λογαριασμό των εναγομένων και το οποίο αποδέχθηκε ο διορισθείς πραγματογνώμων ως ανταποκρινόμενο στη πραγματικότητα. Κατά την επικαλούμενη στην αγωγή περιγραφή, το επίδικο ορίζεται ως δασική έκταση 340 στρεμμάτων στη θέση ...

στη κτηματική περιφέρεια της Κοινότητας ..., που συνορεύει ανατολικά με δημόσια έκταση, με παλαιό αγρό Χ. Δ. και δασική έκταση φερόμενη ως ιδιοκτησία Ν. Ο., δυτικά με επαρχιακή οδό ... ... και πέραν αυτής με αγρούς, βορείως με ιδιωτική δασική έκταση Χ. Μ. διεκδικούμενη υπό Π. Μ. και με ελαιοαγρούς του ιδίου και νότια με την επαρχιακή οδό ... ...

και πέραν αυτής με αγρούς. Από τη σύγκριση των παραπάνω δύο περιγραφών, προκύπτει ότι αυτές ταυτίζονται, με τη μόνη διαφορά ως προς το συνολικό εμβαδόν της επίδικης έκτασης και συνεπώς, δεν παρίσταται ανάγκη να διενεργηθεί συμπληρωματική πραγματογνωμοσύνη ως προς την ταυτότητα του επίδικου ακινήτου.

Το ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα συνέταξε για λογαριασμό των εναγόμενων ο παραπάνω τοπογράφος μηχανικός, το οποίο εγχειρίστηκε στον διορισθέντα πραγματογνώμονα με την από 3-2-2014 κλήση των εναγομένων. Το τοπογραφικό αυτό ελέγχθηκε από τον πραγματογνώμονα, για την ορθότητά του και κρίθηκε ακριβές σε συνδυασμό με τα στοιχεία που ήδη αυτός διέθετε.

Το επίδικο ακίνητο είναι περιφραγμένο με πεπαλαιωμένο συρματόπλεγμα. Η περίφραξη απεικονίζεται στο τοπογραφικό με διακεκομμένη γραμμή. Στην αρχική έκθεση, παρατίθεται και η αντίστοιχη φωτογραφία με το συρματόπλεγμα με αριθμό φωτογραφίας 03. Στο τοπογραφικό απεικονίζεται ορθά, με πράσινη γραμμή, η έκταση που περιλαμβάνεται στο 913/12-3-74 Πρωτόκολλο Διοικητικής Αποβολής.

Η έκταση που αφορά την διοικητική αποβολή έχει εμβαδόν 241.809,48 τμ, ενώ η έκταση που αποτελεί τμήμα της ιδιοκτησίας Μ. και εμπεριέχεται σ' αυτή απεικονίζεται με πράσινη διαγράμμιση και έχει εμβαδόν 209.757,48 τμ. Τα ελαιοτεμάχια εμφανίζονται ορθά, με μπλε γραμμή και είναι σύμφωνα με το πληροφοριακό σύστημα του Υπουργείου Γεωργίας.

Δηλαδή έγινε πιστή μεταφορά τους στο τοπογραφικό. Από τη σύνθεση των διαγραμμάτων σε ενιαίο τοπογραφικό προέκυψε ότι: Έκταση επιφανείας 35.005,26 τμ εμφανίζεται να ανήκει από κοινού στο ελαιοκομικό μητρώο (αρ. 528-209-4218), στη διοικητική αποβολή και στην ιδιοκτησία κληρονόμων Χ. Μ., ομοίως έκταση εμβαδού 31.591,92 τμ εμφανίζεται να ανήκει από κοινού στο ελαιοκομικό μητρώο (αρ. 528-209-9630), στη διοικητική αποβολή και στην ιδιοκτησία κληρονόμων Χ.

Μ.. Η επίδικη έκταση αποτελεί τμήμα του ακινήτου των εναγομένων που βρίσκεται στις συνεχόμενες θέσεις "...", το οποίο περιήλθε και ανήκει στους δύο πρώτους εναγομένους κατά τα τρία όγδοα (3/8) εξ αδιαιρέτου στον καθένα και στην τρίτη από αυτούς κατά τα δύο όγδοα (2/8) εξ αδιαιρέτου, από κληρονομιά του Χ. Ι. Μ., που αποβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη το 1980, κληρονομιά την οποία οι εναγόμενοι αποδέχθηκαν με την ...2/1982 πράξη του Συμβολαιογράφου ...

Π. Σ., νόμιμα μεταγραμμένη στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο …2 με αριθμό ….7. Στον τίτλο αυτό το επίδικο ακίνητο περιγράφεται ως αγρόκτημα που βρίσκεται στις συνεχόμενες θέσεις "..." της περιοχής "..." της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας ..., μετά των εν αυτώ αγροικίας, μανδρίου, καλυβίων, πεζουλιών, ελαιοδένδρων και διαφόρων άλλων δένδρων, κατάλληλον ως εκ της φύσεως και θέσεώς του δια γεωργικήν και κτηνοτροφικήν εκμετάλλευσιν, διαχωριζόμενον δια δρόμου εις δύο (2) τεμάχια, εκτάσεως του όλου τριακοσίων εξήντα (360) περίπου στρεμμάτων ή όσης είναι κατά τα όριά του, συνορευόμενον γύρωθεν με ιδιοκτησίας Π.

Ι. Μ., Δ. Χ. Μ., Δ. Σ., Α. Γ., Ε. Μ., Δ. Γ. Σ., Χ. Δ., Ε. Μ., Χ. Κ. Μ., κληρονόμων Σ. Μ. Γ. Κ. Μ. ή των δικαιοδόχων αυτών. Στον Χ. Ι. Μ. είχε περιέλθει το όλο ακίνητο σε μεγαλύτερη έκταση, από κληρονομιά του πατέρα του Ι. Κ. Μ. που πέθανε το 1950 και δυνάμει της ...5/1942 δημόσιας διαθήκης του, που συντάχτηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου ...

Α. Χ. και δημοσιεύτηκε νόμιμα από το Πρωτοδικείο Χαλκίδας με το 116/4-10-1951 πρακτικό, σαν αγρός έκτασης σύμφωνα με τη διαθήκη 60 στρεμμάτων ή όσης είναι, στην πραγματικότητα όμως έκτασης 367 στρεμμάτων και 972 τετραγωνικών μέτρων, από τα οποία μεταβίβασε εν ζωή ο Χ. Μ. συνολικά τα 7.972 τμ και έτσι απέμειναν κληρονομικά τα υπόλοιπα 360 στρέμματα, κληρονομιά την οποία αποδέχτηκε με την …04/1958 πράξη του συμβολαιογράφου ...

Θ. Π., νόμιμα μεταγραμμένη στα ίδια παραπάνω βιβλία μεταγραφών στον τόμο …6 με αριθμό …42. Στον Ι. Κ. Μ. είχε περιέλθει από διανομή που έκαναν με τον αδελφό του Χ. Κ. Μ., των κτημάτων που περιήλθαν σ' αυτούς από κληρονομιά του πατέρα τους Κ. Μ., δυνάμει του ….44/1891 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου ... Μ. Μ., νόμιμα μεταγραμμένου στα ίδια παραπάνω βιβλία μεταγραφών στον τόμο 9 με αριθμό 145.

Από τη διανομή αυτή ο Ι. Μ. πήρε στην κυριότητα νομή και κατοχή του, μέρος από το κτήμα στη θέση "...", έκτασης του όλου σύμφωνα με τον τίτλο αυτό διακοσίων (200) ξαγίων περίπου και ειδικά το τμήμα στις θέσεις "... και μέρος εκ του "...", όσης εκτάσεως και αν είναι σύμφωνα με τα τεθέντα όρια εκ λίθων, μετά των εν αυτώ καλυβίων, μανδρείων, βαστάγων, διαφόρων δένδρων και αναβρυόντων υδάτων.

Τα κτήματα τον προηγούμενο αιώνα τα μετρούσαν στην περιοχή της ... σε "ξάγια", είναι δε το "ξάγι" η έκταση που μπορούσε να σπαρθεί από ένα δοχείο γεμάτο με σιτάρι ή κριθάρι ή άλλους δημητριακούς καρπούς και μπορούσε με το δοχείο αυτό να σπαρθεί έκταση ενάμιση στρέμματος περίπου. Στον Κ. Μ. είχε περιέλθει το όλο ακίνητο από ανταλλαγή που έκανε με τον Γ.

Α. Π., δυνάμει του …79/1873 συμβολαίου του συμβολαιογράφου ... Ν. Γ., νόμιμα μεταγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο …7 με αριθμό ….59, σαν κτήμα εκ καλλιεργησίμων και μη αγρών, στις θέσεις ρέμα Β., ..., ..., ..., ..., ... και …., μετά των εν αυτώ καλυβίων, μανδρείων, δένδρων και ποτισίμων υδάτων, εκτάσεως ξαγίων χιλίων (1000) περίπου.

Στην έκταση αυτή των χιλίων (1000) ξαγίων, περιλαμβάνεται και η επίδικη έκταση, στην οποία οι εναγόμενοι και οι δικαιοπάροχοι τους ασκούν από το έτος 1873 με καλή πίστη (αφού είχαν την ειλικρινή πεποίθηση, ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλουν κατ' ουσίαν το δικαίωμα του κυρίου) και διάνοια κυρίου όλες τις πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του ακινήτου μέχρι την 11.9.1915, οπότε συμπληρώθηκε τριακονταετία, αλλά και μέχρι σήμερα, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από κανένα και ειδικά από το Ελληνικό Δημόσιο και με αυτό τον τρόπο έχουν αποκτήσει τη συγκυριότητα, κατά τα παραπάνω αναφερόμενα ποσοστά, του επίδικου ακινήτου, τόσο με παράγωγο τρόπο, όσο και με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, αφού το επίδικο ακίνητο είναι δεκτικό χρησικτησίας και μετά την 11.9.1915, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα.

Ειδικότερα, οι εναγόμενοι και οι δικαιοπάροχοί τους καλλιεργούσαν το επίδικο με δημητριακά (σιτάρι, κριθάρι και βρώμη), αφού το μεγαλύτερο μέρος της έκτασης ήταν και είναι καλλιεργήσιμο. Επίσης, μέσα στο κτήμα υπάρχουν 450 περίπου ελαιόδενδρα ηλικίας 80 έως 130 ετών, τα οποία καλύπτουν σημαντικό μέρος από την έκταση που δεν καλλιεργείται με δημητριακά, τα οποία επίσης οι εναγόμενοι και οι δικαιοπάροχοί τους καλλιεργούσαν, κλάδευαν, συνέλλεγαν τον ελαιόκαρπο, αποκομίζοντας ετησίως περίπου 1 τόνο ελαιόλαδο.

Περαιτέρω, τα διάσπαρτα άγρια ελαιόδενδρα, τα οποία καλύπτουν μικρά τμήματα του όλου κτήματος, οι εναγόμενοι και οι δικαιοπάροχοί τους τα εμβολίαζαν, τα κλάδευαν, με αποτέλεσμα με την πάροδο του χρόνου και τα τμήματα αυτά να έχουν αποκτήσει αγροτική μορφή. Επίσης, μέσα στο κτήμα έχουν κατασκευάσει οι δικαιοπάροχοι των εναγομένων τα τελευταία 130 χρόνια ποιμνιοστάσιο, το λεγόμενο "κονάκι", το οποίο περιλαμβάνει πέτρινη αγροικία, όπου και διέμενε ο δικαιοπάροχός τους Χ.

Μ.ς και την χρησιμοποιούν οι εναγόμενοι σήμερα σαν κατοικία, μάνδρα και καλύβια, ήτοι αποθήκες για φύλαξη ζωοτροφών, εφοδίων, εργαλείων κλπ. Επίσης, οι δικαιοπάροχοί των εναγομένων έχουν κατασκευάσει δεξαμενή νερού για άρδευση και πότισμα και ποτίστρες. Μέσα στο κτήμα υπάρχουν πολυάριθμα "πεζούλια", τα οποία έχουν κατασκευάσει κατά τη διάρκεια των τελευταίων 130 ετών οι δικαιοπάροχοι των εναγομένων, για να συγκρατούν το χώμα, καθώς επίσης υπάρχουν και λιθοσωροί.

Το κτήμα το έχει περιφράξει με συρματόπλεγμα ο Χ. Μ. από το έτος 1973, αφού πήρε δάνειο από την Αγροτική Τράπεζα δραχμών 117.000, μετά από έγκριση του αρμόδιου γεωπόνου, ο οποίος συναίνεσε στη χορήγηση του δανείου, αφού διαπίστωσε ότι το τμήμα ήταν κατάλληλο για γεωργοκτηνοτροφική εκμετάλλευση. Στα μη καλλιεργήσιμα τμήματα του κτήματος και στα καλλιεργήσιμα μετά το θερισμό, οι εναγόμενοι και οι δικαιοπάροχοί τους βοσκούσαν τα ζώα τους, μάλιστα δε ο Χ.

Μ. είχε μεγάλο κοπάδι και στις εγκαταστάσεις του κτήματος κατασκεύαζε διάφορα τυροκομικά προϊόντα. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται τόσο από τις καταθέσεις των μαρτύρων ανταπόδειξης όσο και από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε ο ως άνω πραγματογνώμων, σύμφωνα με την οποία το επίδικο ακίνητο ήταν τμήμα του αρχικού χωραφιού "Μ.", που αποκτήθηκε με το …79/1873 συμβόλαιο από το δικαιοπάροχο των εναγόμενων Κ.

Μ., περιγράφεται πάλι στο …44/1891 συμβόλαιο και ταυτίζεται με τις γενόμενες από τους εναγομένους πράξεις αποδοχής κληρονομιάς. Στο ακίνητο αυτό, κατά την ως άνω έκθεση, πρέπει να αξιολογηθεί ότι στα ευρήματα της αυτοψίας που διενήργησε ο πραγματογνώμων, συγκαταλέγονται τα χαλάσματα της παλαιότερης στάνης, η κατασκευή της οποίας προσδιορίζεται χρονικά πέραν της εκατονταετίας και οι διάσπαρτες ξερολιθιές που προστατεύουν τις ρίζες των ελαιοδένδρων, η ηλικία των οποίων εκτιμάται περί την εκατονταετία, ευρήματα που συνηγορούν στην άσκηση από τους δικαιοπαρόχους των εναγομένων πράξεων νομής πριν την 9.11.2015.

Για το επίδικο ακίνητο έχει εκδοθεί το ΠΔΑ 913/3/1974 του Δασάρχη …, το οποίο ακυρώθηκε με την 19/1974 απόφαση του Ειρηνοδικείου Καρύστου και την 540/1975 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, που επικύρωσε, δικάζον κατ' έφεση, την παραπάνω απόφαση, επειδή δεν πιθανολογήθηκε ο δασικός χαρακτήρας του επίδικου ακινήτου.

Επίσης, το Δασαρχείο ….στο από 1.6.1988 με αρθμ. πρωτ. 4037/84 έγγραφό του, αναφέρεται σχετικά με το επίδικο ακίνητο, για το οποίο συντάχθηκε το ως άνω πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής, ότι βρίσκεται στη θέση ... ...ι της Κοινότητας ... και καλύπτεται από θάμνους πουρναριού, σχοίνου, ερείκης και αγριοελιές. Υπήρχαν σε αυτό οικήματα και σε διάφορα σημεία περιμετρικά ελαιόδενδρα και γεωργικές εκτάσεις, 60 περίπου στρέμματα.

Δεν έχει προστατευτικό χαρακτήρα, δεν έχει κηρυχτεί αναδασωτέα και δεν έχει υπαχθεί η επίδικη έκταση και η ευρύτερη περιοχή σε πρόγραμμα αναδασώσεων. Απέχει από τη θάλασσα και από τον οικισμό ... περίπου ένα (1) χιλιόμετρο, εφάπτεται κοινοτικού δρόμου που συνδέει την ….με το ….. Το Δημόσιο δεν έχει επιδείξει ιδιαίτερες πράξεις στην επίδικη έκταση, εκτός από τη φύλαξη και εποπτεία.

Συνεπώς, τα επικαλούμενα από το δημόσιο:

α) ότι η επίδικη έκταση είχε ανέκαθεν δασικό χαρακτήρα και ότι, αφού δεν τηρήθηκε η προβλεπομένη από τη διάταξη του άρθρου 3 του ΒΔ της 17/29-11-1836 "Περί ιδιωτικών δασών", ειδική διαδικασία για την αναγνώρισή τους ως ιδιωτικών δασών, τεκμαίρεται ότι είναι δασική έκταση, ανήκουσα στο Δημόσιο,

β) ότι, αλλιώς, οι επίδικες εκτάσεις καταλήφθηκαν από τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους από αυτό ως αδέσποτες και

γ) ότι, αλλιώς, το Ελληνικό Δημόσιο απέκτησε την κυριότητα στις επίδικες εκτάσεις με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, αφού από τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους επιλήφθηκε της νομής τους, βάσει των συνθηκών και πρωτοκόλλων αναγνώρισης αυτού και εξακολούθησε να την ασκεί μέχρι την συμπλήρωση του νόμιμου χρόνου, είναι ουσιαστικά αβάσιμα.

Επίσης, απορριπτέος, ως ουσιαστικά αβάσιμος, είναι ο λόγος της έφεσης, με τον οποίο το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι η επίδικη έκταση ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο, διότι από τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους καταλήφθηκε, βάσει πολεμικού δικαιώματος και στη συνέχεια δημεύθηκε ως ανήκουσα προηγουμένως στο οθωμανικό δημόσιο, αλλιώς σε Οθωμανούς ιδιώτες, διότι, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην αρχή της σκέψης αυτής, τα ακίνητα της Εύβοιας, τα οποία δεν ανήκουν στην κατηγορία των δημόσιων οθωμανικών γαιών και δεν εξουσιάζονταν πριν από την Επανάσταση από το Σουλτάνο, αλλά κατέχονταν από Οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του οθωμανικού δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος Πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 3-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, αλλά εξακολούθησαν και μετά το χρονικό αυτό σημείο να ανήκουν στους μέχρι τότε Οθωμανούς ιδιοκτήτες τους, σύμφωνα δε με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου της 3ης Φεβρουάριου 1830 οι Οθωμανοί της Εύβοιας θα αποζημιώνονταν για τα κτήματα που είχαν στην άμεση κυριότητά τους... .

Με βάση όλα όσα προεκτέθηκαν, οι ως άνω εφεσίβλητοι εναγόμενοι, καθώς και οι προμνημονευόμενοι διάδοχοί τους, νεμόμενοι με καλή πίστη, επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της τριακονταετίας, δηλαδή από το έτος 1873 μέχρι τις 11. 9.1915, το επίδικο ακίνητο, απέκτησαν με έκτακτη χρησικτησία την κυριότητα σε αυτό υπό τους όρους του Βυζαντινό ρωμαϊκού Δικαίου (άρθρο 51 ΕισΝΑΚ).

Τέλος, το Ελληνικό Δημόσιο θεωρεί τη μείζονα έκταση, εντός της οποίας βρίσκεται και το επίδικο, ως δημόσια δασική έκταση. Ωστόσο, και αν ακόμη υποτεθεί ότι το επίδικο ακίνητο, περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου ως διαδόχου του Οθωμανικού Κράτους ή επειδή ήταν δάσος κατά το έτος 1836, για το οποίο κανείς δεν προσκόμισε τίτλους ιδιοκτησίας εντός της προθεσμίας του άρθρου 3 του ΒΔ της 17/29-11-1836 ή λιβάδι κατά το έτος 1833 ή αδέσποτο κατά το έτος 1837, η κυριότητά του καταλύθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, με έκτακτη χρησικτησία.

Το Ελληνικό Δημόσιο, αντιθέτως, ουδέποτε άσκησε διακατοχικές πράξεις διανοία κυρίου στο ως άνω κτήμα και ουδέποτε έχει εγγράψει αυτό ως δημόσιο κτήμα. Επομένως, το εν λόγω ακίνητο, ως ιδιωτική ιδιοκτησία, συνέχισε να είναι δεκτικό χρησικτησίας και μετά τις 11.9.1915". Στη συνέχεια δε των παραδοχών του αυτών, το Εφετείο επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία η αγωγή, με την οποία το αναιρεσείον ζητούσε, να αναγνωρισθεί κύριο του παραπάνω επιδίκου ακινήτου.

Ενόψει τούτων, πρέπει να απορριφθούν ως αλυσιτελείς ο πρώτος και ο τέταρτος, κατά το οικείο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παράβασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων ν. 8 κωδ. (7.39), 9 παρ. 1, Βασ. 6 (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), 27 Πανδ. (18.1), 10, 17 και 48 Πανδ. (41.3), 3 Πανδ. (41.100) και 109 Πανδ. (50.16), ν. 11 Πανδ. (44.3), ν. 3 Κωδ. 7, 30, ν. 11 Κωδ. 7, 32 παρ. 12, 3 του Οθωμανικού Νόμου της 7 Ραμαζάν 1274 (1856) "περί Γαιών", 5 και 6 του Πρωτοκόλλου της 3.2.1830 "περί της Ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και τα μεταγενέστερα 4/16.6.1830 και 1/19.7.1830, της από 9.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως περί οριστικού διακανονισμού των ορίων του πρώτου Ελληνικού Κράτους, την από 28.3.1835 Ελληνοτουρκική Σύμβαση, 1 του ν. 3/15.12.1838 "περί βοσκοτόπων", του ΒΔ 17/29.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών", των ΒΔ 26/4/8.5.1838, από 26.6/8.7.1836 και 2/14.10.1836, του Ν.

της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", του Ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" και 21 του νδ της 22.4/15.6.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της αεροπορικής αμύνης". Η παράβαση αυτή, κατά το αναιρεσείον, συνίσταται στο ότι "ορθά ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τις ως άνω διατάξεις όφειλε (το Εφετείο) να κάνει δεκτό αφενός, ότι τα κτήματα που εγκαταλείφθηκαν από τους Οθωμανούς ιδιοκτήτες τους, καθώς και τα ανήκοντα στο Οθωμανικό Δημόσιο κτήματα, αποκτήθηκαν "δικαιώματι πολέμου" ανεξαρτήτως της κατάληψής τους κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα από το Δημόσιο ή τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις και αφετέρου, ότι η επίδικη έκταση ανήκε στην κατηγορία των δημοσίων - οθωμανικών γαιών, ως εκ της μορφολογίας της και ουδέποτε εξουσιάστηκε από ορισμένο πρόσωπο".

Είναι δε αλυσιτελείς οι παραπάνω λόγοι, πρωτίστως, διότι πλήττεται μόνο ο ανωτέρω παράγωγος τρόπος κτήσης της κυριότητας του επιδίκου από τους αναιρεσίβλητους, όχι όμως και ο πρωτότυπος τρόπος, ήτοι η έκτακτη χρησικτησία, καίτοι ο τρόπος αυτός στηρίζει αυτοτελώς το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου, την απόρριψη, δηλαδή, της αγωγής του αναιρεσείοντος κατά παραδοχή της ένστασης ιδίας κυριότητας των αναιρεσιβλήτων με τον παραπάνω πρωτότυπο τρόπο, καθόσον και αν υποτεθούν αληθινά τα όσα ισχυρίζεται το αναιρεσείον με τους ερευνώμενους λόγους του, δηλαδή, ότι περιήλθε το επίδικο στην κυριότητά του ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου ή λόγω της φύσης του ως εγκαταλειφθείσας δημόσιας, κατά το οθωμανικό δίκαιο, γαίας, η κατά τον τρόπο αυτό κτηθείσα κυριότητά του καταλύθηκε στη συνέχεια, με την καλόπιστη διανοία κυρίου νομή των δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων για το μεγαλύτερο των 30 ετών χρονικό διάστημα από το έτος 1873 μέχρι και 11.9.1915, σύμφωνα με την επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία δεν πλήττεται με τους πιο πάνω λόγους αναίρεσης.

2. Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, κατά το νόμο, είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο, για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 12/2016, ΑΠ 509/2013).

Η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, για ελλείπεις, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση, που έχει διατυπωθεί για τη στήριξη του διατακτικού της, δηλαδή από τις παραδοχές της για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση του για παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.

Για τη διαδικαστική πληρότητα του λόγου αυτού, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης και, ειδικότερα, όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες της, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία της (ΟλΑΠ 20/2005), ενώ, στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποία αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" και "αντίφαση" (ΟλΑΠ 20/2005, 32/1996, ΑΠ 1401/2010), καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, γιατί το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα στην κρίση του αυτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 112/2016, 951/2013, 478/2013, 38/2012).

Εν προκειμένω, με το δεύτερο, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι "δεν διέλαβε την κατά νόμο απαιτούμενη αιτιολογία, προκειμένου να θεμελιώσει την παραδοχή του ότι δεν αποδείχτηκε κυριότητα του Δημοσίου...παρά το ότι η κυριότητα του Δημοσίου τεκμαίρεται και συνεπώς η απόρριψη του σχετικού ισχυρισμού χρήζει ειδικής αιτιολόγησης. Εάν...είχε διαλάβει την προσήκουσα αιτιολογία, θα είχε δεχθεί ότι η επίδικη έκταση ως δασική ήταν ανέκαθεν δημόσια έκταση...". Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με την παραπάνω σκέψη, είναι απορριπτέος αφενός μεν ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται, ποια είναι η "ειδική και προσήκουσα αιτιολογία" που λείπει από την προσβαλλόμενη απόφαση, αφετέρου δε αβάσιμος, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση του δασικού χαρακτήρα του επιδίκου, τον οποίο, όμως, δεν δέχθηκε, κατά τα ανωτέρω, το Εφετείο.

3. Επίσης, ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας ως προς την κυριότητα των αναιρεσιβλήτων στο επίδικο με έκτακτη χρησικτησία, επειδή δεν αναφέρεται στην απόφαση αυτή "εάν η εν λόγω έκταση εξακολούθησε και μετά την απελευθέρωση να ανήκει στους Οθωμανούς ιδιοκτήτες της, σε ποιόν συγκεκριμένα Οθωμανό ιδιοκτήτη αυτή ανήκε, εάν αυτός διέθετε νόμιμο τίτλο...", είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, πρωτίστως, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι σε παραδοχή του Εφετείου ότι το επίδικο ανήκε σε Οθωμανούς, ενώ τούτο δέχτηκε, σύμφωνα με το παραπάνω περιεχόμενο της απόφασής του, ότι το εν λόγω ακίνητο δεν ανήκε σε Οθωμανούς, αλλά στους Έλληνες ιδιοκτήτες που αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφασή του.

4. Εξάλλου, με τον τρίτο, από την ίδια παραπάνω διάταξη, λόγο αναίρεσης ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση "για αιτιολογίες ανεπαρκείς και αντιφατικές", επειδή:

α) "το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ουδόλως αναφέρεται ή αντικρούει τα ως άνω αποδεικτικά έγγραφα (είναι τα ...84/21.2.2012 και ...8126/24.10.2014 έγγραφα του Δασαρχείου …) κατά τη διαμόρφωση της κρίσης του περί του (μη δασικού) χαρακτήρα της επίδικης έκτασης",

β) "δεν προσδιορίζει (ως προς την κυριότητα των αναιρεσιβλήτων στο επίδικο με έκτακτη χρησικτησία) από πότε καλλιεργούταν η έκταση και σε ποιο ακριβώς αποδεικτικό υλικό στηρίχτηκε για την διαπίστωση αυτή",

γ) "δεν αιτιολογεί την απόκλιση στο εμβαδόν" του επιδίκου που παρατηρείται στα, σχετικά με το ακίνητο αυτό, …79/1873 και …44/1981 συμβόλαια των δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων,

δ) "χωρίς αιτιολογία διέλαβε ότι από τη σύγκριση της περιγραφής στην αγωγή και στο τοπογραφικό διάγραμμα προκύπτει ότι αυτές ταυτίζονται, με τη μόνη διαφορά ως προς το συνολικό εμβαδόν της επίδικης έκτασης" και ε) "έκανε δεκτό τον ισχυρισμό των αντιδίκων περί κυριότητας δυνάμει εκτάκτου χρησικτησίας...χωρίς να αιτιολογήσει ειδικά την παραδοχή ότι οι εναγόμενοι νεμόταν την επίδικη έκταση με καλή πίστη...αφού η φύση της εν λόγω έκτασης ως δασικής, δε δικαιολογεί...καλή πίστη". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, πρωτίστως, διότι οι παραπάνω αιτιάσεις δεν αναφέρονται σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με την παραπάνω έννοια, αλλά στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των ανωτέρω γεγονότων από το Δικαστήριο της ουσίας, ενώ, ως προς την αιτίαση της μη αναφοράς του χρόνου έναρξης της καλλιέργειας, αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι αυτή άρχισε από τους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων τουλάχιστον από το έτος 1873, η δε τελευταία, σχετικά με το δασικό χαρακτήρα του επιδίκου, αιτίαση, προϋποθέτει παραδοχή του Εφετείου για δασικό χαρακτήρα του επιδίκου, τον οποίο, όμως, αυτό, σύμφωνα με το προεκτεθέν περιεχόμενο της απόφασής του, δεν δέχθηκε.

5. Τέλος, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 8β ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, όχι, όμως και οι ισχυρισμοί που συνιστούν άρνηση της αγωγής ή ένστασης ή επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 247/2012). Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό, πλην τον απέρριψε, ρητά ή σιωπηρά, για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (ΑΠ 50/2015).

Εν προκειμένω, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από το προεκτεθέν περιεχόμενο αυτής προκύπτει, απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος για κυριότητά του στο επίδικο, λόγω του δασικού χαρακτήρα του, επειδή δέχτηκε, ότι από την αποδεικτική διαδικασία προέκυψε, ότι αυτό ουδέποτε υπήρξε δάσος. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί, πρωτίστως, ως αβάσιμος ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά το σχετικό, από το άρθρο 559 αριθ. 8β ΚΠολΔ, μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της μη λήψης υπόψη από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο του ανωτέρω ισχυρισμού του αναιρεσείοντος.

Μετά απ' αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, αφού ηττάται, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτών (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένη, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 νόμου 3693/1957 και την, κατ' εξουσιοδότησή του, 134423 Οικ/8.12.1992/20.1.1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-2-2018 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της 60/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Εύβοιας. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Απριλίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑ