Legislator Case Law & Legislation
590/2016 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to lack of legal interest and improper procedural standing against a co-plaintiff.

Case Number 590/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a plaintiff against her co-plaintiff, ruling that the appeal was inadmissible due to a lack of legal interest. The court found that the appellant had not raised the specific arguments regarding the admissibility of evidence in the lower court proceedings. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the opposing party.

Legislator headnote

AI generated

Articles 68, 556, 558 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a co-plaintiff is inadmissible due to lack of legal interest if the decision contains no ruling or reasoning adverse to the appellant, and procedural defects such as failure to raise arguments in lower courts render the appeal inadmissible.

Keywords

AI generated
lack of legal interest co-plaintiff standing inadmissible appeal procedural defect Code of Civil Procedure legal costs procedural history

Cited Legislation

AI generated
Articles 68, 556 and 558 of the Code of Civil Procedure
Article 82 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 81 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 562 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 11 item a and 14 of the Code of Civil Procedure
Article 270 paragraph 2 gamma of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 590 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 590/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. συζ. Μ. Σ. το γένος Σ. Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Ευγενία Μαζαράκη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ

Των αναιρεσίβλητων: 1) Θ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παναγιώτη Γραμματικάκη και 2) Δήμου Μονεμβασίας Λακωνίας που εδρεύει στους ..., ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 29-7-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, τις από 23-9-2009 ανακοίνωση δίκης και από 1-10-2009 πρόσθετη παρέμβαση, του 1ου και του 2ου των αναιρεσιβλήτων αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27/2012 του ιδίου Δικαστηρίου και 140/2014 του Εφετείου Ναυπλίου.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα, με την από 20-7-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 4-1-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του πρώτου αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των άρθρων 68, 556 και 558 του ΚΠολΔ. συνάγεται ότι η αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται κατά του νικήσαντος αντιδίκου του αναιρεσείοντος, όχι δε και κατά του (απλού) ομοδίκου του, ως προς τον οποίο είναι απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως έννομου συμφέροντος, εφόσον η απόφαση δεν περιέχει διάταξη ή αιτιολογία υπέρ αυτού, η οποία να βλάπτει τον αναιρεσείοντα (Ολ.Α.Π.24/1997).

Έτσι η αναίρεση, καθόσον απευθύνεται κατά αναιρεσιβλήτου, ο οποίος δικάστηκε ως ομόδικος άλλου αναιρεσίβλητου, υπέρ του οποίου είχε παρέμβει προσθέτως (άρθρα 80, 82 εδ.α’ , 83 ΚΠολΔ.), είναι απαράδεκτη. Τέλος, κατά το άρθρο 82 εδ. γ’ ΚΠολΔ., αποφάσεις και δικόγραφα που επιδίδονται στους κύριους διαδίκους πρέπει να επιδίδονται και σε εκείνον που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση.

Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με την παρ. 3 του άρθρου 81 του ίδιου κώδικα, η οποία ορίζει ότι ο παρεμβαίνων καλείται στις επόμενες διαδικαστικές πράξεις από το διάδικο που επισπεύδει τη δίκη, προκύπτει σαφώς ότι η κλήση προς συζήτηση της αναίρεσης πρέπει να επιδίδεται και προς τον προσθέτως παρεμβάντα υπέρ κάποιου από τους κυρίους διαδίκους, για να ενημερώνεται για την εξέλιξη της δίκης, που ανοίγεται με την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης και ασκεί τα δικαιώματά του, αφού αυτός είναι διάδικος.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ο δεύτερος αναιρεσίβλητος Δήμος Μονεμβασίας Λακωνίας κατά μεν τον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας είχε την ιδιότητα του προσθέτως υπέρ του πρώτου αναιρεσίβλητου - εναγομένου παρεμβάντος ύστερα από προσεπίκλησή του, κατ’ άρθρο 91 παρ.1 ΚΠολΔ., από τον εν λόγω κύριο διάδικο, κατά δε την κατ’ έφεση δίκη είχε την ιδιότητα του εφεσίβλητου στην έφεση που είχε ασκήσει η ήδη αναιρεσείουσα, ως προσθέτως υπέρ του πρώτου αναιρεσίβλητου - εναγομένου παρεμβάς.

Επομένως, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στη πιο πάνω νομική σκέψη, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως καθόσον απευθύνεται κατά του (απλού) ομοδίκου του πρώτου αναιρεσίβλητου, υπέρ του οποίου η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από αυτήν πρόκυπτει, δεν περιέχει διάταξη ή αιτιολογία που να βλάπτει την αναιρεσείουσα, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Όμως, η απεύθυνση του δικογράφου της αναίρεσης κατά του ως άνω προσθέτως παρεμβάντος και ήδη δεύτερου αναιρεσίβλητου εκτιμάται ως κλήση του στην προκείμενη δίκη, στην οποία αυτός δεν παραστάθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφής της σ’ αυτό, μολονότι, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ.... /29-9-2015 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Σπάρτης Ι.

Β., ακριβές αντίγραφο της από 20-7-2015 αιτήσεως αναιρέσεως, μαζί με κλήση για συζήτηση για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 13-1-2016, επιδόθηκε από την επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσείουσα προς αυτόν.- Κατά το άρθρο 559 αρ.11 περ.γ’ ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 ΚΠολΔ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή επιδρά στο διατακτικό της απόφασης (Ολ.

Α.Π. 2/2008, Ολ. Α.Π. 42/2002, Α.Π. 491/2014). Εξάλλου, ναι μεν η δικαστική ομολογία λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, προκειμένου όμως η παράλειψη της προσβαλλόμενης απόφασης να λάβει υπόψη αυτήν, να ιδρύσει τον από το άρθρο 559 αρ. 11 γ’ ΚΠολΔ. προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, απαιτείται να γίνει επίκληση αυτής από τον ωφελούμενο διάδικο ενώπιον του δικαστηρίου εκείνου (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.).

Περαιτέρω δε, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός για τον οποίο έγινε η ομολογία, ο οποίος πρέπει να είναι ουσιώδης, ως ασκών επίδραση στην έκβαση της δίκης και τέτοιοι δεν είναι οι μη νόμιμοι ισχυρισμοί (Α.Π.462/2008). Τέλος, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 352 και 353 του ίδιου Κώδικα, ομολογία, ως αποδεικτικό μέσο, υπάρχει, εφόσον περιέχει πραγματικά περιστατικά επιζήμια για εκείνον που ομολογεί.

Έτσι, δεν αποτελούν ομολογία πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής (Α.Π.1042/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ. αιτίαση ότι το Εφετείο (που δίκασε την από 29-7-2008 αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή της αναιρεσείουσας) δεν έλαβε υπόψη και δε συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις δικαστική ομολογία του πρώτου εφεσίβλητου και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, που περιέχεται στις προτάσεις του, που κατέθεσε εμπρόθεσμα στο Εφετείο κατά τη συζήτηση της έφεσής της (στις σελίδες 23 και 24), και συνίσταται στο ότι η επίδικη λωρίδα ήταν το έτος 1929 ιδιοκτησία του Π.

Κ. και έκτοτε (1929) αφέθηκε στην κοινή χρήση, όπως προκύπτει από την ανάλυση, στην οποία αυτός προέβη, της αποδεικτικής αξίας του υπ’ αριθμ. .../1929 πωλητήριου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Μονεμβασίας Νικολάου Σταθάκου, το οποίο επικαλέστηκε και προσκόμισε, με το οποίο ο συμβαλλόμενος στο συμβόλαιο αυτό ως αγοραστής Π.

Κ. αγόρασε οικόπεδο με μία διώροφη οικία και δύο βοηθητικά οικοδομικά κατασκευάσματα (καλύβια), το οποίο συνορεύει κατά τη μία πλευρά με οικία Κ. Κ., ο οποίος είναι ο απώτερος δικαιοπάροχος αυτής (αναιρεσείουσας), εκθέτοντας τα εξής : " Σημείο εξέχουσας αναφοράς μου αποτελεί και το υπ’ αριθμό .../1929 προσαγόμενο συμβόλαιο του τότε Συμβολαιογράφου Μονεμβασίας Νικολάου Σταθάκου, νομίμως μεταγεγραμμένο εν τόμω ....

Με αυτό αγόρασε ο Π. Κ., παππούς του Π. Κ., που αναφέρεται στο .../1997 συμβόλαιο, το ακίνητο Π. Κ., δηλαδή, όπως αναφέρεται στο συμβόλαιο, μία ανώγειο οικία μετά δύο καλυβίων και προαυλίου των, κειμένων εντός του χωρίου Νομίων του Δήμου Μονεμβασίας, συνορευομένων γύρωθεν με οικίες Κ. Π. Κ. (πρόκειται για την οικία της αντιδίκου πρώην Γ., αφού ο Κ.

Κ. ήταν παππούς του Σ. Γ.), Σ. Δ. Κ., Γ. Π. Κ., κληρονόμων Γ. Σ., Π. Π. Κ. και οικόπεδο Κ. Ρ.. Μένω στην αναφορά στο ανωτέρω συμβόλαιο: "μετά δύο καλυβίων και προαυλίου των" και επεξηγώ: Πρόκειται με βάση το τοπογραφικό Κ., που συνοδεύει το .../1997 συμβόλαιο για το ένα καλύβι υπό στοιχείο Ε - 1 που είχε ως προαύλιο χώρο του όλη την κοινόχρηστη μπασιά και την αυλή που προβάλλεται δυτικά αυτού και που είναι το δεύτερο και το πρώτο επίδικο της αγωγής, ενώ το δεύτερο καλύβι είναι αυτό που απεικονίζεται στο ίδιο τοπογραφικό υπό στοιχείο Ε - 5 με την αυλή του, που προβάλλεται νοτίως αυτού προς το κοινοτικό μονοπάτι.

Τότε δηλαδή το 1929 δεν είχε καταστεί η μπασιά κοινόχρηστη αλλά ήταν προαύλιος χώρος της μίας εκ των δύο καλυβίων, που αγόρασε με το συμβόλαιο του 1929 ο απώτατος δικαιοπάροχός μου Π. Κ.. Εν συνεχεία όμως, επειδή ο χώρος έμεινε ελεύθερος για όλους, όπως επίσης και στο φούρνο Κ. φούρνιζαν και άλλοι, δημιουργήθηκε η κοινόχρηστη μπασιά, που αναφέρεται στο .../1997 συμβόλαιο και που είναι το δεύτερο επίδικο της αγωγής.

Συνεπώς και από το συμβόλαιο αυτό βγαίνει ότι η οικία Γ. - αντιδίκου - ποτέ δεν συνόρευε με τον τοίχο της οικίας Κ. αλλά μεσολαβούσε ο προαύλιος χώρος Κ., που κατέστη κοινόχρηστος χώρος", την οποία (ομολογία) επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα με την προσθήκη στις προτάσεις της στο Εφετείο, κατά τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με τον τίτλο "η εκδοχή της κοινοχρησίας είναι και νομικά αδύνατη", ισχυρισθείσα ότι ο από το 1929 ως το 1946 διαδραμών χρόνος δεν είναι ικανός κατά νόμο να προσδώσει στην επίδικη λωρίδα το χαρακτηρισμό του κοινόχρηστου πράγματος, αφού ο απαιτούμενος χρόνος είναι 80 έτη, που θα έπρεπε να είχαν συμπληρωθεί το έτος 1946, που τέθηκε σε ισχύ ο Αστικός Κώδικας και συνεπώς δεν υπάρχει κοινοχρησία με την εφαρμογή της από αμνημόνευτου χρόνου παραγραφής.

Όμως, η ομολογία αυτή έχει σχέση με το γεγονός της κοινοχρησίας, ότι δηλαδή το επίδικο ακίνητο απέκτησε την ιδιότητα του κοινοχρήστου με την από το βυζαντινορρωμαϊκό δίκαιο (ν.3 παν. 43.7) προβλεπόμενη αμνημόνευτου χρόνου αρχαιότητα (vetustas), δηλαδή με την άσκηση της κοινής χρήσεως επί τόσο χρόνο, ώστε η παρούσα γενεά από δική της αντίληψη και από πληροφορίες της προηγουμένης έτσι γνώρισε την παρούσα κατάσταση στα τελευταία 80 χρόνια πριν από την ισχύ (23-2-1946) του Αστικού Κώδικα.

Πλην, όμως, από την επιτρεπτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ., επισκόπηση των προτάσεων του πρώτου αναιρεσίβλητου, τέτοιος ισχυρισμός περί κοινοχρησίας δεν προκύπτει ότι προτάθηκε νομοτύπως στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ούτε και στο Εφετείο με τις προϋποθέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ., αλλά απλώς αυτός (τότε εναγόμενος) προέβη σε αιτιολογημένη άρνηση της βάσης της αγωγής, ισχυριζόμενος ότι το επίδικο αποτελεί κοινόχρηστο χώρο, χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση των απαιτούμενων περιστατικών για τη θεμελίωση της ιδιότητας αυτού ως κοινοχρήστου και συνεπώς το Δικαστήριο της ουσίας, μη λαμβάνοντας υπόψη την επικαλούμενη δικαστική ομολογία, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11 γ’ ΚΠολΔ.

και ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος ως αλυσιτελής. Παρεκτός του ότι είναι απαράδεκτος και για το λόγο ότι περιστατικά που συγκροτούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής δεν συνιστούν ομολογία. Τέλος, η αναιρεσείουσα επικουρικά, δηλαδή για την περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι λήφθηκε υπόψη η παραπάνω ομολογία, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου σφάλμα από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

και, συγκεκριμένα, ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε στην ως άνω ομολογία του πρώτου αναιρεσίβλητου την εκ του νόμου - άρθρο 352 ΚΠολΔ. - αυξημένη αποδεικτική δύναμη και με την παράλειψη αυτή παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο ερευνώμενος αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται στην ανακριβή προϋπόθεση περί υπάρξεως της φερομένης ως αγνοηθείσας δικαστικής ομολογίας.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται :

α)για παράβαση που δε μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νόμιμη κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και ότι αυτός είναι ουσιώδης, ως ασκών επίδραση στην έκβαση της δίκης και τέτοιοι δεν είναι οι μη προταθέντες ισχυρισμοί.

Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που έχει ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός στον οποίο αυτός στηρίζεται είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο της έφεσής του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προβλεπόμενες στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., να αναφέρεται δε και ό χρόνος και ό τρόπος προτάσεως του, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ.

Α.Π. 15/2000). Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία γιατί στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβιάζει μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο ισχυρισμός αυτός δεν προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ. (Α.Π. 1377/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις, από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. α’ και 14 ΚΠολΔ., ότι το Εφετείο για να καταλήξει στα συμπεράσματά του, βάσει των οποίων απέρριψε την έφεσή της, βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη του, μεταξύ άλλων, και τις υπ’ αριθμ. .../2009 εκθέσεις ένορκης βεβαίωσης της συμβολαιογράφου Επιδαύρου Λιμηράς Ιωάννας Γκιουζέπη, στις οποίες έχουν καταχωρηθεί οι καταθέσεις των σ’ αυτές αναφερόμενων μαρτύρων καθώς και την υπ’ αριθμ.

…/2011 έκθεση ένορκης βεβαίωσης του Ειρηνοδίκη Μυκόνου, στην οποία περιέχεται η κατάθεση του μάρτυρα Ι. Κ., που προσκόμισε και επικαλέστηκε ο πρώτος αναιρεσίβλητος με το κύριο σώμα των προτάσεών του στο Εφετείο και είχαν δοθεί νομότυπα, ενώ δεν έπρεπε να λάβει υπόψη, ως πλεονάζουσα (άρθρ. 270 παρ. 2 γ’ ΚΠολΔ.),την υπ’ αριθμ.13/20011 (τέταρτη) ένορκη βεβαίωση στον Ειρηνοδίκη Μυκόνου, δηλαδή έλαβε υπόψη απαγορευμένο από το νόμο αποδεικτικό μέσο και παρά το νόμο δεν το κήρυξε απαράδεκτο, υποπίπτοντας έτσι στις ως άνω πλημμέλειες.

Όμως, από την επισκόπηση των προσκομιζόμενων διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα τον άνω (στηρίζοντα το λόγο αυτόν αναίρεσης) ισχυρισμό δεν πρόβαλε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όπου και σ’ αυτό προσκομίσθηκαν από την αντίδικη πλευρά οι ως άνω τέσσερις ένορκες βεβαιώσεις, αλλά ούτε και στο Δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση με λόγο έφεσης ως σφάλμα της πρωτόδικης απόφασης.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο εν λόγω ισχυρισμός, που στηρίζει το σχετικό αναιρετικό λόγο, προτάθηκε στο Εφετείο, από την αναιρεσείουσα - ενάγουσα - εκκαλούσα με λόγο έφεσης. Τέλος, ο ίδιος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση από την αναιρεσείουσα η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., με αναφορά απλώς και μόνο το κείμενο της οικείας διατάξεως, είναι αόριστος (Α.Π. 270/2015) και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Κατ’ ακολουθίαν αυτών, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, παραβόλου και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα διάδικος, στη δικαστική δαπάνη του πρώτου αναιρεσίβλητου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ.),όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-7-2015 αίτηση της Α. συζ. Μ. Σ., το γένος Σ. Γ., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 140/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του πρώτου αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οχτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ