Attorney fees agreement dependent on litigation outcome is valid; court remands case for further trial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Court of Appeal's dismissal of the attorney's fee claim, ruling the lower court erred in interpreting the fee agreement. The plaintiff argued that his pre-litigation work constituted valid representation, while the defendant contended such tasks fell outside the scope of legal representation. The court held that the fee agreement was valid and the lower court misapplied substantive law, ordering a remand for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1, 2, 38, 39, 46, 49, 63, 91, 92, 94 of the Lawyers Code; Articles 648 et seq. and 713 et seq. of the Civil Code: An agreement fixing attorney fees dependent on the litigation outcome is valid if the lawyer undertakes to conduct the case until final judgment without receiving any fee upon failure.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 590 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 590/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 31 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Λ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας, παραστάθηκε με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Α. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Κόρακα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/12/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 262/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6826/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25/4/2010 αίτησή του και τους από 11/2/2011 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 10/3/2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Σαράντη Δρινέα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου και κυρίου δικογράφου και πρώτου και δεύτερου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη του δεύτερου λόγου του κυρίου δικογράφου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 2, 38, 39, 46, 49, 63, 91, 92 και 94 του Κώδικα περί Δικηγόρων, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. και 713 επ. του Α.Κ. προκύπτει ότι ο δικηγόρος ενεργώντας ελεύθερα έναντι του πελάτη του και μη διατελώντας σε σχέση εξαρτήσεως, είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός, ενώ η μεταξύ τους σχέση χαρακτηρίζεται ως αμειβόμενη εντολή και δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του αμοιβή για κάθε εργασία δικαστική ή εξώδικη.
Η αμοιβή του δικηγόρου για τις υπηρεσίες που πρόσφερε καθορίζεται με συμφωνία μεταξύ αυτού και του εντολέα του, ο οποίος οφείλει την αμοιβή ,εφόσον έδωσε την εντολή επ' ονόματι και για λογαριασμό του, ανεξάρτητα από το αν είναι διάδικος. Αν δεν υπάρχει ειδική συμφωνία, το ελάχιστο της αμοιβής ορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 99 επ.
του Κώδικα περί Δικηγόρων. Κατά τη διάταξη του άρθρου 92 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, επιτρέπεται συμφωνία που εξαρτά την αμοιβή ή το είδος αυτής από την έκβαση της δίκης ή του αποτελέσματος ή από οποιαδήποτε άλλη αίρεση, κατά δε τη διάταξη της παρ. 5 του ίδιου άρθρου συμφωνία που εξαρτά την αμοιβή από την έκβαση της δίκης τότε μόνο ισχύει, όταν ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας, χωρίς σε περίπτωση αποτυχίας να λάβει κάποια αμοιβή.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αμοιβή του δικηγόρου, ο οποίος ανέλαβε εργολαβικά τη διεξαγωγή της δίκης ή τη διεκπεραίωση της εργασίας, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσοστό 20% του αντικειμένου της δίκης, η δε σχετική απαίτηση τελεί υπό την αναβλητική αίρεση και γεννιέται όταν διεξαχθεί επιτυχώς η δίκη ή επιλυθεί με συμβιβασμό η διαφορά ή περατωθεί η εργασία.
Ως επιτυχή έκβαση της δίκης (άρα και ως πλήρωση της αιρέσεως ,κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων), νοείται το στάδιο της διαδικασίας κατά το οποίο ο εντολέας έχει τελεσίδικα δικαιωθεί από τις ενέργειες του εντολοδόχου δικηγόρου με ικανοποιητική δικαστική επίλυση της διαφοράς. Το αυτό όμως ισχύει και στην περίπτωση συμφωνίας που εξαρτά την αμοιβή από το αποτέλεσμα της εργασίας, ανεξάρτητα από τη διεξαγωγή ή μη δίκης, όπως επί εξώδικης λύσης της διαφοράς, διότι και στην περίπτωση αυτή συντρέχει ο ίδιος λόγος, δηλαδή η προστασία νομικής συμπαράστασης και βοήθειας από δικηγόρο χάριν του γενικότερου δημοσίου συμφέροντος.
Η σχετική περί εργολαβίας δίκη συμφωνία δεν προϋποθέτει για το κύρος της την τήρηση έγγραφου τύπου, αφού η δικονομικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 95 παρ. 2 του Κώδικα περί Δικηγόρων, με την οποία περιοριζόταν η απόδειξη της συμφωνίας αυτής, μόνο με έγγραφα ή όρκο και ομολογία, θεωρείται καταργημένη από την εισαγωγή του Κ.Πολ.Δ., κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 38 του Εισ.Ν.Α.Κ., εκτός αν αφορά εργατικές διαφορές οπότε η συμφωνία του εργαζόμενου με το δικηγόρο πρέπει, σύμφωνα με την παρ. 4 του ίδιου άρθρου (92) του Κώδικα περί Δικηγόρων, να καταρτισθεί εγγράφως.
Εξάλλου η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου από τον αρ. 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. μπορεί να έχει ως περιεχόμενο και την αιτίαση ότι η αγωγή επί της οποίας έκρινε το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ ήταν νόμιμη.
Στην προκείμενη περίπτωση από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, το περιεχόμενο της οποίας παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων δικηγόρος εκθέτει ότι κατά το δεύτερο δεκαπενθήμερο του μηνός Σεπτεμβρίου 2001, ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος κάτοικος Νότιας Αφρικής, επικοινώνησε μαζί του τηλεφωνικώς για υπόθεση του αναφορικά με την ιδιοποίηση ποσού 300.000 δολαρίων ΗΠΑ, από την αντιπρόσωπο του εδρεύοντος στις Βερμούδες παραρτήματος της ασφαλιστικής εταιρείας "INTERAMERICAN LIFE ASSURANCE (INTERNATIONAL) LTD", Β.
Κ., που ο αναιρεσείων της είχε καταβάλει την 1/1/2000 με δικαίωμα εξαγοράς (επιστροφής) του πιο πάνω ποσού, μαζί με τις αποδόσεις, μετά 18 μήνες υπό τη μορφή ασφαλιστηρίου ζωής , δυνάμει του 51557/2000 ασφαλιστηρίου ζωής, και την άρνηση της ασφαλιστικής εταιρείας να το αποδώσει στον αναιρεσείοντα παρά τις οχλήσεις προς την τελευταία τόσο του ιδίου όσο και του υιού του Δ.
Α. και του συγγενούς του Δ. Φ.. Τις επόμενες ημέρες ο αναιρεσίβλητος απέστειλε μέσω του υιού του Δ. τα σχετικά έγγραφα και την 25/9/2001,συμφώνησαν προφορικά και ο αναιρεσείων ανέλαβε την ως άνω υπόθεση του για να ενεργήσει εξώδικα ή δικαστικά ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο έκρινε πρόσφορο, την είσπραξη του ποσού των 300.000 δολαρίων ΗΠΑ, από την ασφαλιστική εταιρεία INTERAMERICAN, ως προς την αμοιβή του δε συμφώνησαν ότι ο αναιρεσείων θα λάβει ποσοστό 20% επί οποιουδήποτε ποσού θα εισέπραττε ο αναιρεσίβλητος για την παραπάνω αιτία, ως αποτέλεσμα των οποιωνδήποτε εξώδικων ή δικαστικών ενεργειών του αναιρεσείοντος προς τον σκοπό αυτό, ενώ στην περίπτωση που ο αναιρεσίβλητος δεν λάβει οποιοδήποτε ποσό από την ασφαλιστική εταιρεία, δεν θα υποχρεούται να καταβάλει ούτε έξοδα ούτε αμοιβή στον αναιρεσείοντα.
Ο τελευταίος αμέσως μετά την ανάληψη της υποθέσεως ενήργησε μεθοδικά και συντονισμένα, με αποφασιστικότητα για την κατά το δυνατό ταχύτερη είσπραξη του ποσού, όχι μόνο του κεφαλαίου των 300.000 δολαρίων ΗΠΑ αλλά και των τόκων του. Έτσι, επισκέφθηκε επανειλημμένως τα γραφεία της ασφαλιστικής εταιρείας στο Μαρούσι Αττικής, ήλθε σε συζητήσεις με διευθυντικά στελέχη και με νομικούς συμβούλους της εταιρείας, οι οποίοι αρχικά αρνούνταν οποιαδήποτε ευθύνη και υποχρέωση εκ του ασφαλιστηρίου συμβολαίου ισχυριζόμενοι ότι υπεύθυνη ήταν η ήδη εξαφανισμένη Β.
Κ.. Μετά από συνεχείς και επίμονες προσπάθειες και με τη σθεναρή επισήμανση του ότι θα μετέλθει κάθε πρόσφορο δικαστικό ή άλλο μέτρο, όπως συντηρητική κατάσχεση σε βάρος της, μήνυση για απάτη, καταγγελία στο Υπουργείο Εμπορίου αλλά και ενημέρωση των μέσων επικοινωνίας, τελικά την 3/10/2001 η νομική σύμβουλος της ασφαλιστικής εταιρείας τον ενημέρωσε ότι η εταιρεία ήταν διατεθειμένη να καταβάλει στον πελάτη του σε 2 - 3 ημέρες το ισάξιο των 300.000 δολαρίων ΗΠΑ σε νόμισμα της Νότιας Αφρικής.
Λόγω όμως άρνησης του αναιρεσίβλητου να εμβασθεί το οφειλόμενο ποσό στον τραπεζικό του λογαριασμό και στο νόμισμα της Νότιας Αφρικής και μετά από διαπραγματεύσεις που διεξήγαγε κατ' εντολή του ο αναιρεσείων, η ασφαλιστική εταιρεία δεσμεύθηκε να καταβάλει και τόκους υπερημερίας ποσού 7.000 δολαρίων ΗΠΑ από 11/7/2001, που ο αναιρεσίβλητος είχε αξιώσει την καταβολή του επίδικου ποσού και συγκεκριμένα 207.000 δολάρια ΗΠΑ την 26/10/2001 και 100.000 δολάρια ΗΠΑ την 14/11/2001.
Ο αναιρεσείων μάλιστα ζήτησε από τον πελάτη του να εξουσιοδοτήσει τον ίδιο (αναιρεσείοντα) να λάβει για λογαριασμό του τα παραπάνω ποσά αλλά ο αναιρεσίβλητος είπε ότι προτιμούσε η εξουσιοδότηση να γίνει προς τον ευρισκόμενο τότε στην Α. υιό του Δ., πράγματι δε ο αναιρεσείων συνέταξε σχετική εξουσιοδότηση με το περιεχόμενο που του ζήτησε ο πελάτης του.
Έτσι, με τις προαναφερθείσες εξώδικες ενέργειες του αναιρεσείοντος ο αναιρεσίβλητος έλαβε μέσω του υιού του Δ. από την ασφαλιστική εταιρεία INTERAMERICAN την 26/10/2001 το ποσό των 207.000 δολαρίων ΗΠΑ και την 14/11/2001 το ποσό των 100.000 δολαρίων ΗΠΑ σε πλήρη εξασφάλιση της απαιτήσεως του κατ' αυτής. Ζητούσε δε με την αγωγή του να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να του καταβάλει την αμοιβή που είχαν συμφωνήσει, δηλαδή ισάξιο σε ευρώ κατά το χρόνο πληρωμής ποσό των 61.400 δολαρίων ΗΠΑ (307.000 Χ 20 %), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις που αναφέρονται στην αρχή του σκεπτικού και κατά τις οποίες επιτρέπεται η κατάρτιση συμφωνίας περί εργολαβίας δίκης και στην περίπτωση συμφωνίας που εξαρτά την αμοιβή από το αποτέλεσμα της εργασίας του δικηγόρου ανεξαρτήτως από τη διεξαγωγή ή μη της δίκης.
Η προσβαλλόμενη απόφαση .επομένως που δέχθηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε αποφανθεί αντιθέτως, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη με την αιτιολογία ότι οι εξώδικες εργασίες που επικαλείται ο αναιρεσείων "δεν συνιστούν έργο αντιπροσωπεύσεως ή υπερασπίσεως του εκκαλούντος, ενώπιον δικαστηρίου ή άλλης δημόσιας αρχής ή υπηρεσίας, ακόμη δεν συνιστούν επιμέλεια διοικητικών εν γένει υποθέσεων του εκκαλούντος και παροχή προς τον εκκαλούντα νομικών συμβουλών ή γνωμοδοτήσεων, για τη διαφύλαξη ή την προστασία των συμφερόντων του, στο πλαίσιο των συναλλαγών του με τους τρίτους", αλλά πρόκειται περί εργασίας που μπορούν να εκτελούνται και από νομικό, που δεν είναι απαραίτητο να έχει την ιδιότητα του δικηγόρου και η αμοιβή του, εφόσον κατά το ιστορικό της αγωγής δεν έχει καταρτισθεί εγγράφως, διέπεται από τις διατάξεις του κοινού δικαίου, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και οι συναφείς πρώτος του κυρίου δικογράφου και πρώτος των πρόσθετων λόγοι αναιρέσεως είναι βάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 6826/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Φεβρουαρίου 2012. Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ