Legislator Case Law & Legislation
590/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to cite substantive law and insufficient evidence.

Case Number 590/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's judgment regarding labor dispute damages. The appellant argued the lower court ignored specific documents and misapplied collective agreements, but the court rejected these claims. The court ruled that the appeal was inadmissible because the appellant failed to cite the specific substantive law violated and because the alleged evidence was either not evidence under the law or was sufficiently proven by witnesses.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 11, 1, 10, 20 K.P.D.; An appeal is inadmissible if the appellant fails to cite the specific substantive law violated, and documents defining collective agreements or ministerial decisions are not considered evidence subject to distortion.

Keywords

AI generated
Labor Dispute Appeal Admissibility Substantive Law Citation Evidence Rules Collective Agreements Court Costs Supreme Court Review

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 11 K.P.D.
Art. 106 K.P.D.
Art. 237 para. 1 item b K.P.D.
Art. 453 K.P.D.
Art. 524 para. 1 K.P.D.
Art. 559 no. 1 K.P.D.
Art. 559 no. 10 K.P.D.
Art. 559 no. 20 K.P.D.

Cited Case Law

AI generated
OL. AP 14/2005

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 590 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 590/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία ".... " Ο.Ε., που εδρεύει στο Περιστέρι Αττικής και νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Καρακώστα.

Του αναιρεσίβλητου: .... , ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Παναγόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/11/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1244/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7447/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/2/2005 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας ανέγνωσε την από 30/1/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 106, 237 παρ.1στοιχ.β΄, 453 και 524 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται επίκληση αυτών από το διάδικο και μάλιστα σαφής και ορισμένη είτε με τις προτάσεις της συζητήσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζητήσεως, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του αποδεικτικού μέσου (Ολ.

ΑΠ 14/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και τέταρτο λόγους αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου τους, προβάλλεται αιτίαση από τον αριθμό 11 του πιο πάνω άρθρου και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα ακόλουθα έγγραφα που προσκομίσθηκαν με επίκληση, τόσο στον πρώτο όσο και στο δεύτερο βαθμό, προς απόκρουση των αγωγικών ισχυρισμών του αναιρεσιβλήτου:

α) το από 4-6-2002 Δελτίο Εργατικής Διαφοράς της Επιθεωρήσεως Εργασίας, όπου περιέχεται και εξώδικη ομολογία του αναιρεσιβλήτου σχετικά με το ύψος των απαιτήσεών του, β) την από 3-6-2002 καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσιβλήτου και γ) τις αποδείξεις πληρωμών αυτού και τις σχετικές καταστάσεις, από τις οποίες προκύπτει ότι τα καταβληθέντα στον αναιρεσίβλητο έναντι των αποδοχών του ποσά ήταν καθαρά, ήτοι χωρίς να περιλαμβάνονται σ' αυτά οι νόμιμες κρατήσεις και δ) την από 4-6-2002 εξώδικη διαμαρτυρία της αναιρεσείουσας προς τον αναιρεσίβλητο.

Όπως, όμως, προκύπτει από τις προσκομιζόμενες προτάσεις της αναιρεσείουσας ενώπιον του Εφετείου, αυτή δεν επικαλέστηκε τα εν λόγω έγγραφα και την εξώδικη ομολογία αυτοτελώς ή με παραπομπή σε συγκεκριμένο μέρος των πρωτόδικων προτάσεών της. Επομένως, ο λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ, κατά την οποία, αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό", προκύπτει ότι ως έγγραφα, των οποίων η παραμόρφωση ιδρύει το λόγο αυτό, θεωρούνται εκείνα που χρησιμεύουν, σύμφωνα με τα άρθρα 339 και 442 επ. Κ.Πολ.Δ ως αποδεικτικά μέσα, τα οποία περιέχουν δηλώσεις των διαδίκων ή και τρίτων που έγιναν πριν από τη δίκη και ανεξάρτητα από αυτήν. Υπό την έννοια αυτή, δεν αποτελούν έγγραφα και άρα δεν επιδέχονται παραμόρφωση οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας κατά το κανονιστικό τους μέρος καθώς και οι κατά εξουσιοδότηση νόμου εκδοθείσες υπουργικές αποφάσεις, ως αποτελούσες κανόνες δικαίου. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η παραπάνω πλημμέλεια με την αιτίαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των ΣΣΕ και των υπουργικών αποφάσεων με τις οποίες προσδιορίζονται αντίστοιχα οι αποδοχές των οδηγών τουριστικών λεωφορείων και οι νόμιμες κρατήσεις επ' αυτών. Έτσι, σε σχέση με το περιεχόμενο αυτών, που δεν αποτελούν "αποδεικτικά έγγραφα" με την παραπάνω έννοια, δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 λόγος αναιρέσεως και γι' αυτό ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ( άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ), πρέπει να αναφέρεται, εκτός των άλλων και ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η παραπάνω πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι εν λόγω δικαστήριο "προσέδωσε με την προσβαλλόμενη απόφασή του στον προσδιορισμό των καταβλητέων εκάστοτε αποδοχών στον αναιρεσίβλητο περιεχόμενο διαφορετικό του αληθινού καθώς εμπεριέχει σ' αυτές και κρατήσεις φορέων των οποίων εκείνος δεν είναι δικαιούχος", είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο η συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε.

Ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε χωρίς απόδειξη, "ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εργαζόταν ως οδηγός λεωφορείου και τους 12 μήνες του έτους χωρίς να λαμβάνει άδεια, από Δευτέρα ως Παρασκευή, επί δέκα ώρες ημερησίως κατά τις οποίες η οδήγηση δεν υπερέβαινε τις εννέα ώρες", πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την εν λόγω απόφαση, το δικαστήριο δέχτηκε ότι και τα πραγματικά αυτά περιστατικά αποδείχθηκαν από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στον πρώτο βαθμό και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Επίσης, πρέπει να απορριφθεί ο ίδιος λόγος και κατά το μέρος του με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι δεν έχει νόμιμη βάση λόγω ελλείψεως, αλλιώς ανεπάρκειας των αιτιολογιών της σχετικά με την παραδοχή των παραπάνω αγωγικών ισχυρισμών, ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο η διάταξη ουσιαστικού δικαίου η οποία φέρεται ότι παραβιάστηκε εκ πλαγίου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-2-07 αίτηση της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία ".... ΟΕ", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7447/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ