Legislator Case Law & Legislation
58/2026 AI generated

Supreme Court dismisses appeals against joint assault conviction, rejecting arguments on evidence and sentencing leniency.

Case Number 58/2026
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed two appeals filed by defendants convicted of joint dangerous bodily harm. The appellants argued for acquittal based on evidence evaluation and requested the application of a more lenient sentencing provision, but the court found these claims inadmissible as they challenged the trial court's discretionary assessment of facts. Consequently, the court ruled that the lower court had correctly applied the lenient statute and ordered the appellants to pay the legal costs of the criminal proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 462, 464, 466, 473, 474, 504, 505 of the Code of Criminal Procedure; The Supreme Court holds that appeals challenging the trial court's evaluation of evidence or the application of discretionary sentencing provisions are inadmissible as they infringe upon the non-appealable nature of the substantive judgment.

Keywords

AI generated
criminal appeal admissibility evaluation of evidence discretionary sentencing joint dangerous bodily harm legal costs of proceedings non-appealable judgment lenient sentencing provision

Cited Legislation

AI generated
Article 462 of the Code of Criminal Procedure
Article 464 of the Code of Criminal Procedure
Article 466 of the Code of Criminal Procedure
Article 473 of the Code of Criminal Procedure
Article 474 of the Code of Criminal Procedure
Article 504 of the Code of Criminal Procedure
Article 505 of the Code of Criminal Procedure
Article 577 of the Code of Criminal Procedure
Article 578 of the Code of Criminal Procedure
Article 309 of the Penal Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 58 / 2026 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 58 /2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο - Εισηγητή, Διονυσία Νίκα και Παρασκευή Γρίβα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ουρανίας Σταθέα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Σ. Τ. , για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Β. Σ. του Κ. , κατοίκου ... , που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Χανιωτάκη , 2. Β. Χ. ή Χ. του Κ. , κατοίκου ... , που παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Σοφίας Χανιωτάκη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1480/2025 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Π. Μ. του Ι. , κάτοικο ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αναστασία Μαρμαρινού.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στις από 1-8-2025 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2025.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές εν μέρει οι υπό κρίση αναιρέσεις και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων και του υποστηρίζοντος την κατηγορία, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι κρινόμενες δύο από 1-8-2025 αιτήσεις αναίρεσης του Β. Σ. του Κ. και της Β. Χ. ή Χ. του Κ. , κατά της υπ' αριθμ. ΒΤ 1480/8-4-2025 απόφασης του δικάσαντος ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία στις 17-7-2025 καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο κατ' άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ, ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του προαναφερθέντος δευτεροβαθμίου δικαστηρίου - με την οποίαν καταδικάσθηκαν αμφότεροι οι ήδη αναιρεσείοντες για την αξιόποινη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης από κοινού και επιβλήθηκε στον καθένα τους ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία ως προς τους δύο καταδικασθέντες - ασκήθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως στις 2-9-2025, αφού η σχετική προθεσμία των είκοσι (20) ημερών για την προβλεπόμενη άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης αναστέλλεται κατά το χρονικό διάστημα από 1ης έως 31ης Αυγούστου κατ' άρθρο 473 παρ. 4 ΚΠΔ, με σχετική προς τούτο δήλωση καθενός από τους προαναφερθέντες δύο αναιρεσείοντες, στην γραμματέα του ως άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 462, 464, 466 παρ. 1, εδ. α', 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 1, εδ. α', 504 παρ. 1 και 505 παρ. 1, περ. α' ΚΠΔ.

Επί πλέον, αμφότερες οι κρινόμενες αιτήσεις είναι παραδεκτές, αφού κάθε μία από αυτές (που έχουν πανομοιότυπο σχεδόν περιεχόμενο) περιέχει σαφείς και ορισμένους αναιρετικούς λόγους, συνιστάμενους στην απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο, στην σχετική ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο και δεν καλύφθηκε, στην έλλειψη ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα, στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, στην παραβίαση του δεδικασμένου και στην υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Α', Β', Δ', Ε', ΣΤ' και Θ' ΚΠΔ αντιστοίχως) και συνεπώς, θα πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να εξετασθούν περαιτέρω ως προς την βασιμότητα των σχετικών λόγων τους, ενώ λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας, πρέπει να συνεκδικαστούν κατ' άρθρο 129 ΚΠΔ. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι κατά την συζήτηση της κρινόμενης υπόθεσης ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου εμφανίσθηκε ο Π. Μ. του Ι. , που παραστάθηκε για την υποστήριξη της ως άνω κατηγορίας εις βάρος των εκκαλούντων - κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων.

Κατά την διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της δίκης, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Η απόλυτη αυτή ακυρότητα, η οποία θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, επέρχεται μόνον στις περιπτώσεις που υπάρχει από τον νόμο υποχρέωση στον Δικαστή να δημιουργήσει αυτεπαγγέλτως τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των σχετικών δικαιωμάτων, χωρίς να είναι αναγκαία η προηγούμενη υποβολή αντίστοιχης αίτησης από τον κατηγορούμενο. Αντίθετα, δεν επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, όταν ο κατηγορούμενος παραστάθηκε κατά τη διεξαγωγή της δίκης και άσκησε ο ίδιος ή μέσω του συνηγόρου υπεράσπισης τα δικαιώματά του με τις διατυπώσεις του νόμου, άσχετα αν το δικαστήριο απέρριψε τους σχετικούς ισχυρισμούς του.

Εξάλλου, ο τρόπος άσκησης των δικαιωμάτων εμφανίσεως, εκπροσωπήσεως και υπερασπίσεως του κατηγορουμένου, που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, εξαρτάται από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της διαδικασίας και από τις περιστάσεις που έχουν διαμορφωθεί στο πλαίσιο της εκδίκασης συγκεκριμένης υπόθεσης.

Εξάλλου, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης της καταδικαστικής απόφασης από το άρθρο 510 παρ. 1 , στοιχ. Δ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν δεν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στήριξαν την κρίση του δικαστηρίου, οι αποδείξεις, από τις οποίες αυτά αντλήθηκαν και οι νομικές σκέψεις, με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν στην ποινική διάταξη που εφάρμοσε.

Μάλιστα, σε σχέση με την αναφορά των αποδείξεων (αποδεικτικών μέσων) που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για να διαμορφώσει την κρίση του, για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί ακριβώς προέκυψε από το καθένα χωριστά, αλλά αρκεί να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνον ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή.

Η κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε (ΑΠ 843/2020).

Η επιβαλλομένη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως πρέπει επίσης να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, όπως ήδη αναφέρθηκε, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προτείνονται από τον κατηγορούμενο ή από τον συνήγορο του.

Αυτοτελείς ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Προϋπόθεση όμως, της δυνατότητας αξιολόγησης και σε περίπτωση ευδοκίμησής τους, της επέλευσης του ευνοϊκότερου για τον κατηγορούμενο αποτελέσματος, είναι η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή εγγράφως και με προφορική ανάπτυξή τους κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελίωσης τους, άλλως το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών και συνεπώς, ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 257/2025).

Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 510 παρ. 1, στοιχ. Θ' ΚΠΔ, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από την διάταξη αυτής προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης υπάρχει, όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από τον νόμο ή υφίσταται τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι, οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στην συγκεκριμένη περίπτωση ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από τον νόμο στην συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι' αυτό κατά τον νόμο όροι.

Στην πρώτη περίπτωση, που το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, υπάρχει θετική υπέρβαση εξουσίας, ενώ στην δεύτερη περίπτωση, που παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, υπάρχει αρνητική υπέρβαση εξουσίας (ΟλΑΠ 3/2005, ΑΠ 906/2024, ΑΠ 844/2024, ΑΠ 1517/2022, ΑΠ 95/2022).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 63 εδ. α' νΚΠΔ (Ν. 4620/2019, ΦΕΚ Α' 96/11.6.2019) που τέθηκε σε ισχύ από 1 Ιουλίου 2019, "Οι δικαιούμενοι κατά τον αστικό κώδικα σε αποζημίωση ή αποκατάσταση από το έγκλημα ή σε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, ακόμη και όταν από διάταξη νόμου η υποχρέωση για την αποκατάσταση της ζημίας ή την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης περιορίζεται αποκλειστικά σε τρίτο πρόσωπο, μπορούν να παραστούν στο ποινικό δικαστήριο για την υποστήριξη της κατηγορίας".

Ήδη, με τις διατάξεις των άρθρων 63 - 66 του ως άνω ισχύοντος από 1-7-2019 ΚΠΔ, επαναπροσδιορίστηκε η έννοια και η θέση του πολιτικώς ενάγοντος στην ποινική δίκη, στην οποία πλέον τα δικαιούμενα πρόσωπα μπορούν να παραστούν για την υποστήριξη της κατηγορίας και μόνο ενώ, κατ' άρθρο 67 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η διαδικασία που πρέπει να τηρηθεί σχετικά με την άσκηση και διατύπωση της παράστασης για την υποστήριξη της κατηγορίας, είναι η ίδια με εκείνη της διάταξης του άρθρου 68 παρ. 2 του προϊσχύσαντος ΚΠΔ, ήτοι επιτρέπεται να ασκηθεί χωρίς έγγραφη προδικασία, το αργότερο όμως, ωσότου αρχίσει για πρώτη φορά η αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Όπως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση του σχεδίου του νΚΠΔ, το κριτήριο της ενεργητικής νομιμοποίησης για τη δήλωση παράστασης προς υποστήριξη της κατηγορίας παρέμεινε το ίδιο με το προϊσχύσαν δίκαιο και απλώς αφαιρέθηκε η δυνατότητα από τον δικαιούχο του ουσιαστικού δικαιώματος χρηματικής αποζημίωσης, υλικής αποκατάστασης ή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης να εισάγει τις αστικές αξιώσεις του στην ποινική δίκη, όπου δικαιούται πλέον να παρίσταται μόνο προς υποστήριξη της κατηγορίας (ΑΠ 131/2025, ΑΠ 908/2023).

Επομένως, υπό το καθεστώς του νΚΠΔ που ισχύει από 1-7-2019, οι δηλώσεις παράστασης πολιτικής αγωγής ισχύουν ως δηλώσεις για την υποστήριξη της κατηγορίας και για τα ζητήματα νομιμοποίησης του υποστηρικτή της κατηγορίας ισχύουν αναλλοίωτα όσα γίνονταν δεκτά υπό το προϊσχύσαν δίκαιο για τη νομιμοποίηση του πολιτικώς ενάγοντος (άρθρο 588 ΚΠΔ).

Εξάλλου, η πολιτική αγωγή που ασκείται ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου δεν έχει μόνον αστικό, αλλά και ποινικό χαρακτήρα. Με αυτή δεν επιδιώκεται δηλαδή, μόνον η ικανοποίηση της αστικής αξίωσης του αμέσως ζημιωθέντος, αλλά και η υποστήριξη της κατηγορίας από τον πολιτικώς ενάγοντα για την εξυπηρέτηση του γενικότερου δημοσίου συμφέροντος (ΟλΑΠ17/1997, ΑΠ 131/2025, ΑΠ 208/2021, ΑΠ 810/2020).

Είναι γεγονός ότι εκείνος που υπέστη βλάβη από το έγκλημα και ιδιαίτερα ο ίδιος ο παθών επιζητεί την συμμετοχή του στην ποινική δίκη όχι μόνον για να εξασφαλίσει την αποκατάσταση οποιασδήποτε ζημίας του που μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα, αλλά και για να συμπράξει στην αντίδραση της Πολιτείας κατά του εγκλήματος, που εκδηλώνεται με την πανηγυρική διαπίστωση της ενοχής και την δημόσια αποδοκιμασία μέσω της ποινής (ΑΠ 1177/2019).

Ήδη με την κύρωση του νέου, ισχύοντος από 1-7-2019 νΚΠΔ (Ν. 4620/2019), παρά τον επαναπροσδιορισμό, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, της έννοιας και της θέσης του πολιτικώς ενάγοντος, αφού πλέον ο αδικηθείς έχει δικαίωμα για παράσταση πολιτικής αγωγής μόνον προς υποστήριξη της κατηγορίας, δεν μεταβάλλεται ο προεχόντως ποινικός χαρακτήρας της πολιτικής αγωγής στο ποινικό δικαστήριο (ΑΠ 131/2025, ΑΠ 208/2021).

Ακόμη από τις διατάξεις των άρθρων 63, 82 παρ. 1 ΚΠΔ (νέου και παλαιού), σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 66 (πρώην 64), 67 (πρώην 68) παρ. 1 και 2, 83, 84, 87 του ιδίου Κώδικα και 914, 932 ΑΚ, προκύπτει ότι για να είναι νόμιμη η δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής και νυν υποστήριξης της κατηγορίας που γίνεται είτε στην προδικασία, είτε ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, πρέπει, εκείνος που προβαίνει σ' αυτή, να έχει υποστεί από την τέλεση της εγκληματικής πράξης ζημία, από την οποία διατηρεί αξίωση αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης.

Τέτοια αξίωση υφίσταται σε εκείνον που ζημιώθηκε άμεσα από την άδικη πράξη, με την οποία προσβλήθηκαν έννομα αγαθά αυτού, ο οποίος, ως μόνος ενεργητικά νομιμοποιούμενος, μπορεί να προβεί σε δήλωση παράστασης ως πολιτικώς ενάγων και ήδη σε δήλωση υποστήριξης της κατηγορίας. Δηλαδή, απαιτείται και υπό το νΚΠΔ ο υποστηρίζων την κατηγορία, όπως προηγουμένως και ο πολιτικώς ενάγων, να αντλεί το δικαίωμα αποζημιώσεως ευθέως και αμέσως από "προσωπικό βίωμα" της εγκληματικής προσβολής και όχι από κάποια ενδιάμεση σχέση ή αντανακλαστικά και έμμεσα (ΑΠ 420/2021), ακόμη και όταν από διάταξη νόμου η υποχρέωση για την αποκατάσταση της ζημίας ή την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης περιορίζεται αποκλειστικά σε τρίτο πρόσωπο (ΑΠ 973/2021).

Έτσι, για να προσδιορισθεί ποιος είναι ο αμέσως ζημιούμενος και αν έχει έννομο συμφέρον και νομιμοποιείται ενεργητικά σε άσκηση πολιτικής αγωγής (παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας), αναζητείται ποιο είναι το συμφέρον και το έννομο αγαθό που προστατεύει η συγκεκριμένη ποινική διάταξη που παραβιάσθηκε από τον κατηγορούμενο, για την οποία δικάζεται (ΑΠ 25/2021).

Με την αμεσότητα της ζημίας που απαιτείται για τη νομιμοποίηση του πολιτικώς ενάγοντος, εκφράζονται δύο διαφορετικοί περιορισμοί του δικαιώματος παράστασης πολιτικής αγωγής και ήδη παράστασης για υποστήριξη της κατηγορίας, οι οποίοι αντιστοιχούν σε δύο διαφορετικές έννοιες αμεσότητας. Η μία υπονοεί την προσωπική σχέση του ζημιωθέντος με το δικαζόμενο έγκλημα (ΑΠ 248/2009), ενώ η δεύτερη υπονοεί την υπαγωγή της ζημιάς του παρισταμένου πολιτικώς ενάγοντος ήδη υποστηρίζοντος την κατηγορία στο προστατευτικό εύρος του ποινικού νόμου που παραβιάστηκε.

Κριτήριο δε, για την ανεύρεση του κύκλου των προσώπων, που δικαιούνται να παραστούν ως πολιτικώς ενάγοντες αποτελεί, κατά πρώτο λόγο, ο προστατευτικός σκοπός της ποινικής διάταξης που παραβιάστηκε, με αποτέλεσμα να νομιμοποιείται οπωσδήποτε ενεργητικά στην παράσταση πολιτικής αγωγής, ο φορέας του εννόμου αγαθού που προσβλήθηκε με την τέλεση της αξιόποινης πράξης.

Λαμβάνεται υπόψη η έννοια του συμφέροντος, όπως ορίζεται από κανόνες δικαίου που τέθηκαν, όχι αποκλειστικά χάριν του γενικού συμφέροντος, αλλά και χάριν ιδιωτικών συμφερόντων και της αξίωσης για την απόλαυσή του (ΟλΑΠ 1769/1986, ΑΠ 131/2025). Έτσι προστατεύεται εκείνο το ιδιωτικό συμφέρον που συνδέεται με τη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 550/2021, ΑΠ 286/2019).

Η ενεργητική νομιμοποίηση του πολιτικώς ενάγοντος και ήδη υποστηρίζοντος την κατηγορία κρίνεται σύμφωνα με την κατηγορία, όπως αυτή διατυπώνεται στο παραπεμπτικό βούλευμα ή το κλητήριο θέσπισμα, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της δήλωσης παράστασης πολιτικής αγωγής και ήδη υποστήριξης της κατηγορίας, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της αξίωσης (κρίνεται) από την αποδεικτική διαδικασία (ΑΠ 944/2024, ΑΠ 99/2022, ΑΠ 908/2023, ΑΠ 973/2021, ΑΠ 100/2021).

Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι δεν δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα, ούτε είναι παράνομη η παράσταση του υποστηρίζοντος την κατηγορία για λόγο που αναφέρεται στη σχετική νομιμοποίηση του πληρεξουσίου δικηγόρου του (ΑΠ 944/2024, ΑΠ 1085/2018), ενώ όταν ο παραστάς ως εκπρόσωπος ή αντιπρόσωπος άλλου, δεν είχε την αναγκαία εξουσία εκπροσώπησης ή αντιπροσώπευσης ή ο συνήγορος της νομιμοποίησης, προκαλείται σχετική ακυρότητα, η οποία θεμελιώνει τον από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ.

Β' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, η οποία καλύπτεται αν δεν προβληθεί σχετική αντίρρηση του κατηγορουμένου (ΑΠ 944/2024, ΑΠ 1263/2018). Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 65 εδ. β' ΚΠΔ, η δήλωση παράστασης στο ακροατήριο θεωρείται ως συνέχεια της δήλωσης που έγινε στην προδικασία και η δήλωση παράστασης όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό (ΑΠ 1113/2024, ΑΠ 751/2024, ΑΠ 195/2024, ΑΠ 142/2023, ΑΠ 561/2023).

Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο αμφοτέρων των αναιρέσεων, καθένας από τους δύο αναιρεσείοντες αιτιάται την προσβαλλομενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ), εξαιτίας της παράνομης παράστασης στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου του προαναφερθέντος υποστηρίζοντος την κατηγορία εις βάρος τους, ισχυριζόμενοι ότι η σχετική δήλωση παράστασής του δεν περιείχε συνοπτική έκθεση της υπόθεσης, ούτε ανέφερε τους λόγους που στηρίζουν το δικαίωμα της παράστασής τους, ενώ με τον συνεξεταζόμενο (συναφή) όγδοο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την απόλυτη ακυρότητα, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.

Α' ΚΠΔ, λόγω της μη νόμιμης παράστασης στο ακροατήριο της συνηγόρου του υποστηρίζοντος την κατηγορία, αφού δεν κατέβαλε σχετικό γραμμάτιο εισφορών.

Στην προκειμένη περίπτωση από τα επιτρεπτώς επισκοπούμενα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (βλ. την υπ' αριθμ. ΑΜ 2266/28-9-2023 απόφαση του Α' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών), δήλωσε παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας κατά των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων ο προαναφερθείς Π.

Μ. του Ι. , "λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από το αδίκημα", αναφερόμενος χωρίς να το αναφέρει ρητά, αλλά ήταν αυτονοήτως εξυπακουόμενο, στην από 22-1-2018 μήνυσή του κατ' αυτών, αφού μόνο αυτή εκδικαζόταν στο άνω (πρωτοβάθμιο) Δικαστήριο και βάσει αυτής είχε συνταχθεί και το εναντίον των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων σχετικό κλητήριο θέσπισμα, στην οποία ανέφερε τα περιστατικά που έλαβαν χώρα στις 19-1-2018, δηλαδή μόλις δυό μέρες πριν από την υποβολή της έγκλησης (που είναι και ο χρόνος τέλεσης του αδικήματος για το οποίο καταδικάστηκαν οι ήδη αναιρεσείοντες).

Την ίδια επακριβώς δήλωση επανέλαβε και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο (βλ. σελ. 3 των πρακτικών), η οποία κρίθηκε στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό. Ταυτόχρονα ο υποστηρίζων την κατηγορία δήλωσε ότι για την παράσταση αυτή έχει καταθέσει "το εντός της δικογραφίας υπάρχον με αριθμό ...

ηλεκτρονικό παράβολο Δημοσίου" και ότι "διορίζει ως πληρεξούσιά του την δικηγόρο Αθηνών Αναστασία-Πολύμνια Μαρμαρινού (Α.Μ. ΔΣΑ 35356)".

Κατά της παράστασης αυτής, όπως ρητά σημειώνεται στα πρακτικά του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου "δεν προβλήθηκε αντίρρηση" (βλ. σελ. 3 των πρακτικών). Με βάση αυτά, τόσον ο πρώτος, όσον και ο όγδοος των λόγων αναίρεσης είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, αφού νομοτύπως παρέστη ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου ο υποστηρίζων την κατηγορία και κατά της παράστασης αυτής δεν προβλήθηκαν αντιρρήσεις εκ μέρους των εκκαλούντων - κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων κατηγορουμένων, ανεξαρτήτως του ότι η μη κατάθεση του σχετικού παραβόλου δεν προκαλεί ακυρότητα της διαδικασίας αλλά πειθαρχική παράβαση (άρθρο 61 παρ. 4 περ. β', 5 του Ν. 4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων), ενώ πρέπει ακόμη να αναφερθεί ότι η (ενδεχόμενη προκληθείσα) σχετική πλημμέλεια καλύφθηκε, αφού δεν υπήρξε εναντίωση ή αντίρρηση των ήδη αναιρεσειόντων, εκτός του ότι βέβαια η νομιμοποίηση της πληρεξουσίου Δικηγόρου του υποστηρίζοντος την κατηγορία δεν δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα κατά τα προαναφερθέντα.

Με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο της κάθε μίας από τις δύο κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης, καθένας από τους δύο αναιρεσείοντες εκθέτει ότι υποβλήθηκαν εγγράφως εκ μέρους τους αυτοτελείς ισχυρισμοί που αναφέρονται: 1) Στην ύπαρξη δεδικασμένου, 2) σε ακυρότητες του κλητηρίου θεσπίσματος, 3) σε λόγο άρσης του αδίκου λόγω άμυνας, 4) σε ισχυρισμό περί καταστάσεως ανάγκης που αποκλείει το άδικο, 5) σε λόγο άρσης του αδίκου εκ του άρθρου 367 ΠΚ, 6) σε ισχυρισμό περί καταστάσεως ανάγκης που αποκλείει τον καταλογισμό, 7) σε ισχυρισμό αοριστίας λόγω μη αναφοράς της σωματικής βλάβης που προκλήθηκε, 8) σε αοριστία του κλητηρίου θεσπίσματος για μη εξειδίκευση της αξιόποινης πράξης, 9) σε μη στοιχειοθέτηση νομικώς της επικίνδυνης σωματικής βλάβης για την οποία καταδικάστηκαν πρωτοδίκως, 10) σε μεταβολή της κατηγορίας σε συμπλοκή και σε παραγραφή λόγω της μεταβολής της μορφής της εν λόγω αξιόποινης πράξης, 11) σε παράνομη παράσταση του υποστηρίζοντος την κατηγορία στην πρωτόδικη δίκη, 12) στην απόλυτη ακυρότητα της πρωτοβάθμιας διαδικασίας, επειδή δεν ανεγνώσθηκαν αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισαν οι κατηγορούμενοι, 13) σε ακυρότητα της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος και της κλήσης για εμφάνιση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο για τον πρώτο αναιρεσείοντα, 14) σε ακυρότητα της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος, 15) σε ισχυρισμό ότι ο μηνυτής τους (και ήδη υποστηρίζων την κατηγορία) με ιδιωτικό συμφωνητικό είχε παραιτηθεί από την υποστήριξη της κατηγορίας και είχε αναγνωρίσει την μη ύπαρξη του αδικήματος για το οποίο καταδικάστηκαν, 16) για παράβαση από το δικάσαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο του άρθρου 210 ΚΠΔ, 17) για μεταβολή της κατηγορίας σε απλή σωματική βλάβη του άρθρου 308 ΠΚ και 18) σε ισχυρισμό ότι η επίδοση των κλητηρίων είναι άκυρη και ισχυριζόμενοι ότι οι προαναφερθέντες ισχυρισμοί δεν απαντήθηκαν από το ανωτέρω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ.

Α', Β' και Δ' ΚΠΔ, απορρέουσες πλημμέλειες, ήτοι της απόλυτης ακυρότητας που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο, της σχετικής ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και δεν καλύφθηκε, καθώς και της κατά το άρθρο 172 παρ. 2 ΚΠΔ έλλειψη ακρόασης αλλά και η έλλειψη ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα, αντιστοίχως.

Οι προαναφερθέντες αυτοτελείς ισχυρισμοί που καταχωρήθηκαν αναλυτικά στην προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα, περιλαμβάνονται στις σελίδες 3 μέχρι 18, υποβλήθηκαν εγγράφως από την συνήγορο υπεράσπισης των εκκαλούντων - κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων, χωρίς όμως να αναπτυχθούν προφορικώς από την τελευταία, όπως ασφαλώς θα έπρεπε για το παραδεκτό τους, όπως αναφέρθηκε στην προηγηθείσα σχετική νομική σκέψη.

Από προφανή όμως παραδρομή αναγράφηκε στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης ότι έλαβε χώρα προφορική ανάπτυξη των ως άνω αυτοτελών ισχυρισμών, στην πραγματικότητα όμως η προαναφερθείσα συνήγορος υπεράσπισης των εκκαλούντων - κατηγορουμένων δεν ανέπτυξε αυτούς προφορικώς, αφού από τα αυτά ως άνω πρακτικά προκύπτει ότι αμέσως μετά την κατάθεση του σχετικού (πολυσέλιδου) εγγράφου όπου αυτοί είχαν καταχωρηθεί, δεν δόθηκε στην συνέχεια ο λόγος στην Εισαγγελέα για να προτείνει σχετικώς με τους υποβληθέντες αυτούς αυτοτελείς ισχυρισμούς, ούτε ακολούθως δόθηκε ο λόγος στην συνήγορο του υποστηρίζοντος την κατηγορία και το γεγονός αυτό (ότι δηλαδή δεν αναπτύχθηκαν προφορικώς οι αυτοτελείς αυτοί ισχυρισμοί που μόνον εγγράφως υποβλήθηκαν στο ανωτέρω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο), επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι από τα ίδια πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης - τα οποία σημειωτέον δεν προσβλήθηκαν ως πλαστά, ούτε ζητήθηκε η διόρθωσή τους και επομένως, αποδεικνύουν όσα έχουν καταχωριστεί σε αυτά κατ' άρθρο 141 παρ. 3 ΚΠΔ - προκύπτει ότι στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρονται επί λέξει τα εξής: "Οι λοιποί ισχυρισμοί των κατηγορουμένων, που διαλαμβάνονται στο κατατεθέν σημείωμά τους, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά - πλην των συναφών με την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, από τους οποίους έλαβε χώρα παραίτηση με προφορική δήλωση της συνηγόρου υπεράσπισης των κατηγορουμένων και επιπλέον, δεν διαλαμβάνεται ειδικός λόγος έφεσης και ως εκ τούτου δεν ερευνώνται - δεν αναπτύχθηκαν προφορικά κατά την ακροαματική διαδικασία και είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι".

Επομένως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος και ως προς τα προαναφερθέντα τρία σκέλη του τυγχάνει αβάσιμος.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 365 παρ. 1, εδ. β' ΚΠΔ, "Κατά την απολογία του ο κατηγορούμενος πρέπει να μη διακόπτεται, εκτός αν επιμένει να απομακρύνεται από το θέμα, και να μην εμποδίζεται στην αφήγηση περιστατικών που αποκρούουν την κατηγορία".

Σε αντίθετη περίπτωση ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να προσφύγει για τις διακοπές στο δικαστήριο, σύμφωνα με τα άρθρα 333 παρ. 2, 336 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα και εάν το δικαστήριο παραλείψει να αποφανθεί για την προσφυγή ή ένσταση ή την απορρίψει παρά το νόμο, τότε προκαλείται ακυρότητα για έλλειψη ακρόασης και θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Β' ΚΠΔ (ΑΠ 747/2024, ΑΠ 918/2022, ΑΠ 418/2020).

Με τον έκτο αναιρετικό λόγο αμφοτέρων των αιτήσεων αναίρεσης, καθένας από τους δύο αναιρεσείοντες ισχυρίζεται ότι κατά την απολογία του διακόπτονταν από την συνήγορο του υποστηρίζοντος την εις βάρος του κατηγορία και προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την - κατά το ορθό νοηματικό της περιεχόμενο - από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Β' ΚΠΔ, απορρέουσα πλημμέλεια, ήτοι της σχετικής ακυρότητας που συνέβη στο ακροατήριο και όχι όπως εσφαλμένως επικαλείται καθένας από αυτούς (τους αναιρεσείοντες), αυτή της απόλυτης ακυρότητας που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Α' ΚΠΔ). Από τα παραπάνω πρακτικά προκύπτει ότι ο καθένας από τους αναιρεσείοντες διακόπηκε πράγματι κατά την απολογία του (σελ. 51, 60, 61), αλλά όχι μέχρι σημείου που να μην μπορούν αυτοί να εκθέσουν τις θέσεις και τις απόψεις τους αποκρούοντας την εις βάρος τους κατηγορία και πάντως, δεν προσέφυγαν - όπως άλλωστε είχαν την δυνατότητα βάσει των άνω διατάξεων - στο Δικαστήριο.

Συνεπώς, ο προαναφερθείς έκτος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος καθ' όσον αμφότεροι οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται ότι κατά των αναφερομένων διακοπών και παρεμβάσεων της συνηγόρου του υποστηρίζοντος την εις βάρος τους κατηγορία κατά την διάρκεια των απολογιών τους, προσέφυγαν αμέσως στο Δικαστήριο και αυτό παρέλειψε να αποφανθεί επί της σχετικής προσφυγής τους, σε κάθε όμως περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως ήδη αναφέρθηκε, οι διακοπές αυτές δεν έφθασαν μέχρι σημείου ώστε να μην μπορούν να εκθέσουν τις θέσεις τους, αποκρούοντες την ως άνω εις βάρους τους σχετική κατηγορία.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 4, 476 παρ. 1, 509 και 510 παρ. 1 ΚΠΔ, προκύπτει ότι, για το κύρος και κατ' ακολουθία το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σε αυτήν ένας τουλάχιστον λόγος από τους αναφερομένους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη χωρίς άλλη έρευνα, σύμφωνα με το άρθρο 512 του ίδιου Κώδικα. Η ανυπαρξία ή η αοριστία των λόγων αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με άλλα, έξω από την έκθεση αναίρεσης, έγγραφα ή με την άσκηση προσθέτων λόγων αναίρεσης, οι οποίοι προϋποθέτουν σύμφωνα με το άρθρο 509 ΚΠΔ, την ύπαρξη παραδεκτής αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 22/2025).

Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο της κάθε μίας από τις δύο κρινόμενες αιτήσεις με τον τίτλο - "διευκρινήσεις", "Απόλυτη ακυρότητα κατά άρθρο 510 ΚΠΔ. Παράνομη άσκηση δίωξης και μη εφαρμογή του νόμου 59 ΚΠΔ. Ασκήθηκε δίωξη ενώ εν είχε δοθεί η άδεια προς τούτου, αντιθέτως υπήρχε διάταξη της εισαγγελίας εφετών για αναστολή της δίωξης", ο καθένας από τους δύο αναιρεσείοντες εκθέτει επί λέξει τα εξής: "Η προγενέστερη μήνυσή μας για τα ίδια πραγματικά περιστατικά κατά του μηνυτή εκκρεμούσε και ήταν προγενέστερη και είχε ασκηθεί δίωξη ΑΒΜ: ...

Η μήνυσή μας ΑΒΜ: ... τελεσιδίκησε την 14-02-2025 με την υπ' αριθμ. ΒΤ661/2025 απόφαση, η οποία καθαρογράφηκε την 22-08-2025. Μάλιστα η Εισαγγελία για τη μήνυση της μητέρας του μηνυτή με το ίδιο περιεχόμενο ακριβώς έτοιμη εγχειρισμένη μετά το αυτόφωρο και αυτή, η Εισαγγελία ανέστειλε με το αρ. 59 ΚΠΔ και εφαρμόστηκε ο νόμος για αυτήν την μήνυση.

Επομένως ενώ αναγνωρίστηκε και εφαρμόστηκε το άρθρο 59 ΚΠΔ, κατόπιν ασκήθηκε δίωξη κατά παράβαση του άρθρου αυτού, ενώ οι προϋποθέσεις παύσης της αναστολής δεν είχαν εξαλειφθεί και υπήρχαν ακόμα. Ούτε καν η πρωτόδικη επί της δικής μας μηνύσεως με πλήθος αναβολών που πήρε αντίδικη πλευρά δεν είχε καν εκδικαστεί" και προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ.

Α' ΚΠΔ, απορρέουσα πλημμέλεια, της απόλυτης ακυρότητας που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο. Με το προαναφερθέν όμως περιεχόμενο ο λόγος αυτός είναι αόριστος και ακατανόητος, καθόσον από κανένα απολύτως στοιχείο δεν προκύπτει ποια ακριβώς είναι η "άλλη" υπόθεση, για την οποία είχε ασκηθεί ποινική δίωξη, ούτε ποια είναι η "πρώτη" υπόθεση που έπρεπε να ανασταλεί, ούτε το γεγονός της αναστολής αναφέρεται συγκεκριμένα, αλλά ούτε και για ποιο ακριβώς αδίκημα πρόκειται εκ των αναφερομένων στο άρθρο 59 ΚΠΔ.

Με τον δέκατο έβδομο αναιρετικό λόγο της κάθε μίας από τις δύο αιτήσεις αναιρέσεις, αμφότεροι οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ), εκθέτοντας τα εξής: α) Ότι δεν δόθηκε ο λόγος σ' αυτούς (ως κατηγορουμένους) μόλις τελείωσε ο μηνυτής την κατάθεσή του στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, β) ότι μετά την έκδοση της παρεμπίπτουσας απόφασης του εν λόγω δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αίτημα που υπέβαλε ο μηνυτής για την εξέταση μάρτυρος, δεν δόθηκε ο λόγος σ' αυτούς, γ) ότι τα αναγνωστέα έγγραφα παρατίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς σχολιασμό και χωρίς αυτοί να ερωτηθούν σχετικώς με τα αναγνωστέα αυτά έγγραφα και ότι δ) ενώ η εισαγγελέας πρότεινε περί της επισκοπήσεως ή μη ενός αποδεικτικού μέσου, "εξέδωσε απόφαση το δικάσαν Δικαστήριο" χωρίς να ερωτηθούν και δίχως να προβάλλουν αυτοί τις αιτιάσεις τους.

Από την επιτρεπτή επισκόπηση των ως άνω πρακτικών, όσον αφορά την υπό στοιχείο "α" περίπτωση, προκύπτει ότι μετά από την ολοκλήρωση της εξέτασης του εγκαλούντος από την Πρόεδρο, την Εισαγγελέα και τους συνηγόρους των διαδίκων μερών (υποστηρίζοντος την κατηγορία και υπεράσπισης), η Πρόεδρος υπέβαλε σ' αυτόν κάποια διευκρινιστική ερώτηση και ακολούθως ρώτησε αν "θέλει κανένας άλλος να πάρει το λόγο μια και έκανα αυτή τη διευκρινιστική" και κανένας δεν ζήτησε να λάβει τον λόγο.

Για την υπό στοιχείο "β" περίπτωση, από τα ίδια πρακτικά προκύπτει ότι, αφού όλοι οι παράγοντες της διαδικασίας είχαν λάβει τον λόγο σχετικώς με το υποβληθέν εκ μέρους του μηνυτή, αίτημα για εξέταση μάρτυρος, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε την σχετική απόφασή του επ' αυτού και ως εκ τούτου δεν υφίστατο πλέον κατά νόμο περίπτωση να αγορεύσουν ξανά οι διάδικοι για το ίδιο θέμα.

Στην υπό στοιχείο "γ" περίπτωση, κατά την ανάγνωση των εγγράφων, όπως προκύπτει από τα ίδια πρακτικά, οι εκκαλούντες - κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες δεν προέβησαν κατ' άρθρο 358 εδ. β' ΚΠΔ σε δηλώσεις ή εξηγήσεις σχετικά με αυτά (έγγραφα), αν και είχαν δικαίωμα και στην υπό στοιχείο "δ" περίπτωση, ο λόγος δεν δόθηκε στους εκκαλούντες - κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες, γιατί όπως προκύπτει από τα ίδια πρακτικά, η συνήγορός τους είχε αγορεύσει πρώτη, αφού ήταν εκείνη που είχε υποβάλλει το σχετικό αίτημα επισκόπησης του οπτικοακουστικού υλικού.

Επομένως ο προαναφερθείς αναιρετικός αυτός λόγος και ως προς τα παραπάνω τέσσερα σκέλη του είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, με τον δέκατο όγδοο αναιρετικό λόγο της κάθε αναίρεσης, αμφότεροι οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Α' ΚΠΔ) εκθέτοντας επί λέξει τα εξής: "Όμως η προσβαλλόμενη (εννοείται η απόφαση) ενώ απέρριψε (το αίτημα) να καταθέσει η (μητέρα του μηνυτή) Ε.

Θ. και δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη βάση του νόμου (προφορικότητας και δικαιωμάτων των κατηγορουμένων να απαντήσουν σε κάθε αποδεικτικό - μεταξύ των οποίων να θέσουν ερωτήσεις στους μάρτυρες κατηγορίας, έλλειψη ακρόασης), έλαβε υπόψη του την πρωτόδικη απόφαση λαμβάνοντας υπόψη την κατάθεσή της εκ πλαγίου.

Η μη κατάθεσή της και με αυτόν τον τρόπο στέρηση του δικαιώματός μας να θέσουμε ερωτήσεις, παραβιάζοντας την προφορικότητα, στέρηση του δικαιώματος ακρόασης και η αντίφαση του ότι ενώ αποφάνθηκε με απόφαση ότι δεν καταθέτει (η μάρτυς) και να λάβει υπόψη παρόλα αυτά μέσω της πρωτόδικης απόφασης την κατάθεσή της από την πρωτόδικη απόφαση, προκάλεσε ακυρότητα".

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠΔ, στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διαβάζονται και λαμβάνονται υπόψη "σε κάθε περίπτωση", δηλαδή υποχρεωτικά, "τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν" και βεβαίως οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να ασκήσουν όλα τα προβλεπόμενα σχετικά δικαιώματά τους.

Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 362 παρ. 1 και 367 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας, για τον σχηματισμό της κρίσης του, σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου, το οποίο δεν αναγνώσθηκε κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ.

δ' του ίδιου Κώδικα, από την οποία ιδρύεται ο προβλεπόμενος το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Α' του ιδίου ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης, διότι έτσι στερείται ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει επ' αυτού τις απόψεις του, να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο ή να αντιταχθεί στην ανάγνωσή του.

Το περιεχόμενο του αναγνωσθέντος εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να καταχωρίζεται στα πρακτικά της απόφασης, ούτε να μνημονεύεται ποιο αποδεικτέο θέμα αφορά, όπως δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ο συντάκτης του εγγράφου και η χρονολογία του. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία εκείνα, από τα οποία προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία, για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε.

Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει (κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ) τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του, δεδομένου μάλιστα, ότι, εφόσον στην πραγματικότητα συντελέσθηκε η ανάγνωση του εγγράφου, παρασχέθηκε στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να προβεί σε σχετικές με το περιεχόμενό του δηλώσεις και εξηγήσεις, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο (πληρότητα ή μη του τίτλου), με τον οποίο αναφέρεται στα πρακτικά το αναγνωσθέν έγγραφο, αλλά από το αν αναγνώσθηκε πραγματικά ή όχι.

Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται με επάρκεια, υπάρχει σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο (ΑΠ 332/2023). Με τον δέκατο πέμπτο αναιρετικό λόγο της κάθε μίας από τις δύο κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης, αμφότεροι οι αναιρεσείοντες εκθέτουν ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση "δεν υπήρξε προσδιορισμός της ταυτότητας δύο αναγνωσθέντων εγγράφων" και συγκεκριμένα, του εγγράφου υπ' αριθμ. ... , με τον τίτλο "Η εκτύπωση από άρθρο από τον ιστότοπο ..." και του εγγράφου υπ' αριθμ. ... , με τον τίτλο "Η άνευ ημερομηνίας εκτύπωση πορείας αιτήσεως αναίρεσης" και προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την απορρέουσα από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ.

Α' ΚΠΔ, πλημμέλεια, ήτοι την απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο κατά το ορθό νοηματικό της περιεχόμενο και όχι την απορρέουσα από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Δ' ΚΠΔ, έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, όπως εσφαλμένα χαρακτηρίζεται εκ μέρους τους. Από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά και όπως άλλωστε δέχονται και οι ίδιοι οι αναιρεσείοντες και τα δύο αυτά έγγραφα, επαρκώς προσδιορισμένα ώστε να μην προκύπτει αμφιβολία για την ταυτότητά τους, αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο του ανωτέρω δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου και αυτοί έλαβαν γνώση ασφαλώς των εγγράφων αυτών αλλά και του περιεχομένου τους, οπότε μπορούσαν να τα σχολιάσουν και να προβούν σε παρατηρήσεις σχετικά με αυτά και το περεχόμενό τους, οπότε δεν στερήθηκαν οποιουδήποτε υπερασπιστικού τους δικαιώματος.

Ως εκ τούτου, δεν προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας λόγω ανεπαρκούς προσδιορισμού της ταυτότητας των εν λόγω εγγράφων και ο υποστηρίζων τα αντίθετα, προαναφερθείς δέκατος πέμπτος λόγος αμφοτέρων των κρινομένων αιτήσεων αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 του Συντάγματος "έγκλημα δεν υπάρχει ούτε ποινή επιβάλλεται χωρίς νόμο που να ισχύει πριν από την τέλεση της πράξης και να ορίζει τα στοιχεία της. Ποτέ δεν επιβάλλεται ποινή βαρύτερη από εκείνη που προβλεπόταν κατά την τέλεση της πράξης", ενώ κατά το άρθρο 7 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, "ουδείς δύναται να καταδικασθή δια πράξιν ή παράλειψιν η οποία, καθ' ήν στιγμήν διεπράχθη, δεν απετέλει αδίκημα συμφώνως προς το εθνικόν ή διεθνές δίκαιον. Ούτε και επιβάλλεται βαρυτέρα ποινή από εκείνην η οποία επεβάλλετο κατά την στιγμήν της διαπράξεως του αδικήματος" και κατά το άρθρο 15 του κυρωθέντος με το Ν. 2462/1997, Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, "κανείς δεν καταδικάζεται για πράξεις ή παραλείψεις, οι οποίες δεν ήταν αξιόποινες κατά το εσωτερικό ή διεθνές δίκαιο τη στιγμή της διάπραξής τους. Επίσης, δεν επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνην που προβλεπόταν κατά τη χρονική στιγμή της διάπραξης του ποινικού αδικήματος. Εάν, μετά τη διάπραξή του ο νόμος προβλέπει την επιβολή ελαφρύτερης ποινής, ο δράστης επωφελείται από αυτήν".

Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, "αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες, για τον κατηγορούμενο, διατάξεις".

Περαιτέρω, με το άρθρο πρώτο του Ν. 4619/2019 (ΦΕΚ Α' 95/11-6-2019) κυρώθηκε ο νέος Ποινικός Κώδικας, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1 Ιουλίου 2019 (άρθρο δεύτερο του ανωτέρω νόμου και άρθρο 460 νΠΚ). Στο άρθρο 2 παρ. 1 του νέου ΠΚ ορίζεται ότι "Άν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου".

Από την διάταξη αυτή, που σημειωτέον αναφέρεται στους ουσιαστικούς ποινικούς νόμους και όχι στους δικονομικούς, καθόσον οι δικονομικοί νόμοι έχουν αναδρομική ισχύ και ρυθμίζουν τις εκκρεμείς δίκες κατά το ατέλεστο, κατά το χρόνο της έκδοσής τους, μέρος αυτών, εκτός αν ορίζουν διαφορετικά (ΟλΑΠ 1/2014, ΑΠ 222/2025), προκύπτει ότι τροποποιείται η καθιερωθείσα και περιγραφόμενη στο ίδιο άρθρο του προηγουμένου Ποινικού Κώδικα αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι του χρόνου της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ώστε να είναι σαφές ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον" και ότι προδήλως ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο είναι ο μεταγενέστερος της τέλεσης της πράξης νόμος.

Επιεικέστερος είναι ο νόμος που στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση και όχι αφηρημένα, οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου και αυτό που ενδιαφέρει δεν είναι εάν ο νόμος στο σύνολό του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, αλλά εάν περιέχει διατάξεις που είναι επιεικέστερες γι' αυτόν, ενώ δεν αποκλείεται σε συγκεκριμένη περίπτωση να εφαρμοσθεί εν μέρει ο προηγούμενος και εν μέρει ο νεότερος νόμος, με επιλογή των ευμενέστερων διατάξεων καθενός από αυτούς και έτσι να εφαρμόζεται, αφ' ενός μεν, ένας νόμος ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, αφ' ετέρου δε, άλλος νόμος ως προς την απειλούμενη ποινή.

Για το χαρακτηρισμό νόμου ως επιεικέστερου με βάση το ύψος της απειλούμενης ποινής, γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων αυτών διατάξεων και άν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυσε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος.

Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής και αν το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης στερητικής της ελευθερίας ποινής, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, ενώ επί ίσων στερητικών της ελευθερίας ποινών, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή (ΑΠ 222/2025, ΑΠ 906/2024, ΑΠ 760/2024, ΑΠ 519/2024, ΑΠ 1345/2023).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 308 παρ. 1 εδ. α' του ισχύσαντος μέχρι 30-6-2019 ΠΚ "Όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών" και κατά τη διάταξη του άρθρου 309 του ίδιου Κώδικα, όπως ίσχυε επίσης μέχρι 30-6-2019, "Αν η πράξη του άρθρου 308 τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική βλάβη (άρθρο 310 παρ. 2), επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών".

Εξάλλου κατά την διάταξη του αυτού ως άνω άρθρου 308 ΠΚ, όπως ίσχυε από 1-7-2019 ΠΚ (Ν. 4619, ΦΕΚ Α' 95/11.6.2019), "Όποιος προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή" και κατά το άρθρο 309 ΠΚ, όπως ίσχυε επίσης από 1-7-2019, "Αν η πράξη του προηγούμενου άρθρου τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή βαριά σωματική βλάβη, επιβάλλεται φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή, ενώ κατά την διάταξη του ως άνω άρθρου 308 ΠΚ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 64 του Ν. 4855/2021, "Όποιος προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο (2) έτη ή χρηματική ποινή" και κατά το άρθρο 309 ΠΚ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του ως προς την απειλούμενη ποινή, από το άρθρο 65 του προαναφερθέντος Ν. 4855/2021 "Αν η πράξη του προηγούμενου άρθρου τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή βαριά σωματική βλάβη, επιβάλλεται φυλάκιση έως τρία έτη".

Η διάταξη του άρθρου 309 ΠΚ, όπως ίσχυε από 1-7-2019 σε σχέση με την προϊσχύσασα μέχρι τις 30-6-2019, δεν διαφέρει ως προς τα απαιτούμενα για τη συγκρότηση του αδικήματος στοιχεία, (όπως ακριβώς συμβαίνει και με την τροποποιηθείσα διάταξη με τον ως άνω Ν. 4855/2021), είναι όμως ευμενέστερη ως προς την απειλούμενη ποινή, αφού αντί της ποινής φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών (δηλαδή έως πέντε ετών), που προέβλεπε η προϊσχύσασα διάταξη, η προβλεπόμενη από αυτήν ποινή είναι φυλάκιση έως τρία (3) έτη ή χρηματική ποινή και ήδη μετά τον Ν. 4855/2021, προβλέπεται ποινή φυλάκισης έως τρία έτη.

Απαιτούμενα στοιχεία για την αντικειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξης της επικίνδυνης σωματικής βλάβης είναι η πρόκληση σωματικής βλάβης κατά την έννοια του άρθρου 308 ΠΚ και η πράξη να τελέσθηκε κατά τρόπο που να μπορεί να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο της ζωής του ή βαριά σωματική βλάβη, όπως ενδεικτικά αναφέρεται στη διάταξη του άρθρου 310 παρ. 2 ΠΚ.

Ενόψει της διαζευκτικής αυτής διατύπωσης, είναι απαραίτητο στην καταδικαστική απόφαση που αφορά πρόκληση επικίνδυνης σωματικής βλάβης, να καθορίζεται ποια ακριβώς από τις ως άνω δύο διακινδυνεύσεις δέχεται το δικαστήριο ότι συνέτρεξε στην συγκεκριμένη περίπτωση, δηλαδή διακινδύνευση για την ζωή ή για βαριά σωματική βλάβη.

Δεν δημιουργεί βεβαίως αντίφαση η σωρευτική αναφορά και κινδύνου ζωής και βαριάς σωματικής βλάβης, εκτός αν στο σκεπτικό καθορίζεται η μία μορφή και στο διατακτικό η άλλη ή στο σκεπτικό καθορίζεται η ως άνω σωρευτική αναφορά και στο διατακτικό η διαζευκτική τοιαύτη ή και αντιστρόφως. Για την στοιχειοθέτηση του εν λόγω εγκλήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, που σημειωτέον αποτελεί επιβαρυντική περίπτωση της σωματικής βλάβης του άρθρου 308 ΠΚ, απαιτείται αντικειμενικώς όπως ήδη αναφέρθηκε, πρόκληση της σωματικής βλάβης του ως άνω άρθρου, ακόμα και όλως ελαφράς (ΑΠ 222/2025, ΑΠ 999/2022), γιατί αξιολογείται όχι το επελθόν αποτέλεσμα, αλλά το χρησιμοποιηθέν μέσον, ο τρόπος ενέργειας, το ευπαθές ή μη του πληγέντος τμήματος του ανθρωπίνου σώματος, η προσφορότητα του μέσου που χρησιμοποιήθηκε κλπ (ΑΠ 222/2025, ΑΠ 863/2023, ΑΠ 1133/2022, ΑΠ 68/2022).

Επίσης, για την ταυτότητα του νομικού λόγου πρέπει να γίνει δεκτό ότι δημιουργείται αντίφαση και όταν στο σκεπτικό καθορίζεται η διαζευκτική αναφορά και στο διατακτικό υφίσταται τόσο διαζευκτική όσο και σωρευτική αναφορά. Αυτό δεν στερείται εννόμων συνεπειών, διότι η παραδοχή της μιας ή της άλλης περίπτωσης, πρακτικώς άγει σε διαφοροποίηση της ποινικής μεταχείρισης του δράστη, αφού στην πρώτη πλήττεται έννομο αγαθό υπέρτερο από τη σωματική υγεία και ακεραιότητα και η ποινή θα καθορισθεί με βάση τα προβλεπόμενα στο άρθρο 79 ΠΚ κριτήρια.

Για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης απαιτείται απλός (κοινός) δόλος, δηλαδή γνώση της αφηρημένης δυνατότητας του κινδύνου της ζωής ή της βαριάς σωματικής βλάβης και θέληση του υπαιτίου να προξενήσει σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας, χωρίς να απαιτείται ιδιαίτερη εξειδίκευση του δόλου, αρκεί να προκύπτει από τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 222/2025, ΑΠ 863/2023, ΑΠ 857/2023, ΑΠ 368/2022, ΑΠ 812/2020).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 45 τόσο του πΠΚ, όσο και του νΠΚ, συνάγεται ότι με τον όρο "από κοινού" τέλεση μιας αξιόποινης πράξης νοείται αντικειμενικώς σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικώς κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε συμμέτοχος να θέλει ή να αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, που διαπράττεται, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι ενεργούν με δόλο τέλεσης του ιδίου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξης μπορεί να συνίσταται στο ότι ή ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επιμέρους πράξεις των συμμέτοχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Ο κοινός δόλος αρκεί, χωρίς να υπάρχει ανάγκη εξειδίκευσης των επιμέρους τυπικών ενεργειών του καθενός συναυτουργού (ΑΠ 222/2025, ΑΠ 906/2024, ΑΠ 853/2024, ΑΠ 264/2020, ΑΠ 1121/2020). Για τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 45 ΠΚ πρέπει να αναφέρονται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετείχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός (ΟλΑΠ 50/1990, ΑΠ 222/2025, ΑΠ 906/2024, ΑΠ 853/2024, ΑΠ 486/2020).

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 57 ΚΠΔ, "1. Αν κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει παύσει ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σε αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός. 2. Εξαιρούνται οι περιπτώσεις των άρθρων 58, 81 παρ. 2, 525 και 527.

Αν παρά την πιο πάνω απαγόρευση ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου". Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου πρέπει να συντρέχουν: α) Αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μια αξιόποινη πράξη, β) ταυτότητα προσώπου και γ) ταυτότητα πράξης, ως προς το πραγματικό σκέλος της στο σύνολό του (τρόπο, χρόνο, τόπο και λοιπές ιστορικές περιστάσεις τέλεσής της) και ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτηρισμό της, που περιλαμβάνει τόσο την πράξη του δράστη (ενέργεια ή παράλειψη), όσο και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από αυτή, αμέσως μετά την τέλεσή της ή σε μεταγενέστερο χρόνο (ΑΠ 544/2023, ΑΠ 445/2021, ΑΠ 37/2017, ΑΠ 1570/2002).

Η επίκληση ύπαρξης δεδικασμένου αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό, τον οποίο ο επικαλούμενος οφείλει να αποδείξει εγγράφως, ήτοι με την προσκομιδή πλήρους αντιγράφου της απόφασης από την οποία απορρέει και επιπροσθέτως βεβαιώσεως του αρμοδίου γραμματέως περί του αμετακλήτου αυτής. Η παραβίαση του δεδικασμένου, που διαπιστώνεται από την σύγκριση των διατακτικών των αποφάσεων, ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ.

ΣΤ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, ενώ μπορεί να προταθεί το πρώτον και ενώπιον του Αρείου Πάγου ως λόγος αναιρέσεως κατ' αποφάσεως, εξεταζόμενος κατ' άρθρο 511 εδ. α' ΚΠΔ και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 221/2025, ΑΠ 1122/2023, ΑΠ 1020/2023, ΑΠ 1090/2019, ΑΠ 16/2018, ΑΠ 957/2016). Δεδικασμένο δεν παράγεται από τις παρεμπίπτουσες αποφάσεις. Μόνον οι τελειωτικές επί της κατηγορίας αποφάσεις εξαντλούν την κατηγορία, αναλίσκουν την ποινική δίωξη και απεκδύουν το δικαστήριο από κάθε εξουσία περαιτέρω κρίσης επί της ιδίας κατηγορίας.

Ως "πράξη" νοείται το ιστορικό γεγονός, δηλαδή η υλική πράξη και πνευματική κίνηση, με όλα τα αποτελέσματα στον εξωτερικό κόσμο, καθ' όλη τη διαδρομή και για όλες τις πραγματικές και νομικές όψεις της, τις οποίες ο δικαστής έχει δικαίωμα να ερευνήσει και να αξιολογήσει αυτεπάγγελτα. Ταυτότητα της πράξης, υπάρχει όταν η νέα κατηγορία συγκροτείται εξ αντικειμένου από τα ίδια πραγματικά περιστατικά, από τα οποία απαρτίζεται κατά τα ουσιώδη αντικειμενικά στοιχεία της και η προηγούμενη κατηγορία.

Ενόψει αυτών, το δεδικασμένο εξαντλείται όχι στην ταυτότητα του εγκλήματος, αλλά στην ταυτότητα της αξιόποινης πράξης, για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη και δεν εμποδίζει νέα δίωξη για άλλη αξιόποινη πράξη, που δεν κρίθηκε, έστω και αν στα στοιχεία της πράξης αυτής περιλαμβάνεται και εκείνο, που επίσης αποτέλεσε στοιχείο του εγκλήματος, που έχει κριθεί. Δεν υφίσταται ταυτότητα πράξης και ως εκ τούτου δεδικασμένο, οσάκις τα περισσότερα αποτελέσματα μίας φυσικής πράξης, έχουν αυτοτελή υλική υπόσταση και αποτελούν εξωτερικά καθένα ίδιο έγκλημα, το οποίο δεν τέθηκε υπό την κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 221/2025, ΑΠ 544/2023, ΑΠ 445/2021, ΑΠ 743/2020), όπως επίσης όταν διαφέρει ο χρόνος τέλεσης (ΑΠ 1638/2018), ενώ δεν έχει σημασία αν παραλλάσσει ο τρόπος συμμετοχής (ΑΠ 544/2023, ΑΠ 733/1998) και βέβαια η ταυτότητα της πράξης προκύπτει μόνο από το διατακτικό της απόφασης ή του βουλεύματος και όχι από το αιτιολογικό, που μπορεί να χρησιμεύσει μόνο για τη διασάφηση του πρώτου (ΑΠ 544/2023, ΑΠ 320/2014).

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της (ΑΠ 222/2025, ΑΠ 154/2023, ΑΠ 203/2020).

Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί ακριβώς προκύπτει από το καθένα ξεχωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή.

Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης. Σε περίπτωση που εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, εφόσον δεν εξαιρέθηκαν ρητά.

Έτσι, δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Επίσης, από την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε αρχικά με τον Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ΝΔ 53/1974, αποτελεί εγχώριο δίκαιο και κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, όπως ήδη αναφέρθηκε, προκύπτει ότι η πολιτεία, μέσω των οργάνων της, οφείλει να απαντά σε όλα τα επιχειρήματα του κατηγορουμένου και να εξετάζονται αυτά κατά τρόπο πραγματικό από το Δικαστήριο, το οποίο οφείλει να προβαίνει σε αποτελεσματική εξέταση των παρατηρήσεων, επιχειρημάτων και αποδείξεων που επικαλούνται οι διάδικοι, ενώ παραβίαση της ως άνω αρχής, πέραν της αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύεται και ο από τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ.

Α' και 171 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 222/2025, ΑΠ 906/2024, ΑΠ 813/2023, ΑΠ 1079/2023, ΑΠ 187/2023). Η ύπαρξη του δόλου, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 ΠΚ, για την θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, δεν είναι κατ' αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, προκύπτει δε από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, οπότε διαλαμβάνεται περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή.

Όταν όμως, για το αξιόποινο της πράξης απαιτούνται κατά το νόμο, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και πρόσθετα στοιχεία, όπως ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση) και η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), η αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης πρέπει να επεκτείνεται και στα στοιχεία αυτά, με παράθεση των περιστατικών κατά τρόπον ώστε να συνάγεται σαφώς ότι ο ισχυρισμός ή η διάδοση ψευδών γεγονότων, ήταν αποτέλεσμα της ενσυνείδητης ενέργειάς του.

Ακόμη, η κατά τα άνω απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, απαιτείται να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προτείνονται από τον κατηγορούμενο και τον συνήγορό του σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ και (οι οποίοι) τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής.

Το δικαστήριο της ουσίας όμως δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει στους ισχυρισμούς αυτούς, ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους, εφόσον η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών δεν έγινε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς επίσης και προφορικώς, δηλαδή με παράθεση όλων των πραγματικών περιστατικών που απαιτούνται κατά νόμο για τη νομική και πραγματική θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και σε περίπτωση αποδοχής τους να οδηγούν στο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα (ΟλΑΠ 2/2022, Ολ ΑΠ 2/2005, ΑΠ 222/2025, ΑΠ 721/2022, ΑΠ 130/2022, ΑΠ 31/2022).

Ωστόσο, δεν αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό η άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος γι' αυτό το δικαστήριο της ουσίας, δεν είναι υποχρεωμένο να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του (ΑΠ 222/2025, ΑΠ 1267/2017). Δεν αποτελούν συνεπώς, μεταξύ άλλων, αυτοτελείς ισχυρισμούς, (εκτός από την άρνηση των στοιχείων του εγκλήματος), τα πραγματικά επιχειρήματα του κατηγορουμένου που αναφέρονται σε αρνητικούς ισχυρισμούς προς απόκρουση της ενοχής (ΑΠ 222/2025, ΑΠ 660/2020, ΑΠ 1615/2005), τα νομικά επιχειρήματα και γενικά δεν είναι αυτοτελής ο ισχυρισμός που αναφέρεται σε αμφισβήτηση του νομικού χαρακτηρισμού της πράξης και η επίκληση διαφορετικού (ηπιώτερου) νομικού χαρακτηρισμού (ΟλΑΠ 1/2005, ΑΠ 222/2025, ΑΠ 906/2024, ΑΠ 760/2024, ΑΠ 519/2024, ΑΠ 1345/2023, ΑΠ 1173/2023, ΑΠ 1079/2023).

Επί πλέον, κατά το άρθρο 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, "παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του", ενώ σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ΔΣΑΠΔ), που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν. 2462/1997, "κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο". Το τεκμήριο της αθωότητας του υπόπτου ή του κατηγορουμένου θεσπίζεται ήδη και με τη διάταξη του άρθρου 71 ΚΠΔ. Με τις ως άνω διατάξεις, στα πλαίσια της έννοιας της "δίκαιης δίκης" επί ποινικών υποθέσεων, καθιερώνεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου σε όλα τα διαδικαστικά στάδια μέχρι να εκδοθεί καταδικαστική απόφαση επί της δίωξης που ασκήθηκε εις βάρος του, κατοχυρώνεται δηλαδή, το δικαίωμα κάθε κατηγορουμένου να θεωρείται (τεκμαίρεται) αθώος, εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί νομίμως.

Κατ' αυτό, η Πολιτεία, μέσω των οργάνων της, οφείλει να αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου και όχι ο κατηγορούμενος την αθωότητά του. Απόρροια του τεκμηρίου αθωότητας είναι η αρχή της επιείκειας προς τον κατηγορούμενο, η οποία επιβάλλει το δικαστήριο εν αμφιβολία να αποφανθεί υπέρ του κατηγορουμένου (in dubio pro reo). Η παραβίαση του τεκμηρίου αυτού επάγεται, πέραν της αναίρεσης της απόφασης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, οπότε ιδρύεται και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 275/2025, ΑΠ 9/2025, ΑΠ 1515/2024, ΑΠ 523/2024, ΑΠ 1278/2023, ΑΠ 47/2023).

Εξάλλου κατά το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό της και που ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΟλΑΠ 3/2008, ΑΠ 222/2025, ΑΠ 760/2024, ΑΠ 1204/2023, ΑΠ 930/2022).

Στην κρινομένη υπόθεση, το προαναφερθέν Β' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, δικάζοντας ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε ως προς το ενδιαφέρον την αναιρετική αυτή διαδικασία, μέρος, κατά την (αναιρετικώς) ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αναφερόμενα ως προς το είδος τους αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Από την κύρια αποδεικτική διαδικασία και δη τη χωρίς όρκο εξέταση του υποστηρίζοντος την κατηγορία - εγκαλούντος στο ακροατήριο, τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, συμπεριλαμβανομένων των αποφάσεων πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων, που προσκομίστηκαν από αμφότερα τα διάδικα μέρη, ήτοι τόσο από την υποστήριξη της κατηγορίας όσο και από την υπεράσπιση των κατηγορουμένων και δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες (άρθρο 362 παρ. 2 ΚΠΔ), πλην όμως δεν προβλήθηκαν αντιρρήσεις από τους διαδίκους εκατέρωθεν καθώς και των φωτογραφιών που επίσης προσκομίστηκαν από αμφότερες τις διάδικες πλευρές, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε, σε συνδυασμό με τις απολογίες των παρόντων κατηγορουμένων και την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως, απορριπτομένου του αιτήματος περί επισκόπησης του προσκομιζόμενου οπτικοακουστικού υλικού καθόσον η αποτύπωση αυτού στις προσκομιζόμενες από αμφότερα τα διάδικα μέρη φωτογραφίες κρίνεται απολύτως επαρκής, ώστε σε συνδυασμό με τα λοιπά προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, το Δικαστήριο δύναται να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι, οι κατηγορούμενοι τέλεσαν τις αξιόποινες πράξεις που τους αποδίδονται με το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι αυτών διότι αποδείχθηκε ότι, στο Περιστέρι Αττικής, στις 19.01.2018, άπαντες οι κατηγορούμενοι (Β.

Σ. , Κ. Σ. , Β. Χ. ή Χ.), με πρόθεση, ενεργώντας από κοινού, προξένησαν σε άλλον σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας του, με τρόπο που μπορούσαν να προκαλέσουν στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή βαριά σωματική του βλάβη. Ειδικότερα, οι διάδικοι, ήτοι ο υποστηρίζων την κατηγορία - παθών (με τους γονείς του) και οι κατηγορούμενοι, ο δεύτερος με την τρίτη εξ αυτών - σύζυγό του (και τα δυο ανήλικα τέκνα τους) καθώς και τον πρώτο εκ των κατηγορουμένων - πατέρα του διαμένουν (άπαντες) επί της οδού ...

στο Περιστέρι Αττικής και τελούν σε εχθρικές σχέσεις μεταξύ τους, στο πλαίσιο των οποίων δημιουργούνται διαρκώς εντάσεις, προστριβές και επεισόδια με φθορές ξένης περιουσίας, εξυβρίσεις, απειλές και σωματικές βλάβες με αποτέλεσμα τη σφοδρή αντιδικία μεταξύ τους ενώπιον των ποινικών αλλά και των πολιτικών δικαστηρίων, ενώ δεν έχουν λείψει και πειθαρχικές αναφορές εκατέρωθεν καθόσον ο παθών φέρει την ιδιότητα του αστυνομικού και ο δεύτερος κατηγορούμενος (Β.

Σ.) την ιδιότητα του λιμενικού. Σε αυτό το κλίμα έντασης και σφοδρών αλλεπάλληλων αντιδικιών μεταξύ των ανωτέρω προσώπων είτε σε ποινικό είτε σε αστικό πεδίο και εκκρεμούσης πειθαρχικής διαδικασίας σε βάρος του εγκαλούντος (και του αδερφού του), στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο και περί ώρα 12.50 με 13.00, η νυν τρίτη κατηγορουμένη διήλθε πεζή έμπροσθεν της οικίας του παθόντος και των γονέων του, όπου φαίνεται να κοντοστέκεται και να ανυψώνει το κινητό της τηλέφωνο προς την είσοδο της οικίας του αντιδίκου, προκειμένου να βιντεοσκοπήσει τη μητέρα του εγκαλούντος (Ε.

Θ.), χωρίς τη συναίνεσή της, ενέργεια που είχε σαν αποτέλεσμα να εξαγριωθεί η τελευταία, η οποία εξήλθε από την οικία της και κινήθηκε επιθετικά προς την κατηγορουμένη, προσπαθώντας να της αποσπάσει το κινητό τηλέφωνο. Την ακολουθεί ο σύζυγός της και πατέρας του εγκαλούντος. Από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχτηκε η ρίψη "κίτρινων χημικών" στην πλάτη της κατηγορουμένης, διότι σε καμία από τις πολυάριθμες προσκομιζόμενες από άπαντες τους διαδίκους φωτογραφίες δεν εμφανίζονται τοιαύτα "κίτρινα" υπολείμματα στα μαύρα ρούχα της κατηγορουμένης, τα οποία θα ήταν ευκρινή λόγω της αντίθεσης των χρωμάτων και επομένως, ο ισχυρισμός της ότι πρώτοι κινήθηκαν εναντίον της, απρόκλητα, οι γονείς του εγκαλούντος είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Από την πάλη των δυο γυναικών και εξαιτίας της σφοδρότητας χτυπήματος που η κατηγορουμένη πέτυχε σε βάρος της μητέρας του εγκαλούντος, η τελευταία χάνει την ισορροπία της και σωριάζεται στο οδόστρωμα και ομοίως, πέφτουν ο σύζυγός της και πατέρας του εγκαλούντος καθώς και η κατηγορουμένη. Η κατάσταση εκτραχύνθηκε όταν σε συνδρομή της τελευταίας προσέτρεξαν περίοικοι και οικεία της πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και ο σύζυγός της, δεύτερος κατηγορούμενος και ο πατέρας αυτού, πρώτος κατηγορούμενος.

Χτυπούν την είσοδο (πόρτα), προκαλούν εκ νέου τους γονείς του εγκαλούντος ενώ η χρήση του κινητού από τον δεύτερο κατηγορούμενο για βιντεοσκόπηση (εκτός από τις τηλεφωνικές κλήσεις στην Άμεση Δράση, άνδρες της οποίας κατέφθασαν αργότερα) εξαγριώνει εκ νέου τη μητέρα του εγκαλούντος, η οποία, μαινόμενη, εξέρχεται, δεύτερη φορά, από την οικία της και επιχειρεί να αφαιρέσει το κινητό του δευτέρου κατηγορουμένου.

Ακολουθεί έντονος διαπληκτισμός, στον οποίο συμμετέχουν πλέον των παρευρισκομένων, ο πατέρας του εγκαλούντος και ο ίδιος ο εγκαλών, ο οποίος πρώτη φορά εξέρχεται από την οικία του, θορυβημένος από το επεισόδιο.

Κατά τη διάρκεια των διαπληκτισμών και εν τω μέσω ύβρεων και απειλών, ο δεύτερος κατηγορούμενος Β. Σ. καταφέρνει με χειρολαβή γύρω από το λαιμό του εγκαλούντος Π. Μ. να ρίξει τον τελευταίο στο έδαφος. Ο ίδιος ο εγκαλών παραδέχτηκε, κατά την επ' ακροατηρίω κατάθεσή του, ότι κατάφερε να αντιστρέψει τις θέσεις και να ακινητοποιήσει αυτός τον δεύτερο κατηγορούμενο στο έδαφος, γεγονός που προκαλεί την αντίδραση της τρίτης κατηγορουμένης Β.

Χ. , η οποία επιτέθηκε με τα χέρια της στο πρόσωπο του εγκαλούντος, προσπαθώντας να τον απομακρύνει από τον σύζυγό της και την ίδια στιγμή, ο πρώτος κατηγορούμενος Κ. Σ. επιτέθηκε, επίσης, στον εγκαλούντα, καταφέροντάς του, με γροθιές, χτυπήματα στο κεφάλι και στα πλευρά, με αποτέλεσμα άπαντες οι κατηγορούμενοι να προξενήσουν στον Π.

Μ. σωματικές κακώσεις και δη οίδημα στην ινιακή χώρα, δύο μικροεκδορές στη βάση της ρινός, μικροεκδορά στην αριστερή κροταφική χώρα, μικροεκχύμωση στο κάτω βλέφαρο του δεξιού οφθαλμού, απόσπαση επιδερμίδας στη δεξιά ρινοχειλική αύλακα, εκχύμωση στη δεξιά πλάγια τραχηλική χώρα, εκχύμωση στην έξω πλάγια επιφάνεια του δεξιού αντιβραχίου, διάσπαρτες εκδορές στην πρόσθια επιφάνεια αμφοτέρων των γονάτων, εκδορά στην πρόσθια επιφάνεια της αριστερής κνημιαίας χώρας, αυχεναλγία και άλγος δεξιού αντιβραχίου (σχετ.

η με αρ. ....2018 ιατροδικαστική έκθεση, που υπογράφει η ιατροδικαστής Χ. Τ.), άπασες (οι σωματικές κακώσεις) συμβατές με τις ενέργειες και τα χτυπήματα των κατηγορουμένων. Η ως άνω δε πράξη των κατηγορουμένων, λόγω του τρόπου τελέσεώς της (επικίνδυνη λαβή στο κεφάλι, υπέρτερος αριθμός επιτιθεμένων) και των ευπαθών σημείων του σώματος του παθόντος που επλήγησαν (κεφαλή, πρόσωπο), μπορούσαν να προκαλέσουν στον παθόντα κίνδυνο ζωής και βαριά σωματική του βλάβη.

Σημειώνεται ότι τόσο ο εδώ εγκαλών όσο και η μητέρα του, Ε. Θ. έχουν ήδη κριθεί ένοχοι για την πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης από κοινού και κατά συρροή, την οποία τέλεσαν στον ίδιο ως τόπο και χρόνο, σε βάρος των εδώ κατηγορουμένων. Εντούτοις, με βάση όλα τα ως άνω εκτιθέμενα και την αλληλουχία ενεργειών και γεγονότων, ο αυτοτελής ισχυρισμός των κατηγορουμένων περί άρσεως του άδικου χαρακτήρα της πράξης τους για το λόγο ότι ευρίσκοντο σε κατάσταση άμυνας είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, για το λόγο ότι οι επιθετικές ενέργειες όλων των εμπλεκόμενων προσώπων εναντίον αλλήλων εκδηλώθηκαν ταυτόχρονα, σε βαθμό που δεν μπορεί να διακρίνει κανείς τον επιτιθέμενο από τον αποκρούοντα, ρόλοι στους οποίους άπαντα τα διάδικα μέρη εναλλάχθηκαν με σκοπό αλληλοεξόντωσης και όχι απόκρουσης επίθεσης.

Τέλος, ο ισχυρισμός της υπεράσπισης περί συμπλοκής συνιστά ανεπίτρεπτη (μη νόμιμη) μεταβολή της κατηγορίας και είναι, ως εκ τούτου, ομοίως απορριπτέος. Οι λοιποί ισχυρισμοί των κατηγορουμένων, που διαλαμβάνονται στο κατατεθέν σημείωμά τους, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά - πλην των συναφών με την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, από τους οποίους έλαβε χώρα παραίτηση με προφορική δήλωση της συνηγόρου υπεράσπισης των κατηγορουμένων και επιπλέον, δεν διαλαμβάνεται ειδικός λόγος έφεσης και ως εκ τούτου δεν ερευνώνται - δεν αναπτύχθηκαν προφορικά κατά την ακροαματική διαδικασία και είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι".

Ακολούθως το ίδιο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διέλαβε στο διατακτικό του, τα εξής:

"ΚΗΡΥΣΣΕΙ άπαντες τους κατηγορούμενους ένοχους, απορριπτόμενων απάντων των αντίθετων ισχυρισμών αυτών, του ότι στο Περιστέρι Αττικής, στις 19/01/2018, άπαντες οι κατηγορούμενοι (Β. Σ. , Κ. Σ. , Β. Χ. ή Χ.), με πρόθεση, ενεργώντας από κοινού, προξένησαν σε άλλον σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας του με τρόπο που μπορούσαν να προκαλέσουν στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή βαριά σωματική του βλάβη.

Ειδικότερα, κατά τη διάρκεια φραστικού επεισοδίου που έλαβε χώρα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ο Β. Σ. ενήργησε λαβή στο κεφάλι του εγκαλούντος Π. Μ. , με κίνδυνο να τον πνίξει, ρίχνοντάς τον στο έδαφος, την ίδια στιγμή η Β. Χ. επιτέθηκε στον εγκαλούντα με χτυπήματα στο πρόσωπο και προσπαθώντας να θέσει τα δάχτυλα των χεριών της στους οφθαλμούς του και, ενώ ο εγκαλών βρισκόταν ήδη πεσμένος αλλά όχι στο έδαφος, διότι είχε καταφέρει να αντιστρέψει τις θέσεις, να ρίξει στο οδόστρωμα τον δεύτερο κατηγορούμενο και να τον "συγκρατεί" εκεί με το σώμα του, ο Κ.

Σ. επιτέθηκε στον εγκαλούντα, καταφέροντάς του, με γροθιές, χτυπήματα στο κεφάλι και στα πλευρά, με αποτέλεσμα άπαντες οι κατηγορούμενοι να προξενήσουν σε αυτόν σωματικές κακώσεις και δη, οίδημα στην ινιακή χώρα, δύο μικροεκδορές στη βάση της ρινός, μικροεκδορά στην αριστερή κροταφική χώρα, μικροεκχύμωση στο κάτω βλέφαρο του δεξιού οφθαλμού, απόσπαση επιδερμίδας στη δεξιά ρινοχειλική αύλακα, εκχύμωση στη δεξιά πλάγια τραχηλική χώρα, εκχύμωση στην έξω πλάγια επιφάνεια του δεξιού αντιβραχίου, διάσπαρτες εκδορές στην πρόσθια επιφάνεια αμφοτέρων των γονάτων, εκδορά στην πρόσθια επιφάνεια της αριστερής κνημιαίας χώρας, αυχεναλγία και άλγος δεξιού αντιβραχίου.

Η ως άνω δε πράξη των κατηγορουμένων, λόγω του τρόπου τελέσεώς της (επικίνδυνη λαβή στο κεφάλι, υπέρτερος αριθμός επιτιθεμένων) και των ευπαθών σημείων του σώματος του παθόντος που επλήγησαν (κεφαλή, πρόσωπο), μπορούσαν να προκαλέσουν στον παθόντα κίνδυνο ζωής και βαριά σωματική του βλάβη".

Με τις προαναφερθείσες παραδοχές που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται κατά τα προαναφερθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του ως προς την ενοχή αμφοτέρων των εκκαλούντων - κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων για την προαναφερθείσα αξιόποινη πράξη τους, δηλαδή της επικίνδυνης σωματικής βλάβης από κοινού εις βάρος του ως άνω παθόντος Π.

Μ. του Ι. , την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκαν αμφότεροι οι αναιρεσείοντες και οι σχετικές σκέψεις, με τις οποίες τα υπήγαγε στις ως άνω εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 309 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνονται οι ακόλουθες κρίσιμες παραδοχές για την στοιχειοθέτηση του εν λόγω αδικήματος, 1) ότι αμφότεροι οι αναιρεσείοντες ενεργώντας από κοινού, επιτέθηκαν στον ως άνω παθόντα Π. Μ. του Ι. και αφού ενεργήθηκε σ' αυτόν επικίνδυνη λαβή στο κεφάλι, ακολούθως τον έριξαν στο έδαφος και προκάλεσαν σ' αυτόν τις παραπάνω αναλυτικώς αναφερόμενες σωματικές βλάβες, 2) ότι οι ως άνω πράξεις τους τελέσθηκαν κατά τον ως άνω περιγραφόμενο τρόπο, που θα μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο της ζωής του και βαριά σωματική του βλάβη, χωρίς βεβαίως να δημιουργεί αντίφαση η σωρευτική αναφορά του κινδύνου ζωής και βαριάς σωματικής βλάβης, όπως ήδη αναφέρθηκε στην προηγηθείσα σχετική νομική σκέψη και 3) ο δόλος αμφοτέρων των αναιρεσειόντων, καθόσον αυτοί ήθελαν να προκαλέσουν στον προαναφερθέντα παθόντα τις ανωτέρω σωματικές κακώσεις, γνωρίζοντας ότι οι περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε εκ μέρους τους η παραπάνω αναφερόμενη αξιόποινη πράξη και εξ αιτίας αυτής η πρόκληση των σωματικών βλαβών μπορούσαν να προξενήσουν κίνδυνο για τη ζωή του και βαριά σωματική του βλάβη.

Κατ' ακολουθίαν αυτών, ο έβδομος, ο ένατος, ο δωδέκατος, ο δέκατος τρίτος, ο δέκατος τέταρτος και ο δέκατος έκτος των συνεξεταζόμενων λόγων αμφοτέρων των υπό κρίση αιτήσεων αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, με τους οποίους πλήττεται εκ μέρους των αναιρεσειόντων η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την περί ενοχής τους κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας για την αξιόποινη αυτή πράξη τους, δηλαδή της επικίνδυνης σωματικής βλάβης από κοινού αλλά και για εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 309 ΠΚ που εφαρμόσθηκε, με εκ πλαγίου παραβίαση αυτής αλλά και έλλειψη νόμιμης βάσης είναι αβάσιμοι, όπως επίσης αβάσιμη τυγχάνει και η αιτίαση (που συνιστά κατά την αμέσως προαναφεθείσα σχετική νομική σκέψη, αρνητικό ισχυρισμό της κατηγορίας) ότι η εν λόγω πράξη έπρεπε να χαρακτηρισθεί ως συμπλοκή.

Περαιτέρω, οι προπαρατεθείσες παραδοχές του ανωτέρω δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου της ουσίας δεν συνιστούν αντιστροφή της υποχρέωσης του Δικαστηρίου προς απόδειξη της ενοχής των εκκαλούντων - κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων, ούτε μετακύλιση σ' αυτούς του σχετικού βάρους απόδειξης της αθωότητάς τους και βεβαίως δεν αποτελούν παραβίαση του κατοχυρωμένου τεκμηρίου αθωότητας αυτών, αφού από το σύνολο των παραδοχών του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτό συμπληρώνεται από το διατακτικό της, προκύπτει, ότι το ανωτέρω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ουσίας, αξιολογώντας και συνεκτιμώντας ανέλεγκτα το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, κατέληξε στην κρίση περί της ενοχής τους με την προεκτεθείσα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.

Άλλωστε, σαφώς προκύπτει από το αιτιολογικό της άνω απόφασης, ότι αμφότεροι οι αναιρεσείοντες καταδικάστηκαν, γιατί αποδείχθηκε αναμφισβήτητα η ενοχή τους και όχι γιατί αυτοί δεν κατόρθωσαν να αποδείξουν την αθωότητά τους, ενώ από τις ανωτέρω παραδοχές της απόφασης δεν προκύπτει, ότι παρέμεινε στο Δικαστήριο οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς την ενοχή αμφοτέρων των αναιρεσειόντων, που θα έπρεπε να ερμηνευθεί υπέρ αυτών κατ' εφαρμογή της αρχής "in dubio pro reo".

Επί πλέον, δεν προσδιορίζονται σε αμφότερες τις κρινόμενες αιτήσεις οι προϋποθέσεις εφαρμογής του καθενός από τους δύο αναιρετικούς λόγους σύμφωνα με τις προαναφερθείσες σχετικές νομικές σκέψεις και συγκεκριμένα, στην περίπτωση της αιτίασης από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Θ' ΚΠΔ (υπέρβασης εξουσίας), δεν αναφέρεται ούτε προσδιορίζεται ποιά ακριβώς δικαιοδοσία άσκησε το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο που δεν του παρεχόταν από τον νόμο ή ποια δικαιοδοσία αρνήθηκε να ασκήσει παρότι του παρεχόταν από τον νόμο στην συγκεκριμένη υπόθεση και στην δεύτερη περίπτωση (που αφορά την αιτίαση από το άρθρο 510 παρ. 1.

στοιχ. ΣΤ' ΚΠΔ, (παραβίαση του δεδικασμένου), δεν αναφέρεται η σχετική (αμετάκλητη) απόφαση, από την οποίαν θα έπρεπε να προκύπτει η βασιμότητα ή μη της ως άνω εις βάρος των αναιρεσειόντων κατηγορίας ή ότι έπαυσε οριστικά κατ' αυτής η σχετική ποινική δίωξη για την ίδια πράξη, ενώ βεβαίως δεν προσκομίσθηκε εκ μέρους των τελευταίων - όπως ασφαλώς θα έπρεπε κατά τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα σχετική νομική σκέψη - πλήρες αντίγραφο της σχετικής αυτής απόφασης, από την οποία απορρέει το δεδικασμένο αλλά και επιπροσθέτως, βεβαίωση του αρμοδίου γραμματέως περί του αμετακλήτου αυτής, οπότε αμφότεροι οι ως άνω αναιρετικοί λόγγοι είναι αόριστοι (ΑΠ 580/2025).

Επομένως, ο πέμπτος αναιρετικός λόγος αμφοτέρων των αιτήσεων από το άρθρο 510 παρ.1, στοιχ. Α' ΚΠΔ, λόγω παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας των εκκαλούντων - κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, όπως ακριβώς και ο συνεξεταζόμενος με αυτόν, ενδέκατος αναιρετικός λόγος επίσης αμφοτέρων των αιτήσεων και ως προς τα τρία σκέλη του, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', ΣΤ' και Θ' ΚΠΔ, με τον οποίον ο καθένας αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας, παραβίαση του δεδικασμένου και υπέρβαση εξουσίας.

Επί πλέον ο τέταρτος λόγος αμφοτέρων των αιτήσεων, με τον οποίον ο καθένας από τους δύο αναιρεσείοντες εκθέτει ότι χωρίς αιτιολογία το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε το υποβληθέν από την συνήγορο υπεράσπισής τους, αίτημα, να επισκοπηθεί δηλαδή το αναφερόμενο εκ μέρους τους οπτικοακουστικό υλικό και προσάπτουν σ' αυτή (την απόφαση) τις απορρέουσες από τις διατάξεις του άρθρου 510 παρ. 1, στοιχ.

Α' και Δ' ΚΠΔ, πλημμέλειες και συγκεκριμένα την απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο και την έλλειψη ειδικής αιτιολογίας. Όπως όμως ήδη αναφέρθηκε, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε το υποβληθέν αυτό αίτημα θεωρώντας ότι "η αποτύπωση αυτού στις προσκομιζόμενες από αμφότερα τα διάδικα μέρη φωτογραφίες κρίνεται απολύτως επαρκής, ώστε σε συνδυασμό με τα λοιπά προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, το Δικαστήριο δύναται να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση" και μετά ταύτα, ο προαναφερθείς τέταρτος αναιρετικός λόγος τυγχάνει αβάσιμος και ως προς τα δύο σκέλη του.

Οι υπόλοιπες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων που περιλαμβάνονται στις κρινόμενες (με πανομοιότυπο σχεδόν περιεχόμενο) αιτήσεις τους, που αφορούν την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων για το προαναφερθέν θέμα, δηλαδή την ενοχή τους για την ως άνω πράξη, στην πραγματικότητα συνιστούν διαφορετική αξιολόγηση των αποδείξεων και πλήττουν ανεπιτρέπτως την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα, υπό τη επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας και ως εκ τούτου είναι απαράδεκτες.

Με τον δέκατο λόγο αμφοτέρων των αιτήσεων, ο καθένας από τους δύο αναιρεσείοντες εκθέτει ότι το προαναφερθέν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν εφήρμοσε στην περίπτωσή τους την επιεικέστερη διάταξη του άρθρου 309 ΠΚ, αφού στο σχετικό σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης περιέλαβε επί λέξει τα εξής: "Η πράξη για την οποία κηρύχθηκαν ένοχοι οι κατηγορούμενοι προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων: 1, 2, 14, 18, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 51, 53, 79, 309 - 308 παρ. 1α ΠΚ και τιμωρείται σύμφωνα με αυτές" και προσάπτει σ' αυτήν (απόφαση), τις απορρέουσες από τις διατάξεις των άρθρων 510 παρ. 1, στοιχ.

Δ' και Ε' ΚΠΔ πλημμέλειες, ήτοι της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης.

Παρότι όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρεται από προφανή παραδρομή, ότι εφαρμόσθηκε η ευμενέστερη διάταξη και συγκεκριμένα, η διάταξη του άρθρου 309 ΠΚ, όπως ίσχυε από 1-7-2019 κατά τα προαναφερθέντα στην σχετική προηγηθείσα νομική σκέψη, εν τούτοις είναι αδιαστίκτως βέβαιο ότι εφαρμόστηκε η προαναφερθείσα (ευμενέστερη) διάταξη και αυτό επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εφαρμόζοντας την ευμενέστερη αυτή διάταξη κινήθηκε εντός του πλαισίου των ορίων της προβλεπομένης ποινής του εν λόγω άρθρου, επιβάλλοντας στον καθένα από τους δύο εκκαλούντες - κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών, η εκτέλεση μάλιστα της οποίας ακολούθως ανεστάλη και για τους δύο καταδικασθέντες επί τριετία και συνεπώς, ο προαναφερθείς δέκατος λόγος και ως προς τα δύο σκέλη του είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των προαναφερθέντων και μη υπάρχοντος άλλου (παραδεκτού) λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθούν αμφότερες οι από 1-8-2025 αιτήσεις αναίρεσης του Β. Σ. του Κ. και της Β. Χ. ή Χ. του Κ. , κατά της υπ' αριθμ. ΒΤ 1480/2025 απόφασης του δικάσαντος ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ενώ πρέπει ακόμη να καταδικαστεί καθένας από τους ως άνω δύο αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της ποινικής αυτής διαδικασίας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 577 παρ. 2, περ. α' και 578 παρ. 1 ΚΠΔ, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό αυτής της απόφασης

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις δύο (2) από 1-8-2025 αιτήσεις του Β. Σ. του Κ. και της Β. Χ. ή Χ. του Κ. , για αναίρεση της υπ' αριθμ. ΒΤ 1480/2025 απόφασης του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ καθένα από τους ως άνω δύο αναιρεσείοντες στην καταβολή των εξόδων της ποινικής διαδικασίας ποσού οχτακοσίων (800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2026.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιανουαρίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ