Supreme Court allows appeal on mental damages and remands case for substantive trial after second appeal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal regarding mental damages and remanded the case for a substantive trial. The court found that the lower court's reasoning on mental suffering was insufficient and required further examination. Consequently, the appeal was upheld on specific grounds while the case was sent back to the same chamber for a new hearing.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 559(19), 580(3), 581(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may allow an appeal on specific grounds such as mental damages following a remittal, and must remand the case for a substantive trial if the decision was made after a second appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 58 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 58/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ - ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΜΙΝΕΤΤΑ ΑΕΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Α. Μ. του Ι., κατοίκου … Κρήτης, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Φωτεινή Κανέτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ά. Χ. του Ν., που εκπροσωπείται από τους δικαστικούς συμπαραστάτες της Μ. και Μ. Α. του Γ., 2) Μ. Α. του Γ., 3) Μ. Α. του Γ., κατοίκων … Ηρακλείου Κρήτης, 4) Μ. συζ. Μ. Α., το γένος Α. Κ., 5) Α. Α. του Μ., 6) Ν. Χ. του Ε. και 7) Ι. συζ. Ν. Χ., το γένος Α. Μ., κατοίκων … Κρήτης, εκ των οποίων οι 1η, 2η, 3ος, 4η, 5η και 6ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωτήριο Μανιαδάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ η 7η δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-05-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 857/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 72/2015 του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 05-08-2015 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 1652/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλον δικαστή.
Εκδόθηκε η 76/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 04-06-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[Α] Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες υπ' αριθμ. .../29.5.2020 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Ανατολικής Κρήτης, με έδρα στο Ηράκλειο Κρήτης, Μαρίας Αλεξανδρή, προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες, που επισπεύδουν τη συζήτηση, επέδωσαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στην έβδομη αναιρεσίβλητη (Ι.
συζ. Ν. Χ.) ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 04-06-2019 αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Η αναιρεσίβλητη, όμως, αυτή (7η), όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την παραπάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στην σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου της, κατά τις διατάξεις του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και κατά την διαδικασία της αναιρετικής δίκης (άρθρο 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Επομένως, εφόσον αυτή κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση της υποθέσεως θα προχωρήσει παρά την απουσία της, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1546/2014, ΑΠ 1513/2014, ΑΠ 128/2013).
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος και οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 652/2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/2013).
Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 1715/2010).
Τα προαναφερόμενα έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε.
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 350/2017, ΑΠ 849/2007).
Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για το κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
[Β] Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Ανατολικής Κρήτης, με την πληττόμενη 76/2019 απόφασή του, που εκδόθηκε, μετά την αναίρεση της υπ' αριθμ. 72/2015 οριστικής αποφάσεώς του, με την 1652/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, αφού συνεκδίκασε δύο εφέσεις, ήτοι τις:
(α) από 12-11-2013 (με αριθμό καταθέσεως 322/12.11.2013) των Ά. Χ. κ.λπ. (ήδη αναιρεσιβλήτων) κατά των ήδη αναιρεσειόντων και
β) από 02-12-2013 (με αριθμό καταθέσεως 362/2013) των: 1) ανώνυμης εταιρίας, με την επωνυμία "Ευρωπαϊκή Ένωση Ασφάλειαι Μινέττα Α.Ε." και 2) Ά. Μ. (ήδη αναιρεσειόντων) κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων, κατά της πρωτόδικης 857/2013 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των άρθρων 666, 667 και 670 (681 Α') του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν τότε, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες, υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο τροχαίο ατύχημα:
«| Την 11-01-2012 και περί ώρα 06:45, ο Γ. Α. οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του υιού του και τρίτου ενάγοντος, Μ. Α. και εκινείτο στο 19° χιλιόμετρο της Ε.Ο. Ηρακλείου -Αγίας Γαλήνης (περιοχή οικισμού Σίβα) με κατεύθυνση από Αγία Γαλήνη προς Ηράκλειο. Στην θέση του συνοδηγού επέβαινε ο ανωτέρω υιός του και στην θέση πίσω από τον συνοδηγό, η σύζυγός του, πρώτη ενάγουσα.
Την ίδια ώρα ο πρώτος εναγόμενος, Ά. Μ., οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΙΣ", κινούμενος στην ίδια οδό με αντίθετη κατεύθυνση προς Αγία Γαλήνη, με συνοδηγό την πεθερά του Ε.
Π.. Στο χιλιομετρικό αυτό σημείο η ανωτέρω οδός είναι διπλής κατευθύνσεως, με πλάτος οδοστρώματος 8 μέτρα, ευθεία μεγαλύτερη από 300 μέτρα, οριζόντια, με μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, πλάτους 4 μέτρων η καθεμία, που χωρίζονται με συνεχή διπλή διαχωριστική γραμμή και δεξιά κάθε λωρίδας κυκλοφορίας, μετά από μονή συνεχόμενη γραμμή (οριογραμμή), υπάρχουν ασφάλτινα ερείσματα 2,40 μέτρα το καθένα και μετά από αυτά προστατευτικές μπάρες ασφαλείας.
Με ρυθμιστικές πινακίδες Ρ-32 που υπάρχουν και στα δύο ρεύματα κυκλοφορίας, η ανώτατη επιτρεπόμενη ταχύτητα ορίζεται σε 70 χλμ/ώρα. Οι καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν κατά τον παραπάνω χρόνο ήταν βροχή και χαλαζόπτωση κατά διαστήματα, γι' αυτό και η άσφαλτος ήταν υγρή, ενώ δεν υπήρχε τεχνητός φωτισμός.
Η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αραιή και των πεζών ανύπαρκτη, ενώ η ορατότητα ως προς τις πορείες των οχημάτων δεν περιοριζόταν. Στο ανωτέρω χιλιομετρικό σημείο της Ε.Ο Ηρακλείου-Αγίας Γαλήνης, ο Γ. Α., έχοντας αναπτύξει ταχύτητα 80-90χιλ/ώρα περίπου, όπως τούτο και ο συνεπιβάτης υιός του κατέθεσε εξεταζόμενος στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, το οποίο, σε συνδυασμό με την ολισθηρότητα του οδοστρώματος από την βροχόπτωση και την χαλαζόπτωση και την κακή και ανομοιόμορφη κατάσταση των ζαντών και ελαστικών που έφερε, καθώς αυτά ήταν διαφορετικού εργοστασίου, διαφορετικών διαστάσεων, διαφορετικού πέλματος και διαφορετικού βαθμού φθοράς σε κάθε τροχό (βλ από 18-01-2012 έκθεση πραγματογνωμοσύνης Γ.
Π. και Γ. Χ., πραγματογνωμόνων που διόρισε η Τροχαία Ηρακλείου και από Μάιο 2013 έκθεση τεχνικής πραγματογνωμοσύνης Μ. Τ., τεχνικού συμβούλου που όρισε ο πρώτος εναγόμενος) παρεξέκλινε της πορείας του προς αριστερά και εισήλθε διαγώνια στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας όπου ανέκρουσε με το αριστερό τμήμα του στο προστατευτικό στηθαίο του ρεύματος αυτού (προς Αγία Γαλήνη), με αποτέλεσμα να περιστραφεί περί τον άξονά του και να προωθηθεί στο μέσο περίπου του ρεύματος αυτού με κατεύθυνση προς Αγία Γαλήνη.
Λίγο πριν να ακινητοποιηθεί το εν λόγω όχημα, ο πρώτος εναγόμενος Ά. Μ., που εκινείτο με το Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, με ταχύτητα 70 χιλ/ώρα περίπου (βλ από 23-04-2012 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Γ. Π., πραγματογνώμονα που διόρισε η Τροχαία Ηρακλείου), ο οποίος είχε αντιληφθεί την αντικανονική πορεία του οχήματος των εναγόντων πριν ακόμη αυτό εισέλθει στο ρεύμα της δικής του πορείας, οπότε στη συνέχεια κινήθηκε πλέον ανεξέλεγκτα, πραγματοποίησε, πλην όμως ανεπιτυχώς, αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά και χωρίς να έχει προβεί έγκαιρα σε τροχοπέδηση, με αποτέλεσμα να επιπέσει με την ίδια ταχύτητα με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου του στο μέσο του οπίσθιου τμήματος του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Γ.
Α., το οποίο, συνεπεία της σύγκρουσης και της φοράς που έλαβε από την κίνηση του άλλου οχήματος, αναστράφηκε και προσέκρουσε με την οπίσθια και αριστερή πλευρά του στις προστατευτικές μπάρες με φορά προς Ηράκλειο, σε απόσταση περίπου 7,30 μέτρων από το σημείο της σύγκρουσης των οχημάτων, ενώ το όχημα που οδηγούσε ο Ά.
Μ. ακινητοποιήθηκε λίγα μέτρα (10,60 μ.) παρακάτω. Συνεπεία της άνω σύγκρουσης, ο Γ. Α., που δεν έφερε ζώνη ασφαλείας, υπέστη τραυματικό αιμοθώρακα άμφω λόγων κακώσεων του θώρακος και συγκεκριμένα λόγω πολλαπλών καταγμάτων σε αμφότερα τα ημιθωράκια κατά την πρόσκρουση του θώρακα στο τιμόνι του αυτοκινήτου (βλ την από 23-01-2012 ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή Μ.
Μ.), με αποτέλεσμα να επέλθει ο θάνατός του. Οι ενάγοντες, οικογένεια του θύματος, ισχυρίζονται ότι το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Γ. Α., είχε ακινητοποιηθεί πριν την σύγκρουση με το άλλο όχημα στο δεξιό της λωρίδας κυκλοφορίας προς Αγία Γαλήνη και μεσολάβησαν έκτοτε μερικά λεπτά πριν επιπέσει σε αυτό το όχημα του τελευταίου.
Τούτο όμως δεν είναι αληθές διότι όπως προκύπτει από το σχεδιάγραμμα του ατυχήματος που συνέταξε η Τροχαία Ηρακλείου και δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους, εντοπίσθηκαν θραύσματα γυαλιών προερχόμενα από το οπίσθιο τμήμα (οπίσθιο παρμπρίζ) του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου στο μέσον περίπου του ρεύματος πορείας προς Αγία Γαλήνη, γεγονός που υποδηλώνει ότι το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων ήταν αυτό, στο μέσον περίπου του ρεύματος κυκλοφορίας προς Αγία Γαλήνη και όχι στο δεξιό άκρο αυτού.
Σχετικά δε με το χρόνο και την απόσταση που μεσολάβησαν από τότε που ο πρώτος εναγόμενος αντιλήφθηκε την αντικανονική πορεία του άλλου οχήματος μέχρι την μεταξύ τους σύγκρουση, αξιοσημείωτη είναι η προανακριτική κατάθεση της Ε. Π., συνοδηγού του πρώτου εναγομένου, η οποία κατέθεσε επί λέξει: "Ξαφνικά από το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, δηλαδή με κατεύθυνση από Μοίρες προς Ηράκλειο είδα ένα κόκκινου χρώματος αυτοκίνητο να κινείται περίεργα.
Φαινόταν ο οδηγός του αυτοκινήτου να έχει χάσει τον έλεγχο του οχήματός του και μάλιστα είπα στον γαμπρό μου "Ά. (Μ.) κοίτα εκείνο το κόκκινο αυτοκίνητο πως κινείται". Δεν πρόλαβα να τελειώσω την φράση μου και σε δευτερόλεπτα το κόκκινο αυτοκίνητο εισήλθε στο δικό μας ρεύμα κυκλοφορίας". Επίσης, η από 11-01-2012 προανακριτική εξέταση του ίδιου του πρώτου εναγομένου όπου καταθέτει ότι " [...] είδα στο ρεύμα προς Ηράκλειο ένα Ι.Χ.Ε.
αυτοκίνητο, του οποίου πιθανολογώ ότι ο οδηγός είχε χάσει τον έλεγχο και κινούνταν ανεξέλεγκτα δεξιά - αριστερά". Οι εναγόμενοι ακόμη ισχυρίζονται ότι η σύγκρουση των δύο οχημάτων πραγματοποιήθηκε καθ' ον χρόνο το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Γ. Α. εισερχόταν ανέλεγκτα στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Αγία Γαλήνη, πραγματοποιώντας περιστροφές περί τον άξονά του.
Ο ισχυρισμός όμως αυτός καταλύεται από το γεγονός ότι το κύριο σημείο πρόσκρουσης του οχήματος που οδηγούσε ο θανών είναι το μέσον του οπισθίου τμήματός του, συνεπεία της ακινησίας του, με κατεύθυνση προς Αγία Γαλήνη και του άλλου αυτοκινήτου το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του, ενώ διαφορετικά η σύγκρουση δεν θα ήταν οπισθιομετωπική και επίσης από το ότι τα θραύσματα από τα γυαλιά του οπίσθιου παρμπρίζ του ΙΧΕ αυτοκινήτου ήταν συγκεντρωμένα και όχι διάσπαρτα σε διάφορες κατευθύνσεις, όπως θα συνέβαινε σε περίπτωση μετωπικής πρόσκρουσης σε περιστρεφόμενο όχημα.
Ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων, υπαίτιος της ως άνω σύγκρουσης και των συνεπειών της είναι ο θανών οδηγός Γ. Α., κατά ποσοστό 80%, διότι από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, ως μέσος συνετός οδηγός, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και είχε αναπτύξει υπερβολική ταχύτητα, πέραν του επιτρεπομένου στην περιοχή ορίου και σε κάθε περίπτωση ανεπίτρεπτη για τις επικρατούσες συνθήκες (υγρό από βροχόπτωση και χαλαζόπτωση οδόστρωμα), με αποτέλεσμα, σε συνδυασμό με την εκτός προδιαγραφών και μη σύννομη κατάσταση των ελαστικών του οχήματος που έθεσε σε κυκλοφορία, να απωλέσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, να υδρολισθήσει αυτό και να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας με το ως άνω αποτέλεσμα του θανατηφόρου τραυματισμού του ιδίου, στο οποίο συνετέλεσε και το γεγονός ότι αυτός δεν έφερε ζώνη ασφαλείας (κατά παράβαση των άρθρων 5 παρ 8 περ α', 12 παρ 1,16 παρ. 1 και 4,19 παρ 1 έως 3 του Κ.Ο.Κ.).
Συνυπαίτιος όμως του θανατηφόρου ατυχήματος είναι και ο πρώτος εναγόμενος, κατά ποσοστό 20%, διότι από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, ως μέσος συνετός οδηγός, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ούτε ρύθμισε την ταχύτητά του ανάλογα με τις επικρατούσες προαναφερθείσες συνθήκες στην οδό, αλλά οδηγούσε με την ανώτατη επιτρεπόμενη ταχύτητα, ώστε δεν μπόρεσε να τροχοπεδήσει και εγκαίρως να εκτελέσει κατάλληλο αποφευκτικό ελιγμό για να αποφύγει την σύγκρουση των δύο οχημάτων (κατά παράβαση των άρθρων 12 παρ1 και 19 παρ 1 έως 3 του ΚΟΚ) ή να διακόψει την πορεία, του οχήματός του έναντι οιουδήποτε εμποδίου στην οδό και όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. […].
Η συγκλίνουσα κατά το παραπάνω ποσοστό (20%) αμέλεια του εναγομένου οδηγού αιτιολογείται διότι, ο τελευταίος αντιλήφθηκε την αντικανονική πορεία και τον επερχόμενο εξ αυτής κίνδυνο του αντιθέτως κινούμενου οχήματος, που οδηγούσε ο θανών, σε απόσταση τουλάχιστον 50 μέτρων, καθώς η οδός ήταν ευθεία είχε απεριόριστη ορατότητα (βλ.
έκθεση αυτοψίας) και από ικανή απόσταση είδε καθ' ομολογία του τις παρεκκλίσεις της πορείας αυτού δεξιά προς τα αριστερά (βλ. ο.π. προανακριτική κατάθεση), μέχρι δε που αυτό έχασε εντελώς τον έλεγχο και εισήλθε στο ρεύμα της δικής του πορείας, κάνοντας περιστροφές και βρέθηκε μπροστά του, μεσολάβησε ικανός χρόνος τουλάχιστον 2 δευτερολέπτων, στον οποίο είχε τη δυνατότητα, ως μέσος συνετός οδηγός, και όφειλε, ενόψει και των συνθηκών που επικρατούσαν, να μειώσει από την αρχή της αντίληψης του κινδύνου την ταχύτητα του δικού του Ι.Χ.Φ.
οχήματος και να τροχοπεδήσει έγκαιρα, έτσι ώστε μέχρι την επέλευση της σύγκρουσης στο δικό του ρεύμα πορείας, προφανώς θα μπορούσε ακόμη και να μην αποφύγει με επιτυχή ελιγμό το ατύχημα, τουλάχιστον θα μπορούσε να μειώσει τις ζημιογόνες συνέπειες, αφού έτσι θα είχε μικρότερη σφοδρότητα (ορμή) στην πρόσκρουση, η οποία έγινε με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου του και με την ίδια ταχύτητα των 70 χιλ/ώρα, με την οποία κινούνταν προηγουμένως.
Συνεπώς, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση, έκρινε συνυπαίτιους του επιδίκου ατυχήματος τους δύο οδηγούς, κατά ποσοστό 60% τον οδηγό (θανόντα) Γ. Α. και κατά ποσοστό 40% τον οδηγό (πρώτο εναγόμενο) Ά. Μ. και όχι κατά ποσοστό 80% και 20% αντίστοιχα, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, όπως βάσιμα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες της δεύτερης έφεσης, οι οποίοι επανέφεραν στο παρόν Δικαστήριο, με σχετικό λόγο εφέσεως, τον ισχυρισμό, που παραδεκτά πρόβαλαν στον πρώτο βαθμό, περί συνυπαιτιότητας του θανόντος κατά 95% στην επέλευση του ατυχήματος και κατά 50% στην επέλευση του θανατηφόρου αποτελέσματός του. Τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τους εκκαλούντες της πρώτης έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα|».
Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες αναφορικά με τα ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ζητήματα και ειδικότερα αναφορικά με την υπαίτια συμπεριφορά του δευτέρου αναιρεσείοντος οδηγού του ως άνω ασφαλισμένου στην πρώτη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία οχήματος και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής και του επελθόντος επιζήμιου αποτελέσματος, οι οποίες δεν καθιστούν δυνατό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των προαναφερομένων εφαρμοσθεισών από αυτό διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.
Ειδικότερα, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, αν και δέχεται ότι ο δεύτερος αναιρεσείων " [… πραγματοποίησε, πλην ανεπιτυχώς, αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά και χωρίς να έχει προβεί έγκαιρα σε τροχοπέδηση […] " (βλ. σελ. 9, 5η και 6η σειρές από το τέλος της προσβαλλομένης αποφάσεως), στη συνέχεια δέχεται ότι αυτός (δεύτερος αναιρεσείων) " [...] ώστε δεν μπόρεσε να τροχοπεδήσει και εγκαίρως να εκτελέσει κατάλληλο αποφευκτικό ελιγμό για να αποφύγει τη σύγκρουση των δύο οχημάτων […]" (βλ.
σελ. 11, τελευταία σειρά και σελ. 12 πρώτη σειρά της προσβαλλομένης αποφάσεως). Δέχεται, δηλαδή, η προσβαλλομένη απόφαση, το μεν ότι ο δεύτερος αναιρεσείων πραγματοποίησε, έστω ανεπιτυχώς, αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, το δε ότι αυτός (δεύτερος αναιρεσείων) δεν πραγματοποίησε εγκαίρως κατάλληλο αποφευκτικό ελιγμό, χωρίς να προσδιορίζει ποιος θα ήταν ο κατάλληλος αποφευκτικός ελιγμός, ούτε εάν ήταν εφικτή, σε σχέση με τις συγκεκριμένες συνθήκες, η ασφαλής πραγματοποίησή του.
Περαιτέρω, δεν διευκρινίζεται πως είναι δυνατόν εντός χρονικού διαστήματος μόλις δύο (2) δευτερολέπτων και υπό συνθήκες σκότους, βροχοπτώσεως, χαλαζοπτώσεως και ολισθηρού οδοστρώματος, που, κατά τις παραδοχές της (προσβαλλομένης αποφάσεως), προκαλούσε υδρολίσθηση στα οχήματα, ένας μέσος συνετός οδηγός μπορεί να ενεργήσει επιτυχημένο και ασφαλή αποφευκτικό ελιγμό (τον οποίο, κατά τα προεκτεθέντα, σε κάθε περίπτωση, δεν προσδιορίζει) προς αποτροπή συγκρούσεως με όχημα, το οποίο έχει εισέλθει στο ρεύμα πορείας του και κατευθύνεται, με ταχύτητα 90 χ/ω, περιστρεφόμενο κατ' αυτού.
Έτσι οι αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν δικαιολογούν επαρκώς την κήρυξη του δευτέρου αναιρεσείοντος, οδηγού του ασφαλισμένου στην πρώτη αναιρεσείουσα οχήματος, συνυπαίτιου κατά ποσοστό 20% και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της διαγνωσθείσας συνυπαιτιότητάς του και του επελθόντος αποτελέσματος.
Επομένως, πρέπει ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το υπό στοιχ. ε' σκέλος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που εξετάζεται παραδεκτώς ως λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου αυτού, γιατί περιέχει σιωπηρά και παράπονο για έλλειψη νόμιμης βάσεως (ΑΠ 1262/2007) να γίνει δεκτός ως βάσιμος, παρελκούσης, μετά ταύτα, της έρευνας των λοιπών σκελών του λόγου αυτού (πρώτου) αναιρέσεως, που αναφέρονται στο ίδιο κεφάλαιο της αγωγής και καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του γενομένου δεκτού, ως άνω.
Οι υπόλοιπες αιτιάσεις, με τις οποίες οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση ασάφειες και αντιφάσεις, συνιστάμενες στο ότι 1) ενώ αρχικά δέχεται ότι η σύγκρουση των οχημάτων έλαβε χώρα καθ' ον χρόνο το με αριθμό κυκλοφορίας ... επιβατικό αυτοκίνητο (που οδηγούσε ο θανών Γ. Α.) δεν είχε ακινητοποιηθεί, αλλά ευρίσκετο εν κινήσει ("λίγο πριν ακινητοποιηθεί...."), στη συνέχεια αντιφατικά δέχεται ότι τούτο είχε ακινητοποιηθεί ("συνεπεία της ακινησίας του.....") και περαιτέρω δέχεται ότι η σύγκρουση των οχημάτων έγινε καθ' ον χρόνο το ως άνω επιβατικό αυτοκίνητο εισήλθε περιστρεφόμενο (και άρα κινούμενο) στο ρεύμα πορείας του φορτηγού αυτοκινήτου, 2) ενώ δέχεται αρχικά ότι το επιβατικό αυτοκίνητο παρεξέκλινε της πορείας του προς τα αριστερά, εισήλθε στο αντίθετο προς την πορεία του ρεύμα κυκλοφορίας, προσέκρουσε στα κιγκλιδώματα (μπάρες ασφαλείας) που υπάρχουν δεξιά, κατά μήκος του αντιθέτου προς την πορεία του ρεύματος κυκλοφορίας και ακολούθως περιστρεφόμενο ευρέθη στο μέσον της οδού, όπου συγκρούστηκε με το φορτηγό αυτοκίνητο, στη συνέχεια αντιφατικά δέχεται ότι το επιβατικό αυτοκίνητο εισήλθε περιστρεφόμενο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου εκινείτο το φορτηγό αυτοκίνητο και ευρέθη, μπροστά του (χωρίς να έχει προηγηθεί πρόσκρουση στις μπάρες ασφαλείας) και 3) δεν προσδιορίζονται οι σωματικές βλάβες που οδήγησαν στο θάνατο του παθόντος και ειδικότερα εάν οι θανατηφόρες σωματικές βλάβες προκλήθηκαν πριν από τη σύγκρουση των δύο οχημάτων και δη από την πρόσκρουση του οχήματος στις προστατευτικές μπάρες ή εάν ήσαν αυτές που προκλήθηκαν (αν προκλήθηκαν) κατά την επακολουθήσασα σύγκρουση των οχημάτων, κρίνονται αβάσιμες και απορριπτέες, για τους παρακάτω λόγους:
Ως προς την υπό στοιχ. α' αιτίαση, καθ' όσον επαρκώς διευκρινίζεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι η σύγκρουση των οχημάτων έλαβε χώρα καθ' ον χρόνο το επιβατικό αυτοκίνητο ήταν ακινητοποιημένο και όχι εν κινήσει ή περιστρεφόμενο, η αναφερόμενη δε στην εν λόγω αιτίαση παραδοχή ("λίγο πριν ακινητοποιηθεί...") αφορά στο χρόνο, κατά τον οποίο ο δεύτερος αναιρεσείων αντελήφθη το επιβατικό αυτοκίνητο να εκτρέπεται της πορείας του και όχι τη θέση αυτού κατά τη σύγκρουση.
Το ότι με την προσβαλλομένη απόφαση έγινε δεκτό ότι το επιβατικό αυτοκίνητο, κατά τον χρόνο της συγκρούσεως, ήταν ακινητοποιημένο και όχι περιστρεφόμενο (και άρα κινούμενο), όπως αβασίμως υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες, προκύπτει από το σύνολο των παραδοχών της, μεταξύ των οποίων και εκείνες με τις οποίες απορρίπτονται σχετικοί ισχυρισμοί αμφοτέρων των διαδίκων μερών και ειδικότερα ο προβληθείς από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσιβλήτους ισχυρισμός ότι το επιβατικό αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο θανατωθείς Γ.
Α., είχε ακινητοποιηθεί πριν από τη σύγκρουση με το φορτηγό αυτοκίνητο στο δεξιό της λωρίδας κυκλοφορίας προς Αγία Γαλήνη, δεχόμενη ότι η ακινητοποίηση τούτου έγινε στο μέσον περίπου του ρεύματος αυτού (προς Αγία Γαλήνη), αλλά και ο προβληθείς από τους εναγομένους και ήδη αναιρεσείοντες ισχυρισμός ότι η σύγκρουση των οχημάτων έλαβε χώρα καθ' ον χρόνο το επιβατικό αυτοκίνητο εισερχόταν ανέλεγκτα στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Αγία Γαλήνη, πραγματοποιώντας περιστροφές περί τον άξονά του, δεχόμενη ότι τούτο κατά τη στιγμή της συγκρούσεως ήταν ακινητοποιημένο, εφόσον σε διαφορετική περίπτωση η σύγκρουση δεν θα ήταν οπισθιομετωπική και τα θραύσματα δεν θα ήταν συγκεντρωμένα, αλλά διάσπαρτα σε διάφορες κατευθύνσεις.
Ως προς την υπό στοιχ. β' αιτίαση, διότι δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ των αναφερομένων στην αιτίαση αυτή παραδοχών, καθ' όσον οι μεν πρώτες (παραδοχές) αφορούν στην επί της οδού κίνηση του αυτοκινήτου του αποβιώσαντος, όταν ο τελευταίος έχασε τον έλεγχό του, παρεξέκλινε της πορείας του προς τα αριστερά και εισήλθε διαγώνια στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου ανέκρουσε με το αριστερό τμήμα του οχήματός του στο προστατευτικό στηθαίο του ρεύματος πορείας προς Αγία Γαλήνη, με αποτέλεσμα να περιστραφεί περί τον άξονά του και να προωθηθεί στο μέσο περίπου του ρεύματος αυτού με κατεύθυνση προς Αγία Γαλήνη, όπου, κατά τα προεκτεθέντα, και ακινητοποιήθηκε ("συνεπεία της ακινησίας του"), οι δε δεύτερες (παραδοχές, αφορούν) στη χρονική στιγμή, που ακινητοποιημένο πλέον το επιβατικό αυτοκίνητο στο ρεύμα πορείας προς Αγία Γαλήνη, επέπεσε επ' αυτού το φορτηγό αυτοκίνητο, ενώ ως προς την υπό στοιχ.
γ' αιτίαση, καθ' όσον, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, έγινε δεκτό ότι οι θανατηφόρες σωματικές βλάβες προκλήθηκαν αποκλειστικά και μόνον από τη σύγκρουση των οχημάτων "συνεπεία της άνω σύγκρουσης" και, συνεπώς, όχι από την πρόσκρουση στις μπάρες, με περαιτέρω συνέπεια να μην χρειάζεται ο επικαλούμενος από τους αναιρεσείοντες ειδικότερος προσδιορισμός αυτών (θανατηφόρων σωματικών βλαβών).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή του προαναφερομένου λόγου της, καθώς και αναπόφευκτα, του δευτέρου λόγου αυτής, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, δηλαδή ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης, που συνέχεται αναγκαστικά με το αναιρούμενο κεφάλαιο (ΟλΑΠ 10/2015, ΑΠ 1060/2017). Στη συνέχεια η υπόθεση πρέπει να κρατηθεί από τον Άρειο Πάγο, προκειμένου να δικαστεί κατ' ουσίαν, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. τελευταίο του ΚΠολΔ, ενόψει του ότι η προσβαλλομένη απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας εκδόθηκε μετ' αναίρεση, κατόπιν παραπομπής της υποθέσεως σ' αυτό από τον Άρειο Πάγο, δυνάμει της υπ' αριθμ. 1652/2017 αποφάσεώς του. Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον 'Αρειο Πάγο από την διάταξη αυτή υποχρεώσεως για εκδίκαση μετά από δεύτερη αναίρεση, της υποθέσεως κατ' ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υποθέσεως μετά την έκδοση της αναιρετικής αποφάσεως ενώπιον του ιδίου Τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο της ουσίας, σε νέα προς το σκοπό αυτό δικάσιμο, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διατάξεως του άρθρου 581 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή, ώστε κατ' αυτήν οι διάδικοι, να διαμορφώσουν ανάλογα τους ισχυρισμούς και τις προτάσεις τους.
Οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του καταβληθέντος εκ μέρους τους παραβόλου, ενόψει της νίκης τους (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 01-01-2016 ένδικα μέσα).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 76/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
Κρατεί την υπόθεση στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου και την παραπέμπει για περαιτέρω κατ' ουσίαν εκδίκαση στο ίδιο τμήμα, σε ιδιαίτερη συζήτηση.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Και
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους καταθέσαντες τούτο αναιρεσείοντες.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Ιανουαρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ