Supreme Court dismisses appeal on visitation rights, ruling lower court properly considered witness testimony.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding child visitation and support. The appellant argued the appellate court failed to consider his son's testimony given at the first instance, claiming it was ignored in the final ruling. The court rejected this, finding that the appellate court explicitly noted the witness's deposition and evaluated it alongside other evidence when forming its judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 495 and 564 of the Code of Civil Procedure; The appellate court's failure to explicitly mention a specific piece of evidence does not constitute grounds for appeal if the evidence was clearly considered and weighed in the formation of the judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 58 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 58/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Δ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Αλεξανδρόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Σ. Β. του Θ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ανδριάννα Τουρλεντέ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/4/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 24/4/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 600/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7085/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11/3/2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θωμάς Γκατζογιάννης ανέγνωσε την από 10/10/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681 Β ΚΠολΔ, 7085/2014 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία έκρινε επί εφέσεως που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων κατά της 600/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή κατ’ ουσία η από 24.4.2012 αγωγή της αναιρεσίβλητης για ανάθεση της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων τους και καταβολή διατροφής αυτών, καθώς και η από 20.4.2012 αγωγή του αναιρεσείοντος για ανάθεση σ’ αυτόν της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων και επικουρικά τη ρύθμιση της επικοινωνίας αυτού με τα τέκνα του. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 1520 ΑΚ, όπως αυτό ισχύει μετά το ν.132/1983, ο γονέας με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο διατηρεί το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας με αυτό και τα σχετικά με την επικοινωνία του αυτή κανονίζονται ειδικότερα από το δικαστήριο. Η επικοινωνία του γονέα με το ανήλικο τέκνο του, ως καθιερούμενο προσωπικό δικαίωμα εντάσσεται στο γενικότερο πλαίσιο των διατάξεων που προβλέπουν την άσκηση του δικαιώματος και καθήκοντος των γονέων για τη μέριμνα υπέρ του ανηλίκου τέκνου τους και απορρέει από το φυσικό δεσμό του αίματος και του αισθήματος της στοργής προς το τέκνο συντελεί δε στην ανάπτυξη του ψυχικού του κόσμου και της εν γένει προσωπικότητάς του.
Για το λόγο αυτό η άσκησή του αποβλέπει κυρίως στο καλώς εννοούμενο συμφέρον του τέκνου. Η επικοινωνία του γονέα με το ανήλικο τέκνο του ρυθμίζεται από το δικαστήριο το οποίο πρέπει να αποφασίζει πάντοτε με οδηγό και γνώμονα το καλώς εννοούμενο συμφέρον του ανήλικου τέκνου. Τούτο αποτελεί αόριστη νομική έννοια και γενική ρήτρα, που εξειδικεύεται ανάλογα με τις συνθήκες κάθε περίπτωσης.
Για να κριθεί τι αποτελεί συμφέρον του ανηλίκου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, θα εκτιμηθούν τα περιστατικά που διαπιστώθηκαν βάσει αξιολογικών κριτηρίων που αντλεί το δικαστήριο από τους κανόνες της λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας και σχετικά με το πρόσωπο του ανηλίκου, θα ληφθούν υπόψη και τα πορίσματα της εξελικτικής ψυχολογίας και παιδοψυχιατρικής.
Για τη διαπίστωσή του θα ληφθούν υπόψη και θα αξιολογηθούν όλα τα επωφελή για το ανήλικο στοιχεία και περιστάσεις, χωρίς να επιδρά στην απόφαση κανένας από τους διαφορετικούς παράγοντες που συνοδεύουν το πρόσωπο κάθε γονέα, η τυχόν υπαιτιότητα του γονέα στη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, οι προκύπτουσες συντρέχουσες συνθήκες και περιστάσεις κάτω από τις οποίες θα ασκείται αυτή η προσωπική επικοινωνία.
Η σχετική με το συμφέρον κρίση πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα. Η κρίση δε αυτή ελέγχεται αναιρετικά κατά την υπαγωγή του πραγματικού στη νομική έννοια του συμφέροντος (ΑΠ 851/2015, ΑΠ 989/2015, ΑΠ 534/2011). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, η αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα και αντίστοιχα όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ΑΠ 1906/2006, ΑΠ 376/2004).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο που δίκασε επί εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης που, εκτός των άλλων, τα οποία δεν αποτελούν αντικείμενο της παρούσας δίκης, ρύθμισε την επικοινωνία του αναιρεσείοντος με τα ανήλικα τέκνα του, δέχθηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, τα ακόλουθα ενδιαφέροντα πραγματικά περιστατικά: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο στον ..., στις 19.6.2004, από τον οποίο απέκτησαν δύο άρρενα δίδυμα τέκνα, τον Θ.
και Α. - Ν., που γεννήθηκαν στις 7.10.2008, ηλικίας κατά την άσκηση των αγωγών 3,5 ετών. Όμως, η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων δεν εξελίχθηκε ομαλά και τελικώς αυτή διακόπηκε τον Ιανουάριο του έτους 2011, όταν ο εκκαλών αποχώρησε από την οικογενειακή στέγη κατόπιν προσωρινής διαταγής μετοικήσεως του Προέδρου Υπηρεσίας του Δικαστηρίου τούτου, έκτοτε δε τα ανήλικα τέκνα εξακολουθούν και διαμένουν στην οικογενειακή στέγη με τη μητέρα τους.
Με την εκκαλούμενη απόφαση, καθό μέρος αυτή δεν προσβάλλεται με λόγο έφεσης, η επιμέλεια των πιο πάνω δύο ανηλίκων τέκνων των διαδίκων ανατέθηκε οριστικά στην εφεσίβλητη μητέρα τους. Παράλληλα, όμως, το αληθινό συμφέρον των δύο ανηλίκων, το οποίο επιβάλλει να μην αποξενωθούν ψυχικά από τον ενάγοντα στην από 20.4.2012 αγωγή, καθιστά αναγκαία την επικοινωνία αυτών με τον πατέρα τους, προκειμένου να καλλιεργηθούν και να αναπτυχθούν με την πάροδο του χρόνου τα αμοιβαία μεταξύ τους αισθήματα στοργής και αγάπης, που είναι απαραίτητα για την ανάπτυξη του αισθήματος ασφάλειας και ψυχικής ισορροπίας του ανηλίκου.
Η επικοινωνία αυτή θα συμβάλει στην απαραίτητη δημιουργία του ψυχικού δεσμού μεταξύ γονέα και τέκνου και στην ανάπτυξη της μεταξύ τους προσωπικής σχέσης, στην αποφυγή της αποξένωσης, καθώς και στη μείωση των συνεπειών της ανώμαλης εξέλιξης της έγγαμης σχέσης των διαδίκων, με δυνατότητα του ενάγοντος να λαμβάνει γνώση της ανάπτυξης, εξέλιξης της προσωπικότητας του τέκνου και γενικά της παρακολούθησης της όλης πορείας αυτού.
Ο πατέρας των ανηλίκων είναι απόφοιτος της ΑΣΟΕ, με μεταπτυχιακές σπουδές, και εργάζεται ως σύμβουλος σε προγράμματα της ευρωπαϊκής ένωσης, με αποτέλεσμα λόγω της εργασίας του να απουσιάζει για μεγάλα χρονικά διαστήματα στο εξωτερικό. Από τις αρχές, όμως, του έτους 2014 λόγω αναστολής εκτέλεσης κάποιων εργασιών, που είχε αναλάβει να εκτελέσει για λογαριασμό του Υπουργείου Περιβάλλοντος της Τουρκίας, διαμένει μέχρι σήμερα πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα στην Ελλάδα.
Μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων, η επικοινωνία του ενάγοντος με τα ανήλικα τέκνα του ρυθμίστηκε προσωρινά με την υπ’ αριθμ. 3244/2012 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Όμως, από υπαιτιότητα αμφοτέρων των διαδίκων και λόγω των μεταξύ τους αντιθέσεων και προστριβών η επικοινωνία του ενάγοντος με τα ως άνω ανήλικα δεν πραγματοποιείτο ομαλά, με αποτέλεσμα την υποβολή εκ μέρους του ενάγοντος διαδοχικών εγκλήσεων σε βάρος της εναγομένης για παραβίαση δικαστικής απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 232Α ΠΚ.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, με την οποία η άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος με τα ανήλικα τέκνα του ρυθμίστηκε ως εξής: "α) Ελεύθερη τηλεφωνική επικοινωνία κάθε ημέρα της εβδομάδος, β) Προσωπική επικοινωνία με τα τέκνα κάθε δύο Σαββατοκύριακα εκάστου μηνός με διανυκτέρευση των ανηλίκων στην οικία του, από ώρα 12.00 του Σαββάτου έως ώρα 20.00 της Κυριακής, γ) Τις εορτές των Χριστουγέννων από ώρα 17.00 της 30ης Δεκεμβρίου τα μονά έτη και από ώρα 10.00 της 31ης Δεκεμβρίου μέχρι και ώρα 21.00 της 7ης Ιανουαρίου τα ζυγά έτη, δ) Τις εορτές του Πάσχα, κάθε ζυγού έτους, αρχής γενομένης από τον Πάσχα του έτους 2014 από ώρα 10.00 του Σαββάτου του Λαζάρου μέχρι και ώρα 15.00 της Μεγάλης Πέμπτης, ε) από την 1η ως και την 15η Αυγούστου και επιπλέον 15 συνεχόμενες ημέρες κατά τους μήνες Ιούνιο ή Ιούλιο ή Σεπτέμβριο, μετά από έγγραφη συνεννόηση των διαδίκων".
Ο ενάγων ωστόσο παραπονείται για τον περιορισμό της επικοινωνίας σε δύο μόνον Σαββατοκύριακα το μήνα, για το μη ορισμό επικοινωνίας και τις καθημερινές, καθώς και για τη μη ρύθμιση της επικοινωνίας τις ημέρες του Πάσχα κατά τα μονά έτη. Κατόπιν αυτών, το Δικαστήριο κρίνει ότι, προκειμένου να ενδυναμωθεί ο ψυχικός δεσμός των ανηλίκων τέκνων με τον ενάγοντα πατέρα τους, αλλά χωρίς να διαταράσσεται ο ρυθμός ζωής των ανηλίκων και η ηρεμία τους, πρέπει να επικοινωνεί ο ενάγων πατέρας με τα τέκνα του και κατά τη διάρκεια της εβδομάδας και ακολούθως να ρυθμιστεί οριστικά το δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας του ενάγοντος με τα ως άνω τέκνα του, που διαμένουν με τη μητέρα τους, ως ακολούθως:
α) Ελεύθερη τηλεφωνική επικοινωνία κάθε ημέρα της εβδομάδος, β) Προσωπική επικοινωνία κάθε δύο Σαββατοκύριακα εκάστου μηνός με διανυκτέρευση των ανηλίκων στην οικία του, από ώρα 12.00 του Σαββάτου έως ώρα 20.00 της Κυριακής, γ) κάθε Τρίτη από ώρα 18.00 έως 20.00, δ) Τις εορτές των Χριστουγέννων από ώρα 17.00 της 23ης Δεκεμβρίου έως ώρα 21.00 της 30ης Δεκεμβρίου κατά τα μονά έτη και από ώρα 10.00 της 31ης Δεκεμβρίου μέχρι και ώρα 21.00 της 7ης Ιανουαρίου τα ζυγά έτη, ε) Τις εορτές του Πάσχα από ώρα 10.00 του Σαββάτου του Λαζάρου μέχρι και ώρα 15.00 της Μεγάλης Πέμπτης και κατά τα μονά και κατά τα ζυγά έτη και στ) από την 1η ως και την 15η Αυγούστου και επιπλέον 15 συνεχόμενες ημέρες κατά τους μήνες Ιούνιο ή Ιούλιο ή Σεπτέμβριο, μετά από έγγραφη συνεννόηση των διαδίκων, απορριπτομένου του αιτήματος του ενάγοντος για τη διεξαγωγή νέας κοινωνικής έρευνας και ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης προς εξέταση της εναγομένης ως αβασίμων, αφού το Δικαστήριο σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση από το υπάρχον αποδεικτικό υλικό".
Ακολούθως το Εφετείο, κατά μερική παραδοχή των λόγων της εφέσεως, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και δεχόμενο εν μέρει την αγωγή του αναιρεσείοντος, ρύθμισε ως ανωτέρω, το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας αυτού με τα ανήλικα τέκνα του. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1511 και 1520 ΑΚ τις οποίες αληθώς ερμήνευσε και ορθώς εφάρμοσε ως προς τη συνδρομή του συμφέροντος των τέκνων σε σχέση με τη γενόμενη με τον ορισμένο ανωτέρω τρόπο ρύθμιση της επικοινωνίας τους με τον αναιρεσείοντα πατέρα τους, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα αποδειχθέντα επωφελή για τα ανήλικα τέκνα στοιχεία και τις σχετικές περιστάσεις, προκειμένου να διαπιστώσει το καλώς εννοούμενο συμφέρον αυτών.
Επομένως, ο από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού δικαιώματος, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται, πλην άλλων, και η κύρια ή επικουρική βάση της αγωγής και τα προς θεμελίωση αυτών και των συναφών αιτημάτων πραγματικά περιστατικά.
Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων. Δεν ιδρύεται επίσης ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 493/2015, ΑΠ 49/2012).
Με τον δεύτερο από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του που νόμιμα είχε προτείνει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και είχε επαναφέρει ενώπιόν του, με λόγο εφέσεως, ότι λόγω της εξαιτίας της επαγγελματικής του ενασχόλησης απουσιάζει συχνά στο εξωτερικό και η διάρκεια της απουσίας του είναι δυνατόν να ανέρχεται σε οκτώ μήνες κατ’ έτος και για το λόγο αυτό πρέπει να καθοριστεί η προσωπική επικοινωνία με τα ανήλικα τέκνα του σύμφωνα με το αίτημά του, ήτοι είχε προβάλει ισχυρισμό που έχει ουσιώδη επίδραση για την έκβαση της δίκης, η προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της αυτόν τον ισχυρισμό του και περιόρισε το δικαίωμα επικοινωνίας.
Όμως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Ειδικότερα, εκτός του ότι αποτελεί επιχείρημα του αναιρεσείοντος για την με τον προτεινόμενο από αυτόν τρόπο ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, ρητά αναφέρεται στην εργασία αυτού, ως συμβούλου σε προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με αποτέλεσμα λόγω αυτής της απασχόλησής του να απουσιάζει μεγάλα χρονικά διαστήματα στο εξωτερικό.
Συνεπώς, έλαβε υπόψη του τον ανωτέρω προταθέντα ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ανεξάρτητα από την παραδοχή ότι λόγω αναστολής κάποιων εργασιών του που είχε αναλάβει για λογαριασμό του Υπουργείου Περιβάλλοντος της Τουρκίας διαμένει πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα στην Ελλάδα, εκτίμησε δε και αξιολόγησε τούτον σε συνδυασμό με τις λοιπές αποδείξεις και κατέληξε στη ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας με τον διαλαμβανόμενο τρόπο.
Ο από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι’ αυτά (ΑΠ 10/2008, ΑΠ 1131/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του για τη ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας του αναιρεσείοντος με τα τέκνα του κατά τον ορισθέντα τρόπο, δεχόμενο ότι "από τις αρχές, όμως, του έτους 2014 λόγω αναστολής εκτέλεσης κάποιων εργασιών, που είχε αναλάβει να εκτελέσει για λογαριασμό του Υπουργείου Περιβάλλοντος της Τουρκίας, διαμένει μέχρι σήμερα πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα στην Ελλάδα", χωρίς ωστόσο να αναφέρει στο σκεπτικό της από ποιο αποδεικτικό μέσο άντλησε την αβάσιμη αυτή παραδοχή και συνεπώς δέχθηκε ως αληθινή τη διαμονή μου για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα στην Ελλάδα, χωρίς απόδειξη.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Τούτο διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο προς σχηματισμό της κρίσεώς του και του αποδεικτικού του πορίσματος προέβη στην εκτίμηση του συνόλου των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα των καταθέσεων των εξετασθέντων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μαρτύρων των διαδίκων, των προσδιοριζόμενων ενόρκων βεβαιώσεων και των προσκομισθέντων εγγράφων.
Η τυχόν εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο αναφορικά με το χρονικό διάστημα παραμονής του αναιρεσείοντος στην Ελλάδα, δεν μπορεί να θεμελιώσει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης και ανάγεται στην ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, κρίση αυτού. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ. γ’ ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του αποδεικτικά μέσα, στα οποία περιλαμβάνονται και οι καταθέσεις των μαρτύρων, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Ο λόγος αυτός απορρίπτεται, ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής μνείας και χωριστής αξιολόγησης καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού αυτού μέσου (ΑΠ 1202/2008).
Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 2/2008) ή κατ’ άλλη έκφραση αδιστάκτως (ΟλΑΠ 13-14/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ’ ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος (ΑΠ 493/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την κατάθεση του μάρτυρα του αναιρεσείοντα, ήτοι του υιού του Π. Δ. στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο την οποία επικαλέστηκε και ενώπιον του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου, αφού στο σκεπτικό της η προσβαλλομένη απόφαση ουδόλως αναφέρει ή επικαλείται αυτή την κατάθεση, ούτε έμμεση αναφορά γίνεται σ’ αυτή, ούτε αξιολόγησή της, αλλά και από το σύνολο του περιεχομένου αυτής, την ανάλυση του αιτιολογικού της, την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις νομικές διατάξεις, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο προβαίνει στον καθορισμό του δικαιώματος επικοινωνίας συμπεραίνεται εύλογα ότι δεν λήφθηκε καθόλου υπόψη η κατάθεση αυτή.
Όμως, από τη βεβαίωση της προσβαλλομένης ότι για το αποδεικτικό της πόρισμα έλαβε υπόψη της τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδριάσεως αυτού, αλλά και το εν γένει περιεχόμενο του αιτιολογικού αυτής, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της κρίσης του και την ανωτέρω εξειδικευόμενη στον τέταρτο λόγο της αναίρεσης κατάθεση μάρτυρα, ανεξάρτητα από το ότι δεν αναφέρεται η απόφαση σε ειδική αξιολόγηση του περιεχομένου της καταθέσεως αυτής και σε σύγκρισή της με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα.
Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Κατ’ ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 11.3.2015 αίτηση για αναίρεση της 7085/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, και να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων που κατατέθηκαν από τον αναιρεσείοντα υπέρ του Δημοσίου και του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ., κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκαν στη σχετική 254/2015 έκθεση κατάθεσης της Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών. Εξάλλου, ο αναιρεσείων που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11.3.2015 αίτηση του Γ. Δ. του Π. για αναίρεση της 7085/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων υπέρ του Δημοσίου και υπέρ του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. που κατατέθηκαν κατά την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Νοεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ