Supreme Court dismisses appeal on abuse of right and procedural error grounds in property dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Court of Appeals' decision regarding a property dispute. The appellants argued the lower court erred by accepting unproven facts and misapplied the statute of limitations, but the court found these claims baseless. The court ruled that the appellate court properly evaluated evidence and did not commit the alleged procedural violations or abuse of right.
Legislator headnote
AI generatedArt. 281 Civil Code; Art. 559(10) & 559(20) Civil Procedure Code: An appeal fails when the appellate court correctly evaluates evidence without accepting unproven facts or misapplying procedural rules regarding the statute of limitations.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 58 / 2013 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 58/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Απριλίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ. Χ. Τ. του Ν., κατοίκου ... και 2. Β. συζ. Α. Μ., το γένος Ν. Τ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωτήριο Σδούκο.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ε. - Μ. χας Θ. Π., το γένος Π. Ζ., κατοίκου ..., 2. Α. Π. του Θ., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και 3. Α.-Ο.-Θ. Π. του Θ., κατοίκου ..., οι οποίοι, 1η 3ος εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Έφη Χίου-Γιαννίκου, η οποία δήλωσε ότι ο 2ος αναιρεσίβλητος (Α. Π.) απεβίωσε στις 10-1-2011 και κληρονομήθηκε από την σύζυγό του Έ. χα Α. Π., το γένος Γ. και τα τέκνα του Α. Π. και Ν. Π., οι οποίοι συνεχίζουν την βίαιη διακοπή και εκπροσωπήθηκαν από την ίδια ως άνω (Έφη Γιαννίκου) πληρεξούσια δικηγόρο τους.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-7-2003 αγωγή των αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 309/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 243/2010 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-2-2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 26-3-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσης καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσης για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων.
Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκούσης της επελεύσεως δυσμενών απλώς για τα συμφέροντα του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην ελάσσονα του διά την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του, επί δε διεκδικητικής αγωγής από τότε που ο διεκδικών απέκτησε την κυριότητα του υπό του εναγομένου κατεχομένου πράγματος (Ολ.ΑΠ 17/95, Ολ.ΑΠ 62/90, Ολ.ΑΠ 8/1).
Το δε ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει ναι αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ασκήσεως του δικαιώματός του (ΑΠ 323/32). Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη, το δικαίωμα κυριότητος ή συγκυριότητος.
Τέλος, κατά την έννοια του εδαφίου 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 12-13/95).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο, εδέχθη, ανελέγκτως, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο είναι οικόπεδο εμβαδού 93 τ.μ., με παλαιά διώροφη οικία, βρίσκεται στον οικισμό του δ.δ. ... του Δήμου Κόνιτσας και συνορεύει περιμετρικά με κοινοτική οδό από τρεις πλευρές και ιδιοκτησία κληρονόμων Β.
και Δ. Χ.. Το ακίνητο αυτό, πριν τον πόλεμο του 1940, βρισκόταν στην κυριότητα του απώτατου δικαιοπαρόχου των εναγόντων, Χ. Π., πατέρα του αμέσου δικαιοπαρόχου τους Θ. Π.. Ο Χ. Π., όσο ζούσε διέμενε στην ανωτέρω οικία. Μετά το θάνατό του, ο οποίος συνέβη πριν το έτος 1946, στην κληρονομιά αυτού, αναμείχθηκαν μόνο η σύζυγός του Α.
και οι γιοι του Θ. και Κ.. Οι τρεις κόρες του Ι., Μ. και Β. που είχαν παντρευτεί πριν το έτος 1930 και είχαν λάβει σύμφωνα με τα έθιμα της εποχής εκείνης προίκα, δεν αναμείχθηκαν με οποιοδήποτε τρόπο στην κληρονομιαία περιουσία του πατέρα τους. Αυτό προκύπτει και από την ένορκη βεβαίωση του Α. Μ. στην οποία αναφέρει ότι οι τρεις ως άνω κόρες του Χ.
Π. δεν διεκδίκησαν ποτέ το επίδικο ακίνητο, ούτε είχαν κάποιο δικαίωμα σ' αυτό. Έτσι μετά το θάνατο του Χ. Π. εξακολούθησαν να διαμένουν στην οικία αυτή ως κληρονόμοι η σύζυγός του Α. και οι προαναφερόμενοι γιοι του. Η οικία αυτή περιήλθε στη συννομή τους. Όμως οι συγκληρονόμοι αυτοί είχαν αποφασίσει να περιέλθει αποκλειστικά στον Θ.
Π.. Γι' αυτό και η Α. είχε μεταβιβάσει τη νομή της σ' αυτόν. Η ανωτέρω κρίση σχηματίζεται ιδίως από τα αναφερόμενα κατωτέρω σχετικά με τη διαθήκη του Κ. Π.. Η με αυτή γενόμενη μεταβίβαση εναρμονίζεται με την πιο πάνω απόφαση των συννομέων και στηρίζει την ουσιαστική βασιμότητα του σχετικού ισχυρισμού των εναγόντων.
Η Α. Π. διέμενε στην οικία αυτή μέχρι το θάνατό της το έτος 1953, ενώ ο Κ. Π. μέχρι το θάνατό του το έτος 1960. Το χρονικό διάστημα που διέρρευσε και επειδή ο Θ. Π. είχε μεταναστεύσει από το έτος 1950 αρχικά στον Καναδά και ακολούθως στις Η.Π.Α., αυτοί ασκούσαν τη νομή στο ανωτέρω ακίνητο για λογαριασμό του ως αντιπρόσωποι αυτού.
Ο Κ. Π., με την από 7 Απριλίου 1960 ιδιόγραφη διαθήκη του, η οποία δημοσιεύθηκε με τα με αριθμό 76/1965 πρακτικά του Πρωτοδικείου Ιωαννίνων τα οποία παραδεκτά προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι ενάγοντες με την προσθήκη - αντίκρουσή τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, απορριπτόμενου ως νομικά αβασίμου του αντιθέτου ισχυρισμού των εναγομένων ότι δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη (ΑΠ 439/2010 ΝΟΜΟΣ), άφησε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία του στον αδελφό του Θ.
Π. (βλ. ιδιόγραφη διαθήκη και τα με αριθ. 76/1965 του Δικαστηρίου των εν Ιωαννίνοις Πρωτοδικών), δεν ήταν δε απαραίτητο στην ως άνω διαθήκη να γίνει συγκεκριμένη αναφορά στην ένδικη οικία μετά του οικοπέδου της, όπως οι εναγόμενοι ισχυρίζονται. Ενόψει της συντάξεως της παραπάνω ιδιογράφου διαθήκης από τον ίδιο τον ανάπηρο Κ.
Π., αποδεικνύεται ουσιαστικά αβάσιμος ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ήδη από το έτος 1958 οι γονείς του είχαν μεριμνήσει να εισαχθεί ο Κ. στο άσυλο ανιάτων, προκειμένου να τύχει επιστημονικής περιθάλψεως, όπου και τελικά απεβίωσε το έτος 1964, ισχυρισμός άλλωστε που δεν αποδεικνύεται. Ας σημειωθεί ότι την ιδιόγραφη ως άνω διαθήκη ενεχείρισε ο Κ.
Π. στον τότε συμβολαιογράφο Κόνιτσας Οδυσσέα Σκούρτη, σύμφωνα με δήλωση του τελευταίου κατά την παράδοση αυτής προς δημοσίευση (βλ. τα προαναφερόμενα πρακτικά αυτής). Οι πράξεις νομής που ενεργούσε στο επίδικο ο Θ. Π. συνίσταντο στην φροντίδα αυτού με κάθε τρόπο, στη συντήρησή του και σε διάφορες άλλες ενέργειες, όπως παρακάτω ειδικότερα αναφέρεται.
Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η Α. Π. πριν το θάνατό της, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης προς την Κ. Τ. και το σύζυγό της Ν., τέκνο της κόρης της Β., για τη φροντίδα που παρείχαν στην ίδια και το γιό της Κ. Π., όταν μετά το έτος 1951 συνοικούσαν στην επίδικη οικία, είχε εκφράσει την επιθυμία της να περιέλθει η επίδικη οικία στην κυριότητα της μητέρας της Κ.
Τ. και ότι ο Κ. Π. από το έτος 1958 λόγω των φροντίδων και της περίθαλψης που του παρείχαν εξέφρασε την ίδια επιθυμία, καθώς και ότι από το έτος 1958 η μητέρα τους ανέλαβε τη νομή του ακινήτου αυτού την οποία άσκησε μέχρι τη μεταβίβαση του στους ενάγοντες με το .../11-2-2000 συμβόλαιο γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Παύλου Κίτνη, που μεταγράφηκε νόμιμα.
Ο ισχυρισμός αυτός περί μεταβιβάσεως της νομής του επιδίκου στη δικαιοπάροχο τους δεν κρίνεται βάσιμος. Η Α. Π. και ο Κ. Π., εκτός των προαναφερομένων περί της μεταβιβάσεως του μεριδίου τους στο Θ. Π., δεν ήταν αποκλειστικοί κύριοι και νομείς του επιδίκου ακινήτου ώστε να προβούν στην επικαλούμενη μεταβίβαση, ο δε Κ.
Π. ουδεμία σχετική αναφορά περιέχει στην ιδιόγραφη διαθήκη του, η οποία δεν θα είχε και αιτία συντάξεως της, εφόσον δεν προέκυψε ότι αυτός είχε άλλα περιουσιακά στοιχεία για να περιέλθουν με αυτή στον αδελφό του Θ.. Επίσης δεν προέκυψε λόγος με βάση τον οποίο θα ήθελαν να απωλέσει τα δικαιώματα του στην πατρική οικία ο Θ.
Π.. Η ίδια κρίση ενισχύεται και από τα κατωτέρω αναφερόμενα περιστατικά. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι το έτος η ένδικη οικία ηλεκτροδοτήθηκε με αίτηση που υπέβαλε στη ΔΕΗ ο πεθερός της μητέρας τους Β. Τ., χωρίς όμως να αποδεικνύουν ότι η σχετική σύμβαση αφορά το ακίνητο αυτό. Εξάλλου, ο ισχυρισμός αυτός των εναγομένων περί ηλεκτροδοτήσεως του ένδικου σπιτιού, από τον Β.
Τ. είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, για το λόγο ότι ο Β. Τ. είχε δικό του σπίτι στο χωριό Μάλιστα Ιωαννίνων, όπου και κατοικούσε μαζί με την Κ. και το Ν. Τ. και κρίνεται ότι η σύνδεση με τη ΔΕΗ αφορούσε εκείνο το σπίτι και όχι το επίδικο.
Άλλωστε δεν υπήρχε λόγος να υποβάλει σχετική αίτηση ο Β. Τ., πεθερός της Κ., για την ηλεκτροδότηση της οικίας αυτής και όχι η ίδια για την οποία οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι νεμόταν το ακίνητο ή έστω ο σύζυγός της Ν.. Οι εναγόμενοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κάποιες αποδείξεις πληρωμής λογαριασμών από τη ΔΕΗ, στο όνομα του ενοικιαστή Θ.
Ρ., ισχυριζόμενοι ότι εφόσον βρίσκονται στα χέρια τους, από εκείνον τον καιρό που ήταν ενοικιαστής ο Ρίζος, αυτό σημαίνει ότι εξουσίαζαν εκείνοι το σπίτι. Όμως, από τις αποδείξεις αυτές αποδεικνύεται ότι στις 9-10-1973 ο ενοικιαστής Θ. Ρ. σύνδεσε στο όνομά του το ηλεκτρικό ρεύμα. Από το γεγονός αυτό ενισχύεται η ανωτέρω κρίση ότι η αίτηση που είχε υποβάλει ο Β.
Τ. αφορούσε άλλη οικοδομή και επί πλέον ότι κατά χρόνο εκείνο δεν θεωρούσαν ο Ν. Τ. και η σύζυγός του δικό τους το επίδικο, γι' αυτό και δεν υπέβαλαν οι ίδιοι αίτηση για ηλεκτροδότηση αυτού στο όνομά τους. Επίσης οι προσκομιζόμενες και επικαλούμενες, από τους εναγόμενους αποδείξεις του ηλεκτρικού ρεύματος με ημερομηνίες πληρωμής 2-11-1978, 13-4-1981, 22-1-1985 και 18-7-1986 αφορούν την περίοδο που πλέον το σπίτι το χρησιμοποιούσαν οι ίδιοι και οι γονείς τους - σύμφωνα με όσα οι ενάγοντες αναφέρουν στην αγωγή τους - δηλαδή διέμειναν σ' αυτό και δεν διέμεινε σ' αυτό ο μισθωτής, γι' αυτό και βρέθηκαν στα χέρια τους.
Ο τελευταίος (μισθωτής), φεύγοντας από την ένδικη οικία, προφανώς δεν φρόντισε να διακόψει την παροχή που ήταν στο όνομά του και οι εναγόμενοι πλήρωναν τους λογαριασμούς της ΔΕΗ. Μάλιστα, μόνο ο πρώτος λογαριασμός αφορά κατανάλωση ρεύματος και οι άλλοι τρεις την πληρωμή των παγίων τελών, από τις οποίες αποδείξεις της ΔΕΗ αποδεικνύεται, ότι από τις 24-7-1978 έως τις 26-1-1981 (βλ.
περιόδους κατανάλωσης) είχε γίνει κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος μόνον 3 κιλοβατώρων (από 1454 έφθασε σε 1457). Επομένως έως εκείνη την περίοδο δεν έμεναν στο σπίτι, παρά μόνο περιστασιακά, όταν μετέβαιναν για να επισκεφθούν τον γέροντα Β. Τ., πεθερό της Κ. και δεν ήταν μισθωμένο το σπίτι πριν από το 1977. Η κρίση ότι η μητέρα των εναγομένων Κ.
δεν ασκούσε τη φυσική εξουσία του επιδίκου με διάνοια κυρίου, όπως οι εναγόμενοι ισχυρίζονται, ενισχύεται και από το ότι αποδέχθηκε το έτος 1970 να εμφανίζεται το επίδικο ακίνητο ως ιδιοκτησία Π.. Ειδικότερα, όταν το έτος 1970 αποφασίσθηκε υπέρ της Κοινότητας ..., η κήρυξη αναγκαστικής απαλλοτριώσεως για τη διάνοιξη οδού, που θα περνούσε μέσω ακινήτων της Κοινότητας ... (βλ.
την με αριθμό πρωτ. 38406/22-7-1970 απόφαση του Νομάρχη Ιωαννίνων), με την απόφαση αυτή εγκρίθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτων, όπως επί λέξει αναφέρεται σ' αυτή "άτινα ανήκουσι κατά κυριότητα εις τους ... Θ. Π. του Χ. Οικόπεδον 44,43 μ2 μετά κτίσματος δρχ. 8.432 ...". Επίσης, από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τους ενάγοντες από 12-4-1971 (με α.α.
κατάθεσης δικογράφου 282/1971) αίτηση της Κοινότητας ... ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, αποδεικνύεται ότι τόσο οι κάτοικοι του ... όσο και οι κάτοικοι της ..., οι οποίοι έδωσαν και τα σχετικά στοιχεία, αναγνώριζαν ως ιδιοκτήτη τον δικαιοπάροχο των εναγόντων Θ. Π. και γι' αυτό στρεφόταν εναντίον του, για να προσδιορισθεί η προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο.
Το κείμενο αυτό μεταφρασμένο στην Αγγλική γλώσσα, επιδόθηκε στο Οχάϊο των ΗΠΑ στον δικαιοπάροχο των εναγόντων Θ. Π. (βλ. αυτό προσκομιζόμενο μαζί με το αρ. πρωτ. 3383/Β2/11.5.1971 έγγραφο του Γενικού Προξένου της Ελλάδος στο Σικάγο). Από τα παραπάνω αναφερόμενα συνάγεται ότι αν, η φερόμενη ως δικαιοπάροχος των εναγομένων Κ.
Τ., ήταν πράγματι από το 1958 εγκατεστημένη στο επίδικο ως ιδιοκτήτρια, είχε ήδη από το 1969 συνδέσει την επίδικη οικία με ηλεκτρικό ρεύμα, για λογαριασμό της, εισέπραττε τα ενοίκια για λογαριασμό της, έμενε στο σπίτι με το σύζυγό της έως το 1970, όπως ισχυρίσθηκαν οι εναγόμενοι, θα είχε συμπληρώσει με την προσαύξηση του χρόνου νομής των "δικαιοπαρόχων της" τον απαιτούμενο σύμφωνα με το νόμο χρόνο χρησικτησίας και θα δήλωνε ιδιοκτήτρια του απαλλοτριωμένου.
Την ίδια δήλωση θα έκανε εάν είχε την πεποίθηση ότι το επίδικο ανήκε στην ίδια και το εξουσίαζε ως κυρία αυτού. Όμως η ανωτέρω δεν επικαλέστηκε, ούτε άσκησε με οποιοδήποτε τρόπο τέτοιο δικαίωμα. Αντίθετα στη σχετική δίκη της απαλλοτρίωσης παραστάθηκε ο σύζυγος και πατέρας των εναγόντων Θ. Π., που εκπροσωπήθηκε από τον Χαρίλαο Τσόγκα, δικηγόρο Ιωαννίνων.
Η Κ. Τ. δεν παρενέβη για να αναγνωρισθεί εκείνη δικαιούχος ενώ ο σύζυγός της Ν.ς Τ.ς κατέθεσε ως μάρτυρας, επιβεβαιώνοντας ότι το επίδικο ανήκε στον Θ. Π., όπως προκύπτει από τα πρακτικά και τη με αριθμό 514/1971 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, την οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι ενάγοντες, με την οποία προσδιορίσθηκε η τιμή μονάδας αποζημίωσης και αναγνωρίσθηκε ως ιδιοκτήτης του απαλλοτριωθέντος ο δικαιοπάροχος των εναγόντων.
Ειδικότερα, στα προαναφερόμενα πρακτικά (514/1971) του Δικαστηρίου, ο πατέρας των νυν εναγομένων Ν. Β. Τ. και σύζυγος της φερόμενης ως δικαιοπαρόχου τους, Κ. Τ., κατέθεσε για την περιουσία του Θ. Π., χωρίς καμίαν επιφύλαξη: "... μέχρι του Π. ... από του Π. ... Ο τοίχος του Π. είναι ... Του Π. το κτίσμα σώζεται, αν είναι γκρεμισμένον, διότι είναι εγκαταλελειμένον, δεν το ξέρω" ήτοι ότι το απαλλοτριούμενο το οποίο αποτελούσε ενιαίο ακίνητο με το επίδικο ανήκει στον Θ.
Π.. Το ίδιο κατέθεσαν και οι λοιποί μάρτυρες οι οποίοι ανέφεραν ότι το ένδικο ακίνητο ανήκει στην ιδιοκτησία του Θ. Π. και όχι για ακίνητο που ανήκει στην Κ. Τ.. Επίσης οι ενάγοντες προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, την από 26-4-1975 επιστολή του δικαιοπαρόχου τους Θ. Π. προς τον ανηψιό του Γ.
Π., την από 27-7-1974 επιστολή του γαμβρού του από αδελφή Β. Ν. Λ., τις από 20-1-1974 και από 27-5-1974 επιστολές του Ι. Χ. Γ., του δασκάλου του χωριού (ο οποίος εξετάσθηκε και ως μάρτυρας στον προσδιορισμό της τιμής μονάδας), από τις οποίες αποδεικνύεται ότι για την προαναφερόμενη αναγκαστική απαλλοτρίωση ασχολήθηκαν πολλοί και όλοι αναφέρθηκαν στο ακίνητο του Θ.
Π.. Επομένως, από όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε, ότι έως και το έτος 1975 το επίδικο ακίνητο βρισκόταν στην νομή του δικαιοπαρόχου των εναγόντων Θ. Π.. Ακόμη αποδείχθηκε ότι ο δικαιοπάροχος των εναγόντων Θ. Π., το έτος 1977 ήλθε στην Ελλάδα και επισκέφθηκε το χωριό του, όπου και έμεινε στην επίδικη οικία καθώς και ότι κατά το χρονικό διάστημα από το 1967 έως το 1976 εκμίσθωσε το επίδικο, αναθέτοντας τις ενέργειες αυτές σε άλλα πρόσωπα, όπως τον Β.
Λ. - πατέρα του Ν. Λ. που εξετάσθηκε ως μάρτυρας αποδείξεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αλλά και τον πατέρα των εναγομένων Ν. Τ.. Μετά το θέρος του 1977 οπότε ο Θ. Π. επισκέφτηκε τη γενέτειρά του, προέβη σε αντικατάσταση των παραθύρων του σπιτιού και ανέθεσε στον Ν. Τ. εργασίες βελτίωσης του επιδίκου, τις οποίες ενήργησε πράγματι ο τελευταίος.
Κατά την παραπάνω επίσκεψη του στο χωριό του στη ..., ο Θ. Π. για να μην μένει μόνος του στο σπίτι του, διέμεινε μαζί με τον πρώτο εκκαλούντα. Μάλιστα ο Ν. Τ. ζήτησε την άδεια να διαμένει στο επίδικο σπίτι και ο Θ. Π. έδωσε την συγκατάθεσή του, ενόψει του ότι ήταν παιδί της αδελφής του Β., αφού είχε αποφασίσει ότι δεν θα νοίκιαζε αυτό πλέον δεδομένου ότι ο Σταθμός Χωροφυλακής ...
καταργήθηκε και επομένως δεν υπήρχαν χωροφύλακες ενδιαφερόμενοι να μισθώσουν το ακίνητο αυτό. Έτσι συνήφθη μεταξύ του Θ. Π. και του Ν. Τ. άτυπη σύμβαση χρησιδανείου, με την οποία ο τελευταίος και η οικογένεια του θα μπορούσε να διαμένει στην ένδικη οικία χωρίς αντάλλαγμα. Μετά το έτος 1980, έγιναν αρκετές εργασίες στο επίδικο, πολύ δε περισσότερες μετά το 1988 οπότε ήλθε και πάλι στην Ελλάδα ο Θ.
Π.. Όλες αυτές οι εργασίες γίνονταν για λογαριασμό, με χρήματα και σε συνεργασία με τον τελευταίο. Αυτό αποδεικνύεται από σειρά επιστολών που απηύθυναν η δεύτερη εναγόμενη, καθώς και η μητέρα της και φερόμενη ως δικαιοπάροχος των εναγομένων, Κ. Τ., προς τον ίδιο το Θ. Π., κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1989 έως το έτος 1996, τις οποίες προσκομίζουν οι ενάγοντες και των οποίων δεν αμφισβητείται η γνησιότητα από τους εναγόμενους.
Σύμφωνα με τις επιστολές αυτές, οι Κ. Τ. και Β. Τ., αναγνώριζαν τον Θ. Π. ως αποκλειστικό κύριο του επιδίκου, καθώς και ότι με βάση την προαναφερόμενη σύμβαση χρησιδανείου διέμειναν σ' αυτό, ζητούσαν τη γνώμη του και την έγκριση του για τις εργασίες που έπρεπε να γίνουν και τον ενημέρωναν με λεπτομέρειες για την πορεία των εκτελουμένων εργασιών, τις απαιτούμενες δαπάνες κλπ.
Συγκεκριμένα, στην από 3-6-1989 επιστολή της δεύτερης εναγόμενης μεταξύ άλλων αναφέρονται: "... όσον αφορά το δωμάτιο που θα γίνει το μπάνιο, μας ζήτησαν τα εξής: για να ανοίξουν παράθυρα να χτίσουν τον τοίχο από μέσα, το χώρισμα του καμπινέ, σοβάτισμα και για την πλάκα από πάνω από το χώρισμα και για το τσιμέντο που θα ρίξουν στο δάπεδο, με τα υλικά δικά τους ζητάνε 200.000 δρχ.
Τα κουφώματα των παραθύρων και της πόρτας θα είναι δικά μας... Το δωμάτιο του μπάνιου το καθάρισαν οι δικοί μου και είναι έτοιμο για ν' αρχίσουμε τις εργασίες. Με την έγκριση τη δική σας βέβαια γι' αυτό θείε απαντήστε μας το συντομότερο για το τι πρέπει να κάνουμε. Τα υδραυλικά είναι διατεθειμένος να τ' αναλάβει ο μπαμπάς...
Με αγάπη Β.". Επίσης στην από 3-10-1989 επιστολή της δεύτερης εναγόμενης αναφέρονται και τα εξής: "Το γράμμα που ακολουθεί είναι υπαγορευμένο από τη μαμά σε μένα και αφορά διάφορες πληροφορίες για το σπίτι: ... Πήραμε το γράμμα σου θείε στο οποίο έγραφες για τον λουτρό-καμπινέ να τον κάνουμε όπου είναι καλύτερα.
Αποφασίσαμε τελικά να τον κάνουμε στο κάτω υπόγειο, οι εργασίες έχουν προχωρήσει αρκετά. Άνοιξαν παράθυρα, βγάλαμε όλα τα χώματα ... Αυτό δεν το είχαμε συζητήσει καθόλου μαζί. Εμείς θεωρήσαμε καλό και πρακτικό να ρίξουμε τσιμέντο. Το χωλ θείε δεν το είχαμε στο λογαριασμό και οι εργάτες δεν μας είπαν ακόμα πόσο...
όσον αφορά τα οικονομικά δώσαμε 120.000 προκαταβολή κι απ' ό,τι υπολογίσαμε θα πάνε περισσότερα από τον αρχικό λογαριασμό γιατί τα είδη ανεβαίνουν και τα μεροκάματα είναι υψηλό". Περαιτέρω, στην από 30-3-1992 επιστολή της μητέρας των εναγομένων (Κ. Τ.), αναφέρεται επί λέξει: "... Όσο για την πόρτα ... κάναμε μόνο τον σκελετό, θα βάλουμε πόρτα σιδερένια και θα περιφράξουμε και πάνω από τον τοίχο, γράψε μας θείε και εσύ πώς να τα κάνουμε δικό σου είναι το σπίτι θείε, γράψε την ιδέα σου εμείς ότι μπορούμε κάνουμε ...".
Στην από 25-5-1995 επιστολή της μητέρας των εναγομένων, αναφέρονται και τα εξής: "Στενοχωρήθηκα ... ή μάλλον στενοχωρηθήκαμε όλοι μας που γράφεις θείε να φύγουμε από το σπίτι σου και ότι να μην ξοδέψουμε λεφτά γιατί δεν πήρες την απόφαση τι θα κάνεις με το σπίτι ... Το σπίτι είναι δικό σας εμείς που καθόμαστε μέσα ότι μπορούμε θα κάνουμε ...
Πάντως αν ζούσε ο Ν. δεν θα γράφατε να φύγουμε από το σπίτι. Και πάλι σας λέω θείε τι θα αποφασίσετε για το σπίτι σκεπτόσαστε να το πουλήσετε και αν το πουλήστε να προτιμήσετε εμάς ... Αυτά θείε από μας ότι μας έγραψες θείε θέλω να τα ξεκαθαρίσεις, γιατί στεναχωρήθηκα πολύ δεν το περίμενα να μας διώξεις έτσι χωρίς αιτία ...
ποιος έχει αντίρρηση γι' αυτό δικό σας είναι θείε. Αυτό το ξεκαθαρίζουμε από την αρχή ... Περιμένω γράμμα σας". Η επιστολή αυτή δεν ικανοποίησε τον Θ. Π., όπως προκύπτει από την από 10-10-1995 επιστολή του προς τον ανηψιό του Ν. Λ. (γιο της αδελφής του Ι.), όπου εξέφραζε την ανησυχία του και ανέφερε μεταξύ άλλων: "Η Π.
δεν μου απάντησε ακόμα στο γράμμα μου, της έστειλα κατά τα τέλη του Μάη και της έγραψα γρήγορα η αργά πρέπει να ελευθερώσουν το σπίτι". Ακολούθησε η από 5-1-1996 επιστολή της Κ. Τ., στην οποία, μεταξύ άλλων αναφέρονται: "Δεν ξέραν τα παιδιά μου (δηλ. οι εναγόμενοι) που μου έγραφες στο πρώτο γράμμα και που ήταν κάπως νευρικό ότι να φύγουμε ...
Όταν ήρθαν από την Αμερική και ήρθαν εδώ τότε τους είπα και μου είπε η Μ. (ενν. τη σύζυγο του πρώτου εναγομένου) γι' αυτό δεν μου έδωσε ο θείος καμιά απάντηση. Στενοχωρήθηκαν τα παιδιά και ο Χ. πιο πολύ... Σου έχω γράψει και σε άλλο γράμμα ότι το σπίτι είναι δικό σου έχεις παιδιά εμείς είμαστε προσωρινοί και λες να μη χαλάμε λεφτά.
Τι θες θείε να το αφήσουμε να πέσει εφόσον μένουμε μέσα θα το συντηρούμε ... Π.". Επίσης στην από 30-10-1996 επιστολή της η μητέρα των εναγομένων, με αφορμή τον τότε σεισμό στην περιοχή, πληροφορεί τον Θ. Π. ότι "και το δικό του σπίτι", αναφερόμενη στο επίδικο, έχει ζημιές. Στην από 5-4-1997 επιστολή της η ίδια αναφέρει "...
και μας κάλεσαν να ήμαστε ένας στο χωριό για να κάνουμε αίτηση για δάνειο. Πήγε και ο Χ. (ο πρώτος εναγόμενος) για να ανοίξει το σπίτι σας και το δικό μας. Δικαιούνται όλοι δάνειο. Όταν πήγε ο Χ. να πει στην επιτροπή να κάνει και για το δικό σου σπίτι θείε λέει στην επιτροπή ο Ν. ο ανηψιός σου ότι δεν δικαιούμαστε εμείς δάνειο γιατί δεν έχουμε την ακαιρεώτιτα (κυριότητα) του σπιτιού.
Ο Χ. δεν του είπε τίποτα ίσως και να είχε δίκαιο αλλά γιατί ... γράψε μου θείε κι εσύ τη γνώμη σου... καθόμαστε σπίτι σου θείε και το συντηρούμε ώσπου θελήσεις εσύ θείε. Και σε ευχαριστούμε πολύ Π.". Τέλος, στην από 7-6-1997 επιστολή της, η ίδια αναφέρει επί λέξει: "... Τον Ν. θείε τον ξέρουν όλοι οι χωριανοί και τον κατέκριναν που επενέβη για το δάνειο.
Δεν ξέρει θείε ότι εσείς έχετε παιδιά τι θέλει να αρπάξει κι από σας. .. Εμείς δεν θα αφήσουμε το σπίτι να πέσει από τη σκεπή που για να γίνει αλλαγή θέλει ένα εκατομμύριο και σαν δίνουν σε όλους δάνειο γιατί να μην το παίρναμε κι εμείς να κάνουμε τη σκεπή. Εσύ θείε να μην στενοχωριέσαι όλα θα γίνουν ... Π.". Από όλα τα παραπάνω αναφερόμενα αποδεικνύεται, ότι τουλάχιστον έως και τις 7-6-1997 η μητέρα των εναγομένων Κ.
που φέρεται ως δικαιοπάροχός τους, δήλωνε συνεχώς στον δικαιοπάροχο των εναγόντων Θ. Π., ότι το επίδικο ανήκει σ' αυτόν και ότι εκείνη και τα παιδιά της απλώς διαμένουν προσωρινά σ' αυτό έχοντας την κατοχή του με βάση άτυπη συμφωνία που έγινε μεταξύ τους και ότι συνεπώς δεν το νεμόταν με διάνοια κυρίου. Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ότι κατά η διάρκεια της σύμβασης χρησιδανείου, οι κατά τα ανωτέρω χρησάμενοι μετέβαλαν τη βούλησή τους και αποφάσισαν να νέμονται το ακίνητο για δικό τους λογαριασμό, γνωστοποιήσαντες την πρόθεσή τους αυτή στο χρήστη Θ.
Π. ή ότι αυτός έλαβε με οποιοδήποτε τρόπο γνώση τέτοιας μεταβολής. Σύμφωνα με όλα τα προαναφερόμενα ο Θ. Π. ασκώντας τη φυσική εξουσία του επιδίκου ακινήτου με την ενέργεια των προαναφερομένων πράξεων, που προσιδιάζουν στη φύση αυτού, δηλωτικών δε του δικαιώματος νομής του, με διάνοια κυρίου, τουλάχιστον από το έτος 1946 μέχρι το έτος 1997, ο ίδιος αλλά και δια των αντιπροσώπων του, ήτοι της μητέρας του Α.
και του αδελφού του Κ., αλλά και με βάση τη σύμβαση χρησιδανείου δια του Ν. Τ. μέχρι το θάνατο του τελευταίου το έτος 1997, απέκτησε την κυριότητα αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Ο ισχυρισμός των εναγομένων, που νόμιμα προβλήθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ότι την ένδικη οικία μετά του οικοπέδου, νεμόταν με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας για σαράντα δύο έτη από το έτος 1958 έως το έτος 2000 η φερόμενη ως δικαιοπάροχος των εναγομένων-μητέρα τους Κ.
Τ. και ότι έτσι κατέστη κυρία αυτού, δεν αποδεικνύεται ουσιαστικά βάσιμος, γι' αυτό και πρέπει να απορριφθεί. Και αν ακόμη μετά το θάνατο του Ν. Τ. η σύζυγός του κατέλαβε τη νομή του επιδίκου και άσκησε αυτή μέχρι τη μεταβίβασή του στους εναγόμενους το έτος 2000, δεν συμπλήρωσε στο πρόσωπό της την απαιτούμενη, κατ' άρθρο 1045 ΑΚ, χρονική προϋπόθεση για την κτήση της κυριότητας αυτού με τον επικαλούμενο πρωτότυπο τρόπο.
Σύμφωνα με τα ανωτέρω το δικαίωμα κυριότητας του Θ. Π. στο επίδικο δεν έχει καταλυθεί από τη δικαιοπάροχο των εναγομένων. Κατ' ακολουθία, δεν μεταβιβάσθηκε στους εναγομένους η κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με το με αριθ. .../2000 συμβόλαιο γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Π. Κίτνη, όπως υποστηρίζουν αυτοί, δεδομένου ότι η μητέρα τους που έκανε την παροχή δεν ήταν κυρία αυτούς Επομένως το επίδικο ακίνητο βρισκόταν στην κυριότητα του δικαιοπαρόχου των εναγόντων Θ.
Π., κατά το χρόνο του θανάτου του, στις 29-4-1999 και κατόπιν αυτού νόμιμα περιήλθε στην κυριότητα των εναγόντων, συζύγου και τέκνων του, ως μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του, δυνάμει της με αριθ. .../2003 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς αυτών, ενώπιον του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Π. Κίτνη που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κόνιτσας στον τόμο (...) με αριθ. (72).
Επομένως, αφού και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση του δέχθηκε τα ίδια και αναγνώρισε τους ενάγοντες συγκυρίους του επιδίκου ακινήτου, δεν έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων, ο δε σχετικός λόγος της έφεσης με τον οποίο οι εκκαλούντες υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, εδέχθη το Εφετείο ότι από τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τόσο οι εναγόμενοι όσο και η φερόμενη ως δικαιοπάροχός τους Κ. Τ. διέμειναν στο επίδικο σπίτι, δυνάμει της ενοχικής συμβάσεως χρησιδανείου που είχαν συνάψει με τον δικαιοπάροχο των εναγόντων Θ. Π.. Όταν τους ζήτησε ο τελευταίος να αποχωρήσουν από το σπίτι, κατ' επανάληψη, δήλωσαν ότι το σπίτι ανήκει σ' εκείνον και ότι δεν επιθυμούν να παραμένουν σ' αυτό, προβαίνοντας μάλιστα σε επισκευές του, χωρίς να ζητούν αποζημίωση από τον ιδιοκτήτη του.
Ακόμη και για τη δανειοδότηση, λόγω των σεισμών, η Κ. Τ. είχε ενημερώσει τον δικαιοπάροχο των εναγόντων και είχε δηλώσει ότι είναι ευκαιρία για να συντηρηθεί το σπίτι, οπότε ο τελευταίος της είχε ζητήσει να μην ξοδεύσει τα χρήματά της και ήταν απολύτως ειλικρινής μαζί της. Αποδείχθηκε επίσης ότι τις ενέργειες των εναγομένων για την επισκευή του σπιτιού δεν τις γνώριζαν οι ενάγοντες.
Με βάση τα παραπάνω, δεν υπήρξε συμπεριφορά των εναγόντων η οποία να μπορούσε να δημιουργήσει εύλογα την πεποίθηση στους εναγόμενους ότι δεν πρόκειται να ασκήσουν το δικαίωμά τους ο δικαιοπάροχος των εναγόντων και οι ίδιοι και να δικαιολογεί την έναρξη των εργασιών που εκθέτουν στις προτάσεις τους. Εξάλλου, δεν υπήρξε αδράνεια των εναγόντων και μάλιστα για μεγάλο χρονικό διάστημα, η οποία να μπορεί να στηρίξει τέτοια πεποίθηση των εναγομένων και της μητέρας τους.
Σύμφωνα με όλα όσα έγιναν ανωτέρω δεκτά, η άσκηση του δικαιώματος από τους ενάγοντες δεν αντιτίθεται προφανώς στις διαγραφόμενες στο άρθρο 281 του ΑΚ αρχές της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού αυτού. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε ομοίως και απέρριψε την σχετική ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και εφάρμοσε το νόμο, γι' αυτό και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με το σχετικό λόγο έφεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα".
Με βάση τις άνω παραδοχές το Εφετείο, κατ' επικύρωση της υπό των εναγομένων εκκληθείσης πρωτοδίκου αποφάσεως, έκρινε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την υπό των αναιρεσειόντων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο προταθείσα και με ειδικό λόγο εφέσεως ενώπιον του Εφετείου επαναφερθείσα ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του επιδίκου δικαιώματος.
Με αυτά που εδέχθη και έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, λόγω, δήθεν, ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, αφού διέλαβε στην απόφασή του, χωρίς αντιφάσεις, με πληρότητα και με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τις αποδείξεις, από τα οποία συνήγαγε την δικανική του κρίση περί της μη συνδρομής στην ένδικη διαφορά των ουσιαστικών προϋποθέσεων εφαρμογής της ρηθείσης ουσιαστικής διατάξεως, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας της.
Ειδικότερα, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις διαλαμβάνεται στις αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι δεν υπήρξε α) το στοιχείο της αδρανείας εκ μέρους των εναγόντων και του δικαιοπαρόχου των Θ. Π. να ασκήσουν το επίδικο δικαίωμα, β) οποιαδήποτε συμπεριφορά των ιδίων, από την οποία ευλόγως να δημιουργήθηκε η πεποίθηση στους εναγομένους περί της μη ασκήσεως του επιδίκου δικαιώματος, οι οποίοι (εναγόμενοι και η άμεση αυτών δικαιοπάροχος μητέρα των Κ.
Τ.), ανεγνώριζαν τον ανωτέρω άμεσο δικαιοπάροχο των εναγόντων κύριο και νομέα του επιδίκου, λαμβάνοντες μάλιστα και χρήματα που ο ίδιος τους απέστειλε από τις ΗΠΑ, όπου διέμενε, για την εκτέλεση εργασιών επισκευής του επιδίκου, γ) ότι η άμεση δικαιοπάροχος των εναγομένων, μητέρα τους Κ. Τ. και ο σύζυγός της, ευρίσκοντο στην κατοχή του επιδίκου ακίνητου με βάση την έννομη σχέση του χρησιδανείου, κατά παραχώρηση από τον κύριο και νομέα Θ.
Π., ασκούντα την νομή επί του επιδίκου δια των δικαιοπαρόχων των εναγομένων, καθώς και ότι η οποιαδήποτε καταβολή χρημάτων από αυτούς για την συντήρηση του επιδίκου, έλαβε χώρα εν αγνοία του άνω παραχωρήσαντος την κατοχή, με βάση την προαναφερομένη έννομη σχέση. Επομένως, οι περί του αντιθέτου με τους πρώτο και πέμπτο λόγους αναιρέσεως προβαλλόμενες από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις (ο πέμπτος κατ' ορθή υπαγωγή του σε αυτόν αναφερομένου νομικού σφάλματος στον αριθμό 19 και όχι στον αριθμό 11 του άρθρου αυτού, όπως αναφέρεται στον λόγο αυτό), είναι αβάσιμος και απορριπτέες.
II. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, έως 341 και 346 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας είναι υποχρεωμένο να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται νομίμως, τα οποία είναι χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση (με τεκμήρια) απόδειξη γεγονότων, που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή που επιδρούν στο διατακτικό, παραδεκτό και νόμω βάσιμο ή ισχυρισμό περί αρχής εγγράφου αποδείξεως (Ολ.ΑΠ 11/1982).
Και έχει μεν την υποχρέωση, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις και εκείνες του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία και αξιολόγηση εκάστου αποδεικτικού μέσου, αρκεί να καθίσταται βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι προς σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νομίμως προσεκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι.
Πάντως, η γενική αναφορά της λήψεως υπόψη όλων των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν με επίκληση, δεν αποκλείει την ίδρυση του λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 11γ του ΚΠολΔ για κάποιο αποδεικτικό μέσο που έχει ουσιώδη σημασία για την έκβαση της δίκης, όταν από το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ουσιώδη έγγραφα που οι αναιρεσείοντες νομίμως προσεκόμισαν και επικαλέσθηκαν με τις προτάσεις των στο Εφετείο μέχρι του πέρατος της συζητήσεως, μετά την οποία εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση, η λήψη των οποίων θα επηρέαζε το διατακτικό της αποφάσεως υπέρ των απόψεών των, -ως προς τα ουσιώδη νομικά ζητήματα της υπάρξεως νομής επί του επιδίκου από την δικαιοπάροχο των Κ.
Τ., των ενστάσεων της εικοσαετούς παραγραφής και της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος- και ειδικότερα τις υπ' αριθμ. .../ 15.2.2005 και .../15.2.2005 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Β. Α. και Ι. Λ., αντιστοίχως, ενώπιον της συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Σταματινής Φράγκου, καθώς και φωτογραφίες που απεικονίζουν την επί του επιδίκου οικοπέδου υφισταμένη οικία, αποδείξεις πληρωμών, τιμολόγια αγοράς διαφόρων ειδών υγιεινής, την από 12/10/2004 έκθεση του πολιτικού μηχανικού Δ.
Ξ. κ.λ.π.. Όπως, όμως, προκύπτει από την στην προσβαλλομένη απόφαση ενυπάρχουσα διαβεβαίωση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα νομίμως μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους προσκομισθέντα έγγραφα, γενομένης μάλιστα και ειδικής μνείας, ως ιδιαιτέρων αποδεικτικών μέσων, των ανωτέρω ενόρκων βεβαιώσεων, σε συνδυασμό προς το σύνολο των αιτιολογιών της, προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, ότι το Εφετείο προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, συνεξετίμησε και το σύνολο των εγγράφων, όπως αναφέρονται στο αναιρετήριο.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
III. Επειδή, από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, συνάγεται ότι ο δι αυτής προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνον όταν το δικαστήριο κατά προφανή παρανόηση, ήτοι μη ορθή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 432 επ. Κ.Πολ.Δ., εγγράφου, εδέχθη ως μνημονευόμενα σ αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία, όμως, είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο αυτό, ακολούθως δε, στηριζόμενο αποκλειστικώς στο εν λόγω έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον ως άνω αναιρετικό λόγο. Ο λόγος όμως αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται οσάκις το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αλλ' αναγιγνώσκοντας το περιεχόμενο του εγγράφου όπως αυτό πράγματι έχει, άγεται εξ' αυτού, συνεκτιμώντας και το περιεχόμενο των λοιπών αποδεικτικών μέσων, σε κρίση διαφορετική από εκείνη, την οποία εκλαμβάνει ως ορθή ο προβάλλων ότι εχώρησε παραμόρφωση του εγγράφου. Τούτο δε διότι η τοιαύτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, εξαχθείσα από το αληθές περιεχόμενο του εγγράφου, είναι, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος, προβάλλεται η αιτίαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος και ειδικότερα καταφάσκοντας ότι νομέας του επιδίκου από του έτους 1946 μέχρι το έτος 1997 ήταν συνεχώς ο άμεσος δικαιοπάροχος των εναγομένων Θ. Π. και απορρίπτοντας την ένσταση της εικοσαετούς παραγραφής του επιδίκου δικαιώματος και την ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεώς του, και με το να δεχθεί ότι η σύνδεση του ηλεκτρικού ρεύματος με την ΔΕΗ που έγινε από τον Β. Τ., παππού εκ πατρός των εναγομένων, με βάση την από 28/7/1969 σύμβαση προσχωρήσεως, και το υπ' αριθμ. 35124/26.7.1969 γραμμάτιο εισπράξεως της ΔΕΗ, δεν αφορούσαν το επίδικο, αλλά διαφορετικό ακίνητο, κείμενο στην ίδια περιοχή, παρεβίασε την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, παραμορφώνοντας το περιεχόμενο τους. Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείου, χωρίς να υποπέσει σε διαγνωστικό σφάλμα, και μη στηριζόμενο αποκλειστικώς στα έγγραφα αυτά ή κυρίως σε αυτά , συνεκτιμώντας τα ως δικαστικά τεκμήρια με τις λοιπές αποδείξεις (μάρτυρες, έγγραφα), κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι εναγόμενοι θεωρούν ως ορθό. Επομένως, ο περί του αντιθέτου τρίτος, κατά το δεύτερο μέρος, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
IV. Επειδή, από την διάταξη του άρθρου 559 αρ.10 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 17 παρ. 2 του Ν. 2915/2001, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση, ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με τη αγωγή, ανταγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί καμία απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος, λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο οδηγήθηκε στο προαναφερόμενο αποδεικτικό πόρισμα, χωρίς απόδειξη. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, μνημονεύονται σ' αυτή όλα τα αποδεικτικά μέσα (μαρτυρικές καταθέσεις, έγγραφα), από τα οποία σχημάτισε την ανωτέρω δικανική του πεποίθηση. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια με το να δεχθεί "πράγματα" ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ο ανωτέρω από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22.2.2011 αίτηση των Χ. Τ. και Β. συζ. Α. Μ. για αναίρεση της 243/2010 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Σεπτεμβρίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ