Legislator Case Law & Legislation
58/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on worker's injury, citing lack of reasoning and inadmissible arguments.

Case Number 58/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding a construction site injury. The court found the lower court lacked sufficient reasoning for rejecting the claim of the victim's contributory negligence and deemed the appellant's arguments regarding the autopsy report and job duties inadmissible as mere supplementary arguments rather than distinct legal facts. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 34(2) and 60(3) of Law 1846/1951; Article 16(1) and (3) of Law 551/1914; Article 559(20) and (8) of the Code of Civil Procedure: An employer is exempt from compensation liability for work-related accidents covered by social insurance unless fault is proven, but this does not bar claims for moral damages; arguments regarding the assessment of liability or damages are not 'facts' under Article 559(8) and are inadmissible if the lower court considered them.

Keywords

AI generated
workplace accident liability contributory negligence moral damages claim inadmissible appeal grounds social insurance exemption

Cited Legislation

AI generated
Articles 34(2) and 60(3) of Law 1846/1951
Article 16(1) and (3) of Law 551/1914
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 58 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Εργατικό ατύχημα κατά τη διάρκεια οικοδομικών εργασιών. Οριοθέτηση της

υποχρέωσης για λήψη μέτρων ασφαλείας από τον εργολάβο ολόκληρου του έργου, από τον κύριο του έργου και από εργολάβο ή υπεργολάβο μέρους αυτού. Αναιρεί για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη της ενστάσεως συνυπαιτιότητας του παθόντος και για μη λήψη υπ' όψη ενόρκων βεβαιώσεων.

Αριθμός 58/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 8η Νοεβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Λ. Π. του Μ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικολάου Μαυρομμάτη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΣΩΛΗΝΟΥΡΓΙΑ Λ. Τ. ΠΡΟΦΙΛ ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στα ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Σούφη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-7-2005 (ημερομηνία καταθέσεως) αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκαν η 768/2007 μη οριστική και η 976/2008 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5721/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-10-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης ανέγνωσε την από 26-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις διατάξεις των άρθρων 34 παρ.2 και 60 παρ.3 του α. ν. 1846/1951 "περί κοινωνικών ασφαλίσεων", σε συνδυασμό με αυτές του άρθρου 16 παρ.1 και 3 του ν. 551/1914, όπως κωδικοποιήθηκε με το β. δ. της 24-7/25-8-1920, συνάγεται ότι σε περίπτωση ατυχήματος που έγινε έπειτα από βίαιο συμβάν κατά την παροχή εξαρτημένης εργασίας ή εξ αφορμής αυτής, ο εργοδότης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση για αποζημίωση του παθόντος εργαζομένου, εάν αυτός υπάγεται στην ασφάλιση του ΙΚΑ.

Η απαλλαγή αυτή, όμως, δεν καταλαμβάνει την αξίωση προς επιδίκαση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του παθόντος, εφ' όσον το ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα του εργοδότη ή των υπ' αυτού προστηθέντων στην υπηρεσία, στο πλαίσιο της οποίας επισυνέβη το ατύχημα, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις του αστικού κώδικα (ΟλΑΠ 1117/1986, ΑΠ 52/2010).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 914, 922 και 932 ΑΚ, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν, με την έννοια οποιασδήποτε αμέλειας αυτών και όχι μόνο της ειδικής αμέλειας του άρθρου 16 παρ.1 του ν. 551/1915, περί την τήρηση των όρων ασφαλείας.

Όταν στη γένεση ή στην επέλευση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του παθόντος κατά το εργατικό ατύχημα, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί να μην επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση ή να μειώσει το ποσό αυτής (άλλως, εάν πρόκειται για αποζημίωση, οπότε η έννοια της συνυπαιτιότητας του παθόντος και η έκταση των συνεπειών αυτής ρυθμίζονται διαφορετικά από το άρθρο 16 του ν. 551/1914, βλ.

ΑΠ 1687/2000). Για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, ήτοι του "ευλόγου" του ποσού αυτής, το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπ' όψη, εκτός από τις λοιπές προσδιοριστικές περιστάσεις, όπως οι συνθήκες του ατυχήματος, η έκταση των συνεπειών αυτού, η οικονομική κατάσταση των μερών κλπ, και το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος, το οποίο συνεκτιμάται με τα ως άνω στοιχεία εξ αρχής.

Για να υπάρχει πταίσμα του υπαιτίου ή συντρέχον πταίσμα του παθόντος, πρέπει η συμπεριφορά ενός εκάστου να έχει συντελέσει στην επέλευση του ατυχήματος, ήτοι να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στην υπαίτια συμπεριφορά και στην πρόκληση ή την έκταση της ζημίας. Τέτοια αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, η συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη των εν λόγω προσώπων ήταν ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο άλλως δεν θα επερχόταν.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη ή μη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, που ανάγεται στην ορθή ή μη υπαγωγή των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Και κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση, πράγμα που συμβαίνει όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.

Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 παρ.1) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα: Ότι ο ενάγων στην ένδικη, από 21-7-2005 αγωγή (ήδη αναιρεσείων) συνδεόταν με την εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη), με την από 24-5-1993 σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και απασχολείτο στο εργοστάσιο κατασκευής σωλήνων, που αυτή διατηρούσε στα ..., αρχικά ως χειριστής ανέμης και κατόπιν ως βοηθός χειριστή ραουλομηχανής.

Ότι ο ενάγων, την 29-7-2004, ενώ εργαζόταν σε μια τέτοια μηχανή που παρήγε ανοξείδωτο (γαλβανιζέ) κοιλοδοκό, διαπίστωσε ότι υπήρχε ανάγκη καθαρισμού της μεταλλικής στεφάνης της μηχανής (τσέρκι), που έπρεπε να γίνει με ειδικό διαλυτικό υγρό. Ότι ο ενάγων διέκοψε τη λειτουργία της μηχανής και ζήτησε από συνάδελφό του, που εργαζόταν ως χειριστής πακεταδόρος (το δεύτερο εναγόμενο, ως προς τον οποίο έχει απορριφθεί η αγωγή και κατά του οποίου δεν στρέφεται η αίτηση αναιρέσεως), να αναζητήσει στην αποθήκη του εργοστασίου και να του φέρει το κατάλληλο διαλυτικό.

Ότι στην αποθήκη δεν υπήρχε το κατάλληλο διαλυτικό, αλλά άλλο, το οποίο ήταν εύφλεκτο και το οποίο ο εν λόγω συνάδελφος έλαβε και παρέδωσε στον ενάγοντα, προς τον οποίο επισήμανε το περιστατικό αυτό. Ότι ο ενάγων τοποθέτησε το εύφλεκτο διαλυτικό στο ειδικό δοχείο της μηχανής και την έθεσε αμέσως σε λειτουργία.

Ότι μετά από λίγο, λόγω της συσσωρευμένης θερμότητας από την κίνηση των εξαρτημάτων της μηχανής και της έκχυσης του εύφλεκτου διαλυτικού, προκλήθηκε ανάφλεξη, από την οποία ο ενάγων υπέστη σοβαρά, θερμικά εγκαύματα. Ότι για το ατύχημα αυτό έχει υπαιτιότητα πρωτίστως η εναγομένη, η οποία δεν διέθετε στην αποθήκη της το κατάλληλο διαλυτικό και δεν είχε εφοδιάσει τον ενάγοντα με προστατευτικά ενδύματα.

Ότι, παραλλήλως, στην επέλευση του ατυχήματος συνέβαλε και η αμελής συμπεριφορά του ενάγοντος, ως παθόντος, ο οποίος, ενόψει και της από 10ετίας εμπειρίας του στη συγκεκριμένη εργασία, δεν περίμενε να κάνει πρώτα τον καθαρισμό της μηχανής και μετά να τη θέσει σε λειτουργία, αλλά βιάστηκε, με συνέπεια να προκαλέσει την ανάφλεξη.

Ότι οι συνθήκες, υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, προέκυπταν αφ' ενός από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, τα οποία είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει οι διάδικοι και τα οποία γενικώς μνημονεύονται κατ' είδος και αφ' ετέρου από την ένορκη κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα Ν. Σ., που εργαζόταν ως μηχανολόγος στο εργοστάσιο της εναγομένης, σε συνδυασμό με την από 19-5-2005 έκθεση αυτοψίας του τεχνικού επιθεωρητή εργασίας Γ.

Σ., που ειδικώς αναφέρονται. Κατόπιν αυτών, το Εφετείο, εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη, πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση ύψους 100.000 ευρώ και, ακολούθως, δέχθηκε την αγωγή σε μικρότερη έκταση και επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο για την αιτία αυτή το ποσό των 45.000 ευρώ. Με την κρίση αυτή το Εφετείο εφάρμοσε ορθά τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δεν τις παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, διότι, με βάση τις παραδοχές του, ο αναιρεσείων υπέστη εγκαύματα όχι μόνο επειδή η εναγομένη δεν ήταν σε θέση να του χορηγήσει το κατάλληλο διαλυτικό για να συνεχίσει την εργασία του και γιατί είχε παραλείψει να τον εφοδιάσει με προστατευτικά ενδύματα, αλλά και επειδή αυτός ο ίδιος, αν και είχε ενημερωθεί από το συνάδελφό του για το ότι το διαλυτικό ήταν εύφλεκτο, βιάστηκε να θέσει σε λειτουργία τη μηχανή και, κατά συνέπεια, να ανεβάσει τη θερμοκρασία της, πριν πραγματοποιήσει τον καθαρισμό της.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με το πρώτο μέρος του οποίου διατυπώνεται το παράπονο ότι εσφαλμένα το δικαστήριο της ουσίας απέδωσε συνυπαιτιότητα στον αναιρεσείοντα, τη στιγμή που αυτός ούτε είχε ενημερωθεί για το ότι το προσκομισθέν διαλυτικό ήταν εύφλεκτο ούτε το είχε θέσει ο ίδιος στο ειδικό δοχείο της μηχανής (ισχυρίζεται ότι το είχε τοποθετήσει ο συνάδελφος που το έφερε, χωρίς να τον ενημερώσει και χωρίς να λάβει εντολή από τον ίδιο) και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος, με το δεύτερο μέρος του οποίου διατυπώνεται το παράπονο ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψη την από 19-5-2005 έκθεση αυτοψίας και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, είναι, επίσης, αβάσιμος, αφού το εν λόγω έγγραφο αναφέρεται ειδικά στην αιτιολογία της.

Κατά τα λοιπά, προβάλλοντας την προσωπική του εκδοχή ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος, ο αναιρεσείων πλήττει απαραδέκτως τις ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου (ΚΠολΔ 561 παρ.1).

2. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, η παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου, στο οποίο στήριξε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο την κρίση του, απέδωσε σε αυτό περιεχόμενο καταδήλως διάφορο του αληθινού, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Αντιθέτως, δεν υπάρχει παραμόρφωση όταν το δικαστήριο αξιολογώντας το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου οδηγήθηκε σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, αφού η κρίση αυτή δεν υπόκειται, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 272/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως ήδη αναφέρθηκε, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση ότι ο συνάδελφος του ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος), ο οποίος κατ' εντολή του αναζήτησε στην αποθήκη του εργοστασίου το κατάλληλο διαλυτικό και αντ' αυτού, το οποίο δεν βρήκε, έφερε εύφλεκτο διαλυτικό, όταν παρέδωσε το εύφλεκτο διαλυτικό στον ενάγοντα, τον ενημέρωσε για την εν λόγω ιδιότητα του διαλυτικού και ότι ο ενάγων έθεσε ο ίδιος το διαλυτικό στο ειδικό δοχείο της μηχανής.

Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως, ο αναιρεσείων εκθέτει ότι στην από 19-5-2005 έκθεση αυτοψίας, την οποία το Εφετείο μνημονεύει ως αποδεικτικό στοιχείο που αξιολογήθηκε, ο συντάκτης αυτής αναφέρει τα εξής: "Συγκεκριμένα, όπως μας δήλωσε ο αυτόπτης μάρτυρας Π. Π. - Λ. (...) εργαζόμενος στην ίδια επιχείρηση (πρόκειται για το συνάδελφο, από τον οποίο ο αναιρεσείων ζήτησε να του φέρει διαλυτικό), έριξε ο ίδιος ο μάρτυρας εκ λάθους υγρό διαλύτη στη μικρή λεκάνη - δοχείο (...).

Όπως μας δήλωσε ο μάρτυς, η μηχανή είχε σταματήσει, ενώ ταυτόχρονα έσταζε διαλύτης πάνω στο τσέρκι, ο οποίος κυλούσε και συσσωρευόταν σε σημείο όπου το τσέρκι λάμβανε μορφή σωλήνος, αφού γινόταν συρραφή - κόλληση με πλάσμα. (...) Στο σημείο συγκόλλησης (...) αναπτύσσονταν υψηλές θερμοκρασίες. Αφού είχε συσσωρευτεί διαλύτης (...) σε κάποια στιγμή προκλήθηκε ανάφλεξη, η οποία ακολούθησε την πορεία έκχυσης του διαλύτη (...).

Τότε ο παθών κινήθηκε προς το δοχείο, (...) και αφαιρώντας το έπεσε διαλύτης επάνω στο παντελόνι του". Και στη συνέχεια ο αναιρεσείων προβάλλει το παράπονο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της έκθεσης αυτής, διότι ενώ στο έγγραφο αναφέρεται ότι ο συνάδελφός του ήταν το πρόσωπο που έριξε κατά λάθος το εύφλεκτο διαλυτικό στο δοχείο της μηχανής, το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι ο ίδιος ο αναιρεσείων το είχε ρίξει, εν γνώσει της ιδιότητάς του.

Όπως προκύπτει, όμως, από την προσβαλλομένη απόφαση, η ως άνω ουσιαστική παραδοχή του Εφετείου δεν προήλθε ως περιεχόμενο του συγκεκριμένου εγγράφου, αλλά ως συμπέρασμα περί των συνθηκών του ατυχήματος, συναχθέν τόσο από το περιεχόμενο της από 19-5-2005 εκθέσεως αυτοψίας όσο και από το σύνολο των λοιπών αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων εξαίρεται η ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Ν.

Σ.. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο, υπό την εκδοχή ότι παραμορφώθηκε το περιεχόμενο της από 19-5-2005 εκθέσεως αυτοψίας, προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος.

3. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της διάταξης αυτής, συνιστούν οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997). Αντιθέτως, δεν συνιστούν πράγματα οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ως και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια, αλλά αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 469/1984).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως ο αναιρεσείων προβάλλει το παράπονο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη τους ισχυρισμούς του περί του ότι α) η αναιρεσίβλητη, ενώ επίσημα τον απασχολούσε ως βοηθό του χειριστή της ραουλομηχανής, στην πραγματικότητα τον ανάγκαζε να εκτελεί και τα καθήκοντα του χειριστή αυτής, χωρίς άλλο βοηθό, γεγονός που εντατικοποιούσε την εργασία του με επαύξηση του κινδύνου ατυχήματος και β) ο τραυματισμός του είχε ως συνέπεια την ισόβια αναπηρία του. Με το περιεχόμενο αυτό, ο εξεταζόμενος τρίτος λόγος της αιτήσεως είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι οι ισχυρισμοί αυτοί, των οποίων η μη λήψη υπ' όψη από το Εφετείο προβάλλεται ως αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, δεν αποτελούν πράγματα, αλλά πρόσθετα επιχειρήματα, τα οποία είχαν προβληθεί (και όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης είχαν ληφθεί υπ' όψη) για την αξιολόγηση αφ' ενός του μεγέθους της ευθύνης της αναιρεσίβλητης και αφ' ετέρου της εκτάσεως των συνεπειών του ατυχήματος για τον αναιρεσείοντα, ως στοιχείων καθοριστικών του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης που έπρεπε να επιδικασθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 25-10-2010 αίτηση περί αναιρέσεως της 5721/ 2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.- Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 23η Νοεμβρίου 2011. - Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 17η Ιανουαρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ