Legislator Case Law & Legislation
58/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to failure to specify content of the appealed request in the appeal document.

Case Number 58/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the Court of Appeal's decision regarding an independent sales agent contract. The appellant argued the lower court improperly dismissed a claim for monetary compensation, but failed to include the specific content of that claim and the appellate reasoning in the annulment petition. The court ruled that without these details, the petition could not verify if the dismissed request was legally valid or if the appellate reasoning was admissible, rendering the appeal inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 118(4) and 566(1) of the Code of Civil Procedure; Article 559(9)(c) of the Code of Civil Procedure: The appeal document must clearly state the content of the request that was dismissed to allow verification of its legal validity and the admissibility of the appellate reasoning.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal Code of Civil Procedure annulment petition dismissed request appellate reasoning legal validity procedural completeness

Cited Legislation

AI generated
Article 118(4) of the Code of Civil Procedure
Article 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(9)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 58 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών είναι και του εμπορικού αντιπροσώπου ή παραγωγού πωλήσεων (πλασιέ) που παρέχει τις υπηρεσίες του με αμοιβή, η οποία συνίσταται είτε σε πάγιο κατά μήνα ποσό, είτε σε ορισμένο ποσοστό επί των πραγματοποιουμένων πωλήσεων, είτε σε συνδυασμό και των δύο αυτών τρόπων αμοιβής, όταν κατά τους όρους της σύμβασης ο εμπορικός αντιπρόσωπος (πλασιέ) δεν υπόκειται κατά τρόπο δεσμευτικό στην προαναφερόμενη νομική εξάρτηση του εργοδότη. Το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 652 Α.Κ. και 6 του ν. 765/43, ευθέως ή εκ πλαγίου, διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες. Όταν πλήττεται η απόφαση με την αιτίαση της αφέσεως αιτήσεως αδίκαστης (άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ΄ ΚΠολΔ), πρέπει, για την πληρότητα του δικογράφου της αναιρέσεως, να αναφέρεται αφενός ότι τόσο στο αιτιολογικό όσο και στο διατακτικό της αποφάσεως δεν γίνεται οποιαδήποτε μνεία και αφετέρου το περιεχόμενο της αιτήσεως (κεφαλαίου) που υποβλήθηκε στο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν η αίτηση αυτή ήταν, ως ορισμένη και νόμιμη, ουσιώδης. Δεν παρατίθεται στην αίτηση το περιεχόμενο της αγωγής, κατά το μέρος αυτό και του λόγου εφέσεως, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν η μεν αγωγή, κατά το αντίστοιχο αίτημά της, ήταν ορισμένη και νόμιμη, ο δε λόγος εφέσεως προβλήθηκε παραδεκτά και ήταν νόμιμος.

Αριθμός 58/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αναγνωστόπουλο. Δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΠΥΡΟΤΕΚ ΕΠΕ", που εδρεύει στην Δραπετσώνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στάθη Αγοργιανίτη για τον εαυτό του προσωπικά και ως νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της 1ης των αναιρεσιβλήτων εταιρείας διόρισε πληρεξούσιο αυτής τον ίδιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-7-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1392/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 560/2008 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-1-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 16-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. του Α.Κ. και του νόμου 765/1943, που κυρώθηκε με την 324/30-5-1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του Εισ. Ν. Α.Κ., προκύπτει ότι σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει την εργασία του με μισθό και υποβάλλεται στη νομική εξάρτηση του εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί εποπτεία και να ελέγχει την εργασία που παρέχει ο εργαζόμενος, δίδοντας οδηγίες ως προς το χρόνο, τόπο και τρόπο της παρεχόμενης υπηρεσίας, άσχετα με το αν ο εργοδότης ασκεί εμπράκτως το δικαίωμα αυτό ή αφήνει περιθώρια πρωτοβουλιών στον εργαζόμενο, εφόσον η ευχέρεια αυτή δεν εξικνείται μέχρι καταλύσεως της υποχρεώσεως υπακοής στον εργοδότη και δημιουργίας αντιστοίχως δικαιώματος ελεύθερης από τον έλεγχο του τελευταίου υπηρεσιακής δράσεως.

Η παροχή όμως των υπηρεσιών σε καθορισμένο τόπο και χρόνο, καθώς και η συμμόρφωση προς από κοινού συμφωνούμενους όρους, δεν αποτελούν χωρίς άλλο κριτήρια παροχής εξαρτημένης εργασίας, αν δικαιολογούνται από τη φύση και τις συνθήκες παροχής της. Ο χαρακτηρισμός της σχέσεως γίνεται μετά από εκτίμηση όλων των περιστάσεων για να κριθεί σε ποια σχέση βρίσκεται ο μισθωτός έναντι του εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συμβατική τους σχέση.

Εξάλλου σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού την εργασία του χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη με την ως άνω έννοια, επί δε της συμβάσεως αυτής, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. Τέτοια σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών είναι και του εμπορικού αντιπροσώπου ή παραγωγού πωλήσεων (πλασιέ) που παρέχει τις υπηρεσίες του με αμοιβή, η οποία συνίσταται είτε σε πάγιο κατά μήνα ποσό, είτε σε ορισμένο ποσοστό επί των πραγματοποιούμενων πωλήσεων, είτε σε συνδυασμό και των δύο αυτών τρόπων αμοιβής, όταν κατά τους όρους της σύμβασης ο εμπορικός αντιπρόσωπος (πλασιέ) δεν υπόκειται κατά τρόπο δεσμευτικό στην προαναφερόμενη νομική εξάρτηση του εργοδότη.

Περαιτέρω, κανόνας δικαίου παραβιάζεται, κατ1 άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή. Με τον αναιρετικό δε λόγο του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της αποφάσεως πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που το δικαστήριο εφάρμοσε.

Η κατά την έννοια του αριθμού αυτού (19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση της απόφασης για έλλειψη νόμιμης βάσεως, υπάρχει και όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία στηρίζουν την διάπλαση ή διάγνωση που έλαβε χώρα.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η πρώτη εναγομένη εταιρεία διατηρεί επιχείρηση με αντικείμενο την εμπορία κυρίως πυρίμαχων και μονωτικών υλικών. Για την προώθηση των πωλουμένων προϊόντων της συνήψε με τον ενάγοντα την 1-12-2003 έγγραφη σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών αορίστου χρόνου, βάσει της οποίας ο τελευταίος, ως ελεύθερος συνεργάτης της εναγομένης, ανέλαβε, ως πωλητής, την έρευνα αγοράς για ανεύρεση νέων πελατών και την προώθηση και πώληση υλικών βιομηχανικών μονώσεων και πυρίμαχων προϊόντων στην εγχώρια αγορά, καθώς και την παρακολούθηση των ήδη υπαρχόντων πελατών και την υποχρέωση να επισκέπτεται τους πελάτες σε τακτά χρονικά διαστήματα για τη λήψη νέων παραγγελιών πώλησης και εκτέλεσης αυτών.

Στα πλαίσια της ως άνω σύμβασης και συνεργασίας των διαδίκων, ο ενάγων εργαζόταν χωρίς καμία δέσμευση ωραρίου, επέλεγε δε κατ' απόλυτη κρίση του τόσο τον τρόπο όσο και τον τόπο παροχής αυτής. Μόνη υποχρέωση αυτού ήταν να παραδίδει στην πρώτη εναγομένη το πρόγραμμα των επισκέψεων του, όπως αυτό καθοριζόταν από το περιεχόμενο της ως άνω σύμβασης, που οι διάδικοι είχαν υπογράψει, ενώ κατά τα λοιπά κανείς δεν επενέβαινε στην εργασία του.

Ειδικότερα, στην προαναφερόμενη σύμβαση ρητώς ορίστηκε ότι: Ο εργολάβος (ενάγων) υποχρεούται να δίδει εγγράφως το πρόγραμμα επισκέψεων. Το πρόγραμμα καθορίζεται με συνεργασία του "εργοδότη", με ελάχιστο αριθμό επαφών με πελάτες δώδεκα εβδομαδιαίως. Στις πέντε του επόμενου μήνα θα δίνεται δελτίο επαφών, που θα αναφέρει τους στόχους και τα αποτελέσματα.

Καμιά παρέκκλιση στον όρο αυτό, καθώς και ότι...και απαγορεύεται καθ' όλη τη διάρκεια της παρούσης σύμβασης η συνεργασία του (ενάγοντος) με πρόσωπα του ίδιου αντικειμένου εμπορίας. Περαιτέρω, δέχθηκε ότι η πρώτη εναγομένη εταιρία, μετά από συμφωνία με τον ενάγοντα, του κάλυπτε τις δαπάνες μετακίνησης του και συγκεκριμένα του είχε διαθέσει δικό της αυτοκίνητο και του είχε παραχωρήσει κινητό τηλέφωνο, η δε αμοιβή του ορίστηκε σε ετήσια αποζημίωση-προμήθεία επί των εισπράξεων των πωλήσεων, που αυτός θα πραγματοποιούσε ετησίως, ύψους 15.000 ευρώ, καθώς επίσης και σε προμήθεια για τυχόν επιπλέον πωλήσεις, πλέον δε τούτου ο ενάγων για την είσπραξη της αμοιβής του εξέδιδε αποδείξεις παροχής υπηρεσιών.

Όπως δε προκύπτει από τις ως άνω προσκομιζόμενες αποδείξεις παροχής υπηρεσιών του ενάγοντος, που αναφέρονται σε όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, ήτοι από την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης μέχρι τη λύση αυτής, σε αυτές για την περίοδο από Δεκέμβριο του έτους 2003 έως και Νοέμβριο του έτους 2004 αναγράφεται το ποσό των 1250 ευρώ, ενώ για την περίοδο από Ιανουάριο έως και Νοέμβριο του έτους 2005 αναγράφεται το ποσό των 2.020,83 ευρώ (για το μήνα Νοέμβριο του 2005 το ποσό είναι μεγαλύτερο, επειδή ο ενάγων πληρώθηκε για την πρόσθετη εργασία της επίβλεψης έργου), ενώ μόνον οι αποδείξεις των μηνών Δεκεμβρίου του έτους 2004 και Δεκεμβρίου του έτους 2005 αναγράφουν τα αυξημένα ποσά των 4.602 ευρώ και 13.147,55 ευρώ, αντίστοιχα.

Επιπλέον, όπως είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων, κατά την κατάρτιση της εν λόγω σύμβασης, ο ενάγων είχε προβεί σε δήλωση έναρξης επιτηδεύματος στην αρμόδια ΔΟΥ, εφοδιάστηκε δε προς τούτο με διπλότυπες αποδείξεις παροχής υπηρεσιών και χορηγούσε στην πρώτη εναγομένη θεωρημένη απόδειξη παροχής υπηρεσιών, λαμβάνοντας την αντίστοιχη αμοιβή, επιβαρυνόμενος με την απόδοση του ΦΠΑ.

Τέλος, ότι μεταξύ των διαδίκων είχε συμφωνηθεί, δυνάμει της ως άνω σύμβασης, ότι η λύση αυτής γίνεται οποτεδήποτε αζημίως δια καταγγελίας οποιουδήποτε των μερών, εφόσον γίνει σε χρονικό διάστημα προειδοποίησης δύο μηνών. Με βάση τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο έκρινε, ότι η επίμαχη σύμβαση, που καταρτίσθηκε μεταξύ του ενάγοντος και της πρώτης εναγομένης, την 1-12-2003, ήταν σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και όχι σύμβαση εργασίας, διότι δέχθηκε ότι ο ενάγων, ο οποίος ήταν διπλωματούχος μηχανικός, εργαζόταν ως ελεύθερος επαγγελματίας εξωτερικός-ανεξάρτητος συνεργάτης της πρώτης εναγομένης, προωθούσε τα πυρίμαχα υλικά αυτής, χωρίς να βρίσκεται σε καθεστώς εξάρτησης ελέγχου και εποπτείας από αυτήν, αφού δεν ελάμβανε απ' αυτήν εντολές ή οδηγίες (πέραν των προαναφερθέντων βασικών οδηγιών) και του παρείχοντο μεγάλα περιθώρια πρωτοβουλίας και ελευθερίας στον καθορισμό του τρόπου και του χρόνου εργασίας του, προκειμένου αυτή να γίνεται περισσότερο αποδοτική.

Ειδικότερα, ότι αυτός προσδιόριζε κυριαρχικά ο ίδιος τον τρόπο και τον χρόνο της εργασίας του (με μόνη υποχρέωση του να επισκέπτεται τουλάχιστον δώδεκα πελάτες την εβδομάδα και να παραδίδει δελτίο των επισκέψεων του στην πρώτη εναγομένη), αφού δεν προσερχόταν, καθημερινά στα γραφεία της πρώτης εναγομένης και δεν τηρούσε καθόλου το ωράριο των λοιπών υπαλλήλων της, αλλά αντίθετα δεν είχε συγκεκριμένο ωράριο, η σχέση του με την πρώτη εναγομένη ήταν ελαστική και είχε απόλυτη αυτονομία στις κινήσεις του, ώστε να ταξιδεύει και να μετακινείται για να επισκέπτεται ή να ανευρίσκει νέους πελάτες, χωρίς να υπόκειται στις εργοδοτικές εντολές της πρώτης εναγομένης, ενώ δεν του αποκλείσθηκε η δυνατότητα να συνεργάζεται και με άλλα πρόσωπα άλλου (διαφορετικού) αντικειμένου εμπορίας.

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, που στη συνέχεια απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος, στηριζόμενη στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, την οποία είχε δεχθεί το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις ή εκείνες των άρθρων 652 Α.Κ. και 6 του ν. 765/43, ευθέως ή εκ πλαγίου, διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.

Οι ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι Α) δεν αιτιολογείται επαρκώς η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης "χωρίς να βρίσκεται υπό καθεστώς εξάρτησης ελέγχου και εποπτείας, αφού δεν ελάμβανε απ' αυτήν εντολές ή οδηγίες(πέραν των προαναφερθέντων βασικών οδηγιών)" Β) Οι παραδοχές της απόφασης: 1) στην καταρτισθείσα σύμβαση ρητώς ορίστηκε ότι ήταν υποχρεωμένος να δίδει εγγράφως το πρόγραμμα επισκέψεων που καθορίζεται με τη συνεργασία του εργοδότη, με ελάχιστο αριθμό επαφών με πελάτες δώδεκα εβδομαδιαίως και ότι απαγορεύεται η συνεργασία του αναιρεσείοντος με πρόσωπα του ίδιου αντικειμένου εμπορίας και 2)καθόριζε τον τρόπο εκτελέσεως της εργασίας του και του παρείχοντο μεγάλα περιθώρια πρωτοβουλίας και ελευθερίας στον καθορισμό του τόπου και του χρόνου εργασίας του, προκειμένου αυτή να γίνεται περισσότερο αποδοτική, η σχέση του με την πρώτη εναγομένη ήταν ελαστική και είχε απόλυτη ελευθερία στις κινήσεις του, είναι αντιφατικές, επιπλέον δε, παραβιάστηκαν με αυτές οι παραπάνω διατάξεις και Γ)με την παραδοχή ότι η φύση της συμβάσεως ως ανεξαρτήτων υπηρεσιών αποδεικνύεται και από τις διπλότυπες αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, τις οποίες εξέδιδε ο ίδιος στην πρώτη αναιρεσίβλητη, παραβιάστηκαν οι παραπάνω διατάξεις είναι αβάσιμες, διότι η απόφαση και ως προς το αντίστοιχο μέρος της περιέχει επαρκείς αιτιολογίες και δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ των παραδοχών που αναφέρονται στις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος.

Επομένως οι περί του αντιθέτου, υπό στοιχ.1, 2 και 3, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ "ως πράγματα" των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεως τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή αντενστάσεως, ως και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης.

Δεν συνιστούν πράγματα η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή αντενστάσεως και τα συμπεράσματα ή επιχειρήματα από την εκτίμηση των αποδείξεων και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Επίσης, από την παραπάνω διάταξη λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.

Με τον τέταρτο, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για το ότι δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς που προέβαλε με ειδικό λόγο εφέσεως, κατά τους οποίους για το έτος 2006 συμφωνήθηκε το ύψος του βασικού του μισθού και του bonus να παραμείνουν σ' εκείνο του έτους 2005 και ότι το bonus ήταν πάγια και τακτικά καταβαλλόμενη πρόσθετη μισθολογική παροχή και αποτελούσε μέρος των τακτικών αποδοχών του.

Όπως προκύπτει από την απόφαση του, το Εφετείο έλαβε υπόψη τους παραπάνω ισχυρισμούς, τους οποίους απέρριψε κρίνοντας ότι ο ενάγων στην πραγματικότητα προσέφερε στην πρώτη εναγόμενη τις υπηρεσίες του με βάση τη σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και ότι τα παραπάνω ποσά καταβάλλονταν στον αναιρεσείοντα ως προμήθεια για την παροχή των υπηρεσιών του.

Επομένως ο ανωτέρω τέταρτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια αυτής της διάταξης, νοείται αφενός μεν κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ένδικου μέσου, της ανακοπής, της τριτανακοπής, αφετέρου δε κάθε μη αυτοτελής αίτηση των διαδίκων στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, εφόσον προκαλεί την ενέργεια του δικαστηρίου και έτσι συντελεί στην εξέλιξη της διαδικασίας για το σκοπό έκδοσης οριστικής απόφασης και εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο το λόγο αναιρέσεως, ώστε όχι μόνο να εξάγεται από αυτόν σε ποιον από τους περιοριστικά στο άρθρο 559 ίδιου Κώδικα αναφερόμενους αναιρετικούς λόγους υπάγεται, αλλά και να καθορίζονται σ αυτόν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν την πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με βάση, όπου χρειάζεται, τις παραδοχές της, οι οποίες πρέπει επίσης να καθορίζονται στο αναιρετήριο.

Ειδικότερα, όταν πλήττεται η απόφαση με την αιτίαση της αφέσεως αιτήσεως αδίκαστης (άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ), πρέπει, για την πληρότητα του δικογράφου της αναιρέσεως, να αναφέρεται αφενός ότι τόσο στο αιτιολογικό όσο και στο διατακτικό της αποφάσεως δεν γίνεται οποιαδήποτε μνεία, δηλαδή υπάρχει σιωπή του δικαστηρίου αναφορικά με την αίτηση που φέρεται ότι αφέθηκε αδίκαστη και αφετέρου το περιεχόμενο της αιτήσεως (κεφαλαίου) που υποβλήθηκε στο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν η αίτηση αυτή ήταν, ως ορισμένη και νόμιμη, ουσιώδης.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για το ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη την αγωγή του αναιρεσείοντος, κατά το αίτημα της χρηματικής ικανοποίησης, το οποίο είχε επαναφέρει με ειδικό λόγο εφέσεως. Όμως δεν παραθέτει στην αίτηση το περιεχόμενο της αγωγής, κατά το μέρος αυτό και του λόγου εφέσεως, που υποβλήθηκε στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν η μεν αγωγή, κατά το αντίστοιχο αίτημα της, ήταν ορισμένη και νόμιμη, ο δε λόγος εφέσεως προβλήθηκε παραδεκτά και ήταν νόμιμος.

Συνεπώς ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, στο σύνολο του, δηλαδή κατά το παραπάνω μέρος του, αλλά και κατ' εκείνο με το οποίο προβάλλεται η, από το άρθρο 559 αρ. 8 του ίδιου κώδικα, πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν με το σχετικό λόγο εφέσεως. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναίρεσε ίων, ως ηττώμενος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14 Ιανουαρίου 2009 αίτηση του ..., για αναίρεση της 560/2008 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια(1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιανουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ