Supreme Court dismisses appeal on tort damages, upholding lower court's liability finding and compensation calculation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's judgment regarding workplace injuries and family damages. The appellants argued the compensation amounts violated the principle of proportionality and failed to recognize moral damages for relatives, while the employer contended the lower court correctly applied fault-based reduction. The court ruled that the specific compensation figures constitute a non-appealable factual assessment and that the statutory reduction for the victim's contributory negligence was legally sound.
Legislator headnote
AI generatedArticles 297, 298, 300, 330, 914, 932 of the Civil Code; Articles 559(1), 561(1) of the Code of Civil Procedure: Determinations regarding the existence of fault and the specific quantum of compensation for moral and material damages are subject to appellate review only if they violate legal principles, but the precise calculation of the final sum is generally considered a non-appealable factual evaluation protected by the principle of proportionality.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 58 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 58/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1 και 2) Χ2, κατοίκων ......, ατομικώς και ως ασκούντων από κοινού τη γονική μέριμνα των δύο ανηλίκων τέκνων τους α) Χ-Α και β) Χ-Β. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου, ο οποίος δήλωσε με τις προτάσεις του ότι η κόρη των αναιρεσειόντων Χ-Α, της οποίας ασκούσαν τη γονική μέριμνα, ενηλικιώθηκε, συνεχίζει ατομικώς τη δίκη και εκπροσωπείται από αυτόν.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΖΑΧΑΡΗΣ Α.Ε. - ΕΒΖ", που εδρεύει στη ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κουδρόγλου. Δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-3-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 99/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 1711/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-10-2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος, διάβασε την από 25-9-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Από τον συνδυασμό των διατάξεων των αρ. 297, 298, 300, 330, 914 ΑΚ προκύπτει ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς την συνδρομή ή όχι συνυπαιτιότητας του ζημιωθέντος κατά την επέλευση ζημίας (η οποία-συνυπαιτιότητα- αποτελεί και ένα από τα κριτήρια καθορισμού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική βλάβη του παθόντος από αδικοπραξία κατ' αρ. 932 ΑΚ) υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατ' αρ. 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ..
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του (1711/2007), δέχθηκε σε σχέση με το ατύχημα που υπέστη ο 1ος ενάγων (και ήδη 1ος αναιρεσείων) κατά την διάρκεια της εργασίας του στο εργοστάσιο της εναγομένης (και τώρα αναιρεσίβλητος) εταιρείας και την υπαιτιότητα ως προς αυτό τα εξής:
Την 16-5-2005 ο 1ος ενάγων προσελήφθη από την εναγομένη ως εργάτης αυλής προκειμένου να εργασθεί στο εργοστάσιο παραγωγής σακχαροτεύτλων που διατηρεί η τελευταία στις ...... , οι διευθύνοντες όμως το εργοστάσιο της εργοδότριάς του ανέθεσαν σ' αυτόν καθήκοντα χειριστή μηχανήματος διαχωρισμού τεύτλων που ευρίσκεται στο σημείο κατάληξης της κινούμενης ταινίας μεταφοράς τεύτλων και αποτελείται από κινούμενα ράουλα (κυλίνδρους) με αντίστροφη κίνηση κάθε ένα απ' αυτά ανά δύο μέσα στα οποία πέφτουν τεύτλα μαζί με τις τυχόν ξένες προσμίξεις, όπως ξύλα, πέτρες, φύλλα, χόρτα κλπ.
Την 13-9-2005 καθώς ο 1ος ενάγων εργαζόταν επιβλέποντας τη ροή των τεύτλων παρουσιάσθηκεν εμπλοκή στο ως άνω μηχάνημα λόγω πρόσμιξης ξένων ουσιών. Τότε ο 1ος ενάγων προκειμένου να συνεχισθεί η διαδικασία διαλογής των τεύτλων χρησιμοποίησε το δεξιό χέρι του με αποτέλεσμα αυτό να εγκλωβισθεί στα ράουλα μεταξύ 5ου και 6ου άξονα και ο ενάγων να υποστεί ακρωτηριασμό του δεξιού χεριού κάτω από τον αγκώνα.
Το εργατικό αυτό ατύχημα, δέχεται περαιτέρω η προσβαλλομένη απόφαση, οφείλεται και σε αμέλεια της εναγομένης, η οποία όφειλε στην επιχείρησή της που γινόταν χρήση μηχανήματος να λάβει όλα τα πρόσφορα και ασφαλή μέτρα για να μην διατρέχει κίνδυνο ο εργαζόμενος από ην εργασία του, ειδικότερα δε (α) δεν φρόντισε να υπάρχει προστατευτικό κάλυμμα στο μηχάνημα, ώστε να αποκλείεται η πρόσβαση σε σημείο επικίνδυνο για την πρόκληση ατυχήματος, το οποίο (κάλυμμα) τοποθέτησε αμέσως μετά το ατύχημα (β) αν και η εναγομένη είχε υποχρέωση να δώσει προηγουμένως τις απαραίτητες οδηγίες στον εργαζόμενο για να είναι προσεκτικός στους κινδύνους που αντιμετώπιζε στην εργασία του, λαμβάνοντας υπόψη ότι είχε γνώσεις δημοτικού, δεν αποδείχθηκε ότι δόθηκε στον ενάγοντα κάποια ιδιαίτερη οδηγία και έγινε κάποια ιδιαίτερη εκπαίδευση για την χρήση του ως άνω μηχανήματος, αλλ' αντίθετα αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είχε εντολή να χρησιμοποιεί τα χέρια του για την απομάκρυνση των ξένων υλών, για τον σκοπό δε αυτόν προφανώς τον είχε προμηθεύσει με γάντια (γ) δεν του είχε δώσει και κάποιο αντικείμενο (π.χ.
ξύλο) για την απομάκρυνση των ξένων υλών (δ) η αμέλεια της εναγομένης επιτείνεται και από το γεγονός ότι αυτή ζητούσε από τους εργαζομένους μεγαλύτερη παραγωγικότητα απ' ότι πράγματι μπορούσαν, αφού ήταν περίοδος καμπάνιας και το εργοστάσιο δούλευε όλο το εικοσιτετράωρο, και από τα διδάγματα της κοινής πείρας είναι φανερό ότι η διακοπή του μηχανήματος για 5'-15'κάθε φορά για την απομάκρυνση ξένου αντικειμένου θα προκαλούσε σημαντική καθυστέρηση στην παραγωγή της, με αποτέλεσμα και εξαιτίας της έντασης της εργασίας, "τον υπερβάλλοντα ζήλο", να μην αποφευχθεί το ατύχημα.
Στην επέλευση, όμως του ατυχήματος και στην έκταση των συνεπειών του, δέχεται στην συνέχεια η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, συνετέλεσε και η αμέλεια του ίδιου του 1ου ενάγοντος και δη κατά ποσοστό 30%, αφού αυτός κατά τον χειρισμό του μηχανήματος από έλλειψη της προσοχής που θα επεδείκνυε κάθε μέσος και συνετός εργαζόμενος, όταν παρουσιάσθηκε σ' αυτό εμπλοκή λόγω ύπαρξης ξένων σωμάτων, δεν φρόντισε να σταματήσει τη λειτουργία του και στην συνέχεια ν' απομακρυνθούν οι ξένες ύλες που προκάλεσαν την εμπλοκή, αλ' απερίσκεπτα και χωρίς προηγουμένως να φροντίσει για την παύση της λειτουργίας του μηχανήματος έθεσε το δεξιό χέρι του στα "ράουλα" και δη μεταξύ 5ου και 6ου άξονα προκειμένου ν' απομακρύνει τις ξένες ύλες με αποτέλεσμα να συμβεί και από δική του συντρέχουσα αμέλεια το ατύχημα αυτό.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ως προς το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας της αναιρεσίβλητης και του πρώτου αναιρεσείοντος και δη την ύπαρξη συντρέχοντος πταίσματος αυτού επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των αρ. 300 και 914 Α.Κ που εφαρμόσθηκαν και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση ούτε παραβίασε τις ως άνω διατάξεις που σωστά εφάρμοσε, αφού η αποδιδομένη στον α' αναιρεσείοντα αμελής συμπεριφορά, δηλ.
η προσπάθεια απομάκρυνσης των ξένων σωμάτων από το μηχάνημα με τα χέρια του και κατά την διάρκεια της λειτουργίας αυτού, δεν αντιφάσκει προς τις παραδοχές ειδικότερα της απόφασης ότι (α) η ανατεθείσα στον α' αναιρεσείοντα εργασία ήταν ακριβώς ο καθορισμός του μηχανήματος από τις ξένες προσμίξεις με τα χέρια του (β) η αναιρεσίβλητη ζητούσεν από τους εργαζομένους μεγαλύτερη παραγωγικότητα απ' ό,τι πράγματι μπορούσαν, καθόσον ήταν περίοδος καμπάνιας και το εργοστάσιο δούλευε όλο το εικοσιτετράωρο και από τα διδάγματα της κοινής πείρας είναι φανερό ότι η διακοπή του ως άνω μηχανήματος για 5'-15' κάθε φορά για την απομάκρυνση ξένου αντικειμένου θα προκαλούσε σημαντικά καθυστέρηση στην παραγωγή, και τούτο διότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν περιέχει συγχρόνως και την παραδοχή ότι η αναιρεσίβλητη είχε δώσει την εντολή ο καθορισμός του μηχανήματος να γίνεται κατά την λειτουργία του και χωρίς την διακοπή αυτής.
Επομένως πρέπει ν' απορριφθεί ο 1ος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 19 του αρ. 559 Κ.Πολ.Δ αλλά και από τον αριθμό 1 αυτού.
ΙΙ.- Σύμφωνα με το αρ. 932 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά τη κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αυτό δε ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας του κτλ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι παρέχεται μ' αυτήν η ευχέρεια στο δικαστήριο να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο ποσό γι' αυτήν, αφού εκτιμήσει ως κριτήρια του ύψους αυτού τα τιθέμενα υπόψιν του πραγματικά περιστατικά (το είδος της προσβολής, τον βαθμό του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος, την περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών κτλ).
με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής. Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα ο προσδιορισμός του ποσού της κατ' αρ. 932 ΑΚ εύλογης χρηματικής ικανοποίησης που επιδικάζεται στον παθόντα σε περίπτωση αδικοπραξίας αφέθηκε στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρ. 561 § 1 Κ.Πολ.Δ.), χωρίς την υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου ('αρ. 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.).
Η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ούτε και από την άποψη της παραβίασης ή μη της αρχής της αναλογικότητας που εισάγεται ως νομικός κανόνας με την διάταξη του αρ. 25§1 του Συντάγματος. Ειδικότερα με το αρ. 25§1 εδ. τέταρτο του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001, τίθεται ο κανόνας ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν στα ατομικά δικαιώματα "πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Κατά την αρχή αυτή οι νομίμως επιβαλλόμενοι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα κριτήρια, δηλαδή να είναι α) κατάλληλοι, ήτοι πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκομένου σκοπού. β) αναγκαίοι, ώστε να προκαλούν τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό στον ιδιώτη ή το κοινό και γ) εν στενή εννοία αναλογικοί, να τελούν δηλ.
σε εσωτερική αλληλουχία με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της επερχομένης εξ αυτών βλάβης. Η αρχή της αναλογικότητας, αποτελούσα κανόνα δικαίου ως έχουσα πρωταρχικώς επιτακτικό δεοντολογικό περιεχόμενο, στον χώρο του ιδιωτικού δικαίου ενεργεί στις σχέσεις μεταξύ των ιδιωτών μέσω των γενικών ρητρών και των αορίστων νομικών εννοιών που θεσπίζει ο κοινός νομοθέτης προς εξειδίκευσή τους.
Στο πεδίο των αδικοπρακτικών σχέσεων (αρ. 914επ ΑΚ). Και ειδικότερα στο ζήτημα του μέτρου της επιδικάσεως χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ενεργεί μέσω της διάταξης του αρ. 932 ΑΚ. Επομένως δεν έχει άμεση εφαρμογή η ως άνω συνταγματική επιταγή για την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας, η δε απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας που καθορίζει την επιδικαστέα χρηματική ικανοποίηση σε ποσό δυσανάλογα υψηλό ή χαμηλό δεν παραβιάζει την ως άνω συνταγματική διάταξη, αφού αυτή δεν είναι εφαρμοστέα και συνεπώς δεν ελέγχεται αναιρετικά με βάση το αρ. 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε ότι ο ενάγων (α' αναιρεσείων) από το ως άνω ατύχημα υποβλήθηκε σε ακρωτηριασμό του ΔΕ αντιβραχίου κάτω από τον αγκώνα και ακολούθως λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι αυτός ήταν ηλικίας 40 ετών, έγγαμος και πατέρας 3 παιδιών, τις συνθήκες του ατυχήματος, το είδος της προσβολής τον βαθμό του πταίσματος της εναγόμενης και του συντρέχοντος πταίσματος αυτού και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, από τους οποίους η εναγομένη αποτελεί επιχείρηση εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και διατηρεί πέντε εργοστάσια επεξεργασίας σακχαροτεύτλων στην Ελλάδα και δύο στην Σερβία προσδιόρισε την εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την σε βάρος του ως άνω αδικοπραξία στο ποσό των 130.000 Ευρώ.
Με τον δεύτερο και κατά το α' σκέλος του λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση ότι με το να επιδικάσει στον πρώτο αναιρεσείοντα το ποσό των 130.000 Ευρώ, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για τον ως άνω τραυματισμό του παραβίασεν ευθέως, άλλως εκ πλαγίου (αρ. 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.) την κατ' αρ. 25 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας για το αρ. 932 Π.Κ.
Ο λόγος αυτός πρέπει σύμφωνα με τα προδιαληφθέντα ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον το καθορισθέν με την απόφαση του Εφετείου ποσό, που δεν υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτική ευχέρειας του δικαστηρίου, δεν υπόκειται απευθείας σε έλεγχο μέσω της αρχής της αναλογικότητας. Ο αυτός ως άνω δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το β' σκέλος του, με το οποίο αποδίδεται εσφαλμένη εφαρμογή των αρ. 330, 914 και 932 ΑΚ (αρ. 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Από την διάταξη του αρ. 931 ΑΚ που ορίζει ότι "η αναπηρία ή παραμόρφωση που προξενείται στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του" σε συνδυασμό με εκείνες των αρ. 298, 299, 914, 929 και 932 ΑΚ προκύπτει, ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενείται στον παθόντα, ανεξαρτήτως φύλου, εκτός από την επίδραση, την οποία μπορεί ν' ασκήσει τόσο στο ύψος των χρηματικών ποσών που θα στερείται ο παθών στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον της αύξησης των δαπανών του, όσο και στο ύψος της χρηματικής ικανοποίησης που θα επιδικασθεί για την ηθική βλάβη, μπορεί να θεμελιώσει και αυτοτελή αξίωση για αποζημίωση, αν επιδρά στο μέλλον του.
Η διατύπωση της διάταξης του αρ. 931 ΑΚ περιέχει βάση για τέτοια αξίωση, αν και εφόσον, κατά την αληθή έννοιά της, η αναπηρία ή η παραμόρφωση επιδρά στο οικονομικό μέλλον του παθόντος που δεν μπορεί να καλυφθεί εντελώς με τις παροχές, οι οποίες προβλέπονται από τις διατάξεις των αρ. 929 και 932 ΑΚ που συνθέτουν την ως άνω έννοια της επίδρασης της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης στο μέλλον του παθόντος.
Η ως άνω αυτοτελής αξίωση αφορά στον καθορισμό και μόνον αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία και μάλιστα μελλοντική και όχι χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, η οποία αποκαθίσταται κατ' άρ.932 ΑΚ και η οποία δεν μπορεί να βρεί έρεισμα και στην διάταξη του αρ. 931 ΑΚ, στην οποία γίνεται λόγος για "αποζημίωση" (Ολ ΑΠ 18/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη ως άνω απόφασή του δεχθέν επίσης ότι η ως άνω μόνιμη σωματική αναπηρία του (1ου) ενάγοντος είναι βλαπτική για την ζωή του, αποτελεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στο μέλλον του και θα του δημιουργεί ισόβια δυσμενείς ψυχολογικές επιδράσεις, επεδίκασε σ' αυτόν, λαμβάνοντας υπόψη και το ποσοστό συνυπαιτιότητάς του, κατ' αρ. 931 ΑΚ το ποσό των 30.000 Ευρώ (εσφαλμένα, όμως - αρ. 34§2, 60§3 α.ν. 1846/1951, 16§1ν. 551/1915 - Ολ.
ΑΠ 18/2008), χαρακτηρίζοντας, μάλιστα, αυτό ως εύλογη χρηματική παροχή και όχι ως αποζημίωση, κατά τα προαναφερθέντα. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι εκδικάζοντας στον πρώτο αναιρεσείοντα το ποσό των 30.000 Ευρώ κατ' αρ. 931 ΑΚ, το οποίο βρίσκεται σε προφανή δυσαναλογία με την βλάβη που υπέστη, αντί του ζητηθέντος ποσού των 500.000 Ευρώ, παραβίασεν ευθέως, άλλως εκ πλαγίου την κατ' αρ. 25 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας για το άρ. 931 ΑΚ.
Ο λόγος αυτός, εφόσον το επιδικασθέν ποσόν για την αιτία αυτή αποτελεί αποζημίωση (και όχι εύλογη χρηματική παροχή), πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση της ουσίας πραγματικών περιστατικών και δη το ύψος του επιδικασθέντος ποσού (αρ. 561§1 Κ.Πολ.Δ.).
ΙV. Με τον 4ο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία των αρ. 914 και 932 ΑΚ (αρ. 559 αριθ. 1Κ.Πολ.Δ., το οποίο πάντως δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο) δεν επεδίκασε στους 2η (σύζυγο του 1ου) , 3η , 4η και 5ο (τέκνα αυτού) αναιρεσείοντες εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την σε βάρος του πρώτου αδικοπραξία. Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως μη νόμιμος, διότι από την διάταξη του αρ. 932 ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση προσβολής της υγείας προσώπου φορέας της σχετικής αξίωσης για χρηματική ικανοποίηση είναι ο υποστάς άμεσα την ηθική βλάβη, κατά του οποίου στρέφεται η αδικοπραξία, ενώ τρίτα πρόσωπα, που ανήκουν συνήθως στο άμεσο οικογενειακό περιβάλλον του θύματος της αδικοπραξίας, έστω και αν υφίστανται ψυχικό πόνο από την αδικοπραξία που στρέφεται κατά του οικείου τους, κατά κανόνα θεωρούνται τρίτοι και δεν καθίστανται και αυτά φορείς της σχετικής αξίωσης για χρηματική ικανοποίηση.
V. Με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης από το αρ. 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι εντελώς αναιτιολόγητο αναγνώρισε την υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να καταβάλει στην β'αναιρεσείουσα λόγω στέρησης των υπηρεσιών του α' απ' αυτούς στην λειτουργία του συζυγικού οίκου το ποσό των 100 Ευρώ μηνιαίως, ενώ έπρεπε ν' αναγνωρίσει την υποχρέωση αυτής για την καταβολή του ζητηθέντος ποσού των 150 Ευρώ, κατ' εσφαλμένη δε εφαρμογή των αρ. 300 και 914 ΑΚ συνυπολόγισε στο ποσό αυτό ποσοστό 30% λόγω συντρέχοντος πταίσματος του α' αναιρεσείοντος, τον οποίο, όμως, ουδενός βαθμού υπαιτιότητα βαρύνει. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος κατά το α' σκέλος του ως απαράδεκτος, διότι πλήττει στην πραγματικότητα την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα διατυπώνεται σαφώς (άρ. 561§1 Κ.Πολ.Δ.), κατά δε το β' σκέλος του ως αβάσιμος, διότι, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε την συνδρομή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, ορθώς εφάρμοσε το άρ. 300 ΑΚ προβαίνοντας σε ανάλογη μείωση του αναγνωρισθέντος ως οφειλομένου καταρχήν για την ως άνω αιτία ποσού.
Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι ηττώμενοι αναιρεσείοντες στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό διαλαμβανόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-10-2007 αίτηση των Χ1, κ.λ.π. για αναίρεση της 1711/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε επτακόσια (700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Οκτωβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ