Supreme Court dismisses appeal against labor contract classification as indefinite term in Greek public service case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the State's appeal against the Second Instance Court's decision to recognize an indefinite-term employment contract. The plaintiff argued for indefinite status based on continuous service since 1996, while the State contended the contract was a series of fixed-term agreements. The court ruled that the chronological continuity and nature of the work satisfied legal requirements for a single indefinite-term contract, rendering the appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 8 KPolD; The court may examine an appeal if the lower court failed to consider relevant facts or considered irrelevant ones, provided the omission or inclusion had a decisive impact on the judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 589 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 589/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Γεώργιο Αυγέρη και Αριστείδη Βαγγελάτο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Ευάγγελο Τσάκαλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Π. Κ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βαλαβάνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-10-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 289/2019 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 26-4-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 26-4-2021 με αρ. κατάθ. ... αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αρ. 289/28-6-2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν άσκησης της από 14-3-2017 με αρ. κατάθ. ... έφεσης του ηττηθέντος πρωτοδίκως ενάγοντος ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (αρθρ. 614 αρ.3 KΠολΔ), με αρ. 26/21-12-2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου έγινε τυπικά και κατ` ουσίαν δεκτή η παραπάνω έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και, αφού εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί η από 1-10-2015 με αρ.κατάθ. ... αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, έγινε δεκτή η αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσία και αναγνωρίστηκε ότι αυτός συνδέεται με το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο από 1-7-1996 με μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθ. 552, 553, 556, 558, 564 αρ. 1, 566 παρ. 1 και 144 KΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ. 1 KΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθ. 577 παρ. 3 KΠολΔ). Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).
Για να ιδρυθεί αναιρετικός λόγος για λήψη υπόψη μη προταθέντων ισχυρισμών, πρέπει αυτοί να έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως συμβαίνει όταν το δικαστήριο της ουσίας κρίνει επί ανύπαρκτης βάσης αγωγής ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 22/2005) ή λαμβάνει υπόψη θεμελιωτικά της αγωγής γεγονότα, τα οποία δεν περιέχονται σ` αυτή (ΟλΑΠ 294/1981, ΑΠ 431/2019, ΑΠ 104/2019, ΑΠ 1326/2011).
Αντίθετα, δεν υπάρχει παραβίαση και δεν ιδρύεται ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, όταν πρόκειται για νομικώς αδιάφορα πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 69/2013, ΑΠ 1326/2011, ΑΠ 1492/2011, ΑΠ 163/1994) ή όταν το δικαστήριο της ουσίας υπαγάγει τα πραγματικά περιστατικά σε διάφορο κανόνα δικαίου, από εκείνο που υπέδειξε ο διάδικος (ΑΠ 1051/2022, ΑΠ 366/2020, ΑΠ 69/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της προκειμένης υπόθεσης προκύπτει ότι: Ο ενάγων-αναιρεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου την από 1-10-2015 με αρ. κατάθ. ... αγωγή του με την οποία επικαλούμενος ότι προσελήφθη από την ΙΓ Εφορία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, αποκεντρωμένη υπηρεσία του εναγομένου-αναιρεσείοντος, δυνάμει των αναφερομένων συνολικά δεκαεπτά (17) διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, από τις οποίες η πρώτη συνήφθη την 1-7-1996, για να εργαστεί ως ειδικευμένος εργάτης αρχικά και στη συνέχεια ως τεχνίτης ανασκαφών στις σωστικές ανασκαφές που πραγματοποίησε η υπηρεσία αυτή, ότι το εναγόμενο κατά τη λήξη της τελευταίας σύμβασης την 30-4-2015 έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του μη ανανεώνοντας την σύμβαση του, ότι κατά την παροχή της εργασίας του κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, ο δε χαρακτηρισμός των συμβάσεών του ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου έγινε από το εναγόμενο κατά καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας, ότι οι επικαλούμενες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας που συνήφθησαν, αρχικά από το έτος 1996, δηλαδή πριν από την έναρξη της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος και του ΠΔ 164/2004, είχαν ήδη προσλάβει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, τον χαρακτήρα μια ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου τον οποίο και διατήρησαν και μετά ταύτα, δηλαδή μετά την έναρξη των ως άνω διατάξεων, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι η σχέση εργασίας που τον συνδέει με το εναγόμενο έφερε εξαρχής το χαρακτήρα σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη με την αιτιολογία ότι υπό την ισχύ των προαναφερομένων συνταγματικών διατάξεων, της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και του ΠΔ 164/2004, δεν είναι δυνατή η μετατροπή των επικαλουμένων από τον ενάγοντα συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου σε μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, έστω και αν με αυτές καλύπτονταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, μη έχοντος εφαρμογή στην περίπτωση αυτή του άρθρου 8 του ν. 2112/1920.
Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων άσκησε την από 14-3-2017 έφεσή του, παραπονούμενος με τον μοναδικό λόγο της έφεσής του για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ειδικότερα των διατάξεων της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος και των άρθρων 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, που εφάρμοσε, ενώ δεν ήταν εφαρμοστέες στην ένδικη περίπτωση, επί της οποίας, ενόψει ότι οι πρώτες από το 1996 συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που είχε συνάψει με το εναγόμενο, πριν δηλαδή την ισχύ των ως άνω διατάξεων, είχαν ήδη προσλάβει τον χαρακτήρα μια ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εφαρμογή έχουν οι διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, 281, 648, 669, 671 ΑΚ και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος.
Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, αφού στη μείζονα σκέψη εκθέτει αναλυτικά την ερμηνεία της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, του άρθρου 103 του Συντάγματος και των άρθρων 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, ακολούθως, έκρινε ότι η αγωγή υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο είναι νόμιμη. Πράγματι, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ο ενάγων παρείχε την εργασία του, ως ειδικευμένος εργάτης αρχικά και στη συνέχεια ως τεχνίτης ανασκαφών ΔΕ στις ανασκαφές που πραγματοποίησε η υπηρεσία του εναγομένου ΙΓ Εφορία Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου από 1-7-1996, αφού η αρχική σύμβαση μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε στις 1-7-1996 και οι επόμενες τρεις συμβάσεις στις 7-10-1996, 21-5-1997 και 18-3-1998 αντιστοίχως, ήτοι πριν τις 18-4-2001, οπότε οι πιο πάνω Συνταγματικές διατάξεις τέθηκαν σε ισχύ, η δε παροχή της εργασίας αυτής συνεχίσθηκε με τις επόμενες διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου και μετά την εφαρμογή των ως άνω ρυθμίσεων, όπως και εκείνων της με αριθ. 1999/70/ΕΚ Οδηγίας και του εφαρμοστικού αυτής με αριθ. 164/2004 Π.Δ/τος, ενώ ο καθορισμός του είδους των άνω επί μέρους συμβάσεων, ως συμβάσεων ορισμένου χρόνου, εξακολουθητικά, δεν δικαιολογείται από τη φύση τους, αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων του ενάγοντος από τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και επομένως, με βάση τα άνω ιστορούμενα στην αγωγή, η εν λόγω σύμβαση εργασίας είχε προσλάβει ήδη από τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση (1-7-1996) και το αντικείμενο της, δηλ.
και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψης της ως τέτοιας (αορίστου χρόνου). Κατά συνέπεια η ένδικη αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 8 του ν. 2112/1920 και 281, 648, 669, 671 ΑΚ και 25 του Συντάγματος.
Κατ' ακολουθία αυτών, το Εφετείο, κρίνοντας την ένδικη αγωγή νόμιμη και δεχόμενο τον μοναδικό λόγο της έφεσης του ενάγοντος ως βάσιμο κατ' ουσία, εξαφανίζοντας την εκκαλουμένη απόφαση και δικάζοντας ακολούθως επί της αγωγής, έλαβε υπόψη του πράγματα εκτιθέμενα στο δικόγραφο αυτής, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από το αναιρεσείον.
Σημειώνεται ότι οι επί πλέον αναφορές στην προσβαλλομένη απόφαση περί της εφαρμογής του ΠΔ 164/2004, ως εκ περισσού διατυπώθηκαν και δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης, καθόσον υπό τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή δεν ευρίσκει έρεισμα εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 11 του ΠΔ 164/2004, εφόσον η αγωγή επαρκώς στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 8 παρ.1 και 3 του Ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, δεχόμενο τον μοναδικό λόγο της έφεσης του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου ως βάσιμο κατ' ουσία και την έφεση στο σύνολό της, εξαφανίζοντας την εκκαλουμένη απόφαση και δικάζοντας εκ νέου την ένδικη αγωγή επί της ουσίας, με την κρίση ότι για το χαρακτηρισμό των διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου του αναιρεσιβλήτου, ως μιας ενιαίας σύμβασης αορίστου χρόνου, έπρεπε να συντρέχουν οι προυποθέσεις του άρθρου 11 του ΠΔ 164/2004, έλαβε υπόψη του αγωγικό ισχυρισμό που δεν είχε προταθεί από τον αναιρεσίβλητο, είναι αβάσιμος.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, αυτή παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό αυτής. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.
Η σύμβαση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ.1 Α.Κ., παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται να λάβει χώρα καταγγελία και καταβολή αποζημίωσης (ΑΠ 330/2022, ΑΠ 598/2019, ΑΠ 217/2017, ΑΠ 104/2016). Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του Ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί με το άρθρο 11 του ΑΝ 547/1937, ορίζεται ότι "είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικείμενη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον.
Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένην χρονική διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ` ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου".
Η διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή στον δημόσιο τομέα, ενώ κατά τη γραμματική της διατύπωση αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την καταγγελία ο Ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, στις περιπτώσεις ιδίως των διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που στη πραγματικότητα καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του εργοδότη, οπότε ο καθορισμός της ορισμένης διάρκειας αυτών δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας και δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται κυρίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, παρέχοντας μάλιστα πληρέστερη προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης με αριθμό 1999/70 κοινοτικής Οδηγίας (ΟλΑΠ 3/2021, 20/2007, 7/2011, ΑΠ 330/2022).
Στην περίπτωση αυτή ανακύπτει ακυρότητα των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης εργασίας και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΑΠ 330/2022, ΑΠ 917/2017, ΑΠ 509/2016, ΑΠ 1664/2007).
Ο ορθός δε νομικός χαρακτηρισμός της μεταξύ των μερών συμβατικής σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, ως κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως αυτή οριοθετείται από τα άρθρα 26 παρ.3 και 87 παρ.2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο, μη δεσμευόμενο από τον χαρακτηρισμό που προσέδωσαν σε αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη ή ο νόμος, αξιολογεί τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και, εφόσον στη συνέχεια ήθελαν προκύψει και από την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση (ΟλΑΠ 3/2021, ΟλΑΠ 13/2017, ΟλΑΠ 7/2011).
Η δυνατότητα δε του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου, των ΟΤΑ, των ΝΠΔΔ και γενικότερα των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 18/2006). Εξάλλου με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 2190/1994 ορίσθηκε ότι οι δημόσιες υπηρεσίες, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και γενικότερα τα νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα που αναφέρονται στο άρθρο 14 παρ. 1 του αυτού νόμου, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες, μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κενώσεως θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή αυτής σε σύμβαση αορίστου χρόνου.
Με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την κατά τις προηγούμενες παραγράφους διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν, ενώ στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 10 περ.
ε του Ν. 2225/1994, ορίζεται ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγούμενων παραγράφων διώκονται αυτεπαγγέλτως για παράβαση καθήκοντος κατά το άρθρο 259 Π.Κ. και παραπέμπονται υποχρεωτικά στην αρμόδια πειθαρχική δικαιοδοσία. Αντίστοιχες ρυθμίσεις, διαφέρουσες αυτών ως προς τη διάρκεια του χρόνου των συμβάσεων εργασίας (πέντε μήνες για τη κάλυψη εποχιακών ή περιοδικών αναγκών, ένα έτος για τη κάλυψη πρόσκαιρων αναγκών, δυνάμενες να ανανεωθούν για τρεις μήνες και ένα έτος αντίστοιχα) περιείχαν και οι διατάξεις των άρθρων 65 ( σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 64) και 72 παρ. 1 και 73 του Π.Δ/τος 410/1988, που κωδικοποίησε σε ενιαίο κείμενο τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας για το με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ.
Ο ίδιος νόμος (2190/1994) ορίζει στην παρ.3 του άρθρου 14 αυτού ότι ο διορισμός ή η πρόσληψη τακτικού προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στις υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ.1, γίνεται είτε με γραπτό διαγωνισμό, είτε με καθορισμένη σειρά προτεραιότητας, σύμφωνα με τους όρους και διαδικασίες που ορίζονται από τις διατάξεις του, τις οποίες ειδικότερα θεσπίζει αντίστοιχα στις διατάξεις των άρθρων 15 και 18 αυτού, αναλόγως των απαιτουμένων κατά τη κείμενη νομοθεσία τυπικών προσόντων για τις αντίστοιχες προσλήψεις, και μετά από προηγουμένη προκήρυξη, υπό την έγκριση ή τον έλεγχο και εποπτεία του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ).
Περαιτέρω στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, με τις οποίες επιβάλλεται η νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζονται τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη.
Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ.2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού, καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού, μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.
Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ.3). Με την αναθεώρηση του Συντάγματος που έλαβε χώρα με το από 6-4-2001 ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α 84/17.4.2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7, που προβλέπει ότι: "Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παρ. 5 (περί της οποίας δεν πρόκειται στην ένδικη υπόθεση), γίνεται είτε με διαγωνισμό, είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει".
Επίσης στο ίδιο πιο πάνω άρθρο προστέθηκε παράγραφος 8 που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2.
Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".
Έτσι με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του Ν. 2190/1994 και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 17-4-2001 και εφεξής) δεν μπορούν, ούτε και με νόμο, να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα που προέβη στην πρόσληψη.
Ούτε καταλείπεται πλέον πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες διότι, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης βάσει των πιο πάνω διατάξεων δεν έχει την ευχέρεια να προβεί στη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς τη τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος (Ν.2190/1994) για τη πρόσληψη τακτικού προσωπικού.
Δηλαδή, ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής (ΑΠ 330/2022, ΑΠ 452/2020, ΑΠ 598/2019). Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου με τις οποίες καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μετά την πιο πάνω συνταγματική αναθεώρηση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου (ΟλΑΠ 19, 20/2007, ΑΠ 106/2020, ΑΠ 598/2019).
Συνεπώς στις συναφθείσες μετά τις 17-4-2001 συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου σε φορείς του δημοσίου τομέα, δεν είναι πλέον δυνατή η εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του Ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 281, 671 του ΑΚ και 25 παρ.1 και 3 του Συντάγματος, από τις οποίες προκύπτει κατά τα ήδη προαναφερθέντα ότι όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αόριστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1 και 3 του Ν. 2112/1920 και 1, 3, 5 του Β.
Δ/τος 16/18.7.1920), ανακύπτει ακυρότητα αυτών ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου, χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΟλΑΠ 19 και 20/2007, ΑΠ 330/2022).
Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999 (που δημοσιεύθηκε στις 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001, με δικαίωμα παράτασης της προθεσμίας για την ενσωμάτωση αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών - μελών κατά ένα έτος, του οποίου η Ελλάδα έκανε χρήση) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη - μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής).
Η Οδηγία αυτή ειδικότερα παρέχει στα κράτη - μέλη ευρεία ευχέρεια επιλογών, μεταξύ περισσοτέρων λύσεων, προκειμένου να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (ΔΕΚ C-212/2004).
Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα Π.Δ/τα 81/2003 και 164/2004, που ήδη εφαρμόζονται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα αντίστοιχα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα.
Ειδικότερα με το Π.Δ/μα 164/2004 "Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα" (ΦΕΚ Α 134) που άρχισε να ισχύει από 19 Ιουλίου 2004 θεσπίσθηκαν νομοθετικά μέτρα που λήφθηκαν στο δημόσιο τομέα, όπως αυτός οριοθετείται από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ.1 του Ν. 1892/1990 ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν, καθώς και για το προσωπικό δημοτικών και κοινοτικών επιχειρήσεων (άρθ. 2 παρ.1 και 3 στοιχ.
γ αυτού), με σκοπό την ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη των ρυθμίσεων της ως άνω με αριθμό 1999/70 Οδηγίας. Η επιλογή από την ελληνική πολιτεία με το Π.Δ/μα 164/2004 των μέτρων που αυτό προβλέπει για την επίτευξη του στόχου της εν λόγω με αριθ.1999/70 Οδηγίας έγινε, αφού αυτή έλαβε υπόψη, όπως ορίζει και η Οδηγία, τις ανάγκες ειδικών τομέων, όπως είναι μεταξύ άλλων και ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, που δικαιολογεί διαφορετική ρύθμιση σε σχέση με τον ιδιωτικό τομέα, αφού υφίστανται διαφορές στη φύση της εργασίας και διαφορετικά χαρακτηριστικά του εργασιακού περιβάλλοντος και των διαδικασιών πρόσληψης στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, εξού και η θέσπιση των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος.
Μάλιστα οι ρυθμίσεις του ανωτέρω Π.Δ/τος κρίθηκαν συμβατές με το κοινοτικό δίκαιο (ΔΕΕ της 23.4.2009 υποθέσεις C - 378 έως C - 380), Ειδικότερα με το άρθρο 7 του εν λόγω με αριθ. 164/2004 Προεδρικού Διατάγματος, ως κύρωση για την περίπτωση της παράνομης, ήτοι κατά παράβαση των ρυθμίσεων αυτού, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου προβλέφθηκε η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στην εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αόριστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του, ενώ επίσης θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.
Όμως, ενόψει του ότι οι πιο πάνω διατάξεις του Π.Δ/τος 164/2004 άρχισαν να ισχύουν από τις 19 Ιουλίου 2004, το διάταγμα αυτό έπρεπε να περιλάβει και ρυθμίσεις που να εξασφαλίζουν οπωσδήποτε από τις 10 Ιουλίου 2002, οπότε έληξε η προθεσμία προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην πιο πάνω Οδηγία, την προσαρμογή αυτή.
Έτσι με την μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 11 παρ.1 περ.α, 2 εδ.α και β, 3 και 5 του πιο πάνω Προεδρικού Διατάγματος, που κρίθηκε συνταγματικώς ανεκτή ως μεταβατική διάταξη τακτοποίησης εκκρεμών εργασιακών σχέσεων, ρυθμίσθηκε το ζήτημα του χαρακτηρισμού διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένης διάρκειας κατά την παρ.1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος (δηλαδή διαδοχικών συμβάσεων με αντικείμενο την ίδια ή παρεμφερή εργασία μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου, μεταξύ των οποίων μεσολαβεί διάστημα μικρότερο των τριών μηνών), που είχαν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του και ήταν ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού (19-7-2004) ή είχαν λήξει εντός του προηγουμένου τριμήνου, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για τον εφεξής χρόνο, υπό τις τασσόμενες στη διάταξη αυτή προϋποθέσεις, με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του φορέα απασχόλησης και έλεγχο από το ΑΣΕΠ.
Επομένως εάν η τελευταία από τις διαδοχικές σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου έληξε πριν τις 19-4-2004 ή δεν συντρέχουν οι τιθέμενες από το πιο πάνω Π.Δ/μα λοιπές προϋποθέσεις, η διάταξη του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004 δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής και μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου δεν μπορεί να γίνει (Ολ ΑΠ 19/2007, ΑΠ 104/2016, ΑΠ 1664/2007).
Ενόψει δε των ανωτέρω συνταγματικών ρυθμίσεων και της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στις ρυθμίσεις της με αριθ.1999/70 Οδηγίας, που δεν επιβάλλει τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η διάταξη του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του Ν. 2112/1920 δεν ευρίσκει πλέον έδαφος εφαρμογής στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ούτε κατ' επιταγή της ως άνω Οδηγίας, για το μεσοδιάστημα από 10-7-2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας σε αυτήν) μέχρι την έναρξη ισχύος του Π.Δ/τος 164/2004 (19-7-2004), ούτε βεβαίως μετά την έναρξη ισχύος του τελευταίου (ΟλΑΠ 19/2007).
Αντίθετα η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του Ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 281, 671 του ΑΚ και 25 παρ.1 και 3 του Συντάγματος μπορεί να εφαρμοσθεί σε διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, πριν από την έναρξη της ισχύος των τροποποιημένων διατάξεων του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος (και της πιο πάνω με αριθ. 1999/70 Οδηγίας που εφαρμόσθηκε αργότερα).
Τούτο διότι οι συμβάσεις αυτές, παρά την απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), είχαν ήδη πριν από την έναρξη της ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων προσλάβει το χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατ' εφαρμογή των διατάξεων αυτών, τον οποίο διατήρησαν και μετά ταύτα (Ολ.
Α.Π.7/2011 και 8/2011). Η δε από το νόμο (Ν. 2190/1994) κατά τα ήδη προαναφερθέντα απαγόρευση μετατροπής των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου δεν επάγεται και απαγόρευση της αναγνώρισης από το δικαστήριο του πραγματικού χαρακτήρα της συγκεκριμένης έννομης σχέσης, η οποία δεν συνιστά "μετατροπή", αλλά ορθό χαρακτηρισμό αυτής κατά την δικαστική διαδικασία (ΟλΑΠ 18/2006).
Στην περίπτωση αυτή η μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων (17-4-2001) και της με αριθμό 1999/70 Οδηγίας (10-7-2002) συνέχιση της εξακολούθησης της κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που είχαν όμως αρχίσει να συνάπτονται πριν την ανωτέρω συνταγματική αναθεώρηση, είναι νομικώς αδιάφορη, διότι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είχε ήδη προσλάβει το χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, τον οποίο και διατήρησε στη συνέχεια κατά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων (ΟλΑΠ 7/2011, ΑΠ 706/2021, ΑΠ 598/2019, ΑΠ 1269/2018, ΑΠ 993/2018, ΑΠ 1005/2017, ΑΠ 1425/2015).
Προϋπόθεση όμως για την εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν.2112/1920 είναι οι διαδοχικές αυτές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου και υπό τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους να διακρίνονται από συνοχή και χρονική ενότητα μεταξύ τους, δηλαδή να μην μεσολαβούν πολύμηνα συνήθως χρονικά διαστήματα μεταξύ του χρόνου λήξης της μίας και του χρόνου έναρξης της ισχύος της αμέσως επόμενης (ΑΠ 9/2022, ΑΠ 1610/2022, ΑΠ 788/2017, ΑΠ 1425/2015, ΑΠ 244/2015, ΑΠ 696/2013).
Τοιαύτη περίπτωση συνοχής και χρονικής ενότητας δεν συντρέχει κατά νόμο όταν μεταξύ των εν λόγω συμβάσεων μεσολαβεί χρονικό διάστημα οχτώ (8) μηνών (ΑΠ 585/2022) ή ενός ή δύο και πλέον ετών (ΑΠ 1610/2022, ΑΠ 706/2021). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 330/2022, ΑΠ 1123/2022, ΑΠ 319/2017).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2022, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006).
Περαιτέρω, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΟλΑΠ 2/2022, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 667/2016, ΑΠ 1266/2011).
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή οσάκις υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1123/2022, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 573/2018, ΑΠ 319/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε τα εξής: "...Ο ενάγων την 1-7-1996 προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ήτοι από 1-7-1996 μέχρι 27-9-1996, από την ΙΓ' Εφορία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, που αποτελεί αποκεντρωμένη υπηρεσία του εναγόμενου, για να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως ειδικευμένος εργάτης και στη συνέχεια ως τεχνίτης ανασκαφών ΔΕ στις σωστικές ανασκαφές που πραγματοποίησε η ανωτέρω υπηρεσία με την αμοιβή που προβλεπόταν από το ενιαίο μισθολόγιο.
Η εργασιακή του αυτή σχέση ανανεωνόταν με παρόμοιες συμβάσεις ως εξής: 1) Από 7-10-1996 μέχρι 11-12-1996, 2) από 21-5-1997 μέχρι 28-2-1998, 3) από 18-3-1998 μέχρι 31-7-2001, 4) από 1-8-2001 μέχρι 31-7-2002, 5) από 3-9-2002 μέχρι 31-12- 2002, 6) από 5-5-2003 μέχρι 31-12-2003, 7) από 29-1-2004 μέχρι 16-9-2004, 8) από 4-11-2004 μέχρι 21-12-2004, 9) από 1-6-2005 μέχρι 30-12-2005, 10) από 7-8-2006 μέχρι 22-12-2006, 11) από 24-10-2007 μέχρι 24-4-2008, 12) από 2-6-2008 μέχρι 15-12-2008, 13) από 4-9-2009 μέχρι 4-12-2009, 14) από 19-11-2012 μέχρι 16-10-2013, 15) από 17-10-2013 μέχρι 31-12-2013 και 16) από 20-10-2014 μέχρι 30-4-2015, οπότε το εναγόμενο αρνήθηκε να ανανεώσει την τελευταία αυτή σύμβαση.
Στην πραγματικότητα οι προαναφερόμενες συμβάσεις υποκρύπτουν μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, διότι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγόμενου, ο δε χαρακτηρισμός τους ως συμβάσεων ορισμένου χρόνου έγινε προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας.
Οι προαναφερόμενες διαδοχικές συμβάσεις καταρτίστηκαν αρχικά την 1-7-1996, δηλαδή πριν την έναρξη ισχύος της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 και ισχύουν από 18-4-2001, αλλά και των άρθρων 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, είχαν δε αυτές προσλάβει τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου...".
Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού εξαφάνισε την οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε κρίνει αντιθέτως, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας την αγωγή, δέχτηκε αυτή ως νόμιμη και βάσιμη κατ' ουσία και αναγνώρισε ότι η έννομη σχέση που συνδέει τον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο με το εναγόμενο-αναιρεσείον είναι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αν και με συνοπτική πλην όμως πλήρη αιτιολογία, ορθά εφάρμοσε στην επίδικη έννομη σχέση τη διάταξη του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του Ν. 2112/1920, και κατέληξε σε ορθό συμπέρασμα, ως προς το χαρακτηρισμό της μεταξύ των διαδίκων εργασιακής σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.
Και τούτο διότι, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, οι πρώτες τέσερεις από το έτος 1996 διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου είχαν συναφθεί πριν τις 17-4-2001, ήτοι πριν την εφαρμογή των ανωτέρω αναθεωρημένων διατάξεων του Συντάγματος, της με αριθμό 1999/70/ΕΚ Οδηγίας και του ΠΔ 164/2004.
Κατά συνέπεια, κατά την έναρξη εφαρμογής αυτών είχαν ήδη προσλάβει τον χαρακτήρα ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του Ν. 2112/1920 σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 281, 671 του ΑΚ και 25 παρ.1 και 3 του Συντάγματος, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στην επίδικη έννομη σχέση για το πριν τις 17-4-2001 χρονικό διάστημα, αφού κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ήδη από την αρχική του πρόσληψη από το έτος 1996 (1-7-1996) και για τον εφεξής χρόνο, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου-αναιρεσείοντος, προσφέροντας υπηρεσίες αρχικά ειδικευμένου εργάτη και ακολούθως τεχνίτη ανασκαφών στις σωστικές ανασκαφές που πραγματοποίησε η ανωτέρω υπηρεσία αυτού, ενώ η ορισμένη διάρκεια των εν λόγω συμβάσεων δεν δικαιολογείτο από τη φύση, το είδος ή το σκοπό της παρεχομένης από αυτόν εργασίας και έγινε προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας,.
Κατ' ακολουθία, τον εν λόγω χαρακτήρα της ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που είχαν εντωμεταξύ αποκτήσει οι εν λόγω διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, διατήρησαν και μετά ταύτα, με συνέπεια η μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων (17-4-2001), της Οδηγίας 1999/70/1996 και του ΠΔ 164/2004 συνέχιση της εξακολούθησης της κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που είχαν όμως αρχίσει να συνάπτονται το πρώτον πριν την ανωτέρω συνταγματική αναθεώρηση, να είναι νομικώς αδιάφορη.
Η δε από το νόμο (Ν. 2190/1994) κατά τα ήδη προαναφερθέντα απαγόρευση μετατροπής των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου δεν επάγεται και απαγόρευση της αναγνώρισης από το δικαστήριο του πραγματικού χαρακτήρα της συγκεκριμένης έννομης σχέσης, η οποία δεν συνιστά "μετατροπή", αλλά ορθό χαρακτηρισμό αυτής κατά την δικαστική διαδικασία.
Η δε κατά τα ανωτέρω εφαρμογή του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του Ν. 2112/1920 στην επίδικη έννομη σχέση με βάση τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης για τον πριν τις 17-4-2001 χρόνο αρκεί για την στήριξη του διατακτικού αυτής. Σημειώνεται επίσης ότι μεταξύ των ως άνω αναφερομένων συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που συνήφθησαν από το έτος 1996 και μετά μέχρι την έναρξη ισχύος των προαναφερθέντων συνταγματικών διατάξεων, μεσολαβούν χρονικά διαστήματα, μεταξύ πρώτης και δεύτερης, εννέα (9) ημερών, μεταξύ δεύτερης και τρίτης, 5 μηνών και 10 ημερών, μεταξύ τρίτης και τέταρτης, 17 ημερών αντιστοίχως, εντός χρονικού διαστήματος παροχής εργασίας υπό του αναιρεσιβλήτου στο αναιρεσείον τεσσάρων (4) ετών και (6) έξι μηνών, με συνέπεια να υφίσταται η απαιτούμενη κατά νόμο συνοχή και χρονική ενότητα μεταξύ των συμβάσεων αυτών, προκειμένου να χαρακτηριστούν διαδοχικές και να προσλάβουν, ενιαία, κατά το χρόνο που εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση και το αντικείμενο της, το χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δηλαδή μέχρι την 30-4-2015, οπότε το αναιρεσείον έπαυσε να δέχεται τις υπηρεσίες του αναιρεσιβλήτου, χρονικό σημείο κατά το οποίο εν τέλει ο αναιρεσίβλητος σε χρονικό διάστημα δεκαοχτώ (18) ετών, από την έναρξη της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του μέχρι την λήξη της, είχε συμπληρώσει παροχή εργασίας στο αναιρεσείον χρονικό διάστημα δεκατεσσάρων (14) ετών έξι (6) μηνών και πέντε (5) ημερών, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού.
Περαιτέρω, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, ως προς το προαναφερόμενο ουσιώδες ζήτημα του χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του αναιρεσιβλήτου, σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, καθόσον αναφέρεται το πρόσωπο του εργοδότη που απασχόλησε τον αναιρεσίβλητο, το είδος, η φύση και οι όροι παροχής της εργασίας του στην ΙΓ Εφορία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων καθώς και η φύση των υπ' αυτού καλυπτομένων πάγιων και διαρκών αναγκών του αναιρεσείοντος, με συνέπεια να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την εφαρμογή των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων ως προς το χαρακτήρα των αναφερομένων συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ως μιας ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Επομένως ο περί του αντιθέτου από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του KΠολΔ, δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθία αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας αυτού (άρθ. 176, 183 και 191 παρ. 2 του KΠολΔ), μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ' αριθμό 134423 οικ. της 8-12-1992/20-1-1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26 Απριλίου 2021 και με αριθ. κατάθ. ... αίτηση αναίρεσης της με αριθ. 289/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2023.
Η ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ