Legislator Case Law & Legislation
589/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor contract classification, remands case for re-examination of facts.

Case Number 589/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appellant's appeal against the Single Member Court of Appeal's dismissal of her labor contract claim. The court found the lower court failed to clearly establish whether the employment relationship was a genuine apprenticeship or a disguised employment contract based on the duration and supervision details. Consequently, the decision was annulled, the case was remanded to a different judge at the same court for re-examination, and the respondent was ordered to pay legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 562, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court annuls a lower court decision where the factual basis for classifying a relationship as a genuine apprenticeship versus a disguised employment contract is unclear, remanding the case for re-examination.

Keywords

AI generated
genuine apprenticeship disguised employment labor contract classification appeal annulment remand for re-examination single member court legal costs award

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 562 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 589 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 589/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια και Αριστείδη Βαγγελάτο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Ε. Κ. του Β., κατοίκου ... Αρκαδίας, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο - Χαράλαμπο Καλαματιανό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου - καθού η κλήση: Δευτεροβάθμιου Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης, Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "Περιφέρεια Πελοποννήσου", που εδρεύει στην Τρίπολη και εκπροσωπείται νόμιμα, διαδόχου του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αρκαδίας", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παπαγεωργίου, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/8/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρίπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 340/2015 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 14/9/2017 αίτησή της, επί της επί της οποίας εκδόθηκε η 1159/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία ανέβαλλε την πρόοδο της δίκης. Η υπόθεσε επαναφέρεται με την από 23/4/2021 κλήση της καλούσας. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 23.04.2021 κλήση της αναιρεσείουσας νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η από 14.9.2017 και με αριθμό κατάθεσης 34/15.9.2017 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 340/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, μετά την έκδοση της με αριθμό 1159/2019 απόφασης του Αρείου Πάγου (Β2 Πολιτικού Τμήματος), με την οποία αναβλήθηκε η πρόοδος της δίκης και τάχθηκε προθεσμία προς συμπλήρωση της έλλειψης που αναφέρεται στο σκεπτικό της η οποία και συμπληρώθηκε.

Με την από 14.9.2017 και με αριθμό κατάθεσης 34/2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 340/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά της εκδοθείσας με την ίδια ειδική διαδικασία και αντιμωλία των διαδίκων με αριθμό 16/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης, με την οποία απορρίφθηκε η από 2.08.2010 (με αριθμό κατάθεσης 238/2010) αγωγή, τόσο κατά την κύρια, όσο και κατά την επικουρική της βάση, ως μη νόμιμη.

Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την από 21.9.2011 έφεση της ενάγουσας- εκκαλούσας- αναιρεσείουσας, την οποία άσκησε από κοινού με τρεις ενάγουσες-εκκαλούσες και μη διαδίκους στην αναιρετική δίκη και εξαφάνισε τη με αριθμό 16/2011 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ως προς το κεφάλαιό της με το οποίο απορρίφθηκε ως μη νόμιμη (και) η επικουρική, εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού, βάση της ως άνω αγωγής και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε ως νόμιμη την επικουρική βάση της αγωγής και την απέρριψε κατ' ουσία.

Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, (μέσα στην τριετή καταχρηστική προθεσμία) δεδομένου ότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Ναυπλίου στις 15.9.2017 και δεν προκύπτει η με επιμέλεια οποιουδήποτε των διαδίκων επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, που δημοσιεύθηκε στις 16.9.2015 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, όπως η παρ.3 του άρθρου 564 ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρα 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ.3 του ΚΠολΔ).

Με τη διάταξη του άρθρου 904 εδαφ. α του ΑΚ ορίζεται ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια και με τη διάταξη του άρθρου 908 εδαφ. α του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι ο λήπτης υποχρεούται να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε απ' αυτό.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι επί παροχής εργασίας υπό άκυρη για οιονδήποτε λόγο σύμβαση, ο εργοδότης υποχρεούται, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος, στην απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού) που αποκόμισε από την εργασία του μισθωτού ανεξαρτήτως της ζημίας του τελευταίου, με την επιφύλαξη τυχόν αντίθετης νομοθετικής ρύθμισης που αποσυνδέει ορισμένες μισθολογικές αξιώσεις από το κύρος της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.

Τέτοια αντίθετη νομοθετική ρύθμιση διαλαμβάνεται στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 του Ν. 1082/1980, 1 παρ.2 της 19040/1981 ΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 539/1945, 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, του άρθρου μόνου του Ν. 133/1975 που κύρωσε την από 26.2.1975 Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, από τις οποίες προκύπτει ότι των επιδομάτων (δώρων) εορτών και αδείας και των αποδοχών αδείας δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με άκυρη σύμβαση, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 1242/2018, ΑΠ 879/2017, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1113/2013).

Επομένως, με την επιφύλαξη αυτή, στις περιπτώσεις απλής σχέσης εργασίας λόγω ακυρότητας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας για οιονδήποτε λόγο, για την αμοιβή του εργαζομένου λόγω της από αυτόν παροχής της εργασίας του προς τον εργοδότη, δεν οφείλεται από τον τελευταίο μισθός, αλλά γεννάται υποχρέωση αυτού προς απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού) κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ.

ΑΚ. Ειδικότερα, η ωφέλεια, που ο εργοδότης υποχρεούται να αποδώσει στον ακύρως απασχοληθέντα εργαζόμενο, συνίσταται στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε εάν ήταν έγκυρη η σύμβαση εργασίας υπό τις επικρατούσες στον τόπο της παροχής συνθήκες για την ίδια εργασία σε πρόσωπο με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος.

Η ωφέλεια αυτή δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές που προβλέπουν οι τυχόν υπάρχουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις (ΑΠ 1242/2018, ΑΠ 58/2015, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 760/2003) ή ο νόμος, σε περίπτωση δε έλλειψης τέτοιων, δεν μπορεί να είναι κατώτερη από εκείνη που στη συγκεκριμένη περίπτωση αποδεικνύεται ότι ο εργοδότης καταβάλλει σε άλλο εργαζόμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας υπό τις παραπάνω προϋποθέσεις (ΑΠ 1242/2018, ΑΠ 186/2010).

Η δε ωφέλεια (πλουτισμός) του εργοδότη απορρέει από μόνο το γεγονός της πραγματικής παροχής των υπηρεσιών του μισθωτού στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης εργασίας και κατά συνέπεια είναι αδιάφορο εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση ο εργοδότης από οικονομικούς ή άλλους λόγους δεν θα προέβαινε στην πρόσληψη άλλου μισθωτού με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (Ολ.

ΑΠ 4/2021). Ο ως άνω γενικός κανόνας των άρθρων 904 επόμ. ΑΚ, ο οποίος απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και γενικότερα επί φορέων του δημοσίου τομέα, αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (ΑΠ 1242/2018, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1022/2015, ΑΠ 535/2014).

Ειδικότερα, δεν εισάγεται υπέρ αυτών εξαίρεση με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 6 του Συντάγματος, που απαγορεύουν την πρόσληψη υπαλλήλου σε μη νομοθετημένη θέση ή εκείνων των παρ. 7 και 8 του ιδίου άρθρου που προστέθηκαν μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος από 18.4.2001 με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ως και εκείνων του Ν. 2190/1994, που αφορούν το σύστημα προσλήψεων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ορίζοντας τους τρόπους πρόσληψης προσωπικού από τους εν λόγω φορείς και παράλληλα αποκλείουν τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.

Και τούτο διότι η παρά την απαγόρευση αυτή ενέργεια, η οποία συνεπάγεται την ακυρότητα της πρόσληψης κατά τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ, συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, ένεκα της οποίας και εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 904 ΑΚ, το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και γενικότερα ο φορέας του δημόσιου, στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία του ακύρως προσληφθέντος μισθωτού, ενέχεται σε απόδοση της ωφέλειας που προήλθε από την εργασία, η οποία παρασχέθηκε σε αυτό και από την οποία αυτό κατέστη πλουσιότερο και δεν συνιστά αιτία αποκλεισμού αυτού που εργάστηκε από την αναζήτηση της ωφέλειας (Ολ.ΑΠ 4/2021, ΟλΑΠ 218/1977, ΑΠ 1242/2018, ΑΠ 41/2017, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1293/2015, ΑΠ 1022/2015, ΑΠ 535/2014).

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ) προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, έναντι της καταβολής μισθού, αδιαφόρως του τρόπου καθορισμού και καταβολής αυτού και εφόσον ο μισθωτός τελεί σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία, ως προς τον τρόπο, τον τόπο και το χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του μισθωτού να συμμορφώνεται στις δεσμευτικές γι' αυτόν εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.

Εξάλλου, σύµβαση μαθητείας είναι η σύµβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαµβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις για την άσκηση από τον τελευταίο ορισµένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύµβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύµβαση μαθητείας και η σύµβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου (μη γνήσια σύμβαση μαθητείας).

Στη γνήσια σύµβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται µε σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του µε το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας, για την οποία δεν υπάρχει σχετική νομοθετική ρύθμιση, όταν ο μαθητευόμενος παρέχει για ορισμένο ή αόριστο χρόνο την εργασία του, εφαρμόζονται μόνο αναλογικά οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τη σύμβαση εργασίας, εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης κλπ, οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας.

Αντίθετα, στη σύµβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παράλληλα την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελµα, οπότε η εκμάθηση εκ µέρους του επέρχεται ως αυτόµατη συνέπεια της εφαρμογής της σύμβασης και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη.

Στις συμβάσεις αυτές, εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νοµοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της σύµβασης αυτής είναι η παροχή εκ µέρους του μαθητευόμενου εργασίας έναντι αµοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος σύµφωνα µε τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (Ολ.ΑΠ 4/2021, ΑΠ 1242/2018, ΑΠ 217/2017, ΑΠ 933/2015, ΑΠ 126/2015, ΑΠ 885/2014, ΑΠ 1080/2014).

Συνακόλουθα στις συμβάσεις αυτές εφαρμόζονται [στις περιπτώσεις που οι συμβάσεις αυτές δεν μπορούν κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό να κριθούν ως έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, λόγω μη συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την πρόσληψη του μισθωτού] και οι κατά τα άνω ρυθμίσεις του άρθρου 904 επόμ.

του ΑΚ προς απόδοση της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή εργασίας εκ μέρους του μαθητευόμενου εργαζομένου. Εξάλλου, με το άρθρο 20 παράγραφοι 1 (όπως η παρ.1 συμπληρώθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 6 του Ν. 2956/2001) και 15 του Ν. 2639/1998 "Ρύθμιση εργασιακών σχέσεων, σύσταση Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 205) ορίσθηκαν με την πρώτη ότι ο Ο.Α.Ε.Δ.

μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε Ν.Π.Ι.Δ., σε πιστοποιημένα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης, σε Α.Ε.Ι.-Τ.Ε.Ι. και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής την υλοποίηση, στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολό του, προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης Ανέργων και ότι η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (παρ. 1) και με τη δεύτερη ότι ο Ο.Α.Ε.Δ.

μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παραγράφου 1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας άνεργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου και ότι με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ., καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου (παρ. 15 εδ α' και β').

Μάλιστα με το άρθρο 20 παρ. 4 του Ν. 2738/1999 εισήχθη συγκεκριμένη ρύθμιση και δη προστέθηκε ως περίπτωση κα' στο άρθρο 14 παρ. 2 του Ν. 2190/1994 (μετέπειτα καταργηθείσα με το άρθρο 1 του Ν. 3812/2009) επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού, η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ και ορίσθηκε συγκεκριμένα ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ., διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά.

Συνεπώς η επιδοτούμενη κατά τα άνω πρόσληψη υπαλλήλων είναι εξαιρετική, διότι συνδέεται με την ανάγκη πραγμάτωσης των προγραμμάτων, που με τους υφιστάμενους κανόνες θα απέβαινε ατελέσφορη και για το λόγο αυτό ορίζεται ότι η πρόσληψη διενεργείται με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια, που καθορίζονται στα προγράμματα (ΑΠ 1242/2018, ΑΠ 217/2017). Τέλος ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της μεταξύ των μερών συμβατικής σχέσης ως σύμβασης ή σχέσης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή σύμβασης μαθητείας, γνήσιας ή μη, ως κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως αυτή οριοθετείται από τα άρθρα 26 παρ.3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο, μη δεσμευόμενο από τον χαρακτηρισμό που προσέδωσαν σε αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη ή ο νόμος, αξιολογεί τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και, εφόσον στη συνέχεια ήθελαν προκύψει και από την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση. Η δυνατότητα δε του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σχέσης εξαρτημένης εργασίας ή μαθητείας (γνήσιας ή μη) ή ως σύμβασης εργασίας ορισμένης ή αόριστης διάρκειας δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου, των ΟΤΑ, των ΝΠΔΔ και γενικότερα των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 18/2006, ΑΠ 1242/2018).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα σχετικά με την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που εκείνο δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα ή μη, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 742/2016).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013, ΑΠ 589/2005).

Δεν ιδρύεται, όμως, ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ή τον ισχυρισμό ως απαράδεκτο, αόριστο, μη νόμιμο ή για άλλον τυπικό λόγο, αφού η στοιχειοθέτηση αυτού προϋποθέτει ότι το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα (ΑΠ 1665/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη από 2.8.2010 και με αριθμό κατάθεσης 238/31.8.2010 αγωγή, την οποία άσκησε (από κοινού με τρεις ακόμη ενάγουσες και μη διαδίκους στην αναιρετική δίκη) η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, αυτή ισχυρίστηκε ότι προσελήφθη από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ - ΟΤΑ Β βαθμού στις 4.10.2007 δυνάμει σύμβασης που ονομάσθηκε σύμβαση "απόκτησης εργασιακής εμπειρίας- STAGE-" διάρκειας 18 μηνών (ήτοι μέχρι την 3.4.2009), αντί μηνιαίων αποδοχών ύψους 550 ευρώ (ήτοι 25 ευρώ/ημέρα Χ 22 ημέρες εργασίας μηνιαίως), ότι μετά τη λήξη αυτής συνέχισε να εργάζεται σε αυτό με διαδοχική σύμβαση, η οποία άρχισε την 1.7.2009 και διήρκεσε έως τις 16.7.2010, ότι καθ'όλη τη διάρκεια της απασχόλησή της στις διοικητικές υπηρεσίες του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου παρείχε εξαρτημένη εργασία, απασχολούμενη κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο από Δευτέρα έως Παρασκευή, ασκώντας, υπό τον ιεραρχικό έλεγχο του προϊσταμένου της- υπαλλήλου του εναγόμενου-, καθήκοντα διοικητικού υπαλλήλου κατηγορίας ΔΕ με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή και ειδικότερα απασχολήθηκε με τη γραμματειακή υποστήριξη, την τήρηση πρωτοκόλλου και τη διεκπεραίωση εγγράφων, χωρίς η εργασία της να διαφέρει εκείνης του προσωπικού του εναγομένου που απασχολείτο με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, καθώς και του μόνιμου προσωπικού του και καλύπτοντας, έτσι πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού.

Με βάση το ως άνω ιστορικό και μετά τον περιορισμό του αιτήματος της αγωγής περί καταβολής χρηματικού ποσού, σε εν μέρει αναγνωριστικό και εν μέρει καταψηφιστικό, που έγινε παραδεκτά πρωτοδίκως, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ζήτησε με την επίκληση του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 και των ρυθμίσεων της Οδηγίας 1999/70:

α) να αναγνωρισθεί ότι εργοδότης της είναι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ, β) να αποδοθεί ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της αληθούς μορφής της σχέσης εργασίας της και να αναγνωρισθεί ότι αυτή ήταν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, γ) να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με το εναγόμενο -αναιρεσίβλητο με ενεργή και ισχύουσα σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, δ) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 16.7.2010 σιωπηρής καταγγελίας της αορίστου χρόνου σύμβασης εργασίας της, ε) να υποχρεωθεί το εναγόμενο -αναιρεσίβλητο να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της με την ειδικότητα της διοικητικής υπαλλήλου ΔΕ με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και να καταδικασθεί αυτό στην καταβολή χρηματικής ποινής ποσού 100 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσής του με το διατακτικό της εκδοθησόμενης απόφασης, στ) να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο-αναιρεσίβλητο οφείλει να της καταβάλει το ποσό των 9.197,20 ευρώ, που αφορά διαφορά νόμιμων και καταβαλλόμενων τακτικών μηνιαίων αποδοχών, επιδομάτων (δώρων) Χριστουγέννων και Πάσχα και επιδομάτων αδείας για το χρονικό διάστημα από 4.10.2007 μέχρι και 31.12.2008, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, καθώς και να υποχρεωθεί αυτό να της καταβάλει και το ποσό των 11.289,80 ευρώ, που αφορά διαφορά νόμιμων και καταβαλλόμενων τακτικών μηνιαίων αποδοχών, επιδομάτων (δώρων) Χριστουγέννων και Πάσχα και επιδομάτων αδείας για το χρονικό διάστημα από 1.1.2008 μέχρι 16.7.2010, νομιμοτόκως από τότε που κάθε επιμέρους απαίτηση κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής, ζ) επικουρικά, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι μεταξύ των διαδίκων δεν υφίστατο σύμβαση εξαρτημένης εργασία ή ότι αυτή ήταν άκυρη, να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο -αναιρεσίβλητο υποχρεούται να της καταβάλει το ποσό των 9.197,20 ευρώ και να υποχρεωθεί να της καταβάλει και το ποσό των 11.289,80 ευρώ με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους απαίτηση κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής και η) να αναγνωρισθεί η οφειλή του εναγομένου -αναιρεσίβλητου να την ασφαλίσει στον κλάδο σύνταξης ΙΚΑ -ΕΤΑΜ για την παρασχεθείσα εργασία της και να υποχρεωθεί αυτό να καταβάλει τις αναλογούσες εργατικές και εργοδοτικές εισφορές της, που αντιστοιχούν σε υπάλληλό του με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, η με αριθμό 16/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης, με την οποία η ως άνω αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη και κατά την κύρια και κατά την επικουρική της βάση. Κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ασκήθηκε έφεση (και) από την ενάγουσα -εκκαλούσα -αναιρεσείουσα.

Το Μονομελές Εφετείο Ναυπλίου, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση και εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης κατά το μέρος που είχε δεχθεί ως μη νόμιμη και την επικουρική, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, βάση της αγωγής. Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αρχικά, έκρινε ότι η έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο αγωγή κατά την κύρια βάση της είναι στο σύνολό της μη νόμιμη, καθότι μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος δεν είναι επιτρεπτή η μετατροπή των ως άνω διαδοχικών συμβάσεων, από τις οποίες η πρώτη καταρτίσθηκε στις 4.10.2007 (ήτοι μετά τις 18.4.2001) μεταξύ των διαδίκων, σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ανεξαρτήτως από το νομικό χαρακτηρισμό τους, ακόμη και εάν η ενάγουσα κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου ΟΤΑ Β Βαθμού και δεν μπορεί να εκτιμηθούν ως ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ούτε και με βάση τις διατάξεις της 1999/70 Οδηγίας, επικυρώνοντας έτσι το συναφές κεφάλαιο της εκκαλουμένης απόφασης, που έκρινε ομοίως, και απορρίπτοντας ως αβάσιμους τους σχετικούς λόγους έφεσης της ενάγουσας -εκκαλούσας -αναιρεσείουσας, με τους οποίους υποστηρίζονταν τα αντίθετα.

Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δικάζοντας την άνω αγωγή ως προς την επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση αυτής, τη δέχθηκε ως νομικά βάσιμη, αλλά την απέρριψε κατ' ουσίαν. Περαιτέρω, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση ότι, με το να απορρίψει την κύρια βάση της αγωγής της ως μη νόμιμη, υπέπεσε στις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλειες.

Ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι στην ένδικη αίτηση δεν παρατίθεται συγκεκριμένη διάταξη κανόνα ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και δεν διαλαμβάνεται το αποδιδόμενο στο Εφετείο νομικό σφάλμα σχετικά με την ερμηνεία και την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Εξάλλου, στην προκειμένη περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την κύρια βάση της ένδικης αγωγής ως μη νόμιμη, δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, καθόσον η στοιχειοθέτηση αυτού προϋποθέτει ότι το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα.

Επομένως, ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, που αναφέρεται στο κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης, με το οποίο απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η κύρια βάση της ένδικης αγωγής, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Με τον ίδιο, όμως, λόγο αναίρεσης (αληθώς εκτιμώμενο), η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το δικαστήριο της ουσίας με τις ελλιπείς και αντιφατικές του αιτιολογίες, που παραθέτει, απέρριψε την επικουρική, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, βάση της ένδικης αγωγής της ως ουσιαστικά αβάσιμη και έτσι υπέπεσε στην από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.

Από την επισκόπηση των σχετικών με τον ως άνω λόγο παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, με αναφορά στα επιμέρους αποδεικτικά μέσα, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα, που αφορούν και την ενάγουσα -αναιρεσείουσα, ως μία εκ των τεσσάρων εναγουσών, (τετάρτη εξ αυτών), που άσκησαν την από 2.8.2010 αγωγή: "Με τα από 16/8/2007, 19/9/2007, 16/8/2007 και 16/8/2007 αντίστοιχα για κάθε ενάγουσα "Συμφωνητικά Συνεργασίας στο Πλαίσιο του Προγράμματος για την Απόκτηση Εργασιακής Εμπειρίας (STAGE) στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α και Β Βαθμού" που υπογράφηκαν μεταξύ του Οργανισμού Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.) ως Υπευθύνου Φορέα, της Νομαρχίας Αρκαδίας ως Φορέα Υλοποίησης και κάθε ενάγουσας, τοποθετήθηκαν οι ενάγουσες, που ήταν άνεργες εγγεγραμμένες στον ΟΑΕΔ, στην Νομαρχία Αρκαδίας για 18 μήνες για να αποκτήσουν εργασιακή εμπειρία σύμφωνα με σχετικά προγράμματα επιμόρφωσης ανέργων του ΟΑΕΔ, και ειδικότερα τοποθετήθηκαν [...] και η τέταρτη (εννοείται η αναιρεσείουσα) στην Δ/νση Διοικητικών Υπηρεσιών.

Οι ενάγουσες με τα συμφωνητικά αυτά ανέλαβαν την υποχρέωση να εξασκήσουν (εννοείται να εξασκηθούν) με συνέπεια και επιδεικνύοντας επιμέλεια για 18 μήνες, από τους οποίους ο πρώτος μήνας θα αφορά την θεωρητική και πρακτική εξάσκηση με το εργασιακό περιβάλλον και οι λοιποί 17 μήνες την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας στον τομέα που τοποθετήθηκαν.

Η διάρκεια της σύμβασης και για τις τέσσερις ενάγουσες ορίστηκε από τις 4/10/2007 μέχρι τις 3/4/2009, όταν συμφωνήθηκε ότι η σύμβαση λήγει αυτοδικαίως χωρίς την υποχρέωση καταβολής οποιασδήποτε αποζημίωσης από τον ΟΑΕΔ. Τέλος για τις ενάγουσες, που είναι απόφοιτοι Λυκείου, συμφωνήθηκε ότι ο ΟΑΕΔ για 22 ημέρες τον μήνα θα καταβάλει το ποσό των 25 ευρώ την ημέρα και ότι οι ενάγουσες θα έχουν ωράριο που δεν θα υπερβαίνει τις 7 ώρες ημερησίως για 5 ημέρες την εβδομάδα (Δευτέρα-Παρασκευή) και δεν θα μεταβαίνουν στις υπηρεσίες μαθητείας τους μετά τις 22 μ.μ.

Στις 4/4/2009, που έληξε η σύμβασή τους, οι ενάγουσες απομακρύνθηκαν από τις ανωτέρω υπηρεσίες, που είχαν τοποθετηθεί. Ακολούθως με νέες όμοιες συμβάσεις μαθητείας [...] οι ενάγουσες τοποθετήθηκαν και πάλι από τον ΟΑΕΔ στις ίδιες ανωτέρω υπηρεσίες με τους ίδιους όρους για 12 μήνες όμως αυτή την φορά για να συνεχίσουν την εκπαίδευσή τους και παρέμειναν στις ανωτέρω υπηρεσίες [...], η δε τέταρτη ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) από 1/7/2009 έως 16/7/2010.

Το εναγόμενο ΝΠΔΔ με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του κατά την συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, η οποία καταχωρήθηκε στα πρακτικά, συνομολόγησε ότι οι ενάγουσες "κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες" αυτού, την δε ομολογία αυτή αναλυτικά αναπτύσσει στις προτάσεις που κατέθεσε στο ίδιο Δικαστήριο, όπου κατά λέξη αναφέρει τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγουσες τοποθετήθηκαν σε εμένα, σε θέση εκπαιδευόμενων, δυνάμει συμβάσεων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας στα πλαίσια του εκπαιδευτικού προγράμματος STAGE, οι οποίες καταρτίστηκαν στις 4-10-2007, μεταξύ εμού, της εναγομένης Ν.Α.

Αρκαδίας, ως δικαιούχου Υλοποίησης και του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ) ως υπεύθυνου φορέα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 20 του ν. 2639/1998, προκειμένου να αποκτήσουν επαγγελματική κατάρτιση με θεωρητική και πρακτική ενημέρωση και εξοικείωση με το εργασιακό περιβάλλον και την απασχόληση με το αντικείμενο των συγκεκριμένων θέσεων και συγκεκριμένα:

Η [...],η 4η (εννοείται ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα) Κ. Ε. (εννοείται τοποθετήθηκε) στη Δ/νση Διοικητικών Υπηρεσιών. Η διάρκεια των συμβάσεων καθορίστηκε ρητά να είναι δέκα οκτώ (18) μηνών από 4-10-2007, ενώ τη χρηματοδότηση του ως άνω προγράμματος ανέλαβε - σύμφωνα με τη σύμβαση - ο ΟΑΕΔ ως υπεύθυνος φορέας, καταβάλλοντας στις ενάγουσες, ως εκπαιδευόμενες, το ποσό των 550 ευρώ μηνιαίως (22 ημέρες εργασίας X 25 ημέρες).

Μετά τη λήξη ως άνω συμβάσεων μαθητείας, οι ενάγουσες σταμάτησαν την εν λόγω εκπαίδευσή τους. Ακολούθως κατόπιν της με αριθμό 2425/20/19-5-2009 απόφασης του Δ.Σ. του ΟΑΕΔ, παρατάθηκε το πρόγραμμα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας σε Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α' και Β' βαθμού για δώδεκα (12) ακόμα μήνες. Μετά την απόφαση αυτή του Δ.Σ.

του ΟΑΕΔ, συνήφθη νέα 12μηνη σύμβαση μεταξύ εμού και των εναγουσών, μετά την λήξη της οποίας οι ενάγουσες σταμάτησαν και πάλι την εν λόγω εκπαίδευσή τους. Καθ' όλο το χρονικό διάστημα της μαθητείας τους οι ενάγουσες προσέφεραν σημαντική βοήθεια στις Υπηρεσίες της Ν.Α. Αρκαδίας, γιατί επικουρούσαν την προσπάθεια των εν λόγω Υπηρεσιών να ανταπεξέλθουν στις υπηρεσιακές τους ανάγκες, δεδομένης της υποστελέχωσης των Υπηρεσιών σε προσωπικό και της συνεχούς αύξησης του φόρτου εργασίας, απασχολούνταν με συνεχές ωράριο εργασίας καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες των εν λόγω Υπηρεσιών μου [...]".

Η ανωτέρω ομολογία [...], αποτελεί δικαστική ομολογία του εναγομένου μόνο για τα πραγματικά περιστατικά που περιλαμβάνει, όχι δε και για το ότι οι ενάγουσες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του ομολογούντος, αφού αυτό δεν είναι πραγματικό γεγονός αλλά αόριστη νομική έννοια την οποία αρμόδιο να εξειδικεύσει και κρίνει είναι το Δικαστήριο με βάση τα αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα αναφερόμενα στην ανωτέρω ομολογία ιδίως ότι οι ενάγουσες προσέφεραν σημαντική βοήθεια στις υποστελεχωμένες υπηρεσίες που τοποθετήθηκαν, γιατί επικουρούσαν αυτές στην προσπάθειά τους να ανταπεξέλθουν στις υπηρεσιακές τους ανάγκες.

Το Δικαστήριο κρίνει ότι οι ανωτέρω δύο για κάθε ενάγουσα συμβάσεις δεν είναι άκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας όπως ισχυρίζονται οι ενάγουσες, αλλά έγκυρες συμβάσεις μαθητείας στις οποίες προέχον στοιχείο είναι η εκπαίδευση (Μαθητεία) των εναγουσών και όχι η εργασία τους για τους ακόλουθους ιδίως λόγους: 1) Και οι δύο συμβάσεις για κάθε ενάγουσα συνάφθηκαν νόμιμα ως συμβάσεις μαθητείας στα πλαίσια του Ν. 2639/1998 και (του) σχετικού προγράμματος επιμόρφωσης ανέργων του ΟΑΕΔ και σκοπό είχαν την εκπαίδευση των εναγουσών στα αντίστοιχα αντικείμενα που τοποθετήθηκαν, εκπαίδευση που κατά λογική αναγκαιότητα περιλαμβάνει και την "εμπλοκή" τους στις εργασίες της αντίστοιχης υπηρεσίας που τοποθετήθηκαν, μόνο δε το γεγονός ότι η εμπλοκή αυτή προσέφερε σημαντική επικουρία στο έργο των αντίστοιχων υπηρεσιών του εναγομένου, όπως και το ίδιο ομολογεί, δεν σημαίνει ότι οι ενάγουσες μετετράπησαν από μαθητευόμενες σε εργαζόμενες, αφού η επικουρία αυτή είναι το λογικό επακόλουθο της ενασχόλησής τους με το αντικείμενο στο οποίο είχαν τοποθετηθεί. 2) Κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προσκομίζεται για το πόσες οργανικές θέσεις προβλέπονται σε κάθε μία από τις υπηρεσίες που τοποθετήθηκαν οι ενάγουσες και πόσες ήταν καλυμμένες, ώστε να δικαιολογηθεί η ανάγκη να απασχοληθούν αυτές ως εργαζόμενες και όχι ως μαθητευόμενες. 3) Το εναγόμενο, την σχετική ομολογία του οποίου επικαλούνται οι ενάγουσες, στην ανωτέρω ομολογία του αναφέρει ότι οι ενάγουσες τοποθετήθηκαν στις υπηρεσίες του για να εκπαιδευτούν, οι δε νέες συμβάσεις τους έγιναν για να συνεχισθεί η εκπαίδευσή τους. 4) Το γεγονός ότι οι ενάγουσες παρέμεναν για 7 ώρες συνεχώς από Δευτέρα ως Παρασκευή στις υπηρεσίες που είχαν τοποθετηθεί, αποτελεί περιεχόμενο της συμβατικής υποχρέωσής τους όπως προαναφέρθηκε και όχι απόδειξη ότι εργάστηκαν όπως οι ίδιες ισχυρίζονται. 5) Το εναγόμενο κατά τις επίδικες συμβάσεις είναι "Φορέας Υλοποίησης" του προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας των εναγουσών, οι οποίες αμείβονταν από τον ΟΑΕΔ και κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προσκομίζεται που να αποδεικνύει ότι το εναγόμενο ασκώντας εργοδοτική εξουσία επέβαλε στις ενάγουσες να εργασθούν ως υπάλληλοί του και όχι να εξασκούνται ως μαθητευόμενες [...].

Επομένως αφού οι συμβάσεις των εναγουσών ήταν έγκυρες γνήσιες συμβάσεις μαθητείας, στις οποίες η όποια παροχή εργασίας γινόταν στα πλαίσια απόκτησης της εργασιακής εμπειρίας τους δεν υπάρχει πεδίο εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 904 ΑΚ. και γι' αυτό η επικουρική βάση της αγωγής, κατά το μέρος που κρίθηκε παραδεκτή, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη".

Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις του νόμου ως προς τη φύση της μεταξύ των μερών έννομης σχέσης, ως σχέσης γνήσιας ή μη γνήσιας μαθητείας (σχέσης εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου), διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες. Συγκεκριμένα, ενώ δέχεται ότι και οι δύο συμβάσεις που συνήφθησαν μεταξύ των διαδίκων είχαν σκοπό την εκπαίδευση της ενάγουσας -αναιρεσείουσας στο αντίστοιχο αντικείμενο που τοποθετήθηκε και ότι η εκπαίδευση αυτή κατά λογική αναγκαιότητα περιλαμβάνει και την "εμπλοκή" της στις εργασίες της αντίστοιχης υπηρεσίας του εναγομένου -αναιρεσίβλητου, που τοποθετήθηκε, δέχεται αντιφατικά ότι η ενάγουσα -αναιρεσείουσα (αν και εκπαιδευόμενη) με την "εμπλοκή αυτή" προσέφερε σημαντική επικουρία στο έργο της Διεύθυνσης Διοικητικών Υπηρεσιών του εναγομένου -αναιρεσίβλητου, στην οποία τοποθετήθηκε, εν όψει μάλιστα της παραδοχής ότι η θεωρητική και πρακτική εξάσκηση αυτής με το εργασιακό περιβάλλον θα διαρκούσε τον πρώτο μήνα.

Επίσης, το δικαστήριο περιέχει αντιφατικές παραδοχές για το ποιο υπήρξε στην πραγματικότητα (και όχι κατά νομικό χαρακτηρισμό των μερών ή του νόμου) το προέχον στοιχείο της εργασιακής σχέσης της ενάγουσας -αναιρεσείουσας κατά τα τρία περίπου έτη που διήρκεσε αυτή. Δηλαδή, ενώ κατά τη δικαστική ομολογία του εναγομένου -αναιρεσίβλητου (άρθρο 352 παρ. 1 του ΚΠολΔ) υφίσταντο τα πραγματικά περιστατικά της υποστελέχωσης των υπηρεσιών του, της συνεχούς αύξησης του φόρτου εργασίας, της απασχόλησης της ενάγουσας -αναιρεσείουσας με συνεχές ωράριο εργασίας και της σημαντικής της επικουρίας στο έργο της υπηρεσίας που τοποθετήθηκε, το Εφετείο τα παραβλέπει και αντ' αυτών επισημαίνει ότι κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προσκομίσθηκε για το πόσες οργανικές θέσεις προβλέπονταν στην υπηρεσία που η ενάγουσα -αναιρεσείουσα τοποθετήθηκε και πόσες από αυτές ήταν καλυμμένες, ώστε να δικαιολογηθεί η ανάγκη αυτή να απασχοληθεί ως εργαζόμενη και όχι ως μαθητευόμενη.

Επιπλέον, δεν εξηγεί πως ο κύριος σκοπός των ως άνω συμβάσεων ήταν η κτήση εργασιακής εμπειρίας, που εκ των πραγμάτων και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, εκτείνεται σε περιορισμένο χρόνο, ολίγων μηνών το πολύ, για την εκμάθηση των καθηκόντων της διοικητικής υπηρεσίας στην οποία η ενάγουσα -αναιρεσείουσα είχε τοποθετηθεί, ενώ κατά τις οικείες παραδοχές, η σχέση των διαδίκων διήρκεσε επί τριάντα (30) και πλέον μήνες.

Τέλος, δεν περιέχει παραδοχές ως προς τον υπάλληλο του εναγομένου -αναιρεσίβλητου, στον οποίο το τελευταίο ανέθεσε το καθήκον της επαγγελματικής κατάρτισης της ενάγουσας -αναιρεσείουσας, με θεωρητική και πρακτική ενημέρωση και της εξοικείωσής της με το εργασιακό περιβάλλον, ποιός, δηλαδή, υπάλληλος του εναγομένου ανέλαβε την υποχρέωση να της μεταδώσει τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις για την άσκηση των καθηκόντων της διοικητικής υπαλλήλου Δ.Ε., που της ανατέθηκαν και εάν αυτή, κατά την τριετή σχεδόν διάρκεια των συμβάσεων "μαθητείας" της, τελούσε ή δεν τελούσε, ως προς τον τρόπο, το χρόνο και το είδος της εργασίας που παρείχε, υπό τις οδηγίες και την εποπτεία των προϊσταμένων του εναγομένου.

Επομένως, από τις ως άνω παραδοχές δεν προκύπτουν με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία εξήχθη το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η έννομη σχέση που συνέδεε τους διαδίκους ήταν αυτή της γνήσιας σύμβασης μαθητείας. Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το σκέλος αυτού, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι παραβίασε εκ πλαγίου, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 904 εδαφ.

α, 908 εδαφ. α ΑΚ (σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 ΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του α.ν. 539/1945, 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966 και του άρθρου μόνου του ν. 133/1975, που κύρωσε την από 26.2.1975 Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας), που αναπτύσσονται στην προηγηθείσα σκέψη, ως προς τη φύση της μεταξύ των διαδίκων έννομης σχέσης, ως σχέσης γνήσιας ή μη γνήσιας μαθητείας (σχέσης εξαρτημένης εργασίας μαθητευομένου), όπως αυτός παραδεκτώς συμπληρώνεται με την παρούσα (αρθ.562 παρ.4 του ΚΠολΔ), είναι βάσιμος.

Συνακόλουθα, κατά παραδοχή του ως άνω σκέλους του πρώτου λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο και τη διάταξή της, με τα οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η επικουρική, εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, βάση της από 2.8.2010 αγωγής της ενάγουσας -αναιρεσείουσας κατά του εναγομένου -αναιρεσιβλητου και κατά τα ως άνω αναιρεθέντα κεφάλαιο και πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση, προς εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Κατόπιν τούτων, παρέλκει η έρευνα του δεύτερου (και τελευταίου) από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης Τέλος, το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ, που νικήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη με αριθμό 340/16.9.2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου κατά το κεφάλαιο και τη διάταξή της, με τα οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η επικουρική, εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, βάση της από 2.8.2010 και με αριθμό κατάθεσης 238/31.8.2010 αγωγής της ενάγουσας-αναιρεσείουσας κατά του εναγομένου αναιρεσίβλητου.

Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς τα αναιρεθέντα κεφάλαιο και διάταξη, για εκ νέου εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Απριλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ