Appeal dismissed for contradictory reasoning on notarial certificates and invalid common sense arguments regarding land classification.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision regarding a dispute over land classification and notarial certificates. The appellants argued that the lower court contradicted itself by accepting three notarial certificates initially but later considering six, and failed to apply common sense principles regarding uncultivated land. The court rejected these claims, ruling that the alleged contradiction did not violate procedural law and the cited common sense principles were not applicable to the case facts.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 1b C.Pol.D.; Art. 270 no. 2 C.Pol.D.; Art. 974, 1054 A.C. The Supreme Court held that a contradiction in reasoning regarding the number of notarial certificates does not constitute a violation of procedural law, and that alleged violations of common sense principles regarding land classification must be substantiated by specific legal principles applicable to the case.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 589 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 589/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή-Εισηγήτρια , Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 8η Ιανουαρίου 2020 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Α. Μ.υ του Χριστόδουλου, κάτοικου ... ..., 2.Αντωνίου Μέριανου του Κ., κάτοικου ... ..., 3.Α. Μ. του Γεωργίου, κάτοικου ... ..., 4.Κ. Μ. του Ι., κάτοικου ... ..., 5.Των κληρονόμων του Μ. Μ. του Α. και Θ. και ) συζύγου του Ε. Μ. του Κ., ) , Ε. Μ., του Α. και Γ., τέκνου του προαποβιώσαντος υιού του, Α. Μ., γ) της εγγονής του, Α. Μ. του Α. και Γ., τέκνου του προαποβιώσαντος υιού του, Α. Μ., δ) του υιού του Κ. Μ. του Μ., κάτοικων ..., 6.Σ. Μ. του Κ., κάτοικου ..., 7.Σ. Μ. του Ν., κάτοικου ... ..., 8.Μ. Μ. του Δ., κάτοικου Αγίου Ματθαίου ..., 9Θ. Μ. του Ν., κάτοικου ... ..., 10.Γ. Μ. του Χ., κάτοικου ... ... και 11. Κ. Μ. του Ι., κάτοικου Αθηνών, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ευάγγελο Φίλιππα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσίβλητων: 1.Κ. Α. του Σ., 2.Μ. Μ. του Σ., κάτοικου ... ..., 3.Β. Μ. του Σ., κάτοικου ..., 4Ε. Μ. του Σ., κάτοικου ... ..., 5.Σ. Μ. του Σ., κάτοικου ... .... Εκ των αναιρεσίβλητων η 2η έως και τον 5ο εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Σωτήριο Σδούκο, ο οποίος δήλωσε ότι η 1η αναιρεσίβλητη απεβίωσε και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει ο κληρονόμος αυτής 5ος των αναιρεσιβλήτων.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-1-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 455/2014 οριστική ίδιου Δικαστηρίου, 40/2017 του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-6-2017 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατ' άρθρ. 559 αρ. 1β ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ'αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 559 αρ. 1 και 560 1β ΚΠολΔ).
Ο προαναφερόμενος αναιρετικός λόγος στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες, που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ.4 και 339 ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (Ολ.
ΑΠ 8/2005). Περαιτέρω, κατά τον αρ. 11γ του άνω άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.
Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος απ' τον αρ. 19 του άνω άρθρου λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν η απόφαση, δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ ΑΠ 24/1992).
Επίσης, ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο, ούτε και η μη αναφορά και ο προσδιορισμός καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, όπως προεκτέθηκε, που προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους, καθώς και η αξιολόγηση του καθενός από αυτά, διότι αυτό δεν προκύπτει από την επιταγή του άρθρου 340 ΚΠολΔ.
Οι λόγοι αναίρεσης από τις διατάξεις των αρ. 1α (για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου από εσφαλμένη ερμηνεία ή (και) εφαρμογή αυτού) ή 1β (σε περίπτωση φερόμενης παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναίρεσης θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, διότι πλήττουν την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
ΙΙ. Η προσβαλλόμενη, 40/2017, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., παραδεκτώς επισκοπούμενη, έχει ως εξής: "Από την εκτίμηση των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που εξετάσθηκαν νόμιμα στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, των προρρηθεισών υπ' αριθ. 13.496, 13.497/26-11-2009 και 19.131/18-3-2010 ένορκων βεβαιώσεων των Κ.
Μ., Μ. Σ. και Ι. Α., αντίστοιχα, που δόθηκαν ενώπιον της συμβολαιογράφου ... Α. Λ., οι δύο πρώτες και ενώπιον της συμβολαιογράφου ... Μ. Μ., η τρίτη, των υπ' αριθ. 2249, 2250 και 2251/19-11-2015 ένορκων βεβαιώσεων, των μαρτύρων των εκκαλούντων, Γ. Μ., Γερασίμου Ραρή και Κ. Α., αντίστοιχα, που δόθηκαν ενώπιον της συμβολαιογράφου ...
Μ. Σ., οι οποίες παραδεκτά προσάγονται για πρώτη φορά στο Εφετείο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης σ' αυτό, εφόσον αυτές λήφθηκαν πριν από τη δικάσιμο και μετά από εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγομένης και ενάγοντος, αντίστοιχα (ΑΠ 1590/2010, ΑΠ 319/2009 και ΑΠ 1712/2006 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ), των εγγράφων που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων φωτογραφία από δορυφόρο του επίδικων ακινήτων και της γύρω περιοχής της Google Earth, η οποία περιλαμβάνεται στο από 15-12-2015 σχεδιάγραμμα του Ι.
Κ., πτυχιούχου μηχανικού δομικών έργων Τ.Ε., από 15-12-2015 τιτλοφορούμενη ως τεχνική έκθεση του ίδιου ανωτέρω Ι. Κ., από Σεπτέμβριο του 2008 αποτύπωση αγροτεμαχίου του Σ. Μ., Πολιτικού Μηχανικού Τ.Ε. και από Ιούνιο 1982 τοπογραφικό διάγραμμα οικοπέδου της Θ. Μ., διπλ. Πολιτικού Μηχανικού, που προσκομίζουν οι ενάγοντες και από τις φωτογραφίες, που προσκομίζουν οι εναγόμενοι, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται και η από 12-9-2013 τιτλοφορούμενη ως έκθεση αυτοψίας - πραγματογνωμοσύνη που προσκομίζουν οι εναγόμενοι, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Το επίδικο ακίνητο (αγροτεμάχιο), βρίσκεται στη θέση ..., του πρώην Δήμου ... ..., έχει έκταση 4.650,98 τ.μ. και συνορεύει γύρωθεν: Με ρέμα και πέραν αυτού με ακίνητο ιδιοκτησίας Κ. Α., με τον αιγιαλό και την παραλία, με ακίνητο ιδιοκτησίας κληρονόμων Σ. Μ. του Σ. και με την αγροτική οδό και πέραν αυτής με ακίνητο κληρονόμων Θ.
Μ. του Ν., όπως το επίδικο εμφαίνεται στο από Σεπτέμβριο 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Τ.Ε. Ε. Μ., το οποίο είναι συνημμένο στο δικόγραφο της αγωγής και δεν αμφισβητείται από τους εναγομένους, ως προς την απεικόνιση του ακινήτου, στο οποίο περιλαμβάνεται το επίδικο. Από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν αποδείχθηκε ότι στο ανωτέρω αγροτεμάχιο άσκησαν οι ενάγοντες τις κατά τους αγωγικούς τους ισχυρισμούς πράξεις νομής.
Στην προαναφερόμενη κρίση κατέληξε το παρόν Δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη του το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που προσκόμισαν οι ενάγοντες, οι οποίοι και φέρουν το βάρος απόδειξης. Ειδικότερα, όπως κατέθεσε και ο μάρτυρας απόδειξης, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι ενάγοντες δεν καλλιεργούν το επίδικο ακίνητο ούτε ασκούν πράξεις νομής, οι γονείς τους έβαζαν μέσα σ' αυτό, πριν από σαράντα (40) χρόνια, ζώα και ότι δεν είναι καλλιεργήσιμο το ακίνητο.
Ακολούθως, κατέθεσε, εντελώς αόριστα, ότι γνώριζε ότι το έτος 1976 ο πεθερός του Χαρίλαος, πατέρας του 10ου ενάγοντος είχε ακίνητο εκεί και ότι έβαζαν ζώα την περίοδο που είχαν, πλην όμως δεν γνωρίζει μέχρι πότε. Κατέθεσε, επίσης, ότι αν ήθελαν ξύλα πήγαιναν, όμως δεν γνωρίζει μέχρι πότε και ότι δεν έχουν πια ζώα.
Ότι στο επίδικο δεν υπάρχουν δίχτυα για ελιές, ότι έχει δασώδη βλάστηση, λόγγο και κυπαρίσσια και 5 - 6 ελιόδεντρα, τους καρπούς των οποίων κανείς δεν μαζεύει και ότι πριν από είκοσι (20) χρόνια δεν ήξερε τι γινόταν. Από την άνω κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, δεν προέκυψαν παντάπασι πράξεις νομής εκ μέρους των εναγόντων, πολλώ δε μάλλον καμία από τις πράξεις που αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής, ενώ οι αναφερόμενες - εντελώς αορίστως - από τον ως άνω μάρτυρα πράξεις νομής, αποδίδονται, ως προς το χρόνο που έλαβαν χώρα, στον πεθερό του μάρτυρος Χ.
Μ., ο οποίος, όμως, ουδόλως αναφέρεται στην αγωγή ως δικαιοπάροχος των εναγόντων, έτσι ώστε να γίνει προσμέτρηση του χρόνου νομής αυτού στον χρόνο νομής των εναγόντων. Περαιτέρω, και ως προς τους αναφερόμενους στην αγωγή, ως άμεσους δικαιοπαρόχους των εναγόντων, Θεόδωρο και Α. Μ., η νομή των οποίων σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να προσμετρηθεί στη νομή των εναγόντων, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στην ανωτέρω υπ' αριθ. 3 μείζονα σκέψη, καθόσον δεν εμπεριέχεται στην αγωγή με ορισμένο τρόπο ανάλογος ισχυρισμός, ο άνω μάρτυρας απόδειξης κατέθεσε ότι οι ενάγοντες δεν είναι δυνατόν να απέκτησαν το ακίνητο από αυτούς το έτος 1980, καθόσον οι ανωτέρω (Θ.
και Α. Μ.) είχαν, ήδη, αποβιώσει από τη δεκαετία του 1950 (γεγονός που επιβεβαίωσε και η μάρτυρας ανταπόδειξης). Περαιτέρω, και οι προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις κρίνονται ήκιστα πειστικές, καθόσον, αφενός μεν συγκρινόμενες μεταξύ τους, αφετέρου δε και με τα εκτιθέμενα στο ιστορικό της αγωγής, περιέχουν αντιφατικούς και ασαφείς ισχυρισμούς, ενώ, εκτός από τις υπ' αριθ. 19.130/18-3-2010 και 2.251/9-11-2015, που δεν αναφέρουν πράξεις νομής των εναγόντων, οι λοιπές αρκούνται στην επανάληψη των αναφερόμενων στην αγωγή πράξεων, χωρίς συγκεκριμενοποίηση, ως προς το χρόνο που αυτές έλαβαν χώρα και, επιπλέον, έρχονται σε πλήρη αντίθεση με όσα κατάθεσε ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ο μάρτυρας απόδειξης.
Από τα ανωτέρω εκτεθέντα, δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες ασκούσαν επί του επιδίκου τις επικαλούμενες στο δικόγραφο της αγωγής τους πράξεις νομής, με διάνοια κυρίου από το έτος 1980 μέχρι το χρόνο άσκησης της κρινόμενης αγωγής, που οδηγούν σε κτήση κυριότητας στο πρόσωπό τους, με έκτακτη χρησικτησία". Μετά ταύτα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε στην ουσία την έφεση των εκκαλούντων (ήδη αναιρεσειόντων) κατά της 455/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., που είχε απορρίψει ως κατ' ουσία αβάσιμη την αγωγή των αναιρεσειόντων για αναγνώριση της συγκυριότητας τους στο επίδικο ακίνητο, κατά το ιδανικό καθενός από αυτούς μερίδιο, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
ΙΙΙ. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο, ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην κατ' άρθρ. 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι δεν είναι αναμφίβολο, αν λήφθηκαν υπόψη οι μνημονευόμενες (στο λόγο αναίρεσης) ένορκες βεβαιώσεις και ποιες από αυτές, αφού το Εφετείο δέχεται, ότι μόνο τρεις μπορούν να ληφθούν υπόψη κατά την τακτική διαδικασία και στην κατ' έφεση δίκη και στη συνέχεια αναφέρει ότι έλαβε υπόψη τόσο τις τρεις, που είχε λάβει υπόψη το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όσο και τις τρεις που έλαβαν αυτοί (αναιρεσείοντες) στις 19-11-2015 και είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει κατά τη συζήτηση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που αναφέρονται σε πράξεις νομής των αναιρεσειόντων και είναι ουσιώδεις.
Ο λόγος είναι αβάσιμος, γιατί, όπως επισκοπήθηκε, το Εφετείο όχι μόνο ρητά μνημονεύει στην επικεφαλίδα του αποδεικτικού πορίσματος, αλλά και από τις παραδοχές αυτού καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι έλαβε, υπόψη του (όχι μόνο από τις πρωτοδίκως ληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις τις κατά σειρά προτεραιότητας τρεις από αυτές, των οποίων και στο δεύτερο βαθμό έγινε επίκληση και προσκομιδή τους, αλλά και) τις τρεις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Γ.
Μ. (με αριθμό 2249), Γ. Ρ. (με αρ. 2250) και Κ. Α. με αρ.2251), που δόθηκαν και οι τρεις την 19-11-2015, ενώπιον της συμ/φου ... Μ. Σ., (ενώ δεν προέκυψε ότι με αρ. 2252 ένορκη βεβαίωση είχε ληφθεί από τους αναιρεσείοντες στις 19-11-15 ενώπιον της άνω συμ/φου και ότι αυτοί επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν τέτοια βεβαίωση στο Εφετείο, παρά τα όσα αντίθετα επικαλούνται οι αναιρεσείοντες στο λόγο αναίρεσης).
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στην υπ' αρ. 19 του άνω άρθρου πλημμέλεια διότι στην προσβαλλόμενη απόφασή του περιέχει αντιφατική αιτιολογία σε ουσιώδες ζήτημα, σχετικά με την εφαρμογή του άρθ. 270 παρ. 2 ΚΠολΔ για τις ένορκες βεβαιώσεις που έλαβε υπόψη, καθόσον αρχικά δέχθηκε, ότι μόνο τρεις ένορκες βεβαιώσεις μπορούν να ληφθούν υπόψη στη συγκεκριμένη υπόθεση, ενώ στη συνέχεια δέχεται ότι λαμβάνει υπόψη του έξι συνολικά ένορκες βεβαιώσεις.
Ο λόγος είναι απαράδεκτος, γιατί δεν ιδρύεται επί παραβίασης κανόνα δικονομικού δικαίου, όπως είναι η διάταξη του άρθ. 270 παρ. 2 ΚΠολΔ. Με τον τρίτο (τελευταίο) λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εφαρμογή των άρθρων 974 και 1054 ΑΚ, και κατά την εξέταση των πράξεων νομής, παρέλειψε να εξετάσει εκείνες τις πράξεις που προσιδίαζαν στη φύση του επιδίκου ακινήτου ως ακαλλιέργητου ακινήτου.
Έτσι, κατά τους αναιρεσείοντες, το Εφετείο με την προσβαλλομένη, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία ήταν οι συγκεκριμένες πράξεις νομής που μπορούσαν να ασκηθούν στο επίδικο ακαλλιέργητο ακίνητο με πυκνή βλάστηση, διδάγματα τα οποία ουδόλως έλαβε υπόψη του, με αποτέλεσμα να υποπέσει στην υπ' αρ. 1β του πιο πάνω άρθρου πλημμέλεια, άλλως στην πλημμέλεια του αρ. 19 του άνω άρθρου για έλλειψη νόμιμης βάσης.
Ο λόγος είναι απαράδεκτος και δη: Όσον αφορά στα φερόμενα ως παραβιασθέντα διδάγματα κοινής πείρας, αυτά (τα υπό το περιεχόμενο του λόγου προαναφερόμενα) δεν αποτελούν τέτοια διδάγματα, σύμφωνα και με την αντίστοιχη μείζονα σκέψη. Σε σχέση δε με την επικουρικώς προβαλλόμενη πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, εξαιτίας έλλειψης αιτιολογίας, κατά τα ως άνω, γιατί υπό την επίφαση της πλημμέλειας πλήττεται η περί τα πράγματα, αναιρετικώς ανέλεγκτη, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
IV. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς διερεύνηση, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να επιβληθεί στους ηττώμενους αναιρεσείοντες η δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (από τους οποίους η πρώτη αποβίωσε και συνεχίζει τη δίκη στη θέση αυτής, ως κληρονόμος, ο 5ος αναιρεσίβλητος), κατά παραδοχή του αιτήματός τους (άρθρ. 176, 183, 191 παρ.2, 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 9-6-2017 αίτηση των: 1.Α. Μ. του Χ., 2Α. Μ. του Κ., 3Α. Μ. του Γ., 4Κ. Μ. του Ι., 5.Των κληρονόμων του Μ. Μ. του Α. και Θ. και ) συζύγου του Ε. Μ. του Κ., ) , Ε. Μ., του Α. και Γ., τέκνου του προαποβιώσαντος υιού του, Α. Μ., γ) της εγγονής του, Α. Μ. του Α. και Γ., τέκνου του προαποβιώσαντος υιού του, Α. Μ., δ) του υιού του Κ. Μ. του Μ., 6.Σ. Μ. του Κ., 7.Σ. Μ. του Ν., 8.Μ. Μ. του Δ., 9Θ. Μ. του Ν., 10.Γ. Μ. του Χ. και 11. Κ. Μ. του Ι., για αναίρεση της 40/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου .... -Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και -Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, το ποσό της οποίας ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700€).- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Σελίδα 13 της 589/2020 πολιτικής απόφασης του Αρείου Πάγου Π.Π.