Supreme Court dismisses appeal for abuse of right due to failure to prove irreparable harm under Article 281 of the Civil Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece annulled the Court of First Instance's rejection of an abuse of right claim regarding a 70-year-old property dispute. The appellant argued that the State's decades of recognition of her ownership created a legitimate belief that her claim would be dismissed, yet the lower court failed to find the requisite irreparable consequences for the appellant. The Court ruled that the appellant did not substantiate the specific statutory requirements for abuse of right under Article 281 of the Civil Code, resulting in the case being remanded for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281 of the Civil Code; The doctrine of abuse of right requires the plaintiff to demonstrate that the reversal of the established legal situation causes irreparable or intolerable consequences to them, a threshold not met when the defendant has merely relied on long-standing administrative recognition.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 589 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 589/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 24η Ιανουαρίου 2018 , με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας-καλούσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ξενοδοχειακαί-Τουριστικαί και Οικοδομικαί Επιχειρήσεις-...", που εδρεύει στο ..., νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους Χρυσόστομο Βελάκη και Στυλιανό Σταματόπουλο που ανακάλεσε την από 23-1-2018 δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Του αναιρεσίβλητου-καθου η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην … το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αναστάσιο Ράλλη Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2.
Α. Των προσθέτως Παρεμβαινόντων:1) ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ" που εδρεύει στην …, νομίμως εκπροσωπουμένης, 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...-ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην …, νομίμως εκπροσωπουμένης, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Σπυριδούλα-Αγγελική Λιώση.
Β. Των προσθέτως Παρεμβαινόντων:1) ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... & ΣΙΑ ΕΕ" που εδρεύει στην …, νομίμως εκπροσωπουμένης από το διαχειριστή της Σ. Μ., 2) Σ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Φίλιππο Φυλακτόγλου.
Γ. Της προσθέτως Παρεμβαίνουσας: Χ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Γεωργία Σπανού.
Δ. 1.Δ. Κ. του Γ., 2. Μ. Κ. του Β. συζ. Δ. Κ. ,κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Σταύρο Δήμα.
Ε. Ι. Α. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Κεραμέα.
Ζ. Ν. Σ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Μπράνη δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Υπέρ της αναιρεσείουσας και κατά του αναιρεσίβλητου. Κοινοποιουμένη προς: 1. Εταιρεία με την επωνυμία "..."εδρεύουσα στην ... νομίμως εκπρωσοπουμένη, 2.Μ. συζ. Ν. Σ., κάτοικο ..., 3. Ι. Α., κάτοικο ... 4. Ν. Σ. του Ι., κάτοικο ... και ήδη διαμένοντος στο ..., 5. Ά. χήρα Β. Σ., το γένος Ο., κάτοικο ..., 6. Χ. Σ. του Β., κάτοικο ..., 7.Α. Σ.
του Β., κάτοικο .... Οι 1ος 2ος 5η 6ος και 7ος δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Ο 3ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Κεραμέα. Ο 4ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Μπράνη δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ Β. ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΘΕΤΩΣ ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΟΝΤΕΣ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ- ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ [κατά την δευτεροβάθμια δίκη]: 1.
Ε. συζ. Ι. Γ., το γένος Μ., κάτοικο ..., 2.Μ. Π., κάτοικο ..., 3. Α. συζ. Α. Π., κάτοικο ..., 4. Φ. Σ. του Κ., κάτοικο ..., 5. Κ. Λ. του Δ., κάτοικο ..., 6. Π. Κ. του Δ., κάτοικο ..., 7.Τον Χ. Α. του Ι., κάτοικο ..., 8. Α. Π. του Γ., κάτοικο ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Γ. ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΘΕΤΩΣ ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΟΝΤΕΣ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ [κατά την δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η υπ.
αριθ. 447/2017 απόφαση του Γ’ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου]: 1. Ετερόρρυθμη Εταιρία με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ EE" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Ανώνυμη Εταιρία με την επωνυμία "... - ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" που εδρεύει στην …, και εκπροσωπείται νόμιμα, 3. Ετερόρρυθμη Εταιρίας με την επωνυμία "...
ΚΑΙ ΣΙΑ EE" που εδρεύει στην …, και εκπροσωπείται νόμιμα από τον διαχειριστή της Σ. Μ., 4. Σ. Μ. του Γ., κάτοικο ..., 5 Χ. Μ. του Γ., κάτοικο ..., οι οποίοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-12-1988 αγωγή του αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκε με πρόσθετες, υπέρ της εναγομένης ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας, παρεμβάσεις.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3139/1989 που διέταξε αποδείξεις και 5722/1997 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου.
Το αναιρεσίβλητο προσέβαλε την τελευταία απόφαση ενώπιον του Εφετείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3866/1998 αναβλητική, 637/1999 που διέταξε συμπληρωματική πραγματογνωμοσύνη, .../2000 για αντικατάσταση του πραγματογνώμονα, .../2012 εκ νέου αναβλητική που διέταξε και 2η συμπληρωματική πραγματογνωμοσύνη, .../2014 Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 18-11-2014 αίτησή της..
Εκδόθηκε η 447/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης.
Με την από 21-6-2017 κλήση της η αναιρεσείουσα επανέφερε την από 18-11-2014 αίτησή της προς συζήτηση. Οι προσθέτως παρεμβαίνοντες με τις από 27-9-2016, 30-9-2016, 30-9-2016, 21-11-2017, 22-11-2017, 8-12-2017 πρόσθετες παρεμβάσεις τους αντίστοιχα προς το Δικαστήριο τούτο, ζήτησαν όσα αναφέρονται σε αυτές.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 5-5-2016 έκθεση της Αρεοπαγίτη Ελένης Διονυσοπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.
Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων που παραστάθηκαν ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 21-6-2017 κλήση της αναιρεσείουσας, φέρονται προς συζήτηση η από 18-11-2014 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’ αριθ. .../2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και οι πρόσθετες υπέρ της αναιρεσείουσας παρεμβάσεις, ήτοι από 30-9-2016 της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε." και του Σ. Μ. του Γ., από 27-9-2016 της ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "...
ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε." και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΠΙΛΟΓΗ ΚΤΙΡΙΩΝ- ...- ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και από 30-9-2016 της Χ. Μ. του Γ., μετά την έκδοση της υπ’ αριθ. 447/2017 απόφασης του δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, διότι δεν προέκυπτε η κλήτευση των προσθέτως παρεμβάντων υπέρ της εφεσίβλητης-αναιρεσείουσας προσώπων, που δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά της που ήταν γραμμένη στο πινάκιο.
Όπως προκύπτει από τις με επίκληση προσκομιζόμενες υπ’ αριθ. .../15-11-2017, .../16-11-2017, .../16-11-2017, ...15-11-2017, .../15-11-2017, .../15-11-2017, ...15-11-2017 και .../15-11-2017 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών Ο. Σ., τις από 16-11-2017, 18-11-2017 και 15-11-2017 εκθέσεις εγχείρησης θυροκολληθέντος δικογράφου που υπογράφουν οι Αξιωματικοί Υπηρεσίας των Α.Τ.
Κηφισιάς Αστυφύλακας Ε. Κ. την πρώτη και Α.Τ. Φιλοθέης-Ψυχικού Αστυφύλακας Μ. Χ. τις δεύτερη και τρίτη και τις από 17-11-2017, 16-11-2017, 16-11-2017 βεβαιώσεις της υπαλλήλου ΕΛΤΑ Γ. Κ. (που αφορούν τους δεύτερο, πέμπτο και έκτο των αμέσως κατωτέρω αναφερομένων), τα πρόσωπα αυτά (Ε. σύζυγος Ι. Γ., Μ. Π., Α. σύζυγος Α. Π., Φ. Σ., Κ.
Λ., Π. Κ., Χ. Α. και Α. Π.) κλητεύθηκαν νομοτύπως για να παραστούν κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (24-1-2018).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 80 και 81 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης αποφάσεως, να ασκήσει, προκειμένου να υποστηρίξει τον διάδικο αυτόν, πρόσθετη παρέμβαση, η οποία ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή και κοινοποιείται σε όλους τους διαδίκους.
Από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ προκύπτει ότι πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί και το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, το ότι δε η διάταξη αυτή δεν αναφέρεται στο άρθρο 573 παρ. 1, στο οποίο απαριθμούνται οι εφαρμοζόμενες στην αναιρετική διαδικασία διατάξεις του ίδιου Κώδικα, δεν αποτελεί επιχείρημα υπέρ της αντίθετης άποψης, γιατί οι διατάξεις του πρώτου βιβλίου του ΚΠολΔ, στο οποίο περιλαμβάνεται και το προαναφερόμενο άρθρο, εφαρμόζονται σε όλες τις διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένης και της διαδικασίας ενώπιον του Αρείου Πάγου (Ολ.ΑΠ 14/2008, ΟλΑΠ 13/2006, ΟλΑΠ 25/2004).
Εξάλλου η έλλειψη της επίδοσης, παρά το ότι συνιστά έλλειψη όρου του υποστατού της αγωγής, της παρέμβασης κλπ, δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αλλά πρέπει να προτείνεται και συνεπάγεται ακυρότητα τότε μόνον, αν κατά την κρίση του δικαστηρίου, επέφερε στον προτείνοντα διάδικο βλάβη που δεν μπορεί να επανορθωθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας (άρθρ. 159 περ.
γ και 160 παρ. 1 ΚΠολΔ) (Ολ ΑΠ 1/1996). Εξ ετέρου από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔικ σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 68 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, το οποίο πρέπει να προσδιορίζεται κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 81 παρ. 1 εδ.
β ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 5/2003, Ολ ΑΠ 8/1998, Ολ ΑΠ 38/1997). Εννομο συμφέρον προς παρέμβαση υφίσταται όταν με αυτήν μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία εις βάρος του νομικής υποχρέωσης. Πρέπει, όμως αυτά είτε να απειλούνται από τη δεσμευτικότητα ή την εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί, είτε να υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, δηλαδή κριτήριο του εννόμου συμφέροντος είναι οι δυσμενείς εις βάρος του παρεμβαίνοντος συνέπειες της απόφασης, δηλαδή του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας.
Η έλλειψη του εννόμου συμφέροντος, συνεπάγεται την απόρριψη της πρόσθετης παρέμβασης ως απαράδεκτης (Ολ. ΑΠ 5/2003, Ολ. ΑΠ 8/1998, ΑΠ 1343/2015), ο δε προσθέτως παρεμβαίνων περιορίζεται στην αναιρετική διαδικασία σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, στις οποίες εξαντλείται το δικαίωμα των κυρίων διαδίκων.
Στην προκειμένη περίπτωση, τόσο τα ήδη ανωτέρω νομικά και φυσικά πρόσωπα (ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε." και Σ. Μ. του Γ., ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε." και ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΠΙΛΟΓΗ ΚΤΙΡΙΩΝ- ...- ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και Χ.
Μ. του Γ.), όσο και οι 1) Δ. Κ. του Γ. και Μ. Κ. σύζυγος Δ. Κ., 2) Ι. Α. του Σ. και 3) Ν. Σ. του Ι., άσκησαν ενώπιον του Αρείου Πάγου με τα από 30-9-2016, 27-9-2016, 30-9-2016, 8-12-2017, 21-11-2017 και από 22-11-2017 ιδιαίτερα δικόγραφα, εκ των οποίων τα τρία τελευταία κατατέθηκαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου στις 13-12-2017, 22-11-2017 και 22-11-2017 αντίστοιχα, πρόσθετες παρεμβάσεις υπέρ της αναιρεσείουσας, επικαλούμενοι έννομο συμφέρον συνιστάμενο στο γεγονός ότι επί της επίδικης εδαφικής έκτασης έχουν αποκτήσει, κατά τους αναλυτικά αναφερόμενους νομίμους τρόπους, από την αναιρεσείουσα την κυριότητα οικοπέδων και οριζοντίων ιδιοκτησιών σε κτίσματα (πολυκατοικίες) που ευρίσκονται εντός της διεκδικούμενης από το αναιρεσίβλητο επίδικης έκτασης.
Επομένως, οι πρόσθετες αυτές παρεμβάσεις, στο δικόγραφο των οποίων γίνεται, κατά τα άνω, σαφής επίκληση του εννόμου συμφέροντος αυτών προς άσκησή τους, προκειμένου να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκαν παραδεκτώς και πρέπει να ερευνηθούν μαζί με την αίτηση.
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα, στην έννοια του οποίου περιλαμβάνεται και το εμπράγματο τοιούτο, θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίσουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού εκείνη τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσας κατάστασης υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσας για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των από την ανωτέρω διάταξη διαγραφομένων ορίων.
Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, ενώ αρκεί και η επέλευση δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην μικρότερο του για την παραγραφή του δικαιώματος από το νόμο προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (Ολ ΑΠ 7/2002, Ολ ΑΠ 8/2001, ΑΠ 1225/2017, 206/2017).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 1/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των από 29-5-1989 προτάσεων της αναιρεσείουσας-εναγομένης κατά την πρώτη συζήτηση της από 1-12-1988 διεκδικητικής κυριότητας του επιδίκου ακινήτου αγωγής του αναιρεσιβλήτου κατ’ αυτής, η τελευταία προέβαλε, πλην άλλων, την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος τόσο με τη μορφή της επί δεκαετίες, δηλονότι τουλάχιστον για χρονικό διάστημα 70 ετών, αναγνώρισης από το αναιρεσίβλητο του δικού της δικαιώματος κυριότητας επί της επίδικης έκτασης με σειρά επιδηλωτικών αυτής (αναγνώρισης) πράξεων (έκδοση σχετικών υπουργικών αποφάσεων, καταβολή αποζημιώσεων λόγω απαλλοτρίωσης στην ίδια, ως δικαιούχο, εγκρίσεις ρυμοτομικού σχεδίου για τμήμα της επίδικης έκτασης, εκδόσεις αδειών ανοικοδόμησης κτισμάτων επ’ αυτής, εκδόσεις αδειών εκμετάλλευσης λατομείου επί άλλου τμήματός της), όσο και με τη μορφή της πλήρους αποδυνάμωσής του, δημιουργώντας σ’ εκείνη την εύλογη πεποίθηση ότι το αναιρεσίβλητο δεν θα ασκήσει το με την αγωγή ασκούμενο δικαίωμά του.
Το Εφετείο απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του την, ως άνω, προβληθείσα ένσταση ως μη νόμιμη, διότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλέσθηκε ότι από την εκ των υστέρων ανατροπή της υφιστάμενης κατάστασης που επιχειρείται με τη μεταβολή της στάσης του δικαιούχου Ελληνικού Δημοσίου επέρχονται αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για την ίδια, ώστε η ένσταση να στοιχειοθετείται κατά το άρθρο 281 ΑΚ.
Αξιώνοντας όμως το Εφετείο την επίκληση και τη συνδρομή περισσοτέρων στοιχείων (επέλευση αφόρητων ή δυσβάστακτων συνεπειών) από εκείνα που η αμέσως ανωτέρω διάταξη ουσιαστικού δικαίου απαιτεί, όπως αναλύθηκε στη μείζονα σκέψη, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ευθείας παραβίασής της, κατά τον βάσιμο περί τούτου ένατο λόγο της αναίρεσης.
Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε και του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην καταθέσασα αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας και των προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαινόντων, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 182, 183 ΚΠολΔ, 22 ν. 3693/1957).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθ. .../2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο, ως άνω, Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ και των προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαινόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των εκατό (100) ευρώ για κάθε πρόσθετη παρέμβαση .
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Μαρτίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ