Legislator Case Law & Legislation
589/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on evidence evaluation, upholding lower court's assessment of witness testimony and documents.

Case Number 589/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision awarding damages for moral harm. The appellant argued that the appellate court failed to consider specific evidence, but the court found all submitted documents and witness testimonies had been properly evaluated. The court ruled that the appellate court's assessment of evidence falls within its exclusive authority and cannot be reviewed by the Supreme Court.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court cannot review the substantive evaluation of evidence by the court of first instance or appeal, as such assessment is within the exclusive discretion of the lower court.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evidence evaluation witness testimony court discretion moral damages civil procedure Supreme Court review

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 589 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 589/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Π. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σαμαρτζή.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Ε. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Σούλτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-6-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3029/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 1450/2012 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-10-2014 αίτησή του και τους από 16-11-2015 πρόσθετους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 7-12-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων αυτής λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τους από 16-11-2015 παραδεκτά και εμπροθέσμως ασκηθέντες πρόσθετους λόγους, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ’ αριθ. 1450/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την από 30-9-2009 έφεση του ήδη αναιρεσίβλητου, και εξαφάνισε την εκκαλούμενη 3029/2009 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με αυτή είχε απορριφθεί κατ’ ουσίαν η από 1-6-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που είχε έρεισμα στην σύμβαση εντολής και την αδικοπραξία και με την οποία ζητείτο να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 400.007,36 ευρώ ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Στη συνέχεια με την εφετειακή απόφαση η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή κατ’ ουσίαν και αναγνωρίσθηκε ότι ο αναιρεσείων υποχρεούται να καταβάλλει νομιμοτόκως στον αναιρεσίβλητο από τις παραπάνω αιτίες το ποσό των 355.051,36 ευρώ, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1351/2011).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των άρθρων 713 και 714 του ΑΚ προκύπτει, ότι ο εντολοδόχος οφείλει να διεξαγάγει την ανατεθείσα σ’ αυτόν υπόθεση, να πράξει, δηλαδή, για λογαριασμό του εντολέα του καθετί που υποσχέθηκε και επιβάλλει η φύση της υποθέσεως, ευθύνεται δε έναντι του εντολέα του για κάθε πταίσμα. Σε περίπτωση μη εκπληρώσεως της συμβάσεως ή πλημμελούς εκπληρώσεως ή παραβάσεως των νομίμων υποχρεώσεών του, ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να ανορθώσει κάθε ζημία, θετική και αποθετική, την οποία υπέστη ο εντολέας και η οποία έχει ως γενεσιουργό αιτία πταίσμα του (ακόμη και ελαφρά αμέλεια), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 ΑΚ.

Εξάλλου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 719 ΑΚ, ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της. Επομένως, αν αυτός στα πλαίσια νόμιμης σύμβασης εντολής έλαβε χρήματα από τον εντολέα του, προκειμένου να προβεί, για λογαριασμό του τελευταίου, στην αγορά κινητών πραγμάτων, έχει συμβατική υποχρέωση, να αποδώσει στον εντολέα του τα πράγματα που απέκτησε για λογαριασμό αυτού, εφόσον εκτέλεσε την εντολή ή, αλλιώς, να του επιστρέψει τα χρήματα που έλαβε για την εκτέλεση της σύμβασης αυτής.

Εφόσον δε συντρέχουν οι προϋποθέσεις της αδικοπραξίας, δηλαδή παράνομη και υπαίτια ιδιοποίηση των δοθέντων προς εκτέλεση της εντολής χρημάτων ή των αποκτηθέντων για λογαριασμό του εντολέα πραγμάτων, υφίσταται και υποχρέωση του εντολοδόχου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 914 ΑΚ σε συνδυασμό με αυτές του άρθρου 375 ΠΚ, να αποδώσει τα ληφθέντα ή την αξία των αποκτηθέντων πραγμάτων, ως αποζημίωση (ΑΠ 655/2011, ΑΠ 956/2009, ΑΠ 164/2008, ΑΠ 1992/2007).

Επομένως, ο εντολοδόχος διαπράττει υπεξαίρεση, όταν αρνείται να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε, κατ’ άρθρο 719 ΑΚ, καθώς και ό,τι προκαταβλήθηκε σ’ αυτόν, κατ’ άρθρο 721 ΑΚ, από τον εντολέα, για την εκτέλεση της εντολής και δε διατέθηκε προς τούτο, δεδομένου ότι δεν καθίσταται κύριος των δοθέντων σ’ αυτόν από τον εντολέα, για την εκτέλεση της εντολής.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 1450/2012 απόφασή του, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, δέχτηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: «Το έτος 1999, οι διάδικοι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στον "Όμιλο ...", ο μεν ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) ως εμπορικός διευθυντής του ραδιοφωνικού σταθμού "...", ο δε εναγόμενος (ήδη αναιρεσείων) ως γενικός διευθυντής του εν λόγω ομίλου, στον οποίο ανήκαν τόσο ο παραπάνω ραδιοσταθμός, όσο και οι εφημερίδες "..." και "...".

Λόγω της επαγγελματικής τους συνεργασίας, είχε αναπτυχθεί μεταξύ τους φιλική σχέση, στα πλαίσια της οποίας ο εναγόμενος πρότεινε στον ενάγοντα, με έντονες προς αυτόν παροτρύνσεις, να επενδύσει ένα σημαντικό χρηματικό ποσό σε μετοχές της εταιρίας "... Α.Ε.", τις οποίες μπορούσε ο πρώτος να αγοράσει για λογαριασμό του δεύτερου (ενάγοντος).

Ο ενάγων αποδέχθηκε την πρόταση αυτή και το από 12-11-1999 έως 17-12-1999 χρονικό διάστημα κατέθεσε, στον τηρούμενο στην ... της Ελλάδος υπ’ αριθ. ... λογαριασμό του εναγομένου, το συνολικό ποσό των 117.700.000 δραχμών,.......... ενώ στις αρχές Δεκεμβρίου του ίδιου έτους κατέβαλε στον εναγόμενο σε μετρητά 1.580.000 δραχμές, δηλαδή, συνολικά, κατέβαλε το ποσό των 119.280.000 ......

δραχμών, ισόποσο των 350.051,36 ευρώ., με την εντολή να αγοράσει, για λογαριασμό του (ενάγοντος), 28.000 κοινές ονομαστικές μετοχές της άνω εταιρίας και να τις παραδώσει σ’ αυτόν μέχρι και την 31-12-1999. Για την απόδειξη της εν λόγω συμφωνίας, ο εναγόμενος υπέγραψε ενώπιον του ενάγοντος δήλωση, στην οποία αναφέρει κατά λέξη τα εξής: "Παρέλαβα από τον κο Ε.

Β. του Β. το ποσό των 119.280.000 δραχμών μέσω του λογαριασμού μου στην ... (αρ. λογ. ...) προκειμένου να του δώσω για τα παραπάνω χρήματα 28.000 τεμάχια (εννοεί μετοχές) της εταιρίας ... Α.Ε. (κοινά)" (βλ. την ..... χωρίς ημερομηνία δήλωση με την ιδιόχειρη υπογραφή του εναγομένου, η γνησιότητα της οποίας δεν αμφισβητείται από τον τελευταίο).

Η παραπάνω, όμως, προθεσμία παρήλθε άπρακτη, χωρίς ο εναγόμενος να παραδώσει στον ενάγοντα τις εν λόγω μετοχές, ή να του επιστρέψει το χρηματικό ποσό, που είχε λάβει για την αγορά αυτών. Την 13-2-2003, ο ενάγων του κοινοποίησε την από 3-2-2003 εξώδικη δήλωση-πρόσκλησή του, με την οποία κάλεσε αυτόν να του αποδώσει, εντός πέντε ...

εργασίμων ημερών από την επίδοση του εξωδίκου, το ως άνω οφειλόμενο χρηματικό ποσό ......... προθεσμία, όμως, που παρήλθε άπρακτη. Σε απάντηση ο εναγόμενος κοινοποίησε στον ενάγοντα, στις 27-2-2003 ......... την από 20-2-2003 εξώδικη δήλωση και διαμαρτυρία του, με την οποία αφού αρνήθηκε τους περιεχόμενους στο προηγούμενο εξώδικο ισχυρισμούς του ενάγοντος, ανέφερε, ότι παρέδωσε (ο εναγόμενος) το χρηματικό ποσό στον Μ. ...

του Ε., κύριο των επίμαχων μετοχών, από τον οποίο ο ενάγων θα έπρεπε να το αναζητήσει. Ακολούθησε νέα εξώδικη δήλωση του ενάγοντος, η από 5-3-2003, που κοινοποιήθηκε στον εναγόμενο στις 11-3-2003 ...... με την οποία ο πρώτος κάλεσε το δεύτερο, για τελευταία φορά, εντός 24 ωρών από την επίδοσή της, να του επιστρέψει το οφειλόμενο χρηματικό ποσό, τονίζοντάς του, ότι σε περίπτωση παρέλευσης άπρακτης και της προθεσμίας αυτής, θα υποβάλει σχετική μήνυση εναντίον του, στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών, για τη τελεσθείσα εκ μέρους του αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης.

Περαιτέρω, οι διάδικοι προχώρησαν στην υπογραφή του από 11-4-2003 ιδιωτικού συμφωνητικού, με το οποίο ο εναγόμενος, αφού ομολόγησε την παραλαβή από τον ενάγοντα εντολέα του του χρηματικού ποσού των 119.280.000 δραχμών ή 350.051,36 ευρώ, μέσω του υπ’ αριθ. ... λογαριασμού του στην ..., για την εκτέλεση της άνω εντολής, ήτοι την αγορά για λογαριασμού αυτού (ενάγοντος) 28.000 κοινών μετοχών της εταιρίας "...

Α.Ε.", τη μη εκτέλεση της εντολής αυτής και τη μη επιστροφή στον ενάγοντα του ανωτέρω ποσού, ανέλαβε την υποχρέωση, να καταβάλει στον τελευταίο το οφειλόμενο ποσό, σε τρεις (3) δόσεις, ...... Για το σκοπό αυτό και "χάριν καταβολής", ο εναγόμενος εξέδωσε, ..... τις υπ’ αριθ. ... τραπεζικές επιταγές, αντίστοιχα, ποσού 140.000 ευρώ, η πρώτη, 105.051,36 ευρώ, η δεύτερη και 105.000 ευρώ, η τρίτη, πληρωτέες σε διαταγή του ενάγοντος, από την "...

της Ελλάδος Α.Ε.", με χρέωση του τηρούμενου εκεί λογαριασμού του, οι οποίες παραδόθηκαν στον ορισθέντα, με το ίδιο όπως παραπάνω συμφωνητικό, θεματοφύλακα Ι. Κ., δικηγόρο, με ρητή εντολή να παραδώσει κάθε μια από τις επιταγές στον ενάγοντα, κατά την αντίστοιχη ημεροχρονολογία έκδοσης-λήξης τους ..... Ο ενάγων παρέλαβε τις επιταγές, κατόπιν ρητής υπόσχεσης του εναγομένου και με τη ρητή επιφύλαξη του ίδιου (ενάγοντος) ότι θα πληρωθούν οι επιταγές κατά την αντίστοιχη ημερομηνία λήξης τους .....

Ρητά δε ορίστηκε, ότι, σε περίπτωση μη πληρωμής έστω και μιας από τις παραπάνω δόσεις, στην συμφωνηθείσα ημερομηνία, παύει η ισχύς του συμφωνητικού και ο ενάγων δικαιούται να επιδιώξει την είσπραξη ολόκληρου του ποσού των 350.051,31 ευρώ, με κάθε νόμιμο μέσο, και με άμεση εμφάνιση των επιταγών στην πληρώτρια τράπεζα προς πληρωμή, καθώς και ότι η έκδοση και παράδοση των επιταγών στον ενάγοντα, σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί εξόφληση προς αυτόν της αντίστοιχης οφειλής του εναγομένου.....

Παρά τα συμφωνηθέντα, ο εναγόμενος δεν κατέβαλε την πρώτη των παραπάνω δόσεων η δε αντίστοιχη επιταγή, ποσού 140.000 ευρώ, με ημερομηνία λήξης 10-4-2004, καίτοι εμφανίσθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στην πληρώτρια τράπεζα (... της Ελλάδος), προς πληρωμή, δεν πληρώθηκε, λόγω έλλειψης αντίστοιχων διαθεσίμων κεφαλαίων.

Κατόπιν τούτου, έπαυσε η ισχύς του ιδιωτικού συμφωνητικού, σύμφωνα με τον πέμπτο ..... όρο αυτού. Ο εναγόμενος, όμως, δεν επέστρεψε, μέχρι σήμερα, στον ενάγοντα το ποσό των 350.051,36 ευρώ (ισόποσο των 119.280.000 δραχμών), το οποίο είχε λάβει από τον τελευταίο, προς εκπλήρωση της εντολής του (αγορά για λογαριασμό του των άνω μετοχών), καίτοι δεν εκπλήρωσε την υποχρέωσή του αυτή, ιδιοποιούμενος παράνομα το εν λόγω ποσό.

Ο ισχυρισμός του ...... εναγομένου, που προβλήθηκε και πρωτόδικα, ότι η συμμετοχή του στη συναλλαγή της αγοράς των μετοχών της εταιρίας "... Α.Ε." είχε τον καθαρά διεκπεραιωτικό χαρακτήρα της παράδοσης του καταβληθέντος από τον ενάγοντα χρηματικού ποσού, στον Μ. ..., ο οποίος θα προέβαινε στην αγορά μετοχών για λογαριασμό τόσο του ίδιου (εναγομένου), όσο και του ενάγοντος, στα πλαίσια τριμερούς μεταξύ τους συμφωνίας, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε τέτοια συμφωνία.

Εξάλλου, οι μεταξύ του εναγομένου και του Μ. ... συμφωνίες, για αγορά και παράδοση μετοχών της εταιρίας "... Α.Ε.", δεν δεσμεύουν τον μη συμβληθέντα ενάγοντα και δεν απαλλάσσουν τον εναγόμενο από την υποχρέωσή του για απόδοση στον τελευταίο του ανωτέρω ποσού. Το ίδιο έκρινε και το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το υπ’ αριθ. 2601/2009, ήδη αμετάκλητο ......

βούλευμά του, με το οποίο απορρίφθηκε η έφεση του εναγομένου κατά του υπ’ αριθ. 2408/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Με το τελευταίο αυτό βούλευμα, παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος εναγόμενος στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου κακουργημάτων Αθηνών, για να δικαστεί ως υπαίτιος υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που του είχαν εμπιστευθεί, λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, το αντικείμενο της οποίας υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, πράξη την οποία τέλεσε στις 31-12-1999 σε βάρος του ήδη ενάγοντος και, συγκεκριμένα, για υπεξαίρεση του επίδικου χρηματικού ποσού των 119.280.000 δραχμών, που του είχε καταβάλει ο ενάγων για την αγορά των επίμαχων μετοχών.

Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από το γεγονός, ότι ο Μ. ... καταδικάστηκε με τις υπ’ αριθ. 1833 και 1919/2007 αποφάσεις του ΣΤ’ Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, σε κάθειρξη έξι (6) ετών, για κακουργηματική υπεξαίρεση σε βάρος του εναγομένου, ενόψει και του ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος, ο οποίος δικάστηκε απών, ουδέποτε αναγνώρισε ευθύνη του, απορρέουσα από δοθείσα εκ μέρους του ενάγοντος εντολή ....

ενώ κατά της ανωτέρω καταδικαστικής απόφασης εκκρεμεί έφεση αυτού. Επίσης, δεν αναιρούνται από την περιεχόμενη, στο ως άνω από 11-4-2003 συμφωνητικό των διαδίκων ..... δήλωση του ενάγοντος, περί παροχής κάθε δυνατής βοήθειας και συνδρομής στον εναγόμενο, για την από μέρους του δικαστική επιδίωξη, του αντίστοιχου χρηματικού ποσού από τον Μ. ..., στον οποίο "κατά δήλωση του εναγομένου" έχει καταβληθεί, αφού η δήλωση αυτή (μονομερής) του εναγομένου δεν σημαίνει συμφωνία του ενάγοντος για καταβολή του επίδικου χρηματικού ποσού στον Μ. ....

Εξάλλου, η παραπάνω δέσμευση του ενάγοντος για παροχή βοήθειας και συνδρομής στον εναγόμενο, δόθηκε στα πλαίσια της μεταξύ τους κύριας συμφωνίας ("στα πλαίσια του παρόντος"), προς επιστροφή σ’ αυτόν από τον τελευταίο του οφειλόμενου ποσού, όπως ρητά αναφέρεται στο άνω συμφωνητικό. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του εναγομένου, που προβλήθηκε στον πρώτο βαθμό και επαναφέρεται με τις προτάσεις του στην παρούσα δίκη, ότι προέβη στην υπογραφή του εν λόγω συμφωνητικού και εξέδωσε τις αναφερόμενες, στο ίδιο, τραπεζικές επιταγές, κατόπιν απειλών και ψυχολογικής πίεσης που του άσκησε ο ενάγων, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος καθόσον από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε.

Αντίθετα, προέκυψε, ότι το από 11-4-2003 συμφωνητικό, το οποίο συνήψαν οι διάδικοι, με την παρουσία των νομικών παραστατών τους, αποτελεί προϊόν ελεύθερης βούλησης των συμβαλλομένων. Επίσης, ο εναγόμενος υπέβαλε κατά του ενάγοντος σχετική μήνυση και ασκήθηκε εναντίον αυτού ποινική δίωξη, για τις πράξεις της εκβίασης και απάτης σε βαθμό κακουργήματος, για τις οποίες, όμως, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το υπ’ αριθ. 2419/2006 βούλευμά του, που επικυρώθηκε με το υπ’ αριθ. 2119/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών ....

αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του ενάγοντος, κρίνοντας ως ουσιαστικά αβάσιμους τους ισχυρισμούς του μηνυτή (εναγομένου) α) ότι τα χρήματα για την αγορά των επίδικων 28.000 μετοχών της εταιρίας "... Α.Ε.", του παραδόθηκαν από τον τότε κατηγορούμενο (ενάγοντα), για να τα δώσει με τη σειρά του στον Μ. ..., ως κύριο των εν λόγω μετοχών, β) ότι συμφώνησαν οι διάδικοι να επιδιώξουν δικαστικά, από κοινού, τα χρήματά τους από τον τελευταίο, στον οποίο ο μηνυτής, κατά τους ισχυρισμούς του, είχε καταβάλει πολλαπλάσιο ποσό (από τον κατηγορούμενο ενάγοντα), για την αγορά μετοχών και γ) ότι ο ίδιος (μηνυτής-εναγόμενος) προέβη στην έκδοση των παραπάνω επιταγών, εκβιαστικά, μετά την άσκηση ψυχολογικής πίεσης και απειλών που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο-ενάγοντα, περί οικονομικής καταστροφής του και διακοπής της ροής διαφημίσεων προς τον ραδιοφωνικό σταθμό ..., του οποίου, κατά την περίοδο εκείνη, ήταν ιδιοκτήτης (ο μηνυτής εναγόμενος).

Με βάση τα προαναφερθέντα, ο εναγόμενος τέλεσε σε βάρος του ενάγοντος το αδίκημα της υπεξαίρεσης ποσού 119.280.000 δραχμών, ισοπόσου των 350.051,36 ευρώ, εξαιτίας του οποίου ο τελευταίος υπέστη ισόποση θετική ζημία ίση προς το υπεξαιρεθέν ποσό, καθώς και ηθική βλάβη. Για την αποκατάσταση αυτής, πρέπει να επιδικαστούν στον ενάγοντα, ως χρηματική ικανοποίηση, πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ .....

Έτσι, το συνολικό χρηματικό ποσό, που υποχρεούται ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα, για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, ανέρχεται σε 355.051,36 ........ ευρώ, ως προς το οποίο η κρινόμενη αγωγή έπρεπε να γίνει δεκτή.....». Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Εφετείο, κρίνοντας αντίθετα προς την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αφού εξαφάνισε την τελευταία, κατά παραδοχή της εφέσεως του αναιρεσίβλητου, δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή και αναγνώρισε ότι ο αναιρεσείων (εναγόμενος) οφείλει να καταβάλει νομιμοτόκως στον αναιρεσίβλητο (ενάγοντα) για τις παραπάνω αιτίες το συνολικό ποσό των 355.051,36 ευρώ.

Με αυτά που δέχθηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 713, 714, 719, 721, 914 ΑΚ, και 375 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και συγκεκριμένα, "ότι μεταξύ των διαδίκων, οι οποίοι διατηρούσαν ιδιαίτερη φιλία ενόψει και της συνεργασίας τους στο ραδιοφωνικό σταθμό ..., στα πλαίσια της οποίας ο ήδη αναιρεσίβλητος αποδέχθηκε πρόταση του αναιρεσείοντος αγοράς μετοχών της εταιρείας "...

ΑΕ" βάσει της οποίας ο πρώτος παρέδωσε στον δεύτερο σε δόσεις το συνολικό ποσό των 119.280.000 δραχμών, ισόποσο των 350.051,36 ευρώ, καταθέτοντας το ποσό αυτό στον ατομικό λογαριασμό του αναιρεσείοντος στην ... με την ρητή εντολή να αγοράσει για λογαριασμό του αναιρεσιβλήτου 128.000 μετοχές της εταιρίας "... Α.Ε.", εντούτοις, μολονότι ο αναιρεσείων δεν εκπλήρωσε την παραπάνω εντολή (αγορά και παράδοση στον αναιρεσίβλητο των παραπάνω μετοχών) αρνείται να του επιστρέψει το παραπάνω ποσό, το οποίο παρακράτησε και ιδιοποιήθηκε παράνομα διαπράττοντας την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης", πληρούσαν το πραγματικό των παραπάνω διατάξεων.

Εξάλλου το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν ως προς το νόμιμο χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις.

Οι ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ που προβάλλονται με τον πρώτο πρόσθετο λόγο, είναι αβάσιμες καθόσον δεν ήταν αναγκαίες για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης 1) ο ειδικότερος προσδιορισμός του χρόνου καταρτίσεως της επίμαχης συμφωνίας των διαδίκων, ενώ το περιεχόμενο αυτής με σαφήνεια εκτίθεται στην απόφαση, οι δε αιτιάσεις του αναιρεσειόντος αναφορικά με το χρόνο και το περιεχόμενο της μεταξύ αυτού και του Μ. ...

συμφωνίας, δεν ασκούν έννομη επιρροή στην προκειμένη δίκη, 2) εξειδίκευση της αιτίας για την οποία ο αναιρεσίβλητος συμφώνησε με το από 11-3-2003 συμφωνητικό να παράσχει βοήθεια στον αναιρεσείοντα για την εκ μέρους του δικαστική επιδίωξη του επίδικου χρηματικού ποσού από τον Μ. ..., αφού κατά τις παραδοχές του εφετείου, οι μεταξύ αναιρεσείοντος και Μ. ...

συμφωνίες δεν δεσμεύουν τον μη συμβληθέντα αναιρεσίβλητο, η δε δήλωση του αναιρεσείοντος στο συμφωνητικό αυτό ότι έχει καταβάλει στον Μ. ... το επίδικο ποσό, ως μονομερής, δεν σημαίνει και συμφωνία του αναιρεσιβλήτου για καταβολή του ποσού στον Μ. ... και 3) ο λόγος για τον οποίο ο αναιρεσίβλητος δεν αγόρασε μόνος του τις μετοχές αλλά έδωσε εντολή προς τούτο στον αναιρεσείοντα.

Καμμία αντίφαση εξάλλου δεν υπάρχει μεταξύ της παραδοχής του εφετείου ότι ο αναιρεσείων ιδιοποιήθηκε το επίδικο ποσό και εκείνης ότι οι μεταξύ αυτού και του Μ. ... δεν δεσμεύουν τον αναιρεσίβλητο. Επομένως, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου και πρώτος των προσθέτων λόγων, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Εξάλλου, οι ίδιοι λόγοι της αναίρεσης, κατά τις σ’ αυτούς περιλαμβανόμενες αιτιάσεις από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω κρίσιμα ζητήματα, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους ίδιους δε λόγους κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του αρθ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.

Εξάλλου, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ’ ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ.ΑΠ 3/1997).

Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους κατωτέρω λόγους του αναιρετηρίου και του δικογράφου των προσθέτων λόγων προβάλλονται οι ακόλουθες αιτιάσεις από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα, ότι το Εφετείο, αφενός μεν δεν έλαβε υπόψη νομίμως προταθέντες ισχυρισμούς, αφετέρου δε έλαβε υπόψη μη προταθέντες ισχυρισμούς, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, 1) Με τον δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο του αναιρετηρίου και τον δεύτερο των προσθέτων λόγων, ο αναιρεσείων προβάλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα νομίμως ισχυρισμό του "ότι η είσπραξη των χρημάτων που κατέβαλε ο αναιρεσίβλητος, έγινε στο πλαίσιο της απόκτησης των μετοχών της ...

από τον Μ. ..., κοινό τους εργοδότη, ο οποίος και μόνο είχε τη δυνατότητα να τις αποκτήσει συνολικά σε ποσοστό 50,01% από συγκεκριμένους μετόχους της εν λόγω εταιρείας που συγκέντρωναν το ποσοστό αυτό και σε συμφέρουσα τιμή, αιτούμενος κατόπιν αυτού την απόρριψη του αγωγικού ισχυρισμού περί εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας που τάχα τον καθιστούσε υπεξαιρέτη των δοθέντων χρημάτων, και ότι ο ισχυρισμός του αυτός ήταν καταλυτικός του προβαλλόμενου αγωγικού δικαιώματος λόγω - δήθεν - ιδιοποίησης και υπεξαίρεσης του δοθέντος σ’ αυτόν από τον αναιρεσίβλητο ποσού, αφού, λογικά, τόσον η αναγκαστική μεσολάβηση του ...

για την απόκτηση των μετοχών, όσο και η υπεξαίρεση πολύ μεγαλύτερου συνολικού ποσού χρημάτων που είχε καταβάλει σ’ αυτόν, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και τα χρήματα του ενάγοντος, ανατρέπουν την εφαρμογή των άρθρων 914 ΑΚ και 375 ΠΚ, ελλείψει δόλου, διότι η απόκτηση των συγκεκριμένων μετοχών εξαρτάτο από εκείνον και από την συμπεριφορά του, και όχι από τη δική του βούληση".

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι προεχόντως απαράδεκτος, καθόσον συνιστά άρνηση της αγωγικής αξίωσης, η οποία δεν αποτελεί "πράγμα" και δεν ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης. Σε κάθε περίπτωση είναι αβάσιμος, καθόσον όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το περιεχόμενο της οποίας περιέχεται στην προηγούμενη σκέψη της παρούσης, "ο ισχυρισμός" αυτός ρητώς λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος με τις ειδικότερα αναφερόμενες σ’ αυτήν αιτιολογίες. 2) Με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το δεύτερο μέρος του και τον τρίτο των προσθέτων λόγων, ο αναιρεσείων προβάλει την αιτίαση, "ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του το από 4-12-1999 προσύμφωνο πώλησης άϋλων τίτλων μετοχών μεταξύ αφενός της Ε.

Κ., Α. Κ., Χ. Κ. και αφετέρου των Β. Ζ., Σ. Ί. Φ. και Μ. ..., από το οποίο αποδεικνύεται περίτρανα ότι αυτός (αναιρεσείων) δεν μπορούσε να αγοράσει τις μετοχές ούτε για λογαριασμό του ούτε για λογαριασμό του αναιρεσίβλητου αφού δεν είχα καμία θέση ή συμβατική σχέση με το εν λόγω προσύμφωνο". Και ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτεθέντα, δεν αποτελούν "πράγματα" τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, όπως συμβαίνει εν προκειμένω. 3) Με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου, ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι δέχθηκε "πραγματα" χωρίς αυτά να έχουν προταθεί από τους διαδίκους (αριθ. 8 α του άρθρου 559 ΚΠολΔ) και συγκεκριμένα ότι "....Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από το γεγονός, ότι ο Μ. ...ς καταδικάστηκε με τις υπ’ αριθ. 1833 και 1919/2007 αποφάσεις του ΣΤ’ Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, σε κάθειρξη έξι (6) ετών για κακουργηματική υπεξαίρεση σε βάρος του εναγομένου, ενόψει του ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος ο οποίος δικάστηκε απών, ουδέποτε αναγνώρισε ευθύνη του, απορρέουσα από δοθείσα εκ μέρους του ενάγοντος εντολή..., ενώ κατά της ανωτέρω καταδικαστικής απόφασης εκκρεμεί έφεση αυτού".

Και ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απαράδεκτος καθόσον, τα θεμελιούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά δεν συνιστούν "πράγμα" υπό την προεκτεθείσα έννοια, άλλα συμπέρασμα του δικαστηρίου της ουσίας εξαγόμενο από τις προσκομισθείσες από τους διαδίκους αποδείξεις, τούτο όμως δεν ιδρύει τον από την παραπάνω διάταξη λόγο αναιρέσεως, κατά τα προεκτεθέντα.

Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/2008).

Ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα, ένορκες βεβαιώσεις κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 1573/2006). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11α ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει.

Η νομιμότητα των αποδεικτικών μέσων συναρτάται προς τη διαδικασία εκδικάσεως της διαφοράς. Επί μονομελών πρωτοδικείων και επί υποθέσεων πολυμελούς δικαζομένων κατά το άρθρο 270 ΚΠολΔ, λαμβάνονται υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου. Το ίδιο ισχύει και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.

Στη διαδικασία αυτή είναι παραδεκτά και έγγραφα ανεπίσημα, άκυρα, ανυπόγραφα, αχρονολόγητα ή έγγραφα που φέρεται ότι έχουν σφάλματα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, λαμβάνει υπόψη και μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα "πράγματα" αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι’ αυτά.

Εν προκειμένω, με τους κατωτέρω λόγους αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλλει τις αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 10 και 11 ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα: 1) Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλει την αιτίαση, "ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το από 4-12-1999 προσύμφωνο πώλησης άϋλων τίτλων μετοχών μεταξύ αφενός της Ε. Κ., Α.

Κ., Χ. Κ. και αφετέρου των Β. Ζ., Σ. Ί. Φ. και Μ. ..., από το οποίο αποδεικνύεται περίτρανα ότι αυτός (αναιρεσείων) δεν μπορούσε να αγοράσει τις μετοχές ούτε για λογαριασμό του, ούτε για λογαριασμό του αναιρεσίβλητου, αφού δεν είχε καμία θέση ή συμβατική σχέση με το εν λόγω προσύμφωνο". 2) Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη α) την προαναφερόμενη 1919/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, β) την 333/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, γ) το 3804/2004 παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και δ) το 131/2005 παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. 3) Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε υπόψη:

α) την κατάθεση της μάρτυρός του Κ. Π. ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και β) την υπ’ αριθ. ...2007 ένορκη βεβαίωση του Γ. Κ. στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. 4) Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλει την αιτίαση ότι έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενο από το νόμο αποδεικτικό μέσο και συγκεκριμένα την επικαλούμενη αρχική συμφωνία με την οποία φέρεται ότι ο ενάγων δίδει εντολή στον εναγόμενο για την αγορά των 28.000 μετοχών της άνω εταιρίας, καταβάλλοντας προς τούτο σ’ αυτόν το προαναφερόμενο ποσόν με την κατάθεσή του σε λογαριασμό του στην ..., χωρίς η ως άνω συμφωνία να φέρει βεβαία ημερομηνία εκδόσεως. 5) Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προβάλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε πράγματα χωρίς απόδειξη, και συγκεκριμένα ως προς την επικαλούμενη αρχική συμφωνία με την οποία φέρεται ότι ο ενάγων δίδει εντολή στον εναγόμενο για την αγορά των 28.000 μετοχών της άνω εταιρίας, καταβάλλοντας προς τούτο σ’ αυτόν το προαναφερόμενο ποσόν με την κατάθεσή του σε λογαριασμό του στην ....

Αναφορικά με τους παραπάνω λόγους αναιρέσεως, οι υπ’ αριθ. 1, 2 και 3 λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλεται αιτίαση ότι τα αναφερόμενα σ’ αυτούς αποδεικτικά στοιχεία δεν λήφθηκαν υπόψη, καίτοι έγινε νόμιμη επίκληση και προσκομιδή αυτών (άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ), είναι αβάσιμοι καθόσον, όπως βεβαιώνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, για να καταλήξει το Εφετείο στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη " τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων (ένας από κάθε πλευρά), στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης εκείνου του Δικαστηρίου, τις υπ’ αριθ. 17010 και ...1-11-2007 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, οι οποίες έχουν ληφθεί με επιμέλεια του εναγομένου, ύστερα από νόμιμη κλήτευση του ενάγοντος...και από όλα, γενικά, τα έγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται , είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", τούτο δε σε συνδυασμό και με όσα προκύπτουν από το σύνολο του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, καθιστά αναμφίβολα, βέβαιο, ότι λήφθηκαν υπόψη και όλα τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα στα οποία αναφέρεται ο αναιρεσείων.

Ομοίως, απαράδεκτος και απορριπτέος είναι και ο υπ’ αριθ. 4 αναιρετικός λόγος (άρθρο 559 αριθ.11α ΚΠολΔ), καθόσον το ληφθέν υπόψη από το Εφετείο χωρίς ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό, αποτελεί επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο, κατά τα προεκτεθέντα, πέραν του ότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού ομολογεί ο αναιρεσείων με τις προτάσεις του ενώπιόν του και την προρρηθείσα δήλωση προς τον αναιρεσείοντα.

Τέλος, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά το οικείο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ., είναι αβάσιμος διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, μνημονεύονται σ’ αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα κλπ) βάσει των οποίων το Εφετείο σχημάτισε το αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τα παραπάνω κρίσιμα ζητήματα.

Κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον οι προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.).

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν η από 15-10-2014 αίτηση και οι από 16-11-2015 πρόσθετοι λόγοι, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο τελευταίος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15 Οκτωβρίου 2014 αίτηση και τους από 16 Νοεμβρίου 2015 πρόσθετους λόγους του Α. Π. του Ι. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 1450/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Ιανουαρίου 2017.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Απριλίου 2017.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ