Legislator Case Law & Legislation
589/2016 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on will invalidity, ruling evidence was properly considered despite alleged omission.

Case Number 589/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's decision regarding the validity of a will. The appellant argued that the Third Instance Court failed to consider a family status certificate proving her mental incapacity at the time of signing. The court ruled that the lower court had explicitly acknowledged and weighed all submitted evidence, including the disputed certificate, making the appeal groundless.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1719 para. 3 Civil Code; Art. 559 para. 11 Civil Procedure Code: An appeal based on the non-consideration of evidence is inadmissible unless the omitted evidence proves a fact that would have decisively altered the outcome, and the appeal must specifically identify the evidence and its content.

Keywords

AI generated
will validity mental incapacity evidence omission appeal dismissal family status certificate

Cited Legislation

AI generated
Art. 1719 para. 3 Civil Code
Art. 559 para. 11 Civil Procedure Code
Art. 495 para. 4 Civil Procedure Code
Art. 176 Civil Procedure Code
Art. 183 Civil Procedure Code
Art. 191 para. 2 Civil Procedure Code

Cited Case Law

AI generated
O.A. A.P. 2/2008
O.A. A.P. 14/2005
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 589 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 589/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Δ. χήρας Ι. Τ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Γεωργία Δράμπελη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ

Των αναιρεσίβλητων: 1) Θ. Φ. του Α., κατοίκου ..., 2) Δ. Η. συζ. Σ. Σ., 3) Σ. Η. συζ. Α. Δ., 4) Α. Η. του Λ., 5) Η. Η. του Λ., 6) Φ. Δ. του Α., συζ. Ν. Φ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν άπαντες από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Μιχάλη Κράϊα, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 20-1-2010 και 31-3-2010 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας και την από 31-3-2011 πρόσθετη παρέμβαση της 1ης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σερρών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 154/2012 του ιδίου Δικαστηρίου και 2283/2014 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-4-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 5-1-2016 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη, Ελένης Διονυσοπούλου, με την οποία εισηγείται να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1719 παρ. 3 του Α.Κ., όπως αυτή ισχύει, μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 30 του Ν. 2447/1996, ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι και όσοι κατά το χρόνο της σύνταξής της δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους ή βρίσκονται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής τους.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, έλλειψη της συνείδησης των πραττομένων υπάρχει, όταν ο διαθέτης από θόλωση της διανοίας από κάποιο νοσηρό ή μη αίτιο (π.χ. ισχυρή μέθη εξαιτίας χρήσεως οινοπνεύματος ή άλλων τοξικών ουσιών, βαθύς ύπνος, εγκεφαλική διάσειση, υψηλός πυρετός, εγκεφαλικό επεισόδιο κλπ), σε βαθμό συγχύσεως, αδυνατεί να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της πράξεως που επιχειρεί, δηλαδή βρίσκεται σε αδυναμία να διαγνώσει ότι συντάσσει διαθήκη ή μπορεί μεν να διαγνώσει ότι συντάσσει διαθήκη, αδυνατεί όμως να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο των επί μέρους διατάξεων αυτής, χωρίς να απαιτείται γενική και πλήρης έλλειψη της συνειδήσεως, αρκούσας προς τούτο της σε μεγάλο βαθμό συγχύσεως αυτής.

Ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιορίζει αποφασιστικά την λειτουργία της βουλήσεως του διαθέτη, είναι η διαταραχή που μειώνει σημαντικά την ικανότητα για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας, όταν δηλαδή εξαιτίας της διαταραχής αυτής αποκλείεται, κατά το χρόνο συντάξεως της διαθήκης, ο ελεύθερος προσδιορισμός της βουλήσεώς του με λογικούς υπολογισμούς, καθόσον ο τελευταίος κυριαρχείται από παραστάσεις, αισθήματα, ορμές ή επιρροές τρίτων.

Οι ασθένειες, που μπορούν να οδηγήσουν στη διαταραχή αυτή, είναι οι ίδιες, οι οποίες, σύμφωνα με τη ρύθμιση της προϊσχύσασας διατάξεως του άρθρου 1719 παρ. 4 Α.Κ., προκαλούσαν έλλειψη χρήσης του λογικού, λόγω πνευματικής ασθένειας, δηλαδή οι γνήσιες ψυχώσεις, όπως η μανιοκαταθλιπτική ψύχωση, η σχιζοφρένεια, οι παράνοιες, αλλά και οι οργανικοψυχικές παθήσεις, όπως η άνοια και η ολιγοφρένεια.

Παρέπεται ότι δεν αποκλείεται κατά νόμο ή συνύπαρξη στο πρόσωπο του διαθέτη και των δύο περιπτώσεων ανικανότητας, που προβλέπονται στη διάταξη του άρθρου 1719 αριθ. 3 Α.Κ., δηλαδή, τόσο της έλλειψης συνείδησης των πράξεών του, όσο και της ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής του, που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του.

Σε περίπτωση έλλειψης συνείδησης των πράξεων, η απόδειξη της έλλειψης αυτής πρέπει να αναφέρεται ακριβώς στο χρόνο σύνταξης της διαθήκης, ενώ αντίθετα στην περίπτωση που ο διαθέτης πάσχει από διανοητική διαταραχή, αν μεν πρόκειται για πάθηση περιοδικού ή παροδικού χαρακτήρα απαιτείται και πάλι να αποδειχθεί η ψυχική ή διανοητική διαταραχή του διαθέτη, κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, αν όμως πρόκειται για πάθηση μη ιάσιμη ή βαρεία ψυχική διαταραχή, αρκεί η απόδειξη ότι ο διαθέτης κατά την εποχή της σύνταξης της διαθήκης, έπασχε από μόνιμη πνευματική νόσο (Α.Π. 1420/2010).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το ότι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ. να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα, των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο, δέχθηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 11 Μαρτίου 2008 απεβίωσε στην ιδιωτική κλινική "...", που βρίσκεται στις ..., η Ε.

Φ. του Α.. Η τελευταία κατοικούσε στις ..., αρχικά μαζί με τη μητέρα και τις δύο αδελφές της, Θ. και Ν., μετά δε το θάνατο της μητέρας της και της αδελφής της, Ν., συγκατοικούσε με τη Θ., φρόντιζε δε η μία την άλλη και συντηρούνταν αμφότερες με μία σύνταξη που λάμβαναν μετά το θάνατο του κληρικού πατέρα τους. Η Ε.

Φ. στις 11.12.1953 απέκτησε, εκτός γάμου, ένα θήλυ τέκνο, την ενάγουσα. Ωστόσο, λόγω των αντιλήψεων περί ηθικής και χρηστών ηθών που επικρατούσαν την εποχή εκείνη, η Ε. παρέδωσε τη θυγατέρα της, λίγες ημέρες μετά τη γέννησή της, στην οικογένεια, Α. Γ. και Β. Ρ.. Ο γάμος των ανωτέρω, το έτος 1956, λύθηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, η δε Α.

Γ., το έτος 1962, τέλεσε νέο γάμο με τον Γ. Σ.. Οι ανωτέρω με τη με αριθμό 142/1973 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης υιοθέτησαν την, ηλικίας τότε 19 ετών, ενάγουσα, με το νομικό καθεστώς που ίσχυε πριν το Ν. 2447/1996, ... και δεν αποδείχθηκε ότι οι θετοί γονείς της ακολούθησαν την ως άνω διαδικασία (άρθρ. 57 παρ.3 του άνω νόμου) για την πλήρη ένταξη της υιοθετημένης στην οικογένεια του υιοθετήσαντος, δεν καταλύεται το κληρονομικό δικαίωμα αυτής (ενάγουσας) έναντι της φυσικής της μητέρας, παρόλο που αυτή (φυσική της μητέρα) απεβίωσε μετά την έναρξη της ισχύος του Ν.2447/1996.

Η ενάγουσα από τη γέννησή της (το έτος 1953) μέχρι το έτος 1977, επί είκοσι τέσσερα (24) δηλαδή χρόνια, δεν είχε καμία επαφή με τη φυσική της μητέρα ή τους συγγενείς της από τη μητρική γραμμή. Τότε, επ’ αφορμή του επικείμενου γάμου της, τον οποίο πληροφορήθηκε η οικογένεια της φυσικής της μητέρας, η πρώτη εναγομένη (Θ.

Φ.), θεία της (αδελφή της φυσικής της μητέρας) ύστερα από προτροπή της τελευταίας, η οποία επιθυμούσε να γνωρίσει τη θυγατέρα της, προσέγγισε την ενάγουσα. Η πρώτη εναγομένη και η ενάγουσα διατήρησαν αρχικά μία συχνή επαφή ... Ωστόσο, η ενάγουσα αρνούνταν να τη συναντήσει, απαγόρεψε δε και την παρουσία της (της φυσικής της μητέρας) στο γάμο της, το Σεπτέμβριο του έτους 1977 ...

Η μητέρα της ενάγουσας σε μία τελευταία προσπάθεια να έλθει σε επαφή και ν’ αποκαταστήσει τη σχέση της με την ενάγουσα θυγατέρα της, συνέταξε τη με αριθμό .../8.11.2004 δημόσια διαθήκη της, ενώπιον του Συμβολαιογράφου Σερρών Δημητρίου Παπαδόπουλου. Με αυτήν εγκατέστησε ως κληρονόμο της την ενάγουσα καταλείποντας σ’ αυτήν το με αριθμό … διαμέρισμα του 2ου ορόφου οικοδομής, που βρίσκεται στις ...

επί της οδού ..., συστήνοντας, συγχρόνως, επ’ αυτού δικαίωμα οίκησης εφ’ όρου ζωής υπέρ της αδελφής της, πρώτης εναγομένης α’ αγωγής, Θ. Φ.. Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι η ύπαρξη της ανωτέρω διαθήκης γνωστοποιήθηκε στην ενάγουσα από συγγενικό τους πρόσωπο, όπως άλλωστε ομολογεί και η ίδια στην α’ αγωγή της και η τελευταία δέχθηκε με ευχαρίστηση την ως άνω αναγγελία και πάλι η ενάγουσα αδιαφόρησε πλήρως για τη μητέρα της, αρνούμενη όχι μόνο να τη συναντήσει για να την ευχαριστήσει, αλλά και να επικοινωνήσει τηλεφωνικά μαζί της.

Τον Οκτώβριο του έτους 2007 η Ε. Φ. υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο και μεταφέρθηκε άμεσα στο Γενικό Νοσοκομείο Σερρών, όπου νοσηλεύθηκε από 16.10.2007 έως 19.10.2007 στην Α’ Παθολογική Κλινική. Από το πληροφοριακό σημείωμα του ως άνω Νοσοκομείου, που συντάχθηκε επ’ αφορμή της νοσηλείας της κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, προκύπτει ότι οι θεράποντες ιατροί της διέγνωσαν αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο και της συστήθηκε κατά την έξοδο της φαρμακευτική αγωγή υποστηρικτική για αγγειακά επεισόδια δεδομένης της εμφανισθείσας παραλυσίας στο αριστερό άνω και κάτω άκρο της.

Για το λόγο αυτό και ενόψει του ότι η πρώτη εναγομένη α’ αγωγής, αδελφή της, αδυνατούσε (λόγω της μεγάλης ηλικίας) της, να την περιποιείται, η Ε. Φ. μεταφέρθηκε στη συνέχεια στην ιδιωτική Κλινική "..." στις .... Η ενάγουσα ενημερώθηκε από την εξαδέλφη της, δεύτερη εναγομένη α’ αγωγής, για την κατάσταση της υγείας της φυσικής της μητέρας και την επιθυμία της να τη συναντήσει.

Όμως, η ενάγουσα δεν προέβη σε καμία ενέργεια, ούτε επισκέφθηκε ούτε επικοινώνησε με τη μητέρα της. Το Δεκέμβριο του ιδίου έτους και ενώ η Ε. Φ. νοσηλεύονταν στην ανωτέρω Κλινική ζήτησε να συντάξει νέα διαθήκη. Για το λόγο αυτόν η Συμβολαιογράφος Σερρών Φ. Κ.-Γ., η οποία κλήθηκε για συντάξει τη διαθήκη, ζήτησε να εξετασθεί η ασθενής από ειδικό νευρολόγο, ώστε να διακριβωθεί εάν αυτή είχε συνείδηση των πράξεων της και να δηλώσει την πραγματική της βούληση.

Επειδή, όμως η ανωτέρω ιδιωτική Κλινική δεν διέθετε ιατρό αυτής της ειδικότητας, οι συγγενείς της απευθύνθηκαν στον εδρεύοντα στις ... νευρολόγο-ψυχίατρο Α. Π.. Ο τελευταίος, αφού την εξέτασε στις 3.12.2007, διαπίστωσε ότι η Ε. είχε πλήρως τις αισθήσεις της, ήταν προσανατολισμένη σε τόπο, χρόνο και πρόσωπα, ήταν ήσυχη, συνεργάσιμη, με οργανωμένη ροή σκέψεων, παλαιά και νέα μνήμη, χωρίς ψυχοπαθολογικά ευρήματα, καταλήγοντας ότι είναι ικανή για κάθε δικαιοπραξία.

Μετά ταύτα, στις 7.12.2007 η ανωτέρω συμβολαιογράφος μετέβη στην ανωτέρω κλινική. Αρχικά συντάχθηκε το με αριθμό .../7.12.2007 πληρεξούσιο, με το οποίο η Ε. Φ. διόρισε την αδελφή της και την ανεψιά της, πρώτη και τρίτη εναγομένη α’ αγωγής, καθώς και τη μικρανεψιά της, εναγομένη στη β’ αγωγή, ειδικές πληρεξούσιες, αντιπροσώπους και αντικλήτους για την εκτέλεση των αναφερόμενων σ’ αυτό ενεργειών.

Στη συνέχεια, αφού απομακρύνθηκαν όλοι από το χώρο πλην των Σ. Δ., Κ. Σ. και Ν. Α., οι οποίες παρευρέθηκαν ως μάρτυρες, η Ε. Φ. εξέφρασε την τελευταία βούλησή της για την οποία συντάχθηκε, από την προαναφερόμενη Συμβολαιογράφο, η με αριθμό .../7.12.2007 δημόσια διαθήκη της. Μ’ αυτήν ανακάλεσε κάθε προηγούμενη διαθήκη της, με ρητή αναφορά στην προγενέστερα συνταχθείσα με αριθμό .../18.11.2004 δημόσια διαθήκη της, και δήλωσε τα εξής "Η μοναδική μου τελευταία βούληση είναι να αποκληρώσω και από τη νόμιμη μοίρα τη φυσική μου θυγατέρα Δ., η οποία ζει με θετούς γονείς και παρ’ όλες τις δικές μου παρακλήσεις δεν ανταποκρίθηκε ποτέ, δεν ήρθε ποτέ σε επικοινωνία μαζί μου, πολύ δε περισσότερο δεν με έχει φροντίσει ούτε μου έχει σταθεί σε όλα αυτά τα χρόνια που έχω πραγματικά ανάγκη από φυσική και ψυχολογική στήριξη.

Αντιθέτως με έχει εγκαταλείψει τελείως και αισθάνομαι ότι είναι σαν να μην υπάρχω γι αυτή. Τον καιρό αυτό αλλά και όποτε είχα προβλήματα με φρόντιζαν η αδερφή μου και οι ανεψιές μου". Η παραπάνω δημόσια διαθήκη δημοσιεύθηκε νόμιμα από το Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών στις 9.12.2008 με το με αριθμό 658/2008 πρακτικό δημοσίευσης.

Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η Ε. Φ. ήταν ανίκανη να συντάξει την ανωτέρω διαθήκη αλλά και οποιαδήποτε άλλη δικαιοπραξία, καθόσον κατά το χρόνο σύνταξης αυτής δεν είχε συνείδηση των πράξεών της, βρίσκονταν σε αδυναμία επικοινωνίας με το περιβάλλον και σε διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής της.

Ωστόσο, αποδείχθηκε, ότι η Ε. Φ. κατά το χρόνο σύνταξης της ανωτέρω διαθήκης είχε πλήρη συνείδηση των πραττομένων από αυτήν, καθώς και χρήση του λογικού της, διέθετε ευθυκρισία και καθόριζε η ίδια τη βούληση της χωρίς καμία απολύτως πνευματική διαταραχή. Τα ανωτέρω προκύπτουν τόσο από την από 3.12.2007 ιατρική γνωμάτευση του νευρολόγου-ψυχιάτρου Α.

Π., όσο και απτό την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος ανταπόδειξης, Ν. Α., παρουσία της οποίας συντάχθηκε η ανωτέρω διαθήκη. Η τελευταία εξεταζόμενη στο ακροατηρίου του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, επανειλημμένως, κατέθεσε ότι, καθ’ όλο το διάστημα της νοσηλείας της Ε. Φ. στην ανωτέρω Κλινική, την επισκέπτονταν δύο με τρεις φορές την εβδομάδα, μιλούσε μαζί της και είχε πάντα διαύγεια.

Εξάλλου, η Ε. Φ., καθόλη τη διάρκεια παραμονής της στην ως άνω Κλινική, ελεγχόταν, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, από τον εκάστοτε ελεγκτή ιατρό του Ασφαλιστικού της Ταμείου, χωρίς ποτέ να διαπιστωθεί ότι έπασχε άνοια και παρουσίαζε αδυναμία επικοινωνίας της με το περιβάλλον, συγκεκριμένα στις 24-10-2007 (αμέσως μετά το πρώτο εγκεφαλικό) από την ελεγκτή ιατρό Ζ.

Μ. και βρέθηκε να πάσχει από Α.Ε.Ε.(αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο), Α/Υ (αρτηριακή υπέρταση), υπερουριαιμία - ουρολοίμωξη, στις 12-11-2007 από την ελεγκτή ιατρό Ζ. Μ. και βρέθηκε να πάσχει από Α.Ε.Ε. με ημιπληγία αρ. (αριστερού άκρου), Α/Υ - δυσλιπιδαιμία, στις 3-12-2007 από την ιατρό ελεγκτή Κ. Κ. και βρέθηκε να πάσχει από Α.Ε.Ε.(αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο), Α/Υ (αρτηριακή υπέρταση), στις 24-1-2008 (αμέσως μετά το δεύτερο -κατωτέρω αναφερόμενο- εγκεφαλικό που υπέστη) από την ιατρό ελεγκτή Κ.

Κ. και βρέθηκε να πάσχει από Α.Ε.Ε. -λοίμωξη κατωτέρω αναπνευστικού, στις 12-2-2008 από την ιατρό ελεγκτή Κ. Κ. και βρέθηκε να πάσχει από Α.Ε.Ε. -λοίμωξη αναπνευστικού και στις 3-3-2008 από τον ιατρό ελεγκτή Ν. Κ. και βρέθηκε να πάσχει από Α.Ε.Ε. Τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν αναιρούνται από τα προσκομιζόμενα από την ενάγουσα έγγραφα και συγκεκριμένα από το από 20-1-2008 δελτίο Εξωτερικού Παθολογικού Ιατρείου του Γενικού Νοσοκομείου Σερρών και την από 20-1-2008 ακτινολογική εξέταση του ίδιου Νοσοκομείου, στα οποία ως ευρήματα κλινικής εξέτασης της Ε.

Φ. αναφέρονται "αδυναμία επικοινωνίας" και "κώμα", αφού και τα δύο αυτά έγγραφα συντάχθηκαν μετά την κατάρτιση της προαναφερόμενης διαθήκης, αλλά και μετά το δεύτερο εγκεφαλικό, που αυτή υπέστη. Αλλά ούτε αναιρούνται από τα επίσης από την ενάγουσα προσκομιζόμενα έγγραφα και δη την από 12.6.2009 βεβαίωση νοσηλείας, που συντάχθηκε από τη διευθύντρια της ανωτέρω Ιδιωτικής Κλινικής "...", όπου αναφέρεται ότι η Ε.

Φ. "νοσηλεύτηκε στο Παθολογικό Τμήμα από 23-10-2007 έως 20-1-2008 λόγω ανοϊκού συνδρόμου...", καθόσον δεν διευκρινίζεται πότε εμφάνισε το ανοϊκό σύνδρομο και δεν εξειδικεύεται η πνευματική της κατάσταση, λαμβανομένου υπόψη ότι η διάγνωση περί ανοϊκού συνδρόμου δεν αποκλείει έστω και περιορισμένα τη χρήση του λογικού, το δε έγγραφο του ιατρού Τ.

Γ., που εργάζεται στην ανωτέρω Κλινική, όπου αναφέρεται ότι η Ε. Φ. παρουσιάζει "πτώση γωνίας στόματος, αδυναμία επικοινωνίας με το περιβάλλον άνοια ..." δεν φέρει ημερομηνία σύνταξης, ούτε διευκρινίζεται ο χρόνος που εξετάσθηκε η ασθενής. Ενώ, και ο Α. Ρ., νευρολόγος - ψυχίατρος, στην επίσης από την ενάγουσα προσκομιζόμενη, παραδεκτά, στην παρούσα κατ’ έφεση δίκη, ιατρική έκθεση του, κρίνει εκ των υστέρων και καταλήγει στο συμπέρασμά του εξ εγγράφων, όπου δε κάνει λόγο για αδυναμία επικοινωνίας της Φ.

με το περιβάλλον είναι τα σημεία που αναφέρεται στο από 20-1-2008 δελτίο Εξωτερικού Παθολογικού Ιατρείου του Γενικού Νοσοκομείου Σερρών. Από όλα τα ανωτέρω, δεν αποδεικνύεται ότι, κατά το χρόνο κατάρτισης της ανωτέρω διαθήκης, η Ε. Φ. δεν είχε συνείδηση των πραττομένων και βρισκόταν σε διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης της".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε, κατά το ενδιαφέρον μέρος, ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας για την αναγνώριση της ακυρότητας της επίμαχης δημόσιας διαθήκης, στηριζόμενη στην ανικανότητα της διαθέτιδος προς σύνταξη αυτής, λόγω έλλειψης της συνείδησης των πράξεών της και ψυχικής διαταραχής, που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής της και ακολούθως απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεσή της κατά της εκκληθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ’ αυτήν επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της δυνατότητας της διαθέτιδος να συντάξει την επίμαχη διαθήκη κατά τον κρίσιμο χρόνο σύνταξης αυτής, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της παραπάνω διάταξης, που δεν εφάρμοσε, καθόσον δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της, με τις σαφείς παραδοχές ότι η διαθέτης κατά τον παραπάνω κρίσιμο χρόνο, αν και έπασχε από τις προαναφερθείσες ασθένειες, ήταν ικανή να συντάξει τη διαθήκη της, καθόσον διατηρούσε την πνευματική της διαύγεια, είχε συνείδηση των πράξεών της, μπορούσε δηλαδή να αντιληφθεί ότι συντάσσει διαθήκη και να κατανοεί την ουσία και το περιεχόμενο των διατάξεών της, και δεν βρισκόταν σε κατάσταση ψυχικής διαταραχής, που να περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής της.

Συνεπώς, όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους πρώτο, δεύτερο και έκτο λόγους της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., της έλλειψης δηλαδή νόμιμης βάσης λόγω ελλιπών και αντιφατικών αιτιολογιών, ως προς το παραπάνω ουσιώδες ζήτημα, είναι αβάσιμα.- Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ., κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, συνάγεται ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνο, όταν το δικαστήριο κατά προφανή παρανόηση, δηλαδή μη ορθή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 432 επ.

ΚΠολΔ., εγγράφου, δέχθηκε ως μνημονευόμενα σ’ αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο αυτό, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικώς στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον αναιρετικό αυτόν λόγο.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του για την βασιμότητα ή μη της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως κλπ., στηριζόμενο σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, το δε φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, χωρίς να στηριχθεί κυρίως ή αποκλειστικώς σε αυτό, από τη συνεκτίμηση δε αυτή οδηγήθηκε σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία εκλαμβάνει ως ορθή εκείνος που προβάλλει ότι χώρησε παραμόρφωση του εγγράφου.

Και τούτο επειδή η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας, που έχει εξαχθεί από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων είναι κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. αναιρετικώς ανέλεγκτη (Ολ. Α.Π. 14/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, με τους τρίτο και τέταρτο λόγους της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο κατά παραμόρφωση του περιεχομένου της από 12-6-2009 βεβαίωσης νοσηλείας της Γενικής Κλινικής του "..." Ο.Ε. (με τον τρίτο λόγο) και της από 24-9-2014 ιατρικής έκθεσης του ιατρού Α. Σ. Ρ. (με τον τέταρτο λόγο), έγγραφα τα οποία είχε επικαλεστεί και προσκομίσει στο δικαστήριο της ουσίας η αναιρεσείουσα, κατέληξε στην παραδοχή ότι η διαθέτις είχε την ικανότητα να συντάξει την επίμαχη δημόσια διαθήκη.

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, γιατί το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του ύστερα από συνεκτίμηση όλων των αποδείξεων, που προσκομίστηκαν ενώπιόν του, δηλαδή μαρτυρικών καταθέσεων και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, μεταξύ των οποίων και τα ανωτέρω δύο έγγραφα, των οποίων το περιεχόμενο φέρεται ότι παραμορφώθηκε, στα οποία δεν βασίστηκε αποκλειστικά ή έστω κατά κύριο λόγο η κρίση του Εφετείου. - Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ.

προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ’ αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ.11περγ’ ΚΠολΔ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ.

Α.Π. 2/2008, Ολ. Α.Π. 14/2005). Επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται δηλαδή ότι ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε στο Εφετείο με τις έγγραφες προτάσεις του μέχρι του πέρατος της συζητήσεως μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση τα αποδεικτικά μέσα, που δεν έλαβε υπόψη το ίδιο δικαστήριο.

Με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 11γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ., συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν εκτίμησε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων το από 15-4-2008 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης των θετών γονέων της αναιρεσείουσας, το οποίο νομίμως προσκόμισε και επικαλέστηκε η τελευταία στο δικαστήριο της ουσίας, προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού περί της ανικανότητας της διαθέτιδος προς σύνταξη της επίμαχης διαθήκης, Από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση κατά την οποία το δικαστήριο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα όλα τα έγγραφα, τα οποία είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι διάδικοι, καθίσταται χωρίς αμφιβολία βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και το παραπάνω έγγραφο, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτού.

Συνεπώς ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατ’ ακολουθίαν αυτών, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, παραβόλου και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3 - 4 - 2015 αίτηση της Δ. χήρας Ι. Τ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 2283/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700)ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ