Supreme Court annulled insurance appeal decision due to lack of legal reasoning and remanded case for retrial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the First Instance Court of Appeal's decision regarding an insurance dispute between an individual and two companies. The appellant argued the lower court failed to properly address the defendant's claim of fraudulent misrepresentation regarding the vehicle's use. The court found the reasoning insufficient and legally flawed, necessitating a new trial.
Legislator headnote
AI generatedArt. 561 § 2 K.Pol.D.; Art. 360 K.Pol.D.: An appeal judgment must contain sufficient legal reasoning; if the reasoning is inadequate or contradictory, the judgment is annulled and the case remanded for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 589 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 589/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Γεώργιο Σακκά και Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2013 με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Της ομορρύθμου εταιρείας με την επωνυμία "…" που εδρεύει στην …, νομίμως εκπροσωπούμενη, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Αγγελάκο και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου Κ. Α. του Δ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Διονύσιου Φιλιππόπουλου, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-6-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:2118/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5658/2012 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-4-2013 αίτησή της και τους από 2-9-2013 πρόσθετους λόγους της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης, ανέγνωσε την από 27-9-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων, κυρίων και πρόσθετου, της από 15-4-2013 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ. 5658/2012 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Από την κατ' άρθρο 561 § 2 του Κ.Πολ.Δ. παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει, ότι, η με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 5658/2012 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής :
Ο ήδη αναιρεσίβλητος Κ. Α. του Δ. είχε ασκήσει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 15.6.2010 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 5293/2010 αγωγή, την οποία έστρεφε κατά α) της εδρεύουσας στην Αθήνα ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "EURO STAR Ελληνική Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρία Ασφαλίσεων Ζημιών" και β) της εδρεύουσας στη …ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "… (…)", με την οποία ιστορούσε ότι η δεύτερη εναγόμενη εταιρία και ήδη αναιρεσείουσα, ενεργούσα δια του προστηθέντος της Η.
Α., πώλησε και παρέδωσε σ' αυτόν, κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητας, ένα ιδιωτικής χρήσης επιβατικό αυτοκίνητο, κατασκευής εργοστασίου AUDI, το οποίο έλαβε τον αριθμό κυκλοφορίας ..., προκειμένου, με κατάλληλη διασκευή, να χρησιμοποιηθεί από αυτόν ως αναπηρικό αυτοκίνητο, δεδομένου ότι είναι ανάπηρος κατά τα κάτω άκρα του σώματός του.
Ότι η ιδία αυτή εταιρία, ενεργούσα ως πράκτορας ασφαλιστικών εταιριών, ανέλαβε την υποχρέωση να ασφαλίσει το εν λόγω αυτοκίνητο στην πρώτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία και δη τόσο κατά του κινδύνου γέννησης αστικής ευθύνης του έναντι τρίτων κατά την κυκλοφορία του (άρθρ. 2 Ν. 489/1976) όσο και για ίδιες αυτού ζημίες (μικτή ασφάλιση), πλην όμως, κατά την σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης, δήλωσε στην ασφαλιστική εταιρία αναληθή ατομικά στοιχεία του, αναφερόμενα στην χρονολογία γέννησής του (1.1.1955 αντί του αληθούς 12.1.1988) και στον χρόνο κτήσης από αυτόν της άδειας ικανότητας οδήγησης (1.1.1975 αντί του αληθούς 3.3.2006) και ότι οι εναγόμενες εταιρίες, ενεργούσες από κοινού, υπαιτίως και παρανόμως και εναντίον των χρηστών συναλλακτικών ηθών και της καλής πίστης, έθεσαν εν αγνοία του στην ασφαλιστική σύμβαση όρους εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, πράγμα, που σε συνδυασμό με τα τεθέντα αναληθή ως άνω ατομικά του στοιχεία, είχε ως αποτέλεσμα, όταν επήλθε ο ασφαλιστικός κίνδυνος, να αρνηθεί η πρώτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία την καταβολή του ασφαλίσματος, επικαλούμενη τους όρους εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη.
Επικαλούμενος δε περαιτέρω ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ότι εκ της εν λόγω αδικοπραξίας των εναγομένων υπέστη και προσβολή στην προσωπικότητά του, ζήτησε όπως υποχρεωθούν οι εναγόμενες, ευθυνόμενες αλληλεγγύως και εις ολόκληρον εκάστη, να του καταβάλουν α) το ποσό του ασφαλίσματος, συνιστάμενο στην από 27.000 ευρώ αξία του ολοσχερώς καταστραφέντος ως άνω αυτοκινήτου, και β) το ποσό των 10.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη από την κατά τα άνω προσβολή της προσωπικότητάς του και συνολικά το ποσό των 37.000 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.
Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2118/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία και απορρίφθηκε αυτή, λόγω πλασματικής ερημοδικίας του ενάγοντος εκ της μη καταβολής του αναλογούντος στο αντικείμενό της τέλους δικαστικού ενσήμου. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε ο ενάγων - νυν αναιρεσίβλητος την από 15.7.2011 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 5438/2011 έφεση, με τον μοναδικό λόγο της οποίας, συνιστάμενο στην επίκληση της καταβολής του αναλογούντος στο αντικείμενο της αγωγής τέλους δικαστικού ενσήμου, ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και την αποδοχή της αγωγής.
Επί της εν λόγω έφεσης, η οποία συζητήθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η ήδη αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 5658/2012 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση και στη συνέχεια το Δικαστήριο εκείνο, κρίνοντας αυτεπαγγέλτως ότι η ένδικη υπόθεση, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, αφορά αδικοπραξία διενεργηθείσα από κοινού από τις δύο εναγόμενες εταιρίες και όχι αμιγή διαφορά μεταξύ ασφαλιστικής εταιρίας και του ασφαλισμένου της και ότι, επομένως, δεν πρέπει αυτή να δικασθεί κατά την ειδική διαδικασία της Κ.Πολ.Δ. 681 Α', κατά την οποία, σύμφωνα με τα ειδικότερον εκτιθέμενα στην απόφαση του Εφετείου, είχε εισαχθεί και δικασθεί ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κράτησε και δίκασε κατ' ουσία την υπόθεση, εφαρμόζοντας, κατ' επιταγή του άρθρου 591 § 2 του Κ.Πολ.Δ., την τακτική διαδικασία και όχι την διαγραφόμενη από το ως άνω άρθρο 681 Α' Κ.Πολ.Δ.
ειδική διαδικασία των αυτοκινήτων, κατά την οποία είχε εισαχθεί προς εκδίκαση και ενώπιον του Εφετείου. Τέλος δε, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως προς την δεύτερη εναγόμενη ομόρρυθμη εταιρία, για το συνολικό ποσό των 21.600 ευρώ, ενώ την απέρριψε καθόσον αφορά την πρώτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, στην δικονομική θέση της οποίας είχε υπεισέλθει πλέον το Επικουρικό Κεφάλαιο, λόγω ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της.
Κατά της απόφασης αυτής εναντιώνεται η ηττηθείσα δεύτερη εναγόμενη της αγωγής ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "…." με την ένδικη αίτηση αναίρεσης και με τους διατυπούμενους δι' αυτής λόγους, ως και με τους νομοτύπως ασκηθέντες πρόσθετους λόγους αυτής (άρθρ.569 § 2 Κ.Πολ.Δ.), οι οποίοι και ερευνώνται στη συνέχεια κατά τα παρακάτω για ένα έκαστο τούτων ειδικότερον εκτιθέμενα.-
ΙΙ.- Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914 και 922 του Α.Κ. προκύπτει ότι προϋπόθεση της ευθύνης προς αποζημίωση για τη ζημία που προήλθε από παράνομη πράξη ή παράλειψη του υπόχρεου προς αποζημίωση ή του από αυτόν προστηθέντα είναι η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και του επιζήμιου αποτελέσματος.
Υπάρχει δε η αιτιώδης αυτή συνάφεια, όταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρ. 336 Κ.Πολ.Δ) η φερομένη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα το οποίο και επέφερε.
Και η μεν κρίση περί του εάν τα ανελέγκτως και κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, γενικά και αφηρημένα λαμβανόμενα, επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι η πράξη ή παράλειψη εκείνη μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικά ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος αποτελέσματος, αφού σχηματίζεται με τη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των διαπιστωθέντων πραγματικών περιστατικών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας.
Ενώ, αντιθέτως, η περαιτέρω κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 814/2009, ΑΠ 639/1996).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση γιατί δεν έχει καθόλου ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν, από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς, τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για την εφαρμογή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής του κανόνα αυτού του ουσιαστικού δικαίου.
Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης, κατά τη διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της απόφασης ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατά το άρθρο 561 § 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του και κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου της (άρθρ. 561 § 2 Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα :
Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος Κ. Α., ο οποίος έπασχε από πλήρη παράλυση των κάτω άκρων και ο οποίος ενδιαφερόταν για την απόκτηση ιδιωτικής χρήσης επιβατικού αυτοκινήτου, που να μπορεί να οδηγείται από ανάπηρο, επισκέφθηκε μαζί με τον πατέρα του Δ. Α. το ευρισκόμενο στη …κατάστημα της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "….", η οποία ανήκει στο δίκτυο εξουσιοδοτημένων εμπόρων για την πώληση αυτοκινήτων στην Ελλάδα κατασκευής εργοστασίου VOLKSWAGEN, και συμφώνησε την αγορά ενός τέτοιου οχήματος, οι δε διαπραγματεύσεις έγιναν με τον προστηθέντα της εν λόγω εταιρίας Η.
Α., σύζυγο της ομορρύθμου εταίρου αυτής Ά. Β., ο οποίος είναι ενταγμένος στο όλο πεδίο της επαγγελματικής δράσης της εταιρίας και είχε ενεργή ανάμειξη στην άσκηση της εμπορίας της. Περαιτέρω και επειδή ο υποψήφιος αγοραστής δεν διέθετε χρήματα για την αγορά του αυτοκινήτου, ο ως άνω Η. Α. ανέλαβε να μεσολαβήσει ώστε να χρηματοδοτηθεί η αγορά αυτή μέσω δανείου από την τράπεζα με την επωνυμία "Volkswagen Bank Gmbh" και επιπλέον, ενεργώντας αυτός στα πλαίσια εκπλήρωσης της παροχής από την πώληση, ανέλαβε, εκτός από τις ενέργειες για την χρηματοδότηση, και όλες τις διαδικασίες χαρακτηρισμού του αυτοκινήτου ως αναπηρικού και ασφάλισης τούτου, διαβεβαιώσας τον αγοραστή ότι με την κατάλληλη μετατροπή του χειρισμού του αυτοκινήτου θα μπορεί τούτο να οδηγείται και από αυτόν.
Σε εκτέλεση λοιπόν της παραγγελίας, την οποία μάλιστα στα πλαίσια των ανατεθειμένων σ' αυτόν από την εταιρία καθηκόντων υπέγραψε ο ίδιος ο Η. Α. ως πωλητής, και προς διεκπεραίωση των υποχρεώσεων που ανέλαβε, εισέπραξε από τον ενάγοντα, ως προκαταβολή έναντι του τιμήματος, το ποσό των 4.399,37 ευρώ και ζήτησε και έλαβε αντίγραφα των δελτίων ταυτότητας τόσο του ενάγοντος όσο και του πατέρα του, την άδεια οδήγησης του ενάγοντος και όχι και του πατέρα του, καθώς και τα απαραίτητα πιστοποιητικά αναπηρίας.
Στη συνέχεια, στις 11.10.2007 εισήχθη από την Γερμανία το μνημονευόμενο στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αυτοκίνητο, AUDI Α3, και με ενέργειες του προαναφερόμενου προστηθέντος Η. Α., εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 512/2007 απόφαση του Τμήματος Δασμολογικών Διαδικασιών του Τελωνείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας απηλλάγη από το τέλος ταξινόμησης, ενώ με την ίδια απόφαση γνωστοποιήθηκε στον ενάγοντα - νυν αναιρεσίβλητο ότι το όχημα διατίθεται μόνο για την εξυπηρέτηση των προσωπικών του αναγκών, λόγω της αναπηρίας του και ως εκ τούτου απαγορεύεται η εκποίηση ή η παραχώρηση της χρήσης του και η οδήγησή του επιτρέπεται μόνο από τον ίδιο και από δύο ακόμη πρόσωπα που πρέπει να εγκριθούν από την ίδια υπηρεσία και ως τέτοιο πρόσωπο ορίστηκε ο πατέρας του Δ.
Α.. Ακολούθως, ο ίδιος πιο πάνω προστηθείς, χρησιμοποιώντας τα απαραίτητα δικαιολογητικά που του είχε προμηθεύσει ο ενάγων, χωρίς καμία ανάμειξη του τελευταίου, προέβη στις απαραίτητες ενέργειες ώστε να δανειοδοτηθεί ο ενάγων από την προαναφερόμενη γερμανική τράπεζα, μέσω του παραρτήματός της στην Ελλάδα, η οποία συνεργαζόταν με όλο το δίκτυο των εμπόρων αυτοκινήτων Volkswagen και πράγματι στις 26.10.2007 υπογράφτηκε μεταξύ της ως άνω τράπεζας, του ενάγοντος και της πωλήτριας εταιρίας, η από 26.10.2007 δανειακή σύμβαση, ύψους 24.000 ευρώ, την αποπληρωμή της οποίας εγγυήθηκε ο πατέρας του Δ.
Α. και επειδή ο δανειολήπτης, ως ανάπηρος, πληρούσε τις προϋποθέσεις του Ν. 1798/1988, υπογράφτηκε και η υπό την ιδία ημερομηνία πρόσθετη πράξη, με βάση την οποία, η συνυπογράφουσα την πράξη πωλήτρια εταιρία, κατά παρέκκλιση της σύμβασης, παραιτήθηκε από κάθε δικαίωμα παρακράτησης κυριότητας του αυτοκινήτου.
Το προϊόν του δανείου εισέπραξε απευθείας η πωλήτρια, ενώ ο ενάγων ανέλαβε την αποπληρωμή του δανείου σε 72 μηνιαίες δόσεις. Η χορήγηση του δανείου έγινε υπό τον όρο λήψης από την δανείστρια τράπεζα, αντιγράφου εγκύρου ασφαλιστηρίου συμβολαίου, με ασφαλιστική εταιρία εγκεκριμένη από αυτήν (δανείστρια) που να καλύπτει όχι μόνο την γενική έναντι τρίτων αστική ευθύνη, αλλά και τους κινδύνους κλοπής, πυρός, τρομοκρατικών ενεργειών και προσωπικού ατυχήματος.
Σε εκτέλεση του όρου αυτού και στα πλαίσια των συμφωνιών τους, η πωλήτρια εταιρία, κατ' εντολή του ενάγοντος, μερίμνησε για την ασφαλιστική κάλυψη του πωληθέντος αυτοκινήτου. Προς τούτο, ο Η. Α., ενεργώντας στα πλαίσια των καθηκόντων που του είχε αναθέσει η πωλήτρια προς διεκπεραίωση των αναληφθεισών υποχρεώσεών της, υπέβαλε στην πρώτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία πρόταση ασφάλισης και συνήφθη το υπ' αριθμ. ...
πολυασφαλιστήριο συμβόλαιο, το οποίο, πλην της υποχρεωτικής έναντι τρίτων αστικής ευθύνης του Ν. 489/1976, κάλυπτε επιπλέον και ίδιες ζημίες (μικτή ασφάλιση), μέχρι του ύψους των 23.700 ευρώ, που, με μεταγενέστερη πράξη, επαναπροσδιορίστηκε σε 27.000 ευρώ. Όλα αυτά, μεταξύ των οποίων και το περιεχόμενο της ασφαλιστικής σύμβασης (καλύψεις και εξαιρέσεις) έγιναν κατόπιν πρότασης και με πλήρη γνώση του Η.
Α., που απολάμβανε της πλήρους εμπιστοσύνης του ενάγοντος, ο οποίος αρκείτο στην καταβολή των ασφαλίστρων και την παραλαβή κάθε φορά του ειδικού σήματος. Πράγματι, η πωλήτρια, στην οποία ο ενάγων εμπιστεύτηκε την διεκπεραίωση της συγκεκριμένης υπόθεσης, δηλαδή να προπαρασκευάσει την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης, μέσω του ως άνω προστηθέντος παρέδωσε στον ενάγοντα το ειδικό σήμα που επικολλάται στο όχημα, με αρχική καλυπτόμενη περίοδο από 29.10.2007 έως 29.4.2008, το οποίο αρκούσε για την ολοκλήρωση της ασφαλιστικής σύμβασης, πλην όμως δεν παρέδωσε σ' αυτόν αντίγραφο του ασφαλιστηρίου, ώστε να πληροφορηθεί τους όρους της σύμβασης.
Όμως, ο Η. Α., μολονότι γνώριζε ότι το πωληθέν αυτοκίνητο προοριζόταν, με την κατάλληλη μετατροπή, να οδηγείται από τον ίδιο τον ενάγοντα, εντούτοις, κατά την υποβολή της πρότασης προς την πρώτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, για λόγους που αφορούν αποκλειστικά την πωλήτρια, "που προφανώς ανάγονται σε εμπόδια που παρενέβαλαν οι εταιρείες με τις οποίες συνεργαζόταν στα πλαίσια της δραστηριότητάς της (δανείστρια τράπεζα και ασφαλιστική εταιρεία)", παρέλειψε να δηλώσει, όπως είχε υποχρέωση, με βάση την καλή πίστη, ότι το όχημα θα οδηγείτο από άτομο ηλικίας κάτω των 23 ετών, όπως ήταν ο ενάγων και επιπλέον παρανόμως και εν αγνοία του ενάγοντος δήλωσε στην ασφαλιστική εταιρία ψευδή στοιχεία αναφορικά με την ταυτότητα του αντισυμβαλλόμενου και λήπτη της ασφάλισης, ο οποίος, ως καλόπιστος συναλλασσόμενος, πίστευε ότι είχαν δηλωθεί τα αληθή στοιχεία του.
Ειδικότερα δε, ο ως άνω προστηθείς δήλωσε ως ημερομηνία γέννησης του οδηγού την 1.1.1955 και ως ημερομηνία έκδοσης του διπλώματος οδήγησης αυτού την 1.1.1975, μολονότι από τα έγγραφα που του είχε παραδώσει ο ενάγων, δηλαδή αντίγραφο άδειας οδήγησης και αντίγραφο δελτίου αστυνομικής ταυτότητας,, γνώριζε άριστα ότι τα αληθή στοιχεία είναι οι ημερομηνίες 12.1.1988 και 3.3.2006, αντίστοιχα.
Παρακατιόν δε περαιτέρω το δικαστήριο εκείνο απέρριψε ως αβάσιμους τους ισχυρισμούς της εναγόμενης πωλήτριας εταιρίας και ήδη αναιρεσείουσας ότι α) δεν γνώριζε την πρόθεση του ενάγοντος να τοποθετήσει στο αυτοκίνητο χειροκίνητο χειριστήριο, ώστε να οδηγείται από τον ίδιο και β) (ότι) γνωστοποίησε στον ενάγοντα ότι το αυτοκίνητο πρέπει να οδηγείται από τον πατέρα του, με την αιτιολογία ότι "τα περιστατικά αυτά γνώριζε πολύ καλά ο Η.
Α., από το πρόσωπο του οποίου κρίνεται η γνώση ή άγνοια. Ειδικότερα, είναι μεν αληθές και αποδείχθηκε ότι το αυτοκίνητο παραδόθηκε στον ενάγοντα, χωρίς καμία μετατροπή στο χειρισμό του, ώστε να μπορεί να οδηγηθεί από τον ανάπηρο ενάγοντα, πλην όμως ο ως άνω προστηθείς της πωλήτριας, όπως ακριβώς είχε υποσχεθεί, υπέδειξε στον πρώτο το κατάλληλο συνεργείο, που βρίσκεται στην Αθήνα, στην περιοχή των Αγίων Αναργύρων, όπου μετέβη το αυτοκίνητο, αμέσως μετά την παράδοσή του και διασκευάσθηκε κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να είναι κατάλληλο για οδήγηση από τον ίδιο.
Και μάλιστα, μετά την ολοκλήρωση της διασκευής, ο ενάγων επιμελήθηκε να καταχωρηθεί στην άδεια οδηγήσεώς του αυτή η διασκευή, και πράγματι, όπως αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη σε επικυρωμένο φωτοαντίγραφο υπ' αριθμ. ... άδεια οδηγήσεως του ενάγοντος που εκδόθηκε από το Υ.Σ. Λακωνίας, καταχωρήθηκε η παρατήρηση "να οδηγεί το ...
ΙΧΕ αυτοκίνητο (δηλαδή το επίδικο) διασκευασμένο όχημα με χειροκίνητο χειριστήριο, επιταχυντή και φρένο", υπογεγραμμένη από την αρμόδια υπάλληλο Δ. Ψ.. Έκτοτε ο ενάγων οδηγούσε το αυτοκίνητό του, πιστεύοντας καλόπιστα ότι δικαιούται να οδηγεί και ότι η ασφάλιση τον κάλυπτε πλήρως". Στην συνέχεια γίνεται δεκτό από το Εφετείο ότι στις 17.11.2009 και ενώ το αυτοκίνητο οδηγείτο από τον ενάγοντα - νυν αναιρεσίβλητο, έχοντας ως συνοδηγό τον Γ.
Α., έλαβε χώρα το ειδικότερα μνημονευόμενο στην πληττόμενη απόφαση ατύχημα, το οποίο είχε ως συνέπεια, λόγω των εκτεταμένων βλαβών που υπέστη το αυτοκίνητο, να θεωρηθεί αυτό ως ολικώς καταστραφέν. Κατόπιν δε του ατυχήματος τούτου ο ενάγων υπέβαλε προς την ασφαλιστική εταιρία την από 27.11.2009 δήλωση ατυχήματος και απευθύνθηκε προς τον Η.
Α., παραδίδοντας σ' αυτόν και αντίγραφο του σχετικού δελτίου συμβάντων της Τροχαίας, ώστε να επιμεληθεί για την καταβολή του ασφαλίσματος. Ο τελευταίος μετά από καθυστερήσεις και αλλεπάληλες συναντήσεις με τον ενάγοντα και τον πατέρα του, τους ενημέρωσε ότι η ασφαλιστική εταιρία δεν θα καταβάλει το ασφάλισμα, διότι το αυτοκίνητο οδηγείτο από άτομο ηλικίας κάτω των 23 ετών και τούτο δεν είχε δηλωθεί στην εταιρία.
Στις διαμαρτυρίες του ενάγοντος ότι δεν γνώριζε την ύπαρξη τέτοιου όρου, ο Η. Α. τον συμβούλευσε να ζητήσει από την ασφαλιστική εταιρία τον σχετικό φάκελο και τον προμήθευσε με μία αίτηση, με την οποία ο ενάγων ζητούσε από την ασφαλιστική εταιρία να του παραδώσει τα έγγραφα του φακέλου, ώστε να προκύψει αν από τα υποβληθέντα στοιχεία προέκυπτε η ηλικία του οδηγού.
Την με ημερομηνία 23.2.2010 αίτηση αυτή, προώθησε προς την ασφαλιστική εταιρία ο Η. Α. και η τελευταία, με την από 17.3.2010 έγγραφη απάντησή της, που έστειλε στον ενάγοντα μέσω του Η. Α., ενημέρωσε τον ενάγοντα ότι απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής ασφαλίσματος, διότι βάσει του άρθρου 25 § 3 γ του συμβολαίου είχαν αποκλεισθεί από την ασφάλιση ζημίες που προκαλούνταν όταν το όχημα οδηγείται από οδηγό ηλικίας κάτω των 23 ετών, εφόσον τούτο δεν είχε δηλωθεί στην εταιρία, παράλληλα δε, κατά παράβαση του άρθρου 2 § 3 εδ.
β' του Ν. 2496/1997, αρνήθηκε να χορηγήσει στον ενάγοντα τα στοιχεία του φακέλου με την αιτιολογία ότι "μπορεί να τα χρησιμοποιήσει ανάλογα". Περαιτέρω, ασχολούμενο ειδικότερα το Εφετείο με το θέμα της ευθύνης του προστηθέντος από την πωλήτρια - αναιρεσείουσα εταιρία Η. Α. και κατ' επέκταση και αυτής στην επέλευση της ζημίας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, παραθέτει προς θεμελίωση αυτής σειρά σκέψεων, στηριζόμενων στα ληφθέντα υπόψη του αποδεικτικά στοιχεία, σύμφωνα με τις οποίες α) "Το γεγονός όμως, ότι δεν είχε δηλωθεί στην ασφαλιστική εταιρεία η ηλικία του ενάγοντος, όπως θα έπρεπε, και συνακόλουθα τον σχετικό όρο του ασφαλιστηρίου περί εξαιρέσεως από την ασφαλιστική κάλυψη - ο οποίος (όρος) είναι συνέπεια της μη δηλώσεως της αληθούς ηλικίας, απέκρυψε και παρασιώπησε ο Η.
Α. από τον ενάγοντα, ο οποίος αγνοώντας όλα αυτά, ευλόγως πίστευε ότι δικαιούται να οδηγεί το διασκευασμένο όχημά του και ότι τούτο είναι ασφαλισμένο για ίδιες ζημίες, ενόσω οδηγείται απ' αυτόν. Την πεπλανημένη αυτή εντύπωση είχε δημιουργήσει στον ενάγοντα, ο προστηθείς της δεύτερης εναγόμενης, ο οποίος προέβη σε ψευδή δήλωση ως προς την ηλικία του οδηγού, μολονότι ως εκ της θέσεώς του, γνώριζε ότι επιδίωξη του ενάγοντα ήταν, το αυτοκίνητο, μετά την υποδειχθείσα διασκευή, να οδηγείται από τον ίδιο και να είναι ασφαλισμένο για την περίπτωση αυτή ακριβώς και όχι όταν θα οδηγείται από τρίτο άτομο.
Από την ένορκη ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών κατάθεση του μάρτυρα, πατέρα του ενάγοντος, αλλά και την ενώπιον του δικαστηρίου τούτου κατάθεση του Δ. Α., ο οποίος ήταν παρών κατά την διάρκεια όλων των διαπραγματεύσεων, που προηγήθηκαν της ασφαλιστικής συμβάσεως, αποδεικνύεται ότι συνειδητά ο Η. Α., δημιούργησε στον ενάγοντα την πεπλανημένη εντύπωση ότι το αυτοκίνητο ήταν ασφαλισμένο για την περίπτωση που οδηγείτο από τον ίδιο.
Μάλιστα, την 2.10.2009, που ο ενάγων, ως οδηγός του εν λόγω αυτοκινήτου, έγινε αίτιος τροχαίου ατυχήματος που προκάλεσε ζημία στην Ε. Λ., ο πιο πάνω ασφαλιστής προέβη σε όλες τις ενέργειες, ώστε να αποζημιωθεί η ζημιωθείσα τρίτη και πράγματι αποζημιώθηκε. Με τις ενέργειές του αυτές διατήρησε και ενίσχυσε στον ενάγοντα την πεπλανημένη εντύπωση ότι το αυτοκίνητο καλύπτεται ασφαλιστικά και όσα αντίθετα υποστηρίζει ο Η.
Α. στην ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατάθεσή του, ελέγχονται ως προς την αξιοπιστία τους. Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι όταν ο ενάγων αγόρασε το αυτοκίνητο δεν διέθετε άδεια οδηγήσεως, για την απόδειξη του οποίου προσκομίζουν αντίγραφο της υπ' αριθμ. ... άδειας του ενάγοντος με χρόνο ισχύος από 17.12.2008 έως 15.12.2013, είναι απορριπτέος, διότι από το προσκομιζόμενο από τον ίδιο τον ενάγοντα αντίγραφο της αδείας οδηγήσεως (στην οποία μάλιστα έχει καταχωρηθεί η ειδική σημείωση που προεκτέθηκε), προκύπτει ότι η ισχύς της άρχιζε από 1.3.2006, ήτοι πριν την αγορά του αυτοκινήτου.
Άλλωστε, αν ο ισχυρισμός αυτός ήταν αληθής, δεν εξηγούν οι εναγόμενοι για ποιο λόγο δέχθηκαν αυτή (άδεια οδηγήσεως), κατά τον προγενέστερο χρόνο ασφαλίσεως του αυτοκινήτου, ώστε να βρίσκεται στα χέρια τους, ενώ αντιθέτως ουδόλως φρόντισαν να ζητήσουν αντίγραφο της άδειας οδηγήσεως του πατέρα του ενάγοντος, Δ.
Α., που κατά τους ισχυρισμούς τους ήταν ο οδηγός του ασφαλισμένου οχήματος", β) "από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι το ασφαλιστήριο συμβόλαιο μαζί με το προβλεπόμενο χωριστό έντυπο υπόδειγμα δηλώσεως εναντιώσεως, παραδόθηκε στον ενάγοντα, ενώ ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ο ενάγων με το να παραλαμβάνει κάθε φορά το ανανεωτήριο συμβόλαιο και να καταβάλει τα ασφάλιστρα σημαίνει αποδοχή του πιο πάνω όρου περί εξαιρέσεως από την ασφαλιστική κάλυψη, είναι αλυσιτελής, διότι η αγωγή θεμελιώνεται στην αδικοπραξία και όχι στις περί ασφαλίσεως διατάξεις.
Για τον ίδιο ακριβώς λόγο πρέπει να απορριφθεί και ο ισχυρισμός της δεύτερης εναγόμενης εταιρείας περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως αυτής για το λόγο ότι δεν υπάρχει σχέση πρακτορεύσεως μεταξύ της ιδίας και της ασφαλιστικής εταιρείας, διότι η άσκηση της εναντίον της αγωγής στηρίζεται στην αδικοπραξία του προστηθέντος της", γ) "..αποδείχθηκε ότι η δεύτερη εναγόμενη εταιρία, η οποία ανέλαβε να προπαρασκευάσει την κατάρτιση της συμβάσεως ασφαλίσεως του επιδίκου αυτοκινήτου, δια του προστηθέντος της, εκμεταλλευόμενη την εμπιστοσύνη που έδειξαν προς αυτή τόσο ο ενάγων όσο και ο πατέρας του και γνωρίζοντας την διακαή επιθυμία του πρώτου να αγοράσει αυτοκίνητο που θα οδηγεί ο ίδιος, παρότι γνώριζε ότι το αυτοκίνητο θα οδηγείται από τον 19ετή ενάγοντα, για λόγους που αφορούν την ίδια, δεν δήλωσε στην ασφαλιστική εταιρεία ότι το όχημα θα οδηγείτο από αυτόν, αλλά αντιθέτως δήλωσε ψευδή στοιχεία για τον οδηγό του οχήματος, αναφορικά με το χρόνο γέννησης και απόκτησης του διπλώματος οδηγήσεως.
Επιπλέον δε, ενώ κατά τα επιβαλλόμενα από τις αρχές της καλής πίστης και την υπάρχουσα μεταξύ τους ιδιαίτερη σχέση, κατά το διάστημα διαπραγματεύσεων για την σύναψη της αγοράς, της δανειοδότησης και της ασφαλιστικής σύμβασης, είχε υποχρέωση να δηλώσει τα αληθή στοιχεία του οδηγού, ώστε να καλύπτονται και οι ζημίες που θα προκαλούντο ενόσω το όχημα οδηγείτο από τον ιδιοκτήτη του, εφόσον γνώριζε από την αρχή των διαπραγματεύσεων ότι αυτή ήταν η επιδίωξή του, διαφορετικά η προταθείσα από τον ως άνω προστηθέντα και συναφθείσα μικτή ασφάλιση δεν είχε νόημα αν δεν κάλυπτε τον ενάγοντα, εντούτοις δεν συμμορφώθηκε με την υποχρέωσή της αυτή.
Επιπροσθέτως δε αυτός προκειμένου να προάγει τα συμφέροντα της πωλήτριας και να αποφύγει το ενδεχόμενο να ναυαγήσει η αγορά του αυτοκινήτου με χρηματοδότηση σε περίπτωση που γινόταν γνωστό στον ενάγοντα ότι δεν θα καλυπτόταν η αστική του ευθύνη σε περίπτωση που οδηγούσε ο ίδιος, παρέλειψε και να γνωστοποιήσει στον τελευταίο τον πιο πάνω όρο εξαίρεσης της ασφαλιστικής κάλυψης", δ) "..από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο Η.
Α., ο οποίος διεξήγαγε όλες τις διαπραγματεύσεις και συμφωνίες, ήταν ενταγμένος στο χώρο της επιχειρηματικής δράσης της δεύτερης εναγόμενης εταιρείας με τη βούλησή της, ενώ η ζημιογόνος συμπεριφορά του (δήλωση ανακριβών στοιχείων εν αγνοία του ενάγοντος) κατέστη δυνατή και εκδηλώθηκε εξαιτίας ακριβώς της θέσης, των μέσων και των ευκαιριών, που είχε χορηγήσει σ' αυτόν η ως άνω εταιρεία και δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς την ιδιαίτερη σχέση που συνέδεε αυτόν με την πωλήτρια.
Τούτο αποδεικνύεται και από το ότι υφίσταται άμεσος τοπικός και χρονικός σύνδεσμος της βλαπτικής συμπεριφοράς με την εκ μέρους της τελευταίας, ανατεθείσα σ' αυτόν επιχειρηματική δραστηριότητα, εφόσον η συμπεριφορά εκδηλώθηκε μέσα στο κατάστημα της πωλήτριας, στα πλαίσια εξυπηρέτησης των συμφερόντων της και διεκπεραίωσης υποθέσεώς της και συγκεκριμένα στα πλαίσια των υποχρεώσεων που αυτή ανέλαβε έναντι του ενάγοντος και οι οποίες δεν εξικνούνται μόνο στην πώληση του αυτοκινήτου, αλλά και στην ασφάλιση τούτου, με βάση τα συμφέροντα και τους όρους που επιδίωκε ο συγκεκριμένος αγοραστής, ο οποίος σημειωτέον, απέβλεψε στο πρόσωπο αυτού ως προστηθέντος της πωλήτριας - υπολαμβάνοντας μάλιστα τούτον ως εκπρόσωπο της τελευταίας και όχι στην ιδιότητά του ως ασφαλιστικού πράκτορα ατομικώς, αφού θεωρούσε ότι η ασφάλιση συνήφθη με ενέργειες της πωλήτριας.
Αποτέλεσμα της δηλώσεως των ψευδών στοιχείων που προαναφέρθηκαν ήταν να μην καλύπτει η ασφαλιστική εταιρεία τη ζημία που υπέστη το ασφαλιζόμενο όχημα και η οποία θα καλύπτετο σε περίπτωση που είχαν δηλωθεί τα ακριβή στοιχεία, ήτοι ότι ο οδηγός είχε γεννηθεί την 12.1.1988 και είχε εκδοθεί το δίπλωμα οδηγήσεως την 3.3.2006, που κατά τα προεκτεθέντα, ήταν και η επιδίωξη του ενάγοντος, ο οποίος, ως καλόπιστος συναλλασσόμενος πίστευε ότι είχαν δηλωθεί τα ακριβή στοιχεία από τον Η.
Α.". Στη συνέχεια δε των σκέψεων - αιτιολογιών του αυτών το Εφετείο σημειώνει ότι "Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι η πωλήτρια εταιρεία, δεν ισχυρίζεται ότι η δήλωση των αληθών στοιχείων θα καθιστούσε ανέφικτη την σύναψη συμβάσεως μικτής ασφαλίσεως και επομένως, εξ αυτού συνάγεται ότι αν δεν είχε μεσολαβήσει η παράνομη συμπεριφορά του προστηθέντος της η ασφάλιση θα είχε συναφθεί εγκύρως με τα αληθή στοιχεία και η επίδικη ζημία του ενάγοντος, θα καλυπτόταν".
Κατά την κρατήσασα δε στο Δικαστήριο τούτο γνώμη, έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο στη συνέχεια έκανε δεκτή την αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου ως προς την ήδη αναιρεσείουσα ομόρρυθμη εταιρία, διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη υπαγωγής των υπ' αυτού γενομένων ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Ειδικότερα δε ενώ με βάση τα διαλαμβανόμενα στην προαναφερόμενη υπό στοιχείο γάμα μικρό (γ) σκέψη δέχεται ότι λόγω της ηλικίας του ενάγοντος, ως νεώτερου των 23 ετών, δεν θα ήταν δυνατή η ασφαλιστική κάλυψη αυτού για ίδιες ζημίες κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου και ότι κατά λογική ακολουθία σκόπιμα ο φερόμενος ως προστηθείς από την αναιρεσείουσα ομόρρυθμη εταιρία Η.
Α. απέκρυψε από μεν την ασφαλιστική εταιρία τα αληθή στοιχεία του ενάγοντος ως προς τον χρόνο γέννησης αυτού και απόκτησης της άδειας ικανότητας οδήγησης, από δε τον τελευταίο (ενάγοντα) την ύπαρξη του σχετικού όρου στη σύμβαση μικτής ασφάλισης περί εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, εν τούτοις με τα εκτιθέμενα περαιτέρω ότι "..η πωλήτρια εταιρεία δεν ισχυρίζεται ότι η δήλωση των αληθών στοιχείων θα καθιστούσε ανέφικτη την σύναψη συμβάσεως μικτής ασφαλίσεως και επομένως, εξ αυτού συνάγεται ότι αν δεν είχε μεσολαβήσει η παράνομη συμπεριφορά του προστηθέντος της η ασφάλιση θα είχε συναφθεί εγκύρως με τα αληθή στοιχεία και η επίδικη ζημία του ενάγοντος, θα καλυπτόταν", δέχεται, αντιφατικά προς τα παραπάνω, ότι αν είχαν δηλωθεί τα αληθή στοιχεία του ενάγοντος θα μπορούσε να είχε καταρτισθεί η παραπάνω μικτή σύμβαση ασφάλισης.
Κατά συνέπεια ο κατ' εκτίμηση του όλου περιεχομένου του ταύτα υποστηρίζων δεύτερος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να γίνει δεκτός. Κατά την γνώμη, όμως, ενός μέλους του Δικαστηρίου και ειδικότερα του εισηγητή αρεοπαγίτη Π. Χατζηπαναγιώτη, από τα πραγματικά περιστατικά που το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα συνάγεται με σαφήνεια ότι το δικαστήριο εκείνο έκρινε ότι η προκληθείσα στον ήδη αναιρεσίβλητο ζημία οφείλεται στο ότι ο Η.
Α., έχοντας πλήρη επίγνωση ότι το επίμαχο αναπηρικό αυτοκίνητο θα οδηγείτο από τον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο και όχι από τον πατέρα του και θέλοντας να αποφύγει το ενδεχόμενο της μη ασφάλισης (για ίδιες ζημίες ή και έναντι τρίτων) του αυτοκινήτου από την ασφαλιστική εταιρία, στην περίπτωση που αυτή θα πληροφορείτο ότι το αυτοκίνητο θα οδηγείτο από άτομο ηλικίας κατώτερης τον 23 ετών και μάλιστα ανάπηρο, προέβη στην δήλωση προς αυτή των προαναφερομένων ανακριβών στοιχείων.
Η μετά ταύτα δε και προς ενίσχυση της κατά τα άνω κρίσης του παράθεση της σκέψης, σύμφωνα με την οποία "...πρέπει να σημειωθεί ότι η πωλήτρια εταιρεία, δεν ισχυρίζεται ότι η δήλωση των αληθών στοιχείων θα καθιστούσε ανέφικτη την σύναψη συμβάσεως μικτής ασφαλίσεως και επομένως, εξ αυτού συνάγεται ότι αν δεν είχε μεσολαβήσει η παράνομη συμπεριφορά του προστηθέντος της η ασφάλιση θα είχε συναφθεί εγκύρως με τα αληθή στοιχεία και η επίδικη ζημία του ενάγοντος θα καλυπτόταν", δεν καθιστά αντιφατική την προαναφερόμενη παραδοχή του δικαστηρίου εκείνου.
Τούτο δε διότι, προεχόντως, η τελευταία αυτή σκέψη του Εφετείου είναι πλεοναστική και διατυπώθηκε κατά την πορεία του δικανικού συλλογισμού του προς άντληση επιχειρήματος υπέρ της προηγηθείσας κύριας αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασής του, της οποίας το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με πληρότητα και σαφήνεια.
Κατά λογική ακολουθία ο προαναφερόμενος δεύτερος λόγος της αναίρεσης θα έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμος.- IV.- Κατόπιν πάντων των προαναφερομένων και δεδομένου ότι η αναιρετική εμβέλεια του προαναφερόμενου δεύτερου λόγου της αναίρεσης στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των διατυπουμένων με αυτή λοιπών λόγων, πρέπει α) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της, β) να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο (Μονομελές Εφετείο Αθηνών), η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, γ) να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της έχουσας ασκήσει και πρόσθετους λόγους και καταθέσει και προτάσεις αναιρεσείουσας (άρθρ. 106, 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό και δ) να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του εκ τριακοσίων (300) ευρώ παραβόλου, το οποίο κατατέθηκε από αυτήν για την άσκηση της αναίρεσης και για το οποίο εκδόθηκαν τα με αριθμούς 3573590, 3573589, 1524043 σειρά Α τρία παράβολα του Δημοσίου, των 40 ευρώ έκαστο, και τα με αριθμούς 025420, 025421 και 025422, σειρά Α, τρία παράβολα του ΤΑΧΔΙΚ, των 60 ευρώ έκαστο.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 5658/2012 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ειδικής διαδικασίας διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο.-
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως.-
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3.500) ευρώ.- Και Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του εκ τριακοσίων (300) ευρώ παραβόλου, το οποίο κατέθεσε αυτή για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και για το οποίο εκδόθηκαν τα με αριθμούς 3573590, 3573589, 1524043, σειρά Α, τρία παράβολα του Δημοσίου, των 40 ευρώ έκαστο, και τα με αριθμούς 025420, 025421 και 025422, σειρά Α, τρία παράβολα του ΤΑΧΔΙΚ, των 60 ευρώ έκαστο.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Μαρτίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ