Legislator Case Law & Legislation
589/2012 AI generated

Supreme Court dismisses bank's appeal against labor court ruling on unilateral contract modification via abuse of management rights.

Case Number 589/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the Alpha Bank's appeal against a lower court decision regarding a unilateral modification of an employee's contract. The bank argued the labor court failed to consider specific facts about the employee's career progression and the bank's merger with other entities. The court ruled that these arguments constituted a denial of the claim rather than new material facts and found the bank had abused its management rights by placing the employee in a subordinate role without justification.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648 and 652 of the Civil Code; Article 7 of Law 2112/1920; Article 559(1) and 559(8) of the Code of Civil Procedure: A unilateral detrimental modification of a labor contract constitutes an abuse of management rights when the new duties are inferior and cause material or moral harm, and an appeal based on alleged failure to consider facts is inadmissible if those facts merely justify the denial of the claim.

Keywords

AI generated
unilateral contract modification abuse of management rights labor law principles appeal admissibility material facts requirement employee detriment corporate restructuring

Cited Legislation

AI generated
Articles 648 and 652 of the Civil Code
Article 7 of Law 2112/1920
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 589 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 589/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 31 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Τζανέτο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Γ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αθανασίου Ευαγγέλου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/6/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2031/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6522/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8/2/2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 24/2/2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 648 και 652 του Α.Κ. προκύπτει ότι, στη σύμβαση εργασίας η ρύθμιση κάθε θέματος που ανάγεται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχειρήσεως για την επίτευξη των σκοπών της ανήκει στον εργοδότη και αποτελεί εκδήλωση του διευθυντικού δικαιώματος αυτού. Έτσι ο εργοδότης δικαιούται να καθορίζει το είδος, τον τόπο, το χρόνο, τις συνθήκες εργασίας και γενικά τους όρους αυτής, εκτός αν το δικαίωμα αυτό, πλην των άλλων ασκείται καθ' υπέρβαση των αξιολογικών ορίων του άρθρου 281 Α.Κ.

Επομένως η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη κατά τρόπο που υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, δηλαδή κατά κατάχρηση αυτού, συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή της συμβάσεως εργασίας του μισθωτού, κατά την έννοια του άρθρου 7 του ν. 2112/1920.

Τέτοια περίπτωση μονομερούς βλαπτικής μεταβολής της συμβάσεως εργασίας, κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος, συντρέχει και όταν ο εργοδότης στα πλαίσια της οργανωτικής αναδιάρθρωσης της επιχειρήσεώς του, τοποθετεί το μισθωτό σε άλλη υπηρεσία σε σχέση με εκείνη, στην οποία είχε τοποθετηθεί προηγουμένως, και με άλλο αντικείμενο απασχολήσεως, εφόσον τα νέα αυτά καθήκοντα είναι υποδεέστερα για τον εργαζόμενο και συνεπάγονται άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική βλάβη, με την προσβολή της προσωπικότητάς του ως προς την επαγγελματική του αξία.

Στην τελευταία αυτή περίπτωση ο μισθωτός δικαιούται να ζητήσει, εκτός των άλλων, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 281, 648, 652, 914 και 932 Α.Κ. και 7 του ν. 2112/1920 χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από τον υποβιβασμό του (Ολ.Α.Π. 11/2007). Εξάλλου, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ.

υπάρχει, εφόσον αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εάν αυτός εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε ή εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, ενώ έλλειψη νόμιμης βάσης, που ιδρύει το λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ.19 του ίδιου Κώδικα, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου, για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της ή αντιφάσκουν μεταξύ τους.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, δικάζοντας επί εφέσεως της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης αποφάσεως με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, με την οποία επικαλούμενος, ότι από την κατά κατάχρηση, του διευθυντικού δικαιώματος των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, με την οποία συνδέεται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, μετά τη συγχώνευση με απορρόφηση της αρχικής του εργοδότριας, Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.

από την εναγομένη, βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής του συμβάσεως, περιήλθε σε τάξη αργομισθίας, χωρίς αντικείμενο εργασίας και αχρηστεύθηκε υπηρεσιακώς, με συνέπεια την παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του, λόγω της επαγγελματικής του απαξίωση και την εξ αυτής ηθική του βλάβη, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα:

Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσελήφθη στις 20/2/1973 από την "Ιονική και Λαϊκή Τράπεζα της Ελλάδος", η οποία συγχωνεύθηκε με απορρόφηση από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα το έτος 2000 με την απόφαση Κ2-5127/25/4/2000 Υπ. Ανάπτυξης (ΦΕΚ ΑΕ - ΕΠΕ 2945/26/4/2000), η οποία και υποκαταστάθηκε ως καθολική διάδοχος σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της απορροφούμενης, με τον εισαγωγικό βαθμό του δόκιμου λογιστή, από δε την 26/4/12000 εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της εναγομένης, στον Λογιστικό Κλάδο και η εργασιακή του σχέση διέπεται από τον Οργανισμό Προσωπικού της.

Ο ενάγων είναι απόφοιτος οικονομικού Γυμνασίου και από το έτος 1976, του "Ινστιτούτου Οικονομικής και Τραπεζικής μορφώσεως των Τραπεζών Εμπορικής και Ιονικής-Λαϊκής". Εξελίχθηκε βαθμολογικά και από την 1/1/1994 έχει, δυνάμει της 1614/1999 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέστη αμετάκλητη με την 688/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου, το βαθμό του Τμηματάρχη Α' και από την 1/1/1998 το βαθμό του Υποδιευθυντή Β' ή Εντεταλμένου Διευθύνσεως, γνωρίζει την αγγλική γλώσσα σε επίπεδο Lower και έχει παρακολουθήσει τρία επιμορφωτικά σεμινάρια σε θέματα τραπεζικών εργασιών, άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα στην Αττική, στο Δίκτυο, ως "προϊστάμενος" από την 1/8/1984 στο Κατάστημα Ηλιουπόλεως, από την 26/9/1985 στο Κατάστημα Γλυφάδας και από 13/5/1986 στο Κατάστημα Αλίμου, ως "τομεάρχης" από την 9/1/1997 στη Διεύθυνση Ακίνητης Περιουσίας και από την 4/5/1998 στη Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών.

Κρίνεται ως "εξαίρετος" συνεχώς από το έτος 1994 και χαρακτηρίζεται, στα Δελτία Αξιολογήσεώς του, ως "στέλεχος ικανότατο, με εμπειρίες και ήθος, εργατικός και συνεπής". Του χορηγήθηκε δικαίωμα Β' προσωρινής υπογραφής από 28/5/1984, Β' κανονικής υπογραφής από 1/8/1984 και Α' προσωρινής υπογραφής από 7/10/1985. Δεν έχει πειθαρχικές ποινές.

Στις 26/4/2000 απασχολείτο στην Ιονική και Λαϊκή Τράπεζα της Ελλάδος, με το βαθμό του Υποδιευθυντή Β' ή Εντεταλμένου Διευθύνσεως, ως "επικεφαλής" στο Τμήμα Στηρίξεως της Υποδιευθύνσεως Διαχειρίσεως Ακίνητης Περιουσίας της Διεύθυνσης Οικονομικών, με δικαίωμα Β' υπογραφής. Στη συνέχεια το Εφετείο δέχεται ότι το Τμήμα αυτό έχει ως αρμοδιότητες α.

Την τήρηση και ενημέρωση λεπτομερούς αρχείου ακινήτων της Τράπεζας, με τη βοήθεια μηχανογραφικής εφαρμογής, καθώς και την παροχή πληροφοριακών στοιχείων ,για κάθε ακίνητο, στις οργανωτικές μονάδες της Διευθύνσεως Οικονομικών Υπηρεσιών και στη Διοίκηση της τράπεζας. Β. Την τήρηση και ενημέρωση του Κτηματολογίου της τράπεζας.

γ. Τη σύνταξη αναλυτικών, περιοδικών απογραφών και αποτιμήσεων της ακίνητης περιουσίας, αρμοδιότητα της Διευθύνσεως Οικονομικών Υπηρεσιών. δ. Την παρακολούθηση και συμφωνία των Λογαριασμών Ακινήτων, αρμοδιότητος της Διευθύνσεως Οικονομικών Υπηρεσιών. ε. Τη διενέργεια αποσβέσεων επί των κτηθέντων ακινήτων.

Κατά τον ίδιο χρόνο (26/4/2000) στην εναγομένη λειτουργεί η Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών (ήδη Διεύθυνση Λογιστικού) που έχει Τμήμα Οικονομικών Καταστάσεων του Ομίλου, το Τμήμα Λογιστικού Σχεδιασμού, το Τμήμα Διεθνών Λογιστικών προτύπων, το Τμήμα Λογιστικών Πρακτικών, το Τμήμα Τρεχουσών Δαπανών και Εσόδων, το Τμήμα Επενδυτικών Δαπανών και το Τμήμα Εγγραφών με την κεντρική τράπεζα, ενώ Τμήμα Στηρίξεως της Υποδιευθύνσεως Διαχειρίσεως Ακίνητης Περιουσίας δεν λειτουργεί σε οποιαδήποτε Διεύθυνση της εναγομένης.

Το αντικείμενο εργασίας, της Διευθύνσεως Οικονομικών Υπηρεσιών της εναγομένης είναι: 1. Η ευθύνη για την οικονομική διαχείριση της Τράπεζας και την παρακολούθηση της οικονομικής διαχειρίσεως των εταιρειών του Ομίλου. 2. Η εισήγηση προς την Εκτελεστική Επιτροπή για την κεφαλαιακή διάρθρωση της Τράπεζας και των εταιρειών του Ομίλου, καθώς και για τη μερισματική φορολογική πολιτική και την πολιτική των προβλέψεων της Τράπεζας. 3.

Η ευθύνη για τη σύνταξη και τον έλεγχο των περιοδικών και των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων της Τράπεζας και του Ομίλου και η μέριμνα για την έγκαιρη δημοσίευση τους. 4. Η ευθύνη για την υποβολή των δηλώσεων αποδόσεως προς το Δημόσιο των άμεσων και έμμεσων φόρων, καθώς και η τήρηση των επιβαλλομένων από τον Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων. 5.

Η παρακολούθηση της φορολογικής νομοθεσίας και της νομολογίας των Διοικητικών Δικαστηρίων, η παρακολούθηση των αποφάσεων του Υπουργείου Οικονομικών και η μελέτη των επιπτώσεων στην Τράπεζα και στον Όμιλο. 6. Η ευθύνη για τη σύνταξη του προϋπολογισμού επενδύσεων. 7. Η ευθύνη για τη δομή και τη διάρθρωση του Λογιστικού Πληροφοριακού Συστήματος. 8.

Η ευθύνη για τη σύνταξη του απαιτούμενου ενημερωτικού δελτίου στις αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας, καθώς και η ευθύνη για την τήρηση και εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας. 9. Η παρακολούθηση των θεμάτων τραπεζικής εποπτείας και κεφαλαιακής επάρκειας της Τράπεζας και του Ομίλου. 10. Η συνεργασία με τους εξωτερικούς ελεγκτές, ήτοι τους ορκωτούς ελεγκτές της Τράπεζας Ελλάδος και του Υπουργείου Οικονομικών για τον έλεγχο της τράπεζας, προκειμένου να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα.

Οι ως άνω αρμοδιότητες του Τμήματος Στηρίξεως της Υποδιευθύνσεως Διαχειρίσεως Ακίνητης Περιουσίας, της Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών, το οποίο υπήρχε στην Ιονική και Λαϊκή Τράπεζα της Ελλάδος, "εκτελούνται" στην εναγομένη, όχι από υπάλληλο της, αλλά "αυτοματοποιημένα", ήτοι μέσω ειδικού ηλεκτρονικού συστήματος της ανώνυμης εταιρείας DELTA SINGULAR, συνεργάτη της εναγομένης.

Στο συγκεκριμένο ηλεκτρονικό σύστημα καταγράφονται και επεξεργάζονται όλα τα αρχειακά και λογιστικά μεγέθη των ακινήτων της εναγομένης, ενώ η διαχείριση των ακινήτων της "διενεργείται εξ ολοκλήρου" από τη θυγατρική της, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ΑΛΦΑ ΑΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ Α.Ε. Δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι στις 26/4/2000, η εναγομένη τοποθέτησε τον ενάγοντα ως απλό υπάλληλο, χωρίς δικαίωμα υπογραφής, στη Διεύθυνση των Οικονομικών της Υπηρεσιών (ήδη Λογιστικού), στο Τμήμα Επενδυτικών Δαπανών.

Το μοναδικό αντικείμενο εργασίας του ήταν "η παρακολούθηση των ακινήτων, περίπου σαράντα τον αριθμό, τα οποία ανήκαν στην Ιονική και Λαϊκή Τράπεζα και είχαν μεταβιβασθεί σε πελάτες της, με όρους διαφορετικούς από τους όρους των κοινών χρηματοδοτήσεων, ώστε να μην υφίσταται στην εναγομένη δυνατότητα ηλεκτρονικής αυτοματοποιημένης παρακολουθήσεώς τους", το εργασιακό του δε αυτό αντικείμενο διήρκεσε μέχρι την 31/12/2003.

Ήδη όμως, από τον Ιούνιο του 2001, που το εργασιακό του αντικείμενο είχε αρχίσει να συρρικνώνεται, ο ενάγων ζητούσε εγγράφως από την εναγομένη, να προσφέρει τις γνώσεις και την εμπειρία του σε παραγωγικό τομέα. Η εναγομένη γνώριζε τα υπηρεσιακά προσόντα του ενάγοντος και συγκεκριμένα ότι ήταν ικανός υπάλληλος και είχε υπηρετήσει και στο Δίκτυο, σε θέσεις ευθύνης ήτοι ως "προϊστάμενος" στο Κατάστημα Ηλιουπόλεως, Γλυφάδας και Αλίμου, τα οποία η εναγομένη διατήρησε και μετά την 26/4/2000 και έτσι μπορούσε να χρησιμοποιήσει τον ενάγοντα σε παραγωγικό τομέα, στο Δίκτυο, κατά τα υπηρεσιακά του προσόντα, σε κενές οργανικές θέσεις, που υπήρχαν στους πιο πάνω χρόνους.

Παρά ταύτα η εναγομένη δεν τον χρησιμοποίησε, ούτε καν απάντησε στις αιτήσεις του, και μετά την 52/2/6/-2004 "επιστολή εσωτερικής χρήσεως", Διεύθυνση Λογιστικού προς τη Διεύθυνση Ανθρωπίνου Δυναμικού, κατανέμεται το προσωπικό της, στη Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών και ήδη Λογιστικού, ανά Υποδιεύθυνση και Τμήμα και ο ενάγων τοποθετείται αδικαιολόγητα στο Τμήμα Επενδυτικών Δαπανών της (ήδη) Διευθύνσεως Λογιστικού, από την 2/6/2004, ως απλός υπάλληλος, χωρίς αντικείμενο εργασίας, ενώ τοποθετείται ως Προϊστάμενος ο συνάδελφος του Γ.

Κ. Σ., που κατείχε το βαθμό του Τμηματάρχη Β', θέση στην οποία εξακολουθούσε να υπηρετεί και κατά το χρόνο ασκήσεως της ένδικης αγωγής. Καταλήγει δε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι η συμπεριφορά αυτή της εναγομένης είναι παράνομη και συνιστά καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού του δικαιώματος, κατά τον προσδιορισμό της παροχής της εργασίας του ενάγοντος, η υπηρεσιακή του δε αχρήστευση και περιαγωγή του σε θέση αργομισθίας, ενώ ήταν ικανός υπάλληλος και η εναγομένη το γνώριζε, είχε δυσμενή συνέπεια στην προσωπικότητά του, κατά την έκφανση της επαγγελματικής του δραστηριότητας και ότι εκ αυτής υπέστη ηθική βλάβη.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παρεβίασε ευθέως τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ούτε διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της καταχρηστικής ασκήσεως του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσείουσας και της ηθικής βλάβης που υπέστη ο αναιρεσίβλητος, εξαιτίας της προαναφερόμενης συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας, αφού με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις δέχεται ότι υπό τα ανωτέρω περιστατικά, η ως άνω βλαπτική μεταβολή των όρων της ένδικης συμβάσεως, είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και αποτελεί καταχρηστική ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσείουσας και ότι από τη μεταβολή αυτή υπέστη ηθική βλάβη, λόγω παράνομης προσβολής της προσωπικότητάς του, από τον ανωτέρω υποβιβασμό και την επαγγελματική του μείωση.

Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, και ως προς τα δύο μέρη, από τα άρθρα 559 αρ.1 και 19 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ.8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής θεωρούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι δε και οι αρνητικοί της αγωγής ή της ενστάσεως ισχυρισμοί, που αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής ή της ενστάσεως γεγονότων, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.8 του ΚΠολΔ αιτιάται το Εφετείο, ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν απ' αυτή και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη του τα αφορώντα, την υπηρεσιακή εξέλιξη του αναιρεσίβλητου, καθώς και τη νομική και λειτουργική συγχώνευση αυτής με την Ιονική και Λαϊκή Τράπεζα της Ελλάδος και δεν προέβη στη σύγκριση των προσόντων του αναιρεσίβλητου, όπως την προϋπηρεσία, επιστημονική και υπηρεσιακή κατάρτιση και εμπειρία, σε σχέση με τα προσόντα των αναφερομένων συναδέλφων του, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και ο τοποθετηθείς ως προϊστάμενος, κατά παράλειψη εκείνου, Γ.

Σ., οι οποίοι υπερέχουν του αναιρεσίβλητου. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, καθόσον οι παραπάνω αιτιάσεις δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 του ΚΠολΔ, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής. Επιπλέον, ο λόγος αυτός, κατά τα δύο πρώτα μέρη είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με την υπηρεσιακή εξέλιξη του αναιρεσίβλητου και τη συγχώνευση της αναιρεσείουσας με την Ιονική και Λαϊκή Τράπεζα της Ελλάδος.

Η αιτίαση που αφορά τη μη σύγκριση των προσόντων του αναιρεσίβλητου με τα προσόντα των εις αυτή αναφερομένων συναδέλφων του (τρίτο μέρος), είναι αλυσιτελής και δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού στην κρινόμενη υπόθεση δεν πρόκειται περί μισθολογικής ή βαθμολογικής προαγωγής, κατά τις οποίες ερευνώνται τα προσόντα του προαχθέντος και αυτά του παραλειφθέντος και σε περίπτωση κατά την οποία οι πρώτοι υπερέχουν καταφανώς του τελευταίου, αυτός δεν προάγεται και είναι δυνατή η προβολή από την εναγομένη διακωλυτικής ενστάσεως, η ευδοκίμηση της οποίας έχει ως συνέπεια τη μη προαγωγή του ενάγοντος, αλλά πρόκειται περί βλαπτικής μεταβολής των όρων της εργασιακής του συμβάσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8/2/2010 αίτηση για αναίρεση της 6552/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Φεβρουαρίου 2012.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ