Legislator Case Law & Legislation
589/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague legal grounds and facts not subject to review.

Case Number 589/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Higher Court's decision regarding the Technical Educational Institute of Athens. The appellant argued that the court violated civil code provisions by rejecting claims for holiday bonuses and allowances, but the court found these arguments legally inadmissible. The court ruled that the appeal relied on vague assertions and challenged the substantive fact-finding of the lower court, which is not reviewable on appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 8 and 14 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews appeals only for specific procedural defects or lack of reasoning, rejecting appeals based on vague legal grounds or challenges to the substantive fact-finding of the court of first instance.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility substantive fact-finding vague legal grounds holiday bonuses public law entity dismissal of appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 560 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code
Article 559 no. 8 and 19 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 589 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Πολιτική δικονομία, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ελέγχεται αναιρετικά με τους λόγους της ΚΠολΔ 559 αρ.8 ή 14, που δεν προτείνονται κατά αποφάσεων πολυμελών πρωτοδικείων επί εφέσεων κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων. Ομοίως, κατά των εν λόγω αποφάσεων δεν προτείνεται ως λόγος αναίρεσης η παραβίαση δικονομικών διατάξεων ή η έλλειψη αιτιολογίας. Παρά την ακυρότητα συμβάσεων έργου που έγιναν για την κάλυψη παγίων αναγκών του εργοδότη, ΝΠΔΔ, οφείλονται δώρα εορτών, αποδοχές και επίδομα αδείας από τη λειτουργία απλής σχέσης εργασίας.

Αριθμός 589/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 8η Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα - Αθήνας" (ΤΕΙ-Α), όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξούσιας δικηγόρου Βάης Καραφυλλίδου.

ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Θ. Μ., 2) Γ. Τ. και 3) Φ. Ε., απάντων κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-12-2003 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων και άλλων προσώπων που δεν μετέχουν στην παρούσα δίκη, η οποία κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1022/2005 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4776/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 31-12-2007 αίτησή του και τους από 23-3-2010 πρόσθετους λόγους αναίρεσης.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 15-4-2009 έκθεση του κωλυομένου να μετέχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη, Βασιλείου Λυκούδη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν όλοι οι λόγοι αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από το αναιρεσείον 216, 219 και 224/15-7-2009 και 3203, 3204 και 3205/24-3-2010 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Χ. Γ., ακριβές αντίγραφο της από 31-2-2007 αιτήσεως αναιρέσεως και του από 23-3-2010 δικογράφου των προσθέτων λόγων, αντιστοίχως, με την οικεία πράξη καταθέσεως και την κάτω από αυτήν κλήση του αναιρεσείοντος, υπογραφόμενη από την ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο αυτού, προς τους αναιρεσίβλητους για να παρασταθούν κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 27-4-2010, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή (8-2-2011), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους αναιρεσίβλητους, οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το πινάκιο της μετ' αναβολή δικασίμου, ούτε κατέθεσαν κατ` άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων, σαν να ήσαν παρόντες, αφού η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση γι' αυτούς (ΚΠολΔ 226 παρ.4 εδ. α', γ' και δ', 568 παρ. 4, 576 παρ.2).

ΕΠΕΙΔΗ, στο άρθρο 560 αρ.1 ΚΠολΔ ορίζεται ότι "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο [μεταξύ συγκεκριμένων περιπτώσεων και] αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου".

Η αοριστία της αγωγής ερευνάται μεν αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν αφορά, όμως, στη δημόσια τάξη και, συνεπώς, ο περί αυτής ισχυρισμός, για να ιδρύσει λόγο αναιρέσεως, πρέπει να έχει προταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, περιστατικό που πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο. Άλλως, ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (ΚΠολΔ 562 παρ.2).

Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 560 αρ.1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας, για την κρίση του ως προς τη νομική βασιμότητα της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος, είτε αρκέστηκε σε λιγότερα.

Δεν ιδρύεται, όμως, ο παραπάνω λόγος, όταν πρόκειται είτε για ποσοτική αοριστία, συνιστάμενη στο ότι στο δικόγραφο της αγωγής δεν γίνεται με πληρότητα αναφορά στα πραγματικά περιστατικά, που αποτελούν την προϋπόθεση του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αγωγικό αίτημα, είτε για ποιοτική αοριστία, συνιστάμενη στο ότι στο δικόγραφο της αγωγής γίνεται απλή επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του, διότι αναιρετικώς ελέγχεται η μεν ποσοτική αοριστία με βάση τον αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η δε ποιοτική αοριστία με βάση τον αρ.14 του ίδιου άρθρου, δηλαδή με λόγους αναιρέσεως που δεν περιλαμβάνονται σ' αυτούς που προβλέπονται περιοριστικά στο άρθρο 560 ΚΠολΔ.

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι, με την προσβαλλόμενη 4776/2007 απόφασή του, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 1022/2005 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, παραβίασε ευθέως, άλλως εκ πλαγίου, τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία η αγωγή πρέπει να έχει ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς.

Ειδικότερα, το αναιρεσείον προβάλλει ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό αυτού περί αοριστίας της από 24-12-2003 αγωγής, παρά το γεγονός ότι οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι) δεν εξέθεταν σ' αυτήν α) ποιος από αυτούς απασχολήθηκε με σύμβαση έργου και ποιος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, β) ποιο ήταν το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα απασχόλησης ενός εκάστου, γ) πότε ακριβώς επήλθε η κατάταξή τους σε θέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, δ) ποιες ήσαν οι απολαβές τους από τη σύμβαση έργου, για να συγκριθούν με αυτές που έπρεπε να λαμβάνουν κατά νόμο ως εργαζόμενοι αορίστου χρόνου και ε) ποιος ήταν ο ακριβής χρόνος υπολογισμού του επιδόματος αδείας και των δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, διότι ο προσδιορισμός της κατάταξής τους σε θέσεις εργασίας αορίστου χρόνου "περί τον Αύγουστο 2001" οδηγούσε σε υπολογισμό κατά προσέγγιση.

Με το περιεχόμενο αυτό, ο εξεταζόμενος λόγος είναι απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται σε νομική αοριστία, κατά τα ανωτέρω, αλλά σε ποσοτική ή ποιοτική, κατά περίπτωση, οι περί της οποίας παραλείψεις του Δικαστηρίου της ουσίας ελέγχονται αναιρετικώς με τους αρ.8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι οποίοι δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων.

ΕΠΕΙΔΗ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως ιδρύει η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 331 ΚΠολΔ, διότι απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί ότι υφίστατο δεδικασμένο από την 417/2005 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που είχε κρίνει ότι οι αναιρεσίβλητοι είχαν παραιτηθεί από την ένδικη αγωγή. Ακόμη, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 224 ΚΠολΔ, διότι έκρινε παραδεκτή τη συμπλήρωση της αγωγής ως προς το ότι οι αναιρεσίβλητοι είχαν απασχοληθεί με συμβάσεις έργου και όχι, όπως επικαλούνταν αρχικώς, με συμβάσεις εργασίας. Με το περιεχόμενο αυτό, οι εξεταζόμενοι λόγοι είναι απαράδεκτοι, διότι με την επίφαση της παράβασης του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ προβάλλονται αιτιάσεις για παραβιάσεις δικονομικών διατάξεων.

ΕΠΕΙΔΗ, στο άρθρο 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος ορίζεται "7. Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παραγράφου 5, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει (...). 8.

Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων (...) είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2.

Νόμος ορίζει, επίσης, τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".

Με το άρθρο 14 του ν. 2190/1994 "Σύσταση ανεξάρτητης αρχής για την επιλογή προσωπικού και ρύθμιση θεμάτων διοίκησης" είχε ήδη ορισθεί ο τρόπος διορισμού και πρόσληψης (με διαγωνισμό ή με καθορισμένη σειρά προτεραιότητας) τακτικού προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στις υπηρεσίες και στα νομικά πρόσωπα της παρ.1 (μεταξύ των οποίων και τα ΝΠΔΔ).

Περαιτέρω, με το άρθρο 17 του ν. 2839/2000 ορίστηκαν τα εξής: "1. Προσωπικό το οποίο υπηρετεί κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου ή υπηρέτησε μέσα στο χρονικό διάστημα από 1-8-1999 μέχρι 31-3-2000 στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ α' και β' βαθμίδας και στα ΝΠΔΔ, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου πλήρους απασχόλησης ή με σύμβαση μίσθωσης έργου, κατατάσσεται σε οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του φορέα τελευταίας απασχόλησης, εφ' όσον κατά την 31-3-2000:

α) Είχε συνολική παροχή υπηρεσίας στο φορέα, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ή με συμβάσεις μίσθωσης έργου, τουλάχιστον είκοσι τέσσερις (24) μήνες. β) Δεν είχε μεσολαβήσει, προκειμένου για προσωπικό που απασχολήθηκε με περισσότερες της μιας συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, χρονικό διάστημα διακοπής μεταξύ των συμβάσεων μεγαλύτερο των δύο (2) μηνών.

γ) Η απαιτούμενη κατά το εδάφιο α' συνολική παροχή υπηρεσίας, προκειμένου για προσωπικό που απασχολήθηκε με συμβάσεις μίσθωσης έργου, έχει παρασχεθεί από 1-1-1995 και εφεξής. δ) Κατά την πρόσληψη ή την κατάρτιση των συμβάσεων δεν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις τις κείμενης νομοθεσίας που διέπει την πρόσληψη ή την κατάρτιση της συμβάσεως, των ΠΥΣ 236/94 (ΦΕΚ 115 Α') και 55/98 (ΦΕΚ 292 Α'), καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 21 του ν. 2190/1994 (ΦΕΚ 28 Α') και του άρθρου 6 του ν. 2527/1997 (ΦΕΚ 206 Α').

ε) Πρόκειται εφεξής να καλύψει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα, σε θέσεις του οποίου κατατάσσεται (...). 3. Στις διατάξεις της παρ.1 του παρόντος άρθρου υπάγεται και το προσωπικό με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου πλήρους απασχόλησης ή μίσθωσης έργου το οποίο μισθοδοτείται από προγράμματα χρηματοδοτούμενα συνολικά ή κατά ένα μέρος από πόρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή διεθνών οργανισμών ή δυνάμει διεθνών συμβάσεων ή από ειδικό λογαριασμό, επιφυλασσομένων των οριζομένων στις προηγούμενες παραγράφους (...). 8.

Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της νέας θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους. Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου του εδ. α' της παρ.1 λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (...)". Εξ άλλου, κατά το άρθρο 3 παρ.11 του ν. 3255/2004 "Για το προσωπικό που προσλήφθηκε για την εκτέλεση ερευνητικών έργων και προγραμμάτων που χρηματοδοτούνται μέσω των ειδικών λογαριασμών των Πανεπιστημίων, ΤΕΙ, Ερευνητικών Κέντρων και Ερευνητικών Ινστιτούτων ή για την εκτέλεση προγραμμάτων Σπουδών Επιλογής που χρηματοδοτούνται από το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Εκπαίδευσης και Αρχικής Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΕΠΕΑΕΚ) του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (άρθρο 2 παρ.23 του ν. 2621/1998 και άρθρο 11 παρ.4 του ν. 2640/1998) δεν απαιτείται για την εφαρμογή της παρ.1 του άρθρου 17 του ν. 2839/2000 (ΦΕΚ 196 Α') η συνδρομή της προϋποθέσεως δ' της παραγράφου αυτής.

Με την ΥΑ ΚΑ/679/ 1996 (ΦΕΚ 826 Β') συστήθηκε σε καθένα από τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (ΑΕΙ), καθώς και τα Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (ΤΕΙ) της χώρας Ειδικός Λογαριασμός για την αξιοποίηση των κονδυλίων επιστημονικής έρευνας, εκπαίδευσης, κατάρτισης, τεχνολογικής ανάπτυξης και παροχής σχετικών υπηρεσιών, με σκοπό τη διάθεση και διαχείριση κονδυλίων που προέρχονται από οποιαδήποτε πηγή και προορίζονται για την κάλυψη δαπανών οποιουδήποτε είδους, που είναι απαραίτητες για τις ανάγκες ερευνητικών, εκπαιδευτικών, επιμορφωτικών, αναπτυξιακών καθώς και έργων συνεχιζόμενης κατάρτισης και έργων για την παροχή επιστημονικών, τεχνολογικών και καλλιτεχνικών υπηρεσιών, την εκπόνηση ειδικών μελετών κλπ (άρθρο 2).

Οι λογαριασμοί αυτοί δεν έχουν νομική προσωπικότητα, αλλά ευρεία αυτοτέλεια και αποτελούν χωριστή ομάδα περιουσίας εντός της περιουσίας των ΑΕΙ και ΤΕΙ. Με τις διατάξεις του άρθρου 6 του ν. 2527/1997, για τη σύναψη συμβάσεων μισθώσεως έργου από υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα με φυσικά πρόσωπα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 681 επ.

ΑΚ ή με άλλες ειδικές διατάξεις, απαιτείται προηγούμενη έκδοση ΚΥΑ στην οποία, πλην άλλων, καθορίζεται το συγκεκριμένο έργο που πρέπει να εκτελεσθεί σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και το συνολικό ποσό της αμοιβής του αναδόχου. Σύμβαση μίσθωσης έργου που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες είναι αυτοδικαίως και καθ' ολοκληρίαν άκυρη.

Για τη σύναψη συμβάσεως μίσθωσης έργου απαιτείται βεβαίωση της νομικής υπηρεσίας του νομικού προσώπου του δημόσιου τομέα ότι πρόκειται για γνήσια σύμβαση έργου που δεν υποκρύπτει εξαρτημένη εργασία. Ανανέωση ή παράταση της σύμβασης μίσθωσης έργου απαγορεύεται και είναι αυτοδικαίως άκυρη. Ρήτρα καταβολής της εργολαβικής αμοιβής τμηματικώς κατά μήνα ή άλλο χρονικό όριο χωρίς συνάρτηση με την πρόοδο του έργου είναι αυτοδικαίως άκυρη.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι, με τους όρους της συμφωνίας τους, αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής του και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής των υπηρεσιών του και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσής του προς αυτές (ΟλΑΠ 28/2005).

Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από την αναφερόμενη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου (επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας), κυρίως γιατί με τη σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία που παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με τη σύμβαση μισθώσεως έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης.

Ο χαρακτηρισμός της συμβατικής σχέσης γίνεται από το δικαστήριο μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων, για να κριθεί -ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα που έδωσαν- με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέονται τα συμβαλλόμενα μέρη (ΟλΑΠ 19/2007, 18/2006). Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 του ν. 1082/1980, 1 παρ.2 της 19040/1981 ΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ.1 και 2 του α.ν. 539/1945, 3 παρ.16 του ν. 4504/1966, του άρθρου μόνου του ν. 133/1975 που κύρωσε την από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ, επιδόματα (δώρα) εορτών άδεια, αποδοχές αδείας και επιδόματα αδείας δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και οι προσφέροντες τις υπηρεσίες τους με βάση άκυρη σύμβαση εργασίας, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που συνεκδίκασε τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της 1022/2005 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε δεχθεί εν μέρει την από 24-12-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά του ήδη αναιρεσείοντος, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Οι αναιρεσίβλητοι προσλήφθηκαν κατά το έτος 1997 από το αναιρεσείον ΤΕΙ Αθήνας, με έγγραφες συμβάσεις ορισμένου χρόνου, προκειμένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους ως διοικητικό προσωπικό, ο 1ος του κλάδου ΥΕ (υποχρεωτικής εκπαίδευσης) και οι 2η και 3η από αυτούς του κλάδου ΤΕ (τεχνολογικής εκπαίδευσης).

Τις συμβάσεις αυτές το αναιρεσείον χαρακτηρίζει ως συμβάσεις μισθώσεως έργου, οι οποίες μετά τη λήξη τους ανανεώνονταν για ορισμένο πάντοτε χρόνο, μέχρι και 7-8-2001, 10-6-2002 και 10-6-2002, αντίστοιχα, οπότε με τις Δ.10/6134/24-5-2001 και Δ.10/1450/22-2-2002 Πράξεις του Προέδρου αυτού, που εκδόθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17 του ν. 2839/2000, εντάχθηκαν στο τακτικό προσωπικό, σε προσωρινές θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους ως διοικητικοί και τεχνικοί υπάλληλοι και ειδικότερα ο 1ος σε θέση ΥΕ επιμελητών, η 2η σε θέση ΤΕ διοικητικού - λογιστικού και η 3η σε θέση ΤΕ τεχνολογικών εφαρμογών - ηλεκτρονικών.

Οι αναιρεσίβλητοι, στο πλαίσιο των προαναφερόμενων ειδικοτήτων, εκτελούσαν την εργασία τους σε κανονικό ωράριο εργασίας, όπως και το τακτικό προσωπικό του εφεσίβλητου, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού και τελούσαν υπό τον έλεγχο και την εποπτεία των προϊσταμένων των οικείων τμημάτων. Με βάση τα ανωτέρω, οι συμβάσεις των αναιρεσίβλητων με το αναιρεσείον, μέχρι την ένταξη τους στο τακτικό προσωπικό με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, όπως προεκτέθηκε, έφεραν το χαρακτήρα συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας και όχι έργου, διότι υπήρχε νομική εξάρτηση αυτών, που εκδηλωνόταν με το δικαίωμα του αναιρεσείοντος να ασκεί έλεγχο και εποπτεία στην εργασία τους και να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, χρόνο και τόπο παροχής αυτής με αντίστοιχη υποχρέωση συμμόρφωσης των αναιρεσίβλητων.

Υπέρ της απόψεως αυτής συνηγορεί και το γεγονός ότι, σύμφωνα με τη ρητή διάταξη του άρθρου 17 παρ.8 εδ. β' του ν. 2839/2000, ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. Οι ένδικες συμβάσεις, όμως, ήσαν άκυρες, διότι έγιναν χωρίς να τηρηθούν οι προϋποθέσεις που τάσσουν οι διατάξεις του ν. 2190/1994.

Μετά ταύτα, οι αναιρεσίβλητοι συνδέονται με το αναιρεσείον με απλή σχέση εργασίας, αλλά δικαιούνται εκ του νόμου το δώρο εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, τις αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Πολυμελές Πρωτοδικείο έκρινε ότι οι αναιρεσίβλητοι, πέραν των όσων είχε επιδικάσει το Ειρηνοδικείο, δικαιούνται για υπόλοιπο αναλογίας επιδόματος εορτών Χριστουγέννων τα αναφερόμενα στην απόφαση ποσά και, στη συνέχεια, απορρίπτοντας την έφεση του αναιρεσείοντος και δεχόμενο την έφεση των αναιρεσιβλήτων, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή για τα ποσά αυτά, τα οποία και επιδίκασε στους αναιρεσίβλητους.

Με την παραπάνω κρίση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε τις προπαρατεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, όπως, επίσης, δεν παραβίασε δια της εφαρμογής τους τις γενικές διατάξεις που προβλέπουν την καταβολή δώρου εορτών, αποδοχών αδείας και επιδόματος αδείας στους απασχολούμενους με απλή σχέση εργασίας μισθωτούς.

Ειδικότερα, ως προς την κατάταξη των αναιρεσιβλήτων σε θέσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και αορίστου χρόνου, οι διατάξεις του άρθρου 17 του ν. 2839/2000 ήσαν εφαρμοστέες σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη της παρ.7 του άρθρου 118 του Συντάγματος, που ίσχυσε από 17-4-2001 και προέβλεψε ότι "Νομοθετικές ρυθμίσεις που αφορούν την τακτοποίηση της υπηρεσιακής κατάστασης προσωπικού που υπάγεται στην παράγραφο 8 του άρθρου 103 εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι την ολοκλήρωση των σχετικών διαδικασιών".

Ως προς την καταβολή δώρου εορτών, αποδοχών αδείας και επιδόματος αδείας στους αναιρεσίβλητους για χρονικό διάστημα πριν από την κατάταξή τους, δεν έγινε παραβίαση της διάταξης του άρθρου 17 παρ. 8 εδ. α' του ν. 2839/2000, κατά την οποία "οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της νέας θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης τους", διότι οι παροχές αυτές καταβλήθηκαν ανεξάρτητα από την κατάταξη, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις, λόγω αυτής καθ' εαυτήν της παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου με απλή σχέση απασχόλησης, συνεπεία της ακυρότητας των κατ' επίφαση συμβάσεων έργου, που είχαν συναφθεί χωρίς να συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις.

Και τέλος, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό της σχέσεως που συνέδεε τους διαδίκους, δεν έγινε παραβίαση των διατάξεων ούτε του άρθρου 103 του Συντάγματος, της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και του άρθρου 17 του ν. 2190/94 ούτε των άρθρων 648 και 681 ΑΚ, διότι η κατάταξη των αναιρεσιβλήτων σε θέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου και αορίστου χρόνου μετά τις ημερομηνίες που αναφέρθηκαν έγινε από το ίδιο το αναιρεσείον, ενώ για το χρονικό διάστημα πριν από αυτές το Δικαστήριο της ουσίας, ως μόνο αρμόδιο για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό της σχέσεως που ίσχυε μεταξύ των διαδίκων, δέχθηκε την ακυρότητα των συμβάσεων που είχαν συναφθεί και στήριξε τις ένδικες αξιώσεις στη λειτουργία απλής σχέσεως εργασίας.

Επομένως, οι τέταρτος και πέμπτος από τους λόγους της αιτήσεως, καθώς και ο μοναδικός λόγος του δικογράφου των προσθέτων, με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 παρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

ΕΠΕΙΔΗ, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 560 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων δεν προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως η μη λήψη υπ' όψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή η έλλειψη νόμιμης βάσης (ΚΠολΔ 559 αρ.8 ή 19).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αιτήσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο παραβίασε ευθέως, άλλως εκ πλαγίου, τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διότι απέρριψε την περί καταχρηστικής άσκησης των αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων ένσταση του αναιρεσείοντος. Ειδικότερα, προβάλλεται ότι το Δικαστήριο της ουσίας αφ' ενός δεν έλαβε υπ' όψη τον ισχυρισμό ότι οι αποδοχές των αναιρεσιβλήτων ήσαν ανώτερες εκείνων των μονίμων υπαλλήλων του αναιρεσείοντος και αφ' ετέρου δεν αιτιολόγησε επαρκώς την απόρριψη του ισχυρισμού ότι οι αναιρεσίβλητοι προέβαλαν οψίμως τις αξιώσεις τους, μετά την εξάντληση των πιστώσεων που είχαν διατεθεί για τη χρηματοδότηση της απασχόλησής τους και με τρόπο που η εκ των υστέρων ικανοποίησή τους θα διαταράξει την οικονομική λειτουργία του Ιδρύματος.

Ο λόγος αυτός της αιτήσεως, κατά το πρώτο μέρος, από το άρθρο 560 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αόριστος, διότι ουδεμία σαφή και ορισμένη αιτίαση για ευθεία παραβίαση του άρθρου 281 ΑΚ διαλαμβάνει. Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο και τρίτο μέρος, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.8 και 19 ΚΠολΔ, οι οποίες δεν αποτελούν λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος.

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, "Η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αρ.19 και 20".

Εν προκειμένω, με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως, το αναιρεσείον προβάλλει ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο παραβίασε ευθέως, άλλως εκ πλαγίου, τις διατάξεις των άρθρων 3 του α.ν. 539/1945, 3 του ν. 4504/1966 και 1 παρ.1 του ν. 1082/80, καθώς και της ΥΑ 19040/1981, διότι με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ως ορθά υπολογισμένα τα αιτούμενα ποσά, που αναφέρονται σε δώρα εορτών, αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας, ενώ από την κατάθεση του μάρτυρα του αναιρεσείοντος προέκυπτε ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν είχαν απασχοληθεί κατά τις εορτές Χριστουγέννων και Πάσχα, καθώς και επί δύο εβδομάδες κατά το μήνα Αύγουστο εκάστου έτους. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, υπό την επίκληση της παραβίασης των ως άνω διατάξεων, περί της οποίας ουδέν συγκεκριμένο διαλαμβάνει, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγματικών γεγονότων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, ερεύνησε τις ουσιαστικές προϋποθέσεις των ενδίκων αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων και έκρινε ότι αυτοί δικαιούνται, σύμφωνα με αυτές, τα χρηματικά ποσά που είχαν επιδικασθεί από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και συμπληρωματικά επιδικάσθηκαν από το δευτεροβάθμιο για επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, για επιδόματα αδείας και για αποδοχές αδείας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 31-12-2007 αίτηση και τους από 23-3-2010 πρόσθετους λόγους περί αναιρέσεως της 4776/2007 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 21η Μαρτίου 2011. -Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 14η Απριλίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ