Supreme Court allows appeal against traffic court verdict due to insufficient reasoning on driver fault.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Ioannina Court of Appeal's traffic accident verdict. The lower court failed to provide clear reasoning regarding the specific fault of the drivers involved in the collision. Consequently, the Supreme Court found the first ground of appeal based on Article 559 of the Traffic Code valid.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 580(3) of the Traffic Code; The Supreme Court must annul a lower court decision if it fails to provide sufficient reasoning on the attribution of fault in a traffic accident, thereby rendering appellate review impossible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 589 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 589/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, 2) Χ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Βώττη και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χρόνη και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ψ2, ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/12/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 426/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 297/2008 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22/10/2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος ανέγνωσε την από 22/1/2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν ο αντίδικος εκείνου, που επίσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο, που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου, ο 2ος αναιρεσίβλητος Ψ2, δεν εμφανίστηκε κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής συνεδρίαση, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο. Όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 4.072Β/22-7-2009 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας ..., την οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, που επισπεύδουν τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω απ' αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη συνεδρίαση της 5-2-2010, καθώς και κλήση προς συζήτηση κατ' αυτήν, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον ως άνω αναιρεσίβλητο Ψ2. Αυτός όμως δεν εμφανίστηκε κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά της, ούτε κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως, παρά την απουσία του πιο πάνω αναιρεσιβλήτου Ψ2.
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν παραβιάστηκε κανόνας εσωτερικού δικαίου. Ο κανόνας αυτός παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, η οποία υπάρχει, αν ο κανόνας δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.
Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος για αναίρεση απόφασης επειδή δεν έχει νόμιμη βάση ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999).
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση στάθμιση και αιτιολόγηση του εναγόμενου απ' αυτές συμπεράσματος γιατί το δικαστήριο προβαίνει στην κρίση του αυτή, ανέλεγκτα (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτόν είναι αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, ύστερα από αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού, δέχτηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά? "Στις 8-1-2005 και ώρα 12.45 ο δεύτερος εναγόμενος, οδηγώντας το υπ' αριθ. ... ΔΧΦ αυτοκίνητό του, βυτιοφόρο - ρυμουλκό με ρυμουλκούμενο, που ήταν ασφαλισμένο στην πρώτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ", εκινείτο στην οδό ..., εντός του οικισμού ..., με κατεύθυνση προς ....
Όταν έφθασε στο σημείο που η οδός αυτή διασταυρώνεται κάθετα με την οδό ..., συγκρούστηκε με το υπ' αριθ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε επί της τελευταίας αυτής οδού ο Ζ, σύζυγος της πρώτης των εναγόντων και πατέρας του δευτέρου αυτών, ο οποίος εισήλθε στην εν λόγω διασταύρωση και κινήθηκε αριστερά για να εισέλθει στο ρεύμα πορείας της οδού ...
προς ..., στο ίδιο δηλαδή ρεύμα, στο οποίο εκινείτο ο εναγόμενος οδηγός. Τούτο είχε ως συνέπεια να παρεμβληθεί στην πορεία του ανωτέρω φορτηγού, το οποίο, με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του, επέπεσε επί της πλάγιας δεξιάς πλευράς του ως άνω ΙΧΕ αυτοκινήτου και το παρέσυρε σε απόσταση 17,80 μ. Αποτέλεσμα της παραπάνω σύγκρουσης ήταν να υποστούν φθορές όλα τα οχήματα και να τραυματιστεί σοβαρά ο Ζ, ο οποίος υπέστη κακώσεις κεφαλής, αιμορραγική διήθηση μαλακών μορίων, κάταγμα αριστερού κροταφικού οστού, κάταγμα Α1-Α2 σπονδύλων, με διατομή νωτιαίου μυελού, κάταγμα στέρνου, καθολικά κατάγματα πλευρών, ρήξη θωρακικής αορτής, αιμοπεριτόναιο, γραμμοειδείς ρήξεις δεξιού λοβού ήπατος, από τις οποίες, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε, άμεσα, ο θάνατός του (βλ.
την υπ' αριθμ. 2095/7-2-05 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής του ιατροδικαστή ...). Ενόψει των παραπάνω, το ένδικο ατύχημα οφείλεται αποκλειστικά σε αμέλειά του. Αυτή συνίσταται στο ότι ο παθών, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 3 και 12 παρ. 1 του ν. 2696/99, δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και δεν διέκοψε την πορεία του αυτοκινήτου του στη συμβολή των παραπάνω οδών, όπως είχε υποχρέωση, προκειμένου να ελέγξει την κίνηση των τροχοφόρων στην οδό ..., στην οποία σκόπευε να εισέλθει, και να παραχωρήσει, όπως όφειλε, την προτεραιότητα στο αυτοκίνητο του εναγομένου οδηγού, αφού στην πορεία του παθόντος υπήρχε, όπως προαναφέρθηκε, πινακίδα με την ένδειξη "ΣΤΟΠ", αλλά εισήλθε στη διασταύρωση αιφνιδίως, με αποτέλεσμα να αποφράξει την πορεία του παραπάνω φορτηγού και να προκληθεί η ένδικη σύγκρουση.
Τούτο αποδεικνύεται σαφέστατα από την κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα ..., ο οποίος βρισκόταν μέσα στο περίπτερο που βρίσκεται στη διασταύρωση αυτή και παρατήρησε ότι ο θανών όχι μόνο δεν σταμάτησε πριν από τη διασταύρωση, όπου βρισκόταν η πινακίδα ΣΤΟΠ, αλλά ούτε καν ανέκοψε την ταχύτητά του. Αντίθετα, στην παραπάνω σύγκρουση δεν συνετέλεσε οποιαδήποτε αμέλεια του εναγομένου οδηγού, αφού αυτός οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, όταν δε αντιλήφθηκε το ΙΧΕ του παθόντος να εισέρχεται αιφνίδια στην οδό που αυτός εκινείτο, προέβη αμέσως σε αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά για να αποφύγει τη σύγκρουση και συνάμα έκανε χρήση του συστήματος πεδήσεως, πλην όμως δεν κατόρθωσε να αποφύγει τη σύγκρουση διότι ο οδηγός του ΙΧΕ εκινείτο και αυτός προς δεξιά, υπολογίζοντας εσφαλμένως ότι με το αυτοκίνητο που οδηγούσε [ΑΛΦΑ ΡΟΜΕΟ] θα προλάβαινε να μπει στην πορεία του ΔΧΦ αυτοκινήτου και μπροστά από αυτό, πράγμα το οποίο όμως δεν κατόρθωσε, με συνέπεια το εμπρόσθιο-αριστερό μέρος του αυτοκίνητου αυτού [ΔΧΦ] να επιπέσει στο εμπρός δεξιό μέρος του ΙΧΕ αυτοκινήτου.
Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η ταχύτητα του οχήματος του εναγομένου οδηγού καθ' όλη τη διάρκεια της ημέρας εκείνης δεν είχε υπερβεί τα 78 χ/ω, όταν δε εισήλθε στην ... και ήταν κενό φορτίου, η ταχύτητά του ανερχόταν σε 45 χιλιόμετρα την ώρα, όπως αποδεικνύεται από τη σχε- τική ένδειξη του ταχογράφου του αυτοκινήτου, ενώ η επιτρεπόμενη στο σημείο συγκρούσεως είναι εκείνη των 50 χ/ω (βλ.
την από 8-1-05 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος του Τμήματος Τροχαίας Ιωαννίνων και το σχεδιάγραμμα που τη συνοδεύει)". Έτσι, όμως, το Εφετείο, διέλαβε, με την εξενεχθείσα, ως άνω, κρίση του, ασαφείς και ανεπερκείς αιτιολογίες, σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και ιδίως αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων, την οποία αποκλειστικά καταλογίζει στον Ζ.
Ειδικότερα, δεν διευκρινίζεται? α) σε πόση απόσταση ήταν το ΔΧΦ αυτοκίνητο, όταν ο οδηγός του αντιλήφθηκε το ΙΧΕ αυτοκίνητο να εισέρχεται στο ρεύμα πορείας του, και β) πόσο από τον άξονα της οδού μπήκε το ΙΧΕ αυτοκίνητο στο ρεύμα πορείας του ΔΧΦ αυτοκινήτου, για να κριθεί αν, λαμβανομένων υπόψη και των λοιπών περιστάσεων, (οδικός κόμβος, με πινακίδες προ αυτού Ρ-3, Π-21 και Κ-27, των οποίων δεν αναλύεται το περιεχόμενο, όπως και διαγραμμίσεις επί της Λεωφόρου ...
για διάβαση πεζών), ο αναιρεσίβλητος οδηγός ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματός του, σύμφωνα με το άρθρο 19 του ΚΟΚ, και αν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή, κατά τρόπο ώστε να είναι δυνατόν να κριθεί εάν υπήρχε ή μη δυνατότητα αποτροπής του ατυχήματος. Έτσι καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της υπαιτιότητας των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων.
Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚπολΔ, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή ή σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να κατάδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας των, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 297/2008 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και
Καταδικάζει τους τρεις πρώτους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ