Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding evidence and insufficient reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision. The appellant argued that the lower court improperly accepted bank account movements as evidence without proper authentication and failed to provide sufficient reasoning for rejecting her claim. The court rejected these arguments, ruling that the printed bank statements constituted original documents rather than copies requiring notarization, and that the appeal's claim regarding insufficient reasoning was too vague to be substantiated.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(9)(c) of the Code of Civil Procedure; Art. 559(11a) of the Code of Civil Procedure; Art. 559(19) of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the lower court left an application undecided, and a ground for appeal based on insufficient reasoning is rejected if the facts relied upon by the court are not clearly specified in the appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 589 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 589/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ1, η οποία εκπροσωπή-θηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστάθιο Ντονά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "TΡΑΠΕΖΑ EFG ΕUROBANK-ERGASIAS AΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα ως καθολική διάδοχος στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΑΕ" λόγω συγχωνεύσεως δι'απορροφήσεως της δεύτερης από την "TΡΑΠΕΖΑ ΕFG EUROBANK AE", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-6-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23824/2000 του ίδιου δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης λόγω αρμοδιότητας, 11369/2001 μη οριστική, 2396/2005 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και 2711/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 15-12-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 14-1-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ κατά το άρθρ 559 αριθ. 9 περ. γ' του άρθρου 559
ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δ/ριο άφησε αδίκαστη αίτηση. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρεμβάσεως, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, των ενδίκων μέσων της έφεσης, της ανακοπής και τριτανακοπής όχι όμως εκείνη της ενστάσεως ή αντενστάσεως ή του λόγου της έφεσης ως επίσης και το αίτημα για ενέργεια πραγματογνωμοσύνης, γιατί υπόκειται στην κυριαρχική εξουσία του δ/ρίου της ουσίας (ΑΠ 1310/1982). Ο 1ος επομένως λόγος αναίρεσης κατ' εκτίμηση εκ του αριθ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι εκ των αριθ. 8, 10 και 19 ως αναφέρεται στο αναιρετήριο με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του το αίτημά του για διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και έτσι άφησε αδίκαστη αίτησή του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
ΕΠΕΙΔΗ με τον 2ο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 8 περίπτωση β μομφή, τη μη λήψης υπόψη από το Εφετείο του ως πράγμα θεωρουμένου κατά την έννοια αυτού, αγωγικού ισχυρισμού της αναιρεσείουσας - ενάγουσας περί κατοχής του ομολόγου (τίτλου προθεσμιακής προθεσμίας) από αυτή και εντεύθεν μη εξοφλήσεώς του από την εναγομένη τράπεζα η οποία υποχρεούται στην εξόφλησή του. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι αυτός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμος.
ΕΠΕΙΔΗ η περιλαμβανόμενη στον 3ο λόγο αναίρεσης αιτίαση από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δέχθηκε τα πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη, χωρίς αποδείξεις, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, διότι ως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο στήριξε την κρίση του για την απόρριψη της αγωγής στις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δ/ρίου και τα έγγραφα που προσκόμισαν οι διάδικοι.
ΕΠΕΙΔΗ με τον 4ο λόγο αναίρεσης και κατά το πρώτο μέρος του και με τον 5ο λόγο αναιρέσεως προβάλλονται οι αιτιάσεις εκ των αριθ. 20 και 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι δηλαδή το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από ..... βεβαίωσης της εναγομένης τράπεζας και περαιτέρω ότι δεν έλαβε υπόψη του αυτή, προσκομισθείσα και επικαλεσθείσα από την αναιρεσείουσα. Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι απορριπτέοι λόγω της αντιφατικότητάς τους (ΑΠ 849/07).
ΕΠΕΙΔΗ με τον 4ο λόγο αναίρεσης και κατά το δεύτερο μέρος του προβάλλεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της φορολογικής δήλωσης της αναιρεσείουσας του έτους 1990, με το να δεχθεί ότι ο........ εισέπραξε την 25.5.90 τόκους ύψους 6.944.162 δρχ., ενώ στην οικεία φορολογική της δήλωση η αναιρεσείουσα δήλωσε ότι εισέπραξε μαζί με το ανωτέρω, σύζυγό της, το ποσό των 776.217 δρχ. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι το Εφετείο συνεκτίμησε το έγγραφο αυτό μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο σ'αυτό (ΑΠ 2060/07).
ΕΠΕΙΔΗ το απόσπασμα από τα Εμπορικά Βιβλία της Τράπεζας, στο οποίο αποτυπώνεται η κίνηση, το κλείσιμο του λογαριασμού και το κατάλοιπο, επέχει θέση αποδεικτικού μέσου με ισχύ ιδιωτικού εγγράφου, το αντίγραφο δε αυτού έχει αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο, εφόσον η ακρίβεια τούτου βεβαιώνεται από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο (άρθρα 441 § 1 ΚΠολΔ, 52 Ν.Δ. 3026/1954, Ν. 1599/1986) και δεν μπορεί να προσδώσει την αποδεικτική αυτή δύναμη η βεβαίωση της ακρίβειας και του αντιγράφου από τον αρμόδιο υπάλληλο της πιστώτριας Τράπεζας. Όμως στην περίπτωση των μηχανογραφικώς τηρούμενων εμπορικών βιβλίων η εκτύπωση του αποσπάσματος των βιβλίων αυτών, που περιέχονται σε ηλεκτρονική μορφή εντός του υπολογιστή, με τη σχετική βεβαίωση της γνησιότητος της εκτύπωσης από τον υπάλληλο της Τράπεζας που ενήργησε την εκτύπωση, αποτελεί το πρωτότυπο έγγραφο, που κατέχει η Τράπεζα για την απόδειξη του περιεχομένου του εξαχθέντος από την ηλεκτρονικό υπολογιστή αποσπάσματος των βιβλίων της. Επομένως στην περίπτωση αυτή, δεν απαιτείται βεβαίωση της ακρίβειας τούτου από την αρμόδια αρχή ή δικηγόρο, αφού δεν πρόκειται για αντίγραφο (ΑΠ 578/05, ΑΠ 1022/03).
Εν προκειμένω με τον 6ο λόγο αναίρεσης εκ του αριθ. 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ - και όχι εκ του αριθ. 10 ως αναφέρεται στο αναιρετήριο - προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του μη επιτρεπόμενου από το νόμο αποδεικτικό μέσο, με το να δεχθεί την κίνηση των επίδικων λογαριασμών αποδεικνυόμενη, από εκτύπωση του αποσπάσματος των εμπορικών βιβλίων της εναγομένης που περιέχονται σε ηλεκτρονική μορφή μέσα στον υπολογιστή και με τη σχετική βεβαίωση της γνησιότητας της εκτύπωσης από υπάλληλο της Τράπεζα που ενήργησε την εκτύπωση, ενώ έπρεπε αυτή (εκτύπωση) να επικυρωθεί πρώτα από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο για να έχει αποδεικτική δύναμη. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατά τα προαναφερθέντα, διότι στην κρινόμενη περίπτωση δεν απαιτείτο βεβαίωση της ακρίβειας του ανωτέρου εγγράφου από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο, αφού δεν επρόκειτο περί αντιγράφου, αλλά για πρωτότυπο έγγραφο.
ΕΠΕΙΔΗ για να είναι ορισμένος ο εκ του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι παραδοχές του δ/ριου της ουσίας (ολ. ΑΠ 32/1996 και 27/1998). Με τον 7ο λόγο αναιρέσεως, προβάλλεται η πλημμέλεια εκ του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιλαμβάνει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που άσκησε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς όμως να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο ως θεμελιωτή της κρίσης του για την απόρριψη της αγωγής της αναιρεσείουσας, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό. Επομένως ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-12-06 αίτηση της Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθ. 2711/06 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Φεβρουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ