Legislator Case Law & Legislation
589/2007 AI generated

Supreme Court allows lawyer fee claim by overturning lower court's ruling on conditional fees after settlement.

Case Number 589/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece overturned the Athens Court of Appeal's decision regarding a conditional lawyer fee. The lower court had deemed a settlement successful and thus triggered the payment of fees, despite the client's argument that the settlement only resolved specific asset issues while other disputes remained open. The court ruled that the settlement did not constitute a complete legal victory for the client because it did not fully resolve the underlying inheritance dispute, thereby failing to satisfy the condition precedent for the fee. Consequently, the case was remanded for further examination to determine the correct fee status.

Legislator headnote

AI generated

Articles 92(3) and 92(5) of the Code of Lawyers (Law 3026/1954); A conditional lawyer fee agreement becomes enforceable only upon the client's final legal victory; a settlement resolving only part of the dispute does not constitute such a victory.

Keywords

AI generated
conditional lawyer fees conditional fee agreement lawyer fee condition precedent settlement success definition conditional fee enforcement legal victory standard remand for further trial

Cited Legislation

AI generated
Article 92(3) of the Code of Lawyers (Law 3026/1954)
Article 92(5) of the Code of Lawyers (Law 3026/1954)
Article 871 of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 589 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 589/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα-

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πολίτη.

Του αναιρεσίβλητου: ...., Δικηγόρου, κατοίκου Αθηνών, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/10/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 166/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8740/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9/1/2006 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας ανέγνωσε την από 30/1/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου, τρίτου και τέταρτου λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο αναιρεσίβλητος ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως ζήτησε την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 92 παρ. 3 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), επιτρέπεται συμφωνία που εξαρτά την αμοιβή ή το είδος αυτής από την έκβαση της δίκης ή του αποτελέσματος ή από οποιαδήποτε άλλη αίρεση, κατά δε τη διάταξη της παραγράφου 5 του ιδίου άρθρου, η συμφωνία που εξαρτά την αμοιβή από την έκβαση της δίκης, τότε μόνο ισχύει, όταν ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας, χωρίς σε περίπτωση αποτυχίας να λάβει κάποια αμοιβή.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αμοιβή του δικηγόρου, ο οποίος ανέλαβε εργολαβικώς τη διεξαγωγή της δίκης ή τη διεκπεραίωση της εργασίας, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσοστό 20% του αντικειμένου της δίκης, η δε σχετική απαίτηση τελεί υπό αναβλητική αίρεση και γεννιέται όταν διεξαχθεί επιτυχώς η δίκη ή επιλυθεί με συμβιβασμό η διαφορά ή περατωθεί η εργασία (ΑΠ 48/2006).

Ως επιτυχής έκβαση της δίκης, άρα και ως πλήρωση της αιρέσεως κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, νοείται το στάδιο της διαδικασίας κατά το οποίο ο εντολέας έχει τελεσίδικα δικαιωθεί από τις ενέργειες του εντολοδόχου δικηγόρου με ικανοποιητική δικαστική ή εξώδικη επίλυση της διαφοράς (ΑΠ 1116/2000). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 871 με τη σύμβαση του συμβιβασμού οι συμβαλλόμενοι διαλύουν με αμοιβαίες υποχωρήσεις μια φιλονικία η αβεβαιότητα για κάποια έννομη σχέση.

Ο συμβιβασμός διακρίνεται σε δικαστικό και εξώδικο. Δικαστικός είναι ο συμβιβασμός που έχει σαν αποτέλεσμα όχι μόνο να καταργείται η δίκη η οποία εκκρεμεί μεταξύ των συμβαλλομένων, αλλά και να διαλύεται η φιλονικία ή η αβεβαιότητα εξαιτίας της οποίας γεννήθηκε η δίκη αυτή. Αν, όμως, η διαλυόμενη με το δικαστικό συμβιβασμό φιλονικία ή αβεβαιότητα αναφέρεται σε μέρος μόνο της όλης διαφοράς που υφίσταται μεταξύ των αντιδίκων, στη διάλυση της οποίας και απέβλεψαν οι συμβαλλόμενοι με το εργολαβικό δίκης, τότε με το δικαστικό αυτό συμβιβασμό δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επιλύεται ικανοποιητικά για τον εντολέα η διαφορά και συνακόλουθα ότι πληρούται η αναβλητική αίρεση υπό την οποία τελεί η καταβολή της αμοιβής που συμφωνήθηκε.

Έτσι, αν η αναφερόμενη στο εργολαβικό δίκης διαφορά αφορά στην κατά οποιοδήποτε τρόπο αναγνώριση κληρονομικού δικαιώματος του εντολέα, τότε ο δικαστικός συμβιβασμός που επιτυγχάνεται από τον εντολοδόχο δικηγόρο στα πλαίσια μιας δίκης ασφαλιστικών μέτρων περί νομής κληρονομιαίων ακινήτων, δεν επιλύει ικανοποιητικά για τον εντολέα την όλη διαφορά και δεν επιφέρει την πλήρωση της αναβλητικής αιρέσεως, εκτός αν στο συμβιβασμό αυτόν περιέχεται και αναγνώριση εκ μέρους του αντισυμβαλλομένου του εντολέα του κληρονομικού δικαιώματός του εν όλω ή εν μέρει.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα: Στις 21-4-1997 απεβίωσε ο Ζ1, πρώην σύζυγος της εναγομένης και πατέρας της ανήλικης τότε θυγατέρας της Χ1 ήδη αναιρεσείουσας. Η τελευταία, ως μοναδικό τέκνο του αποβιώσαντος, ήταν και η μόνη εξ αδιαθέτου κληρονόμος του.

Όμως, κατά την αποσφράγιση της οικίας του ανωτέρω βρέθηκε η από 19-11-1976 ιδιόγραφη διαθήκη του, η οποία δημοσιεύτηκε με το υπ' αριθμ.3848/1997 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αλλά αμφισβητήθηκε από την εναγομένη ως πλαστή. Με την ανωτέρω διαθήκη εγκαθίσταντο ως κληρονόμοι εκτός από την ανήλικη θυγατέρα του, οι δύο γονείς του και οι αμφιθαλείς αδελφοί του Ζ2 και .....

Έτσι, εθίγετο το πιο πάνω κληρονομικό δικαίωμα της αναιρεσείουσας αφού βάσει αυτής ελάμβανε μόνο πέντε διαμερίσματα πολυκατοικίας κείμενης στο ....., τα οποία μάλιστα, όπως αναφερόταν στη διαθήκη είχαν περιέλθει σ' αυτόν δυνάμει άτυπης διανομής, ενώ η κληρονομιαία περιουσία περιελάμβανε ακόμη και τη συγκυριότητα κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου επί μιας ισόγειας αποθήκης, τριών ισογείων καταστημάτων και επτά ακόμη διαμερισμάτων της ιδίας πολυκατοικίας, ενός ημιϋπογείου καταστήματος, κείμενου στον ......

και μιας αυθαίρετης πολυκατοικίας, αποτελούμενης από έξι (6) διαμερίσματα, κείμενης στη ..... Στις 17-7-1997 η εναγομένη, ως ασκούσα την επιμέλεια της θυγατέρας της, ανέθεσε στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο δικηγόρο Αθηνών τη διεκπεραίωση και επίλυση όλων των προβλημάτων που θα ανέκυπταν από αυτή την κληρονομική διαδοχή και υπέγραψαν αυθημερόν εργολαβικό δίκης με το οποίο όρισαν την αμοιβή του ενάγοντος σε ποσοστό 10%.

Με το εργολαβικό αυτό ο ενάγων ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει τα απαιτούμενα έξοδα μέχρι να επιτευχθεί τελεσίδικη απόφαση ή εξώδικη ικανοποίηση των απαιτήσεων της εναγομένης. Σε εκτέλεση της ανωτέρω εντολής ο ενάγων προέβη στις ακόλουθες δικαστικές και εξώδικες ενέργειες: Το Μάρτιο 1997 συνέταξε και επέδωσε εξώδικη δήλωση προς τους αντιδίκους της εναγομένης για απόδοση 4.650.000 δρχ., ποσό που προερχόταν από τα μισθώματα των Α1, Α3 και Γ3 κληρονομιαίων διαμερισμάτων.

Τον Απρίλιο 1997 συνέταξε και επέδωσε και άλλο εξώδικο με το ίδιο αίτημα. Το Μάϊο 1997 συνέταξε και υπέβαλε αίτηση προς την Εθνική Τράπεζα σχετικά με τις καταθέσεις και τα ομόλογα του αποβιώσαντος . Στις 4-6-1997 συνέταξε και κατέθεσε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων για τη σφράγιση του γραφείου του αποβιώσαντος στο ......

Στις 9-7-1997 συνέταξε και κατέθεσε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με αίτημα τη δικαστική μεσεγγύηση των κινητών και ακινήτων της κληρονομιαίας περιουσίας και ορισμό μεσεγγυούχου. Παρέστη κατά τη συζήτηση της ανωτέρω αιτήσεως την 1-8-1997 επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 24951/1997 απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση.

Στις 18-9-1997 υπέβαλε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών σχετική αίτηση και έλαβε παραγγελία για τη χορήγηση των φορολογικών δηλώσεων του αποβιώσαντος. Στις 17-12-1997 συνέταξε αγωγή που απευθυνόταν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αίτημα την αναγνώριση της ακυρότητας της διαθήκης του αποβιώσαντος , επί της οποίας και εκδόθηκε ακολούθως η υπ' αριθμ. 530/1999 προδικαστική απόφαση.

Το Μάρτιο ή Απρίλιο 1998 συνέταξε μήνυση με μηνύτρια την εναγομένη για πλαστογραφία με χρήση της ιδιόγραφης πιο πάνω διαθήκης εις βάρος του αδελφού του αποβιώσαντος Ζ2. Τον Απρίλιο 1998 συνέταξε και κατέθεσε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων με αίτημα και πάλι τη δικαστική μεσεγγύηση των κινητών και ακινήτων της κληρονομιαίας περιουσίας επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 26582/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Το Μάϊο 1998 συνέταξε και κατέθεσε μήνυση κατά του Ζ2 για πλαστογραφία κ.λ.π, σχετικά με δύο πωληθέντα αυτοκίνητα του αποβιώσαντος. Στις 17-2-1999 συνέταξε και κατέθεσε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων για αλλαγή του ορισθέντος με την προαναφερόμενη απόφαση ως μεσεγγυούχου του Ζ2. Στις 3-8-1999 κατέθεσε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων για μεσεγγύηση των κληρονομιαίων διαμερισμάτων.

Στις 26-6-2000 συνέταξε και κατέθεσε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής προς το Ειρηνοδικείο Περιστερίου, κατά τη συζήτηση της οποίας επετεύχθη συμβιβασμός και συντάχθηκε το υπ' αριθμ. 59/10-7-2000 πρακτικό συμβιβασμού, σύμφωνα με το οποίο ο καθ' ου η αίτηση Ζ2 δέχθηκε να αποδώσει τη νομή των τεσσάρων από τα πέντε διαμερισμάτων της κείμενης στο .....

πολυκατοικίας και συγκεκριμένα των με στοιχεία Α1, Α3, Β2, και Γ3 στην ήδη αναιρεσείουσα θυγατέρα της εναγομένης, ενώ αμφισβήτησε τη νομή της τελευταίας επί του Δ2 πέμπτου διαμερίσματος και στις 25-7- 2000 παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της εφέσεως του Ζ2 κατά του ανωτέρω πρακτικού συμβιβασμού, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1817/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε την έφεση και έτσι η απόδοση της νομής των κληρονομιαίων ακινήτων στην εναγομένη έλαβε χώρα δυνάμει τελεσίδικης αποφάσεως.

Ότι από τα ανωτέρω καταδεικνύεται ότι η επίτευξη του εν λόγω επωφελούς δικαστικού συμβιβασμού έλαβε χώρα δια των ως άνω δικαστικών και εξωδίκων ενεργειών του ενάγοντος δικηγόρου, και ότι αυτός αφορούσε το κύριο αντικείμενο της κληρονομίας, ήτοι αυτό των πιο πάνω ακινήτων, περί των οποίων καταρτίστηκε η ένδικη σύμβαση εργολαβίας δίκης οι δε υφιστάμενες εκκρεμείς δίκες, σχετικά με την από 17-12-1997 αγωγή περί ακυρώσεως της διαθήκης του αποβιώσαντος Ζ1, πατέρα της ανιρεσείουσας, καθώς και την αγωγή λογοδοσίας κατά του Ζ2, ασκήθηκαν σε χρόνο κατά πολύ μεταγενέστερο της καταρτίσεως του εργολαβικού δίκης και δεν αποτελούσαν αντικείμενο της ένδικης συμβάσεως εργολαβίας καθόσον δεν υπήρχε τότε το σχετικό δικαίωμα για έγερση των εν λόγω αγωγών.

Ότι αμέσως μετά την επίτευξη του δικαστικού συμβιβασμού η εναγομένη κατέβαλε τμηματικά από τον Απρίλιο 2000 μέχρι τις 21-1-2003 το συνολικό ποσό των 3.134.129 δρχ.

Συνεπώς το εργολαβικό δίκης που είχαν καταρτίσει οι διάδικοι εξακολουθούσε να ισχύει μέχρις ότου καταργήθηκε με νεώτερη συμφωνία μεταξύ τους. Παράλληλα, όμως, οι διάδικοι διαφωνούσαν για περαιτέρω εξώδικες και δικαστικές ενέργειες προς επίλυση υφισταμένων λοιπών περιουσιακών διαφορών μεταξύ της εναγομένης και συγγενών αντιδίκων της και συναποφάσισαν προφορικά, περί τα μέσα του έτους 2001, να μην προχωρήσει ο ενάγων σε άλλες ενέργειες, καταργώντας με τον τρόπο αυτό για το μέλλον την ισχύ του ανωτέρω από 17-7-1997 εργολαβικού δίκης.

Περαιτέρω το Εφετείο, αφού δέχτηκε ότι η ορισθείσα με το εργολαβικό δίκης αμοιβή από 10 % επί της αξίας των επιδίκων ακινήτων, το οποίο θα οφειλόταν και στην περίπτωση συμβιβαστικής επιλύσεως της διαφοράς, δε συμφωνήθηκε ότι θα παύσει να ισχύει με την αναφερθείσα ως άνω νεότερη συμφωνία περί καταργήσεως του εργολαβικού δίκης για το μέλλον, αναπροσαρμόστηκε μεταγενέστερα και ορίστηκε σε 12% κατόπιν προφορικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, υπολόγισε την αμοιβή του ενάγοντος στο ποσοστό αυτό επί της αξίας των παραπάνω τεσσάρων διαμερισμάτων των οποίων αποδόθηκε η νομή στην εναγομένη με βάση το πρακτικό συμβιβασμού, και αφού, κατά παραδοχή της εφέσεως του ενάγοντος, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, επιδίκασε σ' αυτόν το ποσό των 15.420,26 ευρώ, ως υπόλοιπο της οφειλόμενης αμοιβής του.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 92 παρ. 1,3 και 5 του ν.δ.3026/1954 περί Κώδικα Δικηγόρων, διότι, ενώ σύμφωνα με τις παραδοχές του, η δοθείσα με το εργολαβικό δίκης εντολή προς τον ενάγοντα δικηγόρο, στην οποία και μόνο θεμελίωνε αυτός τις αγωγικές του αξιώσεις, αφορούσε στην επίλυση όλων των προβλημάτων που θα προέκυπταν εξαιτίας της ως πλαστής φερομένης από 19-11-1996 ιδιόγραφης διαθήκης του Ζ1 με την οποία περιοριζόταν το κληρονομικό δικαίωμα της αναιρεσείουσας θυγατέρας του, που χωρίς τη διαθήκη αυτή θα ήταν η μοναδική κληρονόμος του πατέρα της, έκρινε ότι ο δικαστικός συμβιβασμός που καταρτίστηκε στα πλαίσια δίκης ασφαλιστικών μέτρων περί της νομής πέντε κληρονομιαίων διαμερισμάτων, βάσει του οποίου παραδόθηκε η νομή των τεσσάρων στην εναγομένη ως ασκούσας τη γονική μέριμνα της ανήλικης τότε αναιρεσείουσας, συνιστούσε επιτυχή έκβαση της δίκης κατά την έννοια των εν λόγω διατάξεων ως προς το τμήμα αυτό της όλης διαφοράς και συνακόλουθα πλήρωση της αναβλητικής αιρέσεως υπό την οποία τελούσε η καταβολή της συμφωνηθείσας εργολαβικής αμοιβής.

Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο με σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 8740/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ