Legislator Case Law & Legislation
588/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on wrongful dismissal compensation, ruling employee status claim unsupported by evidence.

Case Number 588/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the company's appeal against the First Instance Court's judgment awarding full statutory severance to the employee. The court found the employee's claim of being a 'civil servant' rather than a 'worker' lacked factual basis in the proceedings. Consequently, the First Instance Court correctly applied the law to award the higher compensation rate applicable to civil servants.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564 para.1, 566 para.1, 577 para.1, 577 para.3 of the Code of Civil Procedure; Article 1 of Law 4093/2012; Article 3 of Law 2112/1920: An appeal is inadmissible if the appellant fails to substantiate factual allegations regarding their legal status or the calculation of compensation, and the lower court's reasoning is logically sound and free from error.

Keywords

AI generated
wrongful dismissal compensation employee status determination civil servant vs worker severance pay calculation appeal admissibility statutory severance judicial reasoning review

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 para.1, 566 para.1, 577 para.1, 577 para.3 of the Code of Civil Procedure
Article 1 of Law 4093/2012
Article 3 of Law 2112/1920

Cited Case Law

AI generated
Case 1469/2022
Case 1036/2019

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 588 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 588/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ρίζο, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Γ. Ν. του Ρ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αριστοτέλη Μερεκούλια, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-1-2020 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2982/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 33/2022 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 26-5-2022 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 26-5-2022 με αριθμ. εκθ. καταθ. ... αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 33/31-1-2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών επί της από 21-1-2021 με αριθμ. εκθ. καταθ. ... έφεσης κατά της με αριθμ. εκθ. καταθ. ...

οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που εκδόθηκε επί της από 15-1-2020 με αριθμ. εκθ. καταθ. ... αγωγής της αναιρεσίβλητης. Η εν λόγω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα.552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 KΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 KΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των διαλαμβανομένων σ` αυτή λόγων αναίρεσης (άρθ. 577 παρ.3 KΠολΔ).

Όπως προκύπτει από τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του ν. 2112/1920, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 2 της υποπαραγράφου ΙΑ.12 της παραγράφου ΙΑ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 και ίσχυε κατά τον ένδικο χρόνο (25-10-2019), η οποία αφορά τον υπολογισμό της αποζημίωσης απόλυσης υπαλλήλων και εργατών-εργατοτεχνιτών αντιστοίχως, το ποσό της κατά νόμο αποζημίωσης είναι υψηλότερο επί υπαλλήλων από ό,τι επί εργατών.

Ως εκ τούτου εργαζόμενος, ο οποίος απολυόμενος λαμβάνει αποζημίωση που αρμόζει σε εργάτη, δύναται, εφόσον ισχυρίζεται ότι παρείχε εργασία υπαλλήλου, να ζητήσει την επιδίκαση της διαφοράς της αποζημίωσης (ΑΠ 1469/2022, ΑΠ 1036/2019). Κατά τη διάταξη του άρθρου 10 του ν. 3514/1928, ο οποίος κωδικοποιήθηκε με το από 8/13.12.1928 π.δ., όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 7 του ν. 4558/1930 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 2658/1953, "ιδιωτικός υπάλληλος κατά την έννοιαν του παρόντος νόμου θεωρείται παν πρόσωπον κατά κύριον επάγγελμα ασχολούμενον επ` αντιμισθία, ανεξαρτήτως τρόπου πληρωμής, εις υπηρεσίαν ιδιωτικού καταστήματος, γραφείου ή εν γένει επιχειρήσεως ή οιασδήποτε εργασίας και παρέχον εργασίαν αποκλειστικής ή κατά κύριον χαρακτήρα μη σωματικήν.

Δεν εξαιρούνται ιδιωτικοί υπάλληλοι και υπηρέται πάσης κατηγορίας, καθώς και παν εν γένει πρόσωπον, το οποίον χρησιμοποιείται εν τη παραγωγή αμέσως ως βιομηχανικός, βιοτεχνικός, μεταλλευτικός ή γεωργικός εργάτης ή ως βοηθός ή μαθητευόμενος των εν λόγω κατηγοριών ή παρέχει υπηρετικάς εν γένει υπηρεσίας".

Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η διάκριση του μισθωτού ως εργάτη ή υπαλλήλου εξαρτάται από το είδος της παρεχόμενης εργασίας και όχι από τον περιεχόμενο στη σύμβαση χαρακτηρισμό αυτού ή τον τρόπο της αμοιβής του. Εργασία δε εργάτη θεωρείται εκείνη που προέρχεται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από την καταβολή σωματικής ενέργειας, ενώ όταν η εργασία είναι προϊόν πνευματικής καταβολής, τότε και εφόσον ο εργαζόμενος έχει την κατάρτιση και εμπειρία που απαιτείται γι` αυτήν και την εκτελεί με υπευθυνότητα, θεωρείται εργασία υπαλλήλου και εκείνοι που την ασκούν ανήκουν στην κατηγορία των ιδιωτικών υπαλλήλων.

Έτσι, για τον χαρακτηρισμό προσώπου ως υπαλλήλου, απαιτείται και εξειδικευμένη εμπειρία, θεωρητική μόρφωση και ιδίως η ανάπτυξη πρωτοβουλίας και ανάληψη ευθύνης κατά την εκτέλεση της εργασίας, διότι μόνο όταν συντρέχουν αυτά τα στοιχεία κατά την εκτέλεση της εργασίας το πνευματικό στοιχείο υπερτερεί του σωματικού (ΟλΑΠ 295/1969, ΑΠ 1469/2022, ΑΠ 135/2021, ΑΠ 1391/2018, ΑΠ 1266/2017, ΑΠ 1405/2014, ΑΠ 90/2009).

Οι έννοιες δε του υπαλλήλου και του εργάτη είναι νομικές και ως εκ τούτου υπόκεινται στον αναιρετικό έλεγχο ως προς την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών και την απόδοση του οικείου χαρακτηρισμού (ΑΠ 1469/2022, ΑΠ 1036/2019). Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδαφ. α` του KΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1480/2021, ΑΠ 144/2019). Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 316/2017, ΑΠ 120/2016, ΑΠ 1420/2013).

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή ή η ένσταση ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΟλΑΠ 3/2020, 4/2014, 7/2006). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 9/2016, 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 316/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του KΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε, εξ άλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του KΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).

Συνακόλουθα, η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθρο 559 αριθμός 19 του KΠολΔ) πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 135/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση το εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, που έχουν σχέση με τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους: "Η εκκαλούσα εταιρία, στο πλαίσιο των γενικότερων δραστηριοτήτων της, παρέχει, μεταξύ άλλων, υποστηρικτικές υπηρεσίες διαχείρισης και υπηρεσίες καθαρισμού.

Στη 1.7.2015 κατάρτισε με την μη διάδικο ανώνυμη εταιρεία υπό την επωνυμία "(....", ιδιωτικό συμφωνητικό, βάσει του οποίου, η τελευταία ανέθετε στην εκκαλούσα τον καθαρισμό των εγκαταστάσεών της και την παροχή υποστηρικτικών υπηρεσιών και διαχείρισης στο Μαρούσι Αττικής, όπου και η έδρα της. Ειδικότερα συμφωνήθηκε μεταξύ των ανωτέρω αντισυμβαλλομένων ότι η εκκαλούσα θα διέθετε δύο εργαζόμενους για καθημερινή οκτάωρη πρωινή παρουσία συντήρησης των χώρων του κτιρίου, τους οποίους δεν θα μπορούσε η εκκαλούσα να αντικαταστήσει χωρίς τη σύμφωνη γνώμη της αντισυμβαλλομένης της και ότι μεταξύ των δύο υπαλλήλων ήταν και η εφεσίβλητη.

Κατόπιν των ανωτέρω στις 9.7.2015 καταρτίστηκε εγγράφως μεταξύ των εδώ διαδίκων μερών, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου η εφεσίβλητη να παράσχει-υπό μορφή δανεισμού-κατά πλήρη απασχόληση, τις υπηρεσίες της, ως υπάλληλος γραφείου-όπως αναγράφεται σ' αυτήν - για λογαριασμό της εκκαλούσας εργοδότριας, στις ανωτέρω εγκαταστάσεις της ..., έναντι μηνιαίων μικτών αποδοχών ποσού 964,8 ευρώ, ρητώς "βάσει των νομοθετημένων κατώτατων ορίων αποδοχών (Ν. 4093/2012)".

Η εφεσίβλητη αμειβόταν εξ αρχής με συμφωνημένο μισθό υπέρτερο των ισχυουσών νομίμων αποδοχών, καθώς εξ αρχής λάμβανε πρόσθετη παροχή από την εργοδότρια, η οποία δεν είχε επιφυλαχθεί εξ αρχής ότι μπορούσε ανά πάσα στιγμή να διακόψει την παροχή του αυτή και συνεπώς αυτή η οικειοθελής παροχή επειδή επαναλαμβανόταν επί μακρό χρόνο και ομοιόμορφα, είχε καταλήξει σε σιωπηρή συμφωνία ότι καταβάλλεται ως μισθός, και η εργοδότρια δεν μπορούσε να διακόψει την καταβολή της, αφού δεν είχε επιφυλάξει τέτοιο δικαίωμα στον εαυτό της.

Επιπλέον είχε αναγνωριστεί από την εκκαλούσα (κατ' άρθρον 361 ΑΚ), προϋπηρεσία της εφεσίβλητης διάρκειας εννέα (9) ετών, ήτοι από 1.6.2006 έως 8.7.2015, η οποία αφορούσε σε παρασχεθείσες υπηρεσίες της εφεσίβλητης σε άλλες εταιρίες αναδόχους του αυτού έργου στις ως άνω εγκαταστάσεις της ..., πριν την ανάληψή του από την εκκαλούσα.

Ακολούθως και σύμφωνα με τις αποδείξεις πληρωμής αποδοχών μηνών Οκτωβρίου του 2015 έως και Ιούλιο του 2016, ο συμβατικός μισθός της εφεσίβλητης εργαζόμενης των 964,8 ευρώ αναλυόταν σε βασικό μισθό 586,08 ευρώ, επίδομα τριετίας 175,82 ευρώ (για συμπληρωμένη 9ετή προϋπηρεσία), όπως διαμορφώθηκε ο κατώτατος μισθός με το ν. 4046/2012 "περί έγκρισης του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδας" και ν. 4093/2012 περί "Έγκρισης Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής 2013-2016 - Επείγοντα μέτρα εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016" (Α 222/12.11.2012), κατόπιν της ΠΥΣ 6/2012, στους οποίους άλλωστε αναφέρονταν οι ΕΓΣΣΕ από το έτος 2012 και μετά, και παροχή εργοδότη ποσού 202,9 ευρώ [καταβαλλόμενος μισθός 964,8 -(586,08 ευρώ βασικός μισθός +175,82 ευρώ επίδομα τριετίας)].

Τα εργασιακά καθήκοντα της εφεσίβλητης ήτοι αυτά της βοηθού στο γραφείο προσωπικού, συνίσταντο κυρίως στην προετοιμασία των αιθουσών συσκέψεων (meeting rooms) από άποψη ευταξίας, καθαριότητας και της λειτουργίας γενικότερα των χώρων αυτών. Μετά την ολοκλήρωση των συσκέψεων- συναντήσεων, η εφεσίβλητη καθάριζε τους χώρους συσκέψεων, μεταφέροντας φλυτζάνια στην κουζίνα, τα οποία καθάριζε και αναπλήρωνε με καθαρά και εν γένει απασχολείτο και στον καθαρισμό της κουζίνας (ήτοι στον καθαρισμό των συρταριών της κουζίνας, των συσκευών καφέ και των μαχαιροπίρουνων).

Επίσης ήταν υπεύθυνη για την υποδοχή του catering, για την τροφοδοσία των κουζινών, εκτελώντας τις παραγγελίες και επιβλέποντας όλη την αποθήκη, καθώς και την τροφοδοσία των φαρμακείων - υλικών πρώτων βοηθειών, ήλεγχε την επάρκεια της γραφικής ύλης και συντόνιζε το έργο των καθαριστριών - τις οποίες (καθαρίστριες) επίσης παρείχε η εκκαλούσα - σε συνεννόηση με τη διευθύντρια του γραφείου προσωπικού της ..., Α.

Σ. και του εκάστοτε επόπτη της εκκαλούσας. Εξάλλου, όταν η εφεσίβλητη απουσίαζε αντικαθίστατο από άλλο πρόσωπο που είχε προηγουμένως η ίδια εκπαιδεύσει. Με βάση τα προαναφερόμενα εργασιακά καθήκοντα κρίνεται ότι η εφεσίβλητη είχε την ιδιότητα της υπαλλήλου και όχι αυτή της εργάτριας, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η εκκαλούσα με το δεύτερο λόγο εφέσεως.

Τούτο δε διότι το πνευματικό στοιχείο είναι το επικρατούν στην παροχή εργασίας της καίτοι παρείχε κάποιες εργασίες καθαριότητας, που συνιστούν απλή καταβολή σωματικής ενέργειας, καθώς αυτές κρίνονται μεμονωμένες, σε σχέση με το σύνολο των καθηκόντων της. Ειδικότερα της είχε ανατεθεί η συνολική επίβλεψη και εκτέλεση τροφοδοσίας τροφίμων, ειδών φαρμακείου και γραφικής ύλης και συντονισμού του έργου των καθαριστριών, όταν μάλιστα υπήρχε μεγάλος αριθμός συσκέψεων και ανάγκη συντονισμού της λειτουργίας έξι (6) κουζινών, δηλαδή της είχαν ανατεθεί εργασίες που απαιτούν εμπειρία, επίδειξη πρωτοβουλίας και ανάληψη ευθύνης.

Το γεγονός ότι λάμβανε οδηγίες από την διευθύντρια του γραφείου προσωπικού της ... και τον επόπτη της εκκαλούσας, δεν αποδυναμώνει το πνευματικό στοιχείο, αφού η ίδια (η εφεσίβλητη) εξακολουθούσε να ελέγχει και να επιβλέπει την ευταξία, καθαριότητα και λειτουργία των χώρων συσκέψεων και να συντονίζει τις καθαρίστριες και όχι απλά να εκτελεί πλήρως δεσμευτικές εντολές.

Γι' αυτό εξάλλου σε περίπτωση απουσίας της, πάντα υπήρχε αντικαταστάτριά της, η οποία προηγουμένως εκπαιδευόταν, ενώ με το εν λόγω συμφωνητικό μεταξύ της εναγομένης και της ..., υπεδείχθη ειδικώς η ενάγουσα ως βοηθός στο γραφείο προσωπικού (Facilities Management Assistant) από την τελευταία, στην οποία απασχολείτο - κατόπιν διαδικασίας δανεισμού της από τους εκάστοτε εργοδότες της - με προϋπηρεσία δεκατριών (13) ετών, εκ του οποίου συμπεραίνεται ανάγκη εμπειρίας για την εκτέλεση των προπεριγραφέντων καθηκόντων.

Εξάλλου, μετά τη με αριθμό οικ. 4241/127/30.1.2019 ΥΑ που ισχύει από 1.2.2019, επανακαθορίσθηκαν τα κατώτατα όρια μισθού, και το επίδομα τριετίας, στο ποσό των 650 ευρώ και 195 ευρώ (στις περιπτώσεις συμπληρωμένων 9 ετών προϋπηρεσίας). Ακολούθως η εφεσίβλητη την 18-2-2019 κλήθηκε από την εκκαλούσα να υπογράψει, εκτός από δήλωση συγκατάθεσης για την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων "GDPR" και τροποποιητική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας καθαριστή, την οποία όμως αρνήθηκε ν' αποδεχτεί, δικαιολογημένα διότι σε αυτή καθορίζονταν δυσμενέστεροι όροι παροχής εργασίας.

Συγκεκριμένα καθοριζόταν ως χρόνος έναρξης η 9.7.2017 ενώ - όπως προαναφέρθηκε - η σύμβαση εργασίας είχε συναφθεί την 9.7.2015, δεν αναγνωριζόταν πλέον η εννεαετής προϋπηρεσία της και γινόταν πλέον ειδική μνεία ότι οποιαδήποτε οικονομική παροχή (υπό μορφή επιμισθίου - bonus) χορηγείται εξ ελευθεριότητας και δεν αποτελεί τμήμα των αποδοχών και ούτε δίνει δικαίωμα αξίωσής της στο μέλλον, διατηρώντας το δικαίωμα (η εργοδότρια) να μεταβάλλει ή να τροποποιεί οποτεδήποτε μονομερώς τις ως άνω παροχές, και ότι οποιαδήποτε παραπάνω παροχή χορηγείται αποκλειστικώς και μόνον για την εξυπηρέτηση των λειτουργικών αναγκών του εργοδότη και όχι ως αντάλλαγμα της εργασίας του εργαζόμενου.

Ακολούθως στις 28-3-2019, δηλαδή άμεσα, η εφεσίβλητη διαμαρτυρήθηκε με ηλεκτρονικό μήνυμα για τους νέους δυσμενέστερους όρους εργασίας ειδικά δε για τη μονομερή μείωση των αποδοχών της από την εργοδότρια. Ως εκ τούτου, με τον καταβαλλόμενο από 1.2.2019 μισθό, ο οποίος παρέμενε έκτοτε στο ποσό των 964,8 ευρώ, επήλθε μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας, αφού ματαιωνόταν η αύξηση του μισθού της εφεσίβλητης ενώ η ίδια επέλεξε να εμμείνει στην αρχική σύμβαση και να απαιτήσει από τον εργοδότη την αποδοχή της προσφερόμενης εργασίας της με τους όρους που ίσχυαν πριν από τη μεταβολή.

Επομένως όταν η εκκαλούσα στις 25.10.2019 κατήγγειλε τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας της εφεσίβλητης δεν της κατέβαλε ολόκληρη την αποζημίωση, διότι ο υπολογισμός της αποζημίωσης έγινε χωρίς να ληφθεί υπόψη η αναγνωρισμένη κατά τα ως άνω προϋπηρεσία και η επαύξηση του μισθού, βάσει των νέων αυξημένων κατώτατων ορίων μισθού.

Αλυσιτελώς δε η εκκαλούσα ισχυρίζεται με το δεύτερο λόγο εφέσεως ότι η εφεσίβλητη είχε την ιδιότητα της εργάτριας και ότι από συγγνωστή πλάνη της κατάβαλε μειωμένη αποζημίωση, αφενός διότι πέραν της συμβάσεως της αναγράφεται ότι η εφεσίβλητη έχει την ιδιότητα της υπαλλήλου και στην από 25.10.2019 έντυπη καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, ενώ δεν έχει γίνει υπολογισμός της αποζημίωσης σε ημερομίσθια όπως συμβαίνει όταν ο εργαζόμενος έχει την ιδιότητα του εργάτη, αφού η εφεσίβλητη έλαβε (964,8 μισθός +1/6 αναλογία επιδομάτων εορτών και αδείας X 3 μήνες, για χρόνο υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη, ήτοι εν προκειμένω συμπληρωμένα 4 έτη =) 3.376,8 ευρώ.

Ακολούθως και όπως κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο η εφεσίβλητη δικαιούται να λάβει πλήρη νόμιμη αποζημίωση απολύσεως ως υπάλληλος, σύμφωνα με τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα πλήρους απασχολήσεώς της στην εναγόμενη εταιρεία, λαμβανομένης υπόψη της ρητώς αναγνωρισμένης από 1.6.2006 προϋπηρεσίας της μέχρι την ημερομηνία απόλυσής της και της, κατά τ' ανωτέρω, επαύξησης του μισθού της, δηλαδή [(650 ευρώ βασικός μισθός + 195 ευρώ επίδομα τριετίας για προϋπηρεσία άνω των 9 ετών + 202,9 παροχή εργοδότη =) 1.047,9 ευρώ + 1/6 αναλογία επιδομάτων εορτών και αδείας X 9 μήνες, λόγω συμπλήρωσης 13 ετών προϋπηρεσίας =] 11.002,95 ευρώ, ο οποίος σε καμία περίπτωση δεν υπερβαίνει τον περιορισμό του άρθρου 5 § 1 Ν. 3198/1955.

Αντ' αυτού, έλαβε ως αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 3.376,80 ευρώ, το οποίο καταφανώς υπολείπεται της νόμιμης καταβλητέας αποζημίωσης. Ως εκ τούτου, εκ μόνου του γεγονότος της καταβολής ελλιπούς αποζημίωσης απόλυσης στην εφεσίβλητη, η εν λόγω καταγγελία της σύμβασής της είναι άκυρη, κατά τα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη και κατά συνέπεια, αυτή δικαιούται μισθούς υπερημερίας, όπως κρίθηκε και πρωτοδίκως, απορριπτομένων των δύο πρώτων λόγων εφέσεως.

Να σημειωθεί ότι παρέλκει η εξέταση του αν η απόλυση της εφεσίβλητης είναι και καταχρηστική, καθόσον αυτή δεν εξέθεσε, όπως προαναφέρθηκε πραγματικά περιστατικά περί παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των προστηθέντων της εργοδότριας ή προσβολής της προσωπικότητας της με τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη ώστε να δικαιούται και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Ακολούθως αυτή δικαιούται μισθούς υπερημερίας από 25.10.2019 έως και 24.1.2020 (δηλαδή μέχρι την επίδοση της αγωγής της) και αθροιστικά το ποσό των (1.047,9 X 3 μήνες =) 3.143,70 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα του τέλους κάθε μηνιαίου διαστήματος του χρόνου διάρκειας της σύμβασης εργασίας. Επίσης θα πρέπει να της καταβληθεί, όπως κρίθηκε και πρωτοδίκως η επαύξηση του μισθού της, σύμφωνα με τα νέα κατώτατα όρια αποδοχών τριετίας ως ισχύει από 1.2.2019 δηλαδή μέχρι τις 25.10.19 που καταγγέλθηκε η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας της, δηλαδή ([(650 ευρώ βασικός μισθός +195 ευρώ επίδομα τριετίας για προϋπηρεσία άνω των 9 ετών + 202,9 παροχή εργοδότη =) 1047,9 ευρώ μισθός που είχε συμφωνηθεί - 964,8 ευρώ μισθός που καταβλήθηκε από 1.2.2019)=]83,10 ευρώ X 8,83 μήνες = 733,77 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα του τέλους κάθε ημερολογιακού μήνα εντός του οποίου θα καταβάλλονταν οι αποδοχές".

Με τις παραδοχές αυτές, το εφετείο, ως προς το ζήτημα της ιδιότητας της ενάγουσας ως υπαλλήλου, απέρριψε κατ` ουσία το δεύτερο λόγο της έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία είχε κρίνει ομοίως και έκανε δεκτούς κατ'ουσία τους 3ο και 4ο λόγους. Ήδη η αναιρεσείουσα, με το πρώτο σκέλος των μοναδικών πρώτου και δευτέρου λόγων αναίρεσης (1Α, 2 Α), πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1 και 3 του ν. 2112/1920, 2 έως 5 του ν. 3198/1955, 1 έως 5 του β.δ 16/18-7-1920 και 10 του ν. 3514/1928, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 2658/1953 και επιπλέον για έλλειψη νόμιμης βάσης, επικαλούμενη ότι περιλαμβάνει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της ιδιότητας της αναιρεσίβλητης ως υπαλλήλου ή εργάτη, καθόσον α) "εσφαλμένα αναγόρευσε σε πνευματική εργασία, που υπερείχε μάλιστα της σωματικής, στοιχεία της απασχόλησης της αναιρεσίβλητης, που απαιτούσαν μεν ανάλωση πνευματικών δυνάμεων, αλλά επ' ουδενί μετέβαλαν τη φύση της εργασίας της αναιρεσίβλητης ως εργατοτεχνίτη", β) δεν εξηγείται καθόλου, άλλως εξηγείται ασαφώς και ανεπαρκώς 1) "σε ποιό βαθμό υπερτερούσε το πνευματικό στοιχείο έναντι του σωματικού στην παρεχόμενη από την αναιρεσίβλητη εργασία, 2) σε τι συνίστατο η ανάπτυξη της όποιας πρωτοβουλίας και η ανάληψη της όποιας ευθύνης", ενόψει του ότι "έγινε ανελέγκτως δεκτό ότι η εργασία της αναιρεσίβλητης εποπτευόταν από ειδικώς προς τούτο επιφορτισμένο όργανο τόσον της αναιρεσείουσας, όσον και του πελάτη της" (εταιρείας ...), 3) "ποιό τμήμα του ημερήσιου χρόνου εργασίας της αναιρεσίβλητης αντιστοιχούσε σε αυτές τις εργασίες και ποιό τμήμα στις υπόλοιπες εργασίες".

Όμως, με αυτά που, κατά τα παραπάνω, δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ότι δηλαδή η αναιρεσίβλητη είχε την ιδιότητα της υπαλλήλου και επομένως δικαιούνταν αποζημίωση απόλυσης που αντιστοιχούσε σε αποζημίωση υπαλλήλου, ουδόλως παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του ν. 2112/1920, 5 του ν. 3198/1955, 1 έως 5 του β.δ. 16/18-7-1920 και 10 του ν. 3514/1928, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 2658/1953 κατά την υπαγωγή σ` αυτούς των πραγματικών ως άνω περιστατικών που δέχθηκε, ενώ περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφασή του περιέχει επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ζήτημα των υπηρεσιών που παρείχε η αναιρεσίβλητη και οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των προαναφερόμενων διατάξεων.

Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτίθενται αναλυτικά οι επί μέρους εργασίες που εκτελούσε η αναιρεσίβλητη, από τις οποίες προέκυπτε ότι η συνολική εργασία της, που περιείχε και μεμονωμένες εργασίες καθαριότητας, ήταν κατά κύριο λόγο μη σωματική και προείχε το πνευματικό στοιχείο, αφού αυτή είχε τη συνολική επίβλεψη και εκτέλεση της προμήθειας τροφίμων, φαρμακευτικών ειδών και γραφικής ύλης, το συντονισμό του έργου των καθαριστριών κατά τη λειτουργία μεγάλου αριθμού συσκέψεων, και το συντονισμό λειτουργίας έξι (6) κουζινών, εργασίες που απαιτούσαν εμπειρία, επίδειξη πρωτοβουλίας και ανάληψη ευθύνης, χωρίς να αποδυναμώνεται το πνευματικό στοιχείο από το ότι η ίδια λάμβανε οδηγίες από τη διευθύντρια του γραφείου προσωπικού της ..., τις οποίες ναι μεν εκτελούσε, πλην όμως εξακολουθούσε να ελέγχει και να επιβλέπει την ευταξία, καθαριότητα και λειτουργία των χώρων συσκέψεων και να συντονίζει τις καθαρίστριες και όχι απλά να εκτελεί πλήρως δεσμευτικές εντολές και γι' αυτό το λόγο μάλιστα την αντικαθιστούσε κατά τη διάρκεια της απουσίας της ειδικώς εκπαιδευμένη από αυτήν για το σκοπό αυτό άλλη εργαζόμενη, στοιχεία που αρκούσαν για να της προσδώσουν το χαρακτηρισμό της ιδιότητας της υπαλλήλου.

Οι αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που προαναφέρθηκαν, είναι αβάσιμες, διότι μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση και όχι γιατί δεν αποδείχθηκε, οι δε ελλείψεις που ανάγονται μόνο στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν αποτελούν ασάφεια ή ανεπάρκεια αιτιολογιών.

Επομένως οι ως άνω πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, ενιαίως κρινόμενοι, κατά τα σκέλη με αρίθμηση 1Α και 2Α, είναι αβάσιμοι.

Κατά την έννοια του προαναφερθέντος άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).

Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή καλύπτονται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βούλησης των μερών. Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στην σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης.

Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στη δήλωση βούλησης, μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητά, είτε να προκύπτει από αυτήν έμμεσα, όταν, παρά τη μη ρητή αναφορά της, ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει, ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης, η οποία (ερμηνεία) αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 1531/2017, ΑΠ 25/2016, ΑΠ 441/2015).

Έμμεση διαπίστωση υπάρχει και όταν το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης, στο συσχετισμό των όρων της, καταφεύγοντας για το σχηματισμό της κρίσης του για τη μορφή και το περιεχόμενό της, σε έγγραφα και λοιπά στοιχεία εκτός αυτής ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 252/2016). Η κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη ή μη κενού ή αμφιβολίας στη δήλωση βούλησης ή ασάφειας στη διατύπωσή της, έστω και έμμεσα εκφερόμενη, ανάγεται στην ουσία και δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 738/2018), εκτός αν, από όσα το δικαστήριο της ουσίας δέχεται, δεν διευκρινίζεται η θέση του στο ζήτημα, αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στη δήλωση βούλησης, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό, εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι παραπάνω ερμηνευτικές διατάξεις.

Οι ανωτέρω ερμηνευτικοί κανόνες, παραβιάζονται, και ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο, παρά την διαπίστωση και την παραδοχή, έστω και έμμεσα, της ύπαρξης κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βούλησης, παραλείπει να προσφύγει σ` αυτούς για την συμπλήρωση ή ερμηνεία της δήλωσης βούλησης των συμβαλλομένων, ώστε να αναζητήσει την αληθινή βούληση αυτών (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 315/2016, ΑΠ 934/2014, ΑΠ 604/2011), είτε όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και την ερμηνεία ή την συμπλήρωση της σύμβασης, καίτοι δέχεται, επίσης ανέλεγκτα, ότι η σύμβαση είναι πλήρης ή σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 1000/2017), είτε όταν παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους ή όταν προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών του διαπιστώσεων στους εν λόγω κανόνες και ιδίως στα αξιολογικά κριτήρια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, με την έννοια ότι το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με τα κριτήρια αυτά (ΑΠ 1003/2019, ΑΠ 1324/2018, ΑΠ 1000/2017), ως κριτήρια συμπεριφοράς που επιβάλλεται κατά τις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου (ΑΠ 1360/2017, ΑΠ 495/2013).

Όταν όμως η ελεγχόμενη δήλωση βούλησης είναι πλήρης και σαφής και δεν καταλείπει αμφιβολία για το περιεχόμενο της, τότε δεν υφίσταται περίπτωση προσφυγής στους προαναφερόμενους κανόνες (ΑΠ 45/2019, ΑΠ 738/2018). Πρέπει δε, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, να επικαλείται ο αναιρεσείων ότι το δικαστήριο διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στη δικαιοπρακτική δήλωση των συμβαλλομένων (ΑΠ 1431/2022, ΑΠ 45/2019), να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δήλωσης που δεν ερμηνεύθηκε ή εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ` αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (ΑΠ 396/2018, ΑΠ 738/2018, ΑΠ 939/2015), ώστε να διακριβώνεται σε ποιας μορφής παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1557/2023, ΑΠ 679/2023).

Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται όμως και εκ πλαγίου στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 386/2004) και ιδίως η διατύπωση της δήλωσης βουλήσεως (ΑΠ 416/1993, ΑΠ 597/2005, ΑΠ 838/2005) ή όταν στην απόφαση δεν διευκρινίζεται και ούτε προκύπτει αν υπήρχε ή όχι κενό ή ασάφεια στη δικαιοπραξία και επομένως ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της, την οποία ωστόσο το δικαστήριο πραγματοποίησε ή αναλόγως παρέλειψε να πραγματοποιήσει (ΑΠ 1365/2005, ΑΠ 426/2010), οπότε η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης και υπόκειται στο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 683/2010).

Κατά την έννοια του λόγου αυτού η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004).

Δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση, στην παρακώλυση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 70/2022).

Επιπλέον, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του KΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του KΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1314/2022, ΑΠ 367/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο σκέλος (1Β, 2Β) των αυτών ως άνω λόγων αναίρεσης, η αναιρεσείουσα υπό την επίκληση των διατάξεων των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 KΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, α) κατά το με αρίθμηση 1Β σκέλος, ότι παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, δεχόμενο ότι με την ατομική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που είχαν συνάψει με την αναιρεσίβλητη, είχε αναληφθεί συμβατικά από την αναιρεσείουσα η υποχρέωση να συνυπολογιστεί στην αποζημίωση καταγγελίας, οψέποτε αυτή θα διενεργείτο, η διανυθείσα σε άλλον εργοδότη προϋπηρεσία της αναιρεσίβλητης, και δη το χρονικό διάστημα από 1-6-2006 έως 8-7-2015, αν και καμία ρητή τέτοια αναφορά στο σώμα της σύμβασης εργασίας υπάρχει, διότι ουδέποτε υπήρξε τέτοια συμφωνία μεταξύ τους, ούτε θα μπορούσε ερμηνευτικά να προκύψει, β) κατά το με αρίθμηση 2Β σκέλος και σε συνάρτηση με το αμέσως προηγουμένως αναφερόμενο, ότι παραβίασε εκ πλαγίου τις ίδιες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις σε συνδυασμό με το άρθρο 361 ΑΚ, με την αιτίαση ότι κατέληξε στην προαναφερόμενη κρίση της με ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, καθόσον δεν αναφέρεται καν η διατύπωση του συγκεκριμένου όρου της ατομικής σύμβασης εργασίας στην οποία βασίστηκε, ούτε επεξηγεί από που προέκυψε τέτοια όλως ασυνήθιστη συμβατική δέσμευση.

Οι προβαλλόμενοι αναιρετικοί λόγοι, κατ' αμφότερα τα σκέλη αυτών, που αφορούν τις από τους αριθμούς 1 α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, είναι απαράδεκτοι, καθόσον δεν επικαλείται, ως όφειλε, η αναιρεσείουσα, ότι το δικαστήριο διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στη δικαιοπρακτική δήλωση των συμβαλλομένων, κατά την κατάρτιση της ατομικής σύμβασης εξαρτημένης εργασίας της αναιρεσίβλητης, σχετικά με τον συνυπολογισμό της προϋπηρεσίας της σε προηγούμενο εργοδότη στην αποζημίωση της καταγγελίας της σύμβασης αυτής, ούτε επίσης αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο του συμβατικού όρου-δήλωσης, που, κατά την αναιρεσείουσα, εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, ούτε βεβαίως, σε τι συνίσταται το σφάλμα του Εφετείου ως προς την επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα εσφαλμένη εφαρμογή των ίδιων διατάξεων σε σχέση με την καλή πίστη.

Σε κάθε περίπτωση, ο λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, καθότι όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δεν δέχθηκε, ούτε και εμμέσως, τη συνδρομή κενού ή ασάφειας του ανωτέρω συμβατικού όρου σχετικά με τον συνυπολογισμό της προϋπηρεσίας της αναιρεσίβλητης σε προηγούμενο εργοδότη ως προς το ύψος της καταβλητέας στην αναιρεσίβλητη αποζημίωσης απόλυσης σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την αναιρεσείουσα, τον οποίο έκρινε σαφή, δεχόμενο ειδικότερα με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες ότι "(κατά την κατάρτιση της από 9-7-2015 ατομικής σύμβασης εξαρτημένης εργασίας της ενάγουσας).....Επί πλέον είχε αναγνωριστεί από την εκκαλούσα (κατ' άρθρο 361 ΑΚ), προϋπηρεσία της εφεσίβλητης διάρκεια εννέα (9) ετών, ήτοι από 1-6-2006 έως 8-7-2015, η οποία αφορούσε σε παρασχεθείσες υπηρεσίες της εφεσίβλητης σε άλλες εταιρείες αναδόχους του αυτού έργου στις ως άνω εγκαταστάσεις της ..., πριν την ανάληψή του από την εκκαλούσα." και ακολούθως κατωτέρω "...η εφεσίβλητη δικαιούται να λάβει πλήρη νόμιμη αποζημίωση απολύσεως ως υπάλληλος......λαμβανομένης υπόψη της ρητώς αναγνωρισμένης από 1-6-2006 προϋπηρεσίας της μέχρι την ημερομηνία απόλυσής της...", με συνέπεια να μην υπάρχει έδαφος αναζήτησης της αληθούς δηλωθείσας βούλησης των μερών στο πλαίσιο ερμηνείας του πιο πάνω συμβατικού όρου, με την εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 653 και 361 ΑΚ, 3 παρ.2 του ν. 2190/1920, 5 παρ.1 του ν. 3198/1955 και 1 της 95/1949 Διεθνούς Σύμβασης "περί προστασίας του ημερομισθίου" που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, συνάγεται ότι ως μισθός στη σύμβαση εργασίας θεωρείται κάθε παροχή, την οποία κατά νομική δέσμευση που απορρέει από το νόμο ή τη σύμβαση καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας.

Ο εργοδότης, κατά τη διάρκεια λειτουργίας της εργασιακής σχέσης, μπορεί να προβαίνει και σε οικειοθελείς παροχές προς το μισθωτό. Οι εν λόγω οικειοθελείς παροχές που δίδονται από τον εργοδότη στο μισθωτό εκουσίως από ελευθεριότητα και όχι από νόμιμη υποχρέωση ή με πρόθεση, εκδηλούμενη και από τα δύο μέρη, να αποτελέσουν αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία, δεν έχουν χαρακτήρα μισθού.

Έτσι δεν ιδρύεται υποχρέωση και αντίστοιχο δικαίωμα για τις εν λόγω παροχές με αποτέλεσμα ο εργοδότης να έχει τη δυνατότητα να τις ανακαλέσει οποτεδήποτε και να παύσει τη χορήγηση τους. Εφόσον, όμως, οι εν λόγω παροχές χορηγούνται από τον εργοδότη για ικανό διάστημα ως νόμιμο ή συμβατικό αντάλλαγμα της προσφερόμενης εργασίας, τότε καταρτίζεται σιωπηρή σύμβαση περί καταβολής των παροχών αυτών ως τμήματος του καταβλητέου μισθού, οπότε ιδρύεται υποχρέωση του εργοδότη προς χορήγηση των παροχών αυτών, συνιστούν τακτικές αποδοχές και η καταβολή τους δεν μπορεί πλέον να διακοπεί, εκτός αν αυτός εξ αρχής επιφύλαξε ρητά για τον εαυτό του το δικαίωμα της μονομερούς ανάκλησής τους στο μέλλον και η επιφύλαξη αυτή δεν έχει ατονήσει εκ των πραγμάτων, ως αντίθετη προς τη διαμορφωθείσα συνείδηση των μερών, ούτε διατυπώθηκε για την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων του εργαζομένου (ΑΠ 116/2023, 962/2018, ΑΠ 52/2017, ΑΠ 1237/2017, ΑΠ 266/2014, ΑΠ 638/2013).

Με το τρίτο σκέλος (1Γ, 2Γ) των αυτών λόγων της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση τις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, με τις ακόλουθες αιτιάσεις, ως προς το ζήτημα του ύψους των μηνιαίων τακτικών αποδοχών της αναιρεσίβλητης, βάσει του οποίου υπολόγισε το Εφετείο την οφειλόμενη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης αυτής, ότι το Εφετείο κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, για το ζήτημα αυτό, δέχθηκε ότι οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές της αναιρεσίβλητης ανέρχονταν σε 845 ευρώ και το ποσό των 202,90 ευρώ συνιστούσε οικειοθελή παροχή της αναιρεσείουσας, για την οποία αυτή δεν είχε επιφυλαχθεί ρητά ως προς την ανάκλησή της, με αποτέλεσμα να κρίνει ότι οι μηνιαίες τακτικά καταβαλλόμενες αποδοχές της αναιρεσίβλητης ανέρχονταν σε 1.047,90 ευρώ και συνεπώς η καταβληθείσα αποζημίωση απόλυσης από την αναιρεσείουσα στην αναιρεσίβλητη ποσού 3.376,80 ευρώ, που υπολογίστηκε με βάση ως τακτικό μηνιαίο μισθό το ποσό των 964,80 ευρώ, ποσό υπολειπόμενο του ως άνω ποσού των 1.047,90 ευρώ, να είναι ελλιπής, καθισταμένης για το λόγο αυτό άκυρης της γενομένης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της αναιρεσίβλητης, ενώ, αντιθέτως, με την αναιρεσίβλητη είχε συμφωνηθεί με την ατομική σύμβαση εργασίας της να λαμβάνει αυτή μηνιαίες αποδοχές ύψους 964,80 ευρώ, δηλαδή συμφωνήθηκε να λαμβάνει η αναιρεσίβλητη αποδοχές υπέρτερες των νομίμων αποδοχών, χωρίς την καταβολή της οικειοθελούς παροχής των 202,90 ευρώ και συνεπώς η καταβληθείσα αποζημίωση απόλυσης δεν ήταν ελλιπής και η γενομένη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της αναιρεσίβλητης ήταν έγκυρη, και επί πλέον ότι οφείλεται ως διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών στην αναιρεσίβλητη για το χρονικό διάστημα από 1-1-2019 έως 25-10-2019 το ποσό των 733,77 ευρώ, ώστε, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 648, 649, 653 ΑΚ και του άρθρου 1 της 95/1949 Διεθνούς Σύμβασης "περί προστασίας του ημερομισθίου" που κυρώθηκε με το νόμο 3248/1955, τις οποίες παραβίασε και εκ πλαγίου, στερούμενη νόμιμης βάσης, καθόσον στην ως άνω κρίση του το Εφετείο διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες, δεχόμενο ότι η αναιρεσίβλητη αμειβόταν αρχικά με συμφωνημένο μισθό υπέρτερο των ισχυουσών νόμιμων αποδοχών και ακολούθως ότι η ίδια λάμβανε πρόσθετη οικειοθελή παροχή για την οποία η αναιρεσείουσα δεν είχε επιφυλαχθεί ότι μπορούσε να τη διακόψει ανά πάσα στιγμή.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές του, ως προς το προεκτεθέν ζήτημα, και ειδικότερα, δεχόμενο ότι: α) η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη προσελήφθη από την εναγομένη με την από 9-7-2015 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας για να παράσχει τις υπηρεσίες της, ως υπάλληλος γραφείου, κατά πλήρη απασχόληση στις εγκαταστάσεις της ..., β) με ρητό όρο της σύμβασης αυτής, συμφωνήθηκε οι μηνιαίες μικτές αποδοχές της στο ποσό των 964,80 ευρώ, "βάσει των νομοθετημένων κατώτατων ορίων αποδοχών (Ν. 4093/2012)", γ) ο συμφωνημένος αυτός μισθός, που ήταν υπέρτερος των ισχυουσών νόμιμων αποδοχών, περιελάμβανε πρόσθετη οικειοθελή παροχή από την εναγομένη ποσού 202,90 ευρώ, για την οποία η τελευταία δεν είχε επιφυλάξει εξ αρχής το δικαίωμα ότι μπορούσε ανά πάσα στιγμή να διακόψει, δ) η οικειοθελής αυτή παροχή επαναλαμβανόταν επί μακρό χρονικό διάστημα και έτσι συμφωνήθηκε σιωπηρά ότι καταβάλλεται ως μισθός και η εναγομένη δεν μπορούσε να διακόψει την καταβολή της, ε) σύμφωνα με τις αποδείξεις πληρωμής αποδοχών μηνών Οκτωβρίου 2015 έως και Ιούλιο 2016, ο συμβατικός μισθός της ενάγουσας ανερχόταν σε 964,80 ευρώ, αναλυόμενος σε βασικό μισθό 586,08 ευρώ, επίδομα τριετίας 175,82 ευρώ και παροχή εργοδότη ποσού 202,90 ευρώ, στ) από 1-2-2019, σύμφωνα με την ΥΑ 4241/127/30-1-2019 επανακαθορίστηκαν τα κατώτατα όρια μισθού και το επίδομα τριετίας στο ποσό των 650 και 195 ευρώ αντίστοιχα και έτσι οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές της αναιρεσίβλητης κατά τον χρόνο της καταγγελίας την 25-10-2019 ανερχόταν σε 1047,80 ευρώ, αναλυόμενος σε 650 ευρώ βασικό μισθό, 195 ευρώ επίδομα τριετίας (για συμπληρωμένη προϋπηρεσία εννέα (9) ετών) και 202,90 ευρώ οικειοθελή παροχή, ενώ η εναγομένη εξακολουθούσε να της καταβάλει το ποσό των 964,80 ευρώ, ζ) η εναγομένη, καταγγέλοντας την 25-10-2019 την σύμβαση εργασίας της ενάγουσας, της κατέβαλλε ως αποζημίωση απόλυσης ποσό 3.376,80 ευρώ, υπολογιζόμενη με βάση μηνιαίο τακτικό μισθό το ποσό των 964,80 ευρώ, η οποία όμως υπολείπεται της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσής της, που ανέρχεται στο ποσό των 11.002,95 ευρώ, υπολογιζόμενη με το νόμιμο μισθό της ποσού 1.047,90 ευρώ, και τέλος η) από 1-2-2019 έως την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας την 25-10-2019, η εναγομένη δεν της κατέβαλλε την επαύξηση του μισθού της σύμφωνα με τα νέα κατώτατα όρια αποδοχών τριετίας, συνολικού ποσού 733,77 ευρώ, κρίνοντας ακολούθως ότι η υπό της εναγομένης καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας είναι άκυρη και επί πλέον ότι η εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα, πέραν των μισθών υπερημερίας από τον χρόνο καταγγελίας μέχρι την συζήτηση της ένδικης αγωγής και το ποσό των 733,77 ευρώ, ως διαφορά μεταξύ του καταβληθέντος μισθού και αυτού που όφειλε να καταβάλει η εναγομένη, απορρίπτοντας τον σχετικό λόγο της έφεσης της εναγομένης, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, παραλλήλως δε διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, σχετικά με το χαρακτήρα της παροχής των 202.90 ευρώ ως οικειοθελούς παροχής, για την οποία η εναγομένη δεν είχε επιφυλάξει το δικαίωμα να τη διακόψει ανά πάσα στιγμή και τον συνυπολογισμό αυτής στις μηνιαίες τακτικές αποδοχές της αναιρεσίβλητης, ανερχομένων κατά τον χρόνο της καταγγελίας στο ποσό των 1.047,90 ευρώ, επί του οποίου όφειλε η αναιρεσείουσα να υπολογίσει την καταβλητέα στην αναιρεσίβλητη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης και επί πλέον να της καταβάλλει τη διαφορά μεταξύ του καταβαλλόμενου και του καταβλητέου μισθού για το αναφερόμενο ανωτέρω χρονικό διάστημα.

Δεν υφίσταται δε η επικαλούμενη στον με αρίθμηση 2Γ λόγο της αίτησης αναίρεσης αντίφαση, δεδομένου ότι με τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές του, το Εφετείο με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις δέχεται, ότι με την ατομική σύμβαση εργασίας της ενάγουσας ρητά συμφωνήθηκε ότι αυτή θα αμείβεται "βάσει των νομοθετημένων κατώτατων ορίων αποδοχών (Ν. 4093/2012)" και ότι στις μηνιαίες μικτές αποδοχές της, περιλαμβάνεται και η οικειοθελής παροχή των 202,90 ευρώ, η δε αναφορά στην προσβαλλομένη απόφαση ότι "η εφεσίβλητη αμειβόταν εξ αρχής με συμφωνημένο μισθό υπέρτερο των ισχυουσών νομίμων αποδοχών" κατέτεινε στην κατάδειξη της σαφούς ως άνω παραδοχής του περί καταβολής στην αναιρεσίβλητη, πέραν των ισχυουσών νόμιμων αποδοχών, και της πρόσθετης παροχής των 202,90 ευρώ, χωρίς αυτό να συνιστά παραδοχή ότι μεταξύ των διαδίκων είχε συμφωνηθεί να αμείβεται η αναιρεσίβλητη με υπέρτερες των νομίμων αποδοχές.

Αντίθετα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ότι η εφεσίβλητη αμειβόταν εξ αρχής με συμφωνημένο μισθό υπέρτερο των ισχυουσών νόμιμων αποδοχών, καθώς εξ αρχής ελάμβανε πρόσθετες παροχές από την εργοδότρια, δέχθηκε δηλαδή ότι ο συμφωνημένος μισθός ήταν υπέρτερος των νομίμων με το συνυπολογισμό της εν λόγω πρόσθετης παροχής.

Επομένως οι λόγοι αυτοί της αίτησης αναίρεσης, κατά τα ερευνώμενα σκέλη τους, είναι αβάσιμοι.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 1, 2 του Ν. 2112/1920, 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955 και 288 ΑΚ, κατά την οποία ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη την συναλλακτικών ηθών, προκύπτει ότι η ελλιπής από τον εργοδότη καταβολή της αποζημίωσης που δικαιούται ο μισθωτός σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αυτού δεν συνεπάγεται την ακυρότητα της καταγγελίας αν υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες η μη καταβολή από τον εργοδότη ολόκληρης της οφειλόμενης αποζημίωσης είναι δικαιολογημένη κατά τις αρχές της καλής πίστης, αποδιδόμενη όχι σε κακοβουλία, αλλά σε εύλογη αμφιβολία ή πλάνη συγγνωστή ή παραδρομή ως προς το ακριβές ποσό αυτής, στην περίπτωση δε αυτή υφίσταται μόνον υποχρέωση για συμπλήρωση της αποζημίωσης.

Ο περί συγγνωστής πλάνης πραγματικός ισχυρισμός θεμελιώνει ένσταση του εργοδότη κατά της αγωγής του μισθωτού, με την οποία διώκεται η αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας εξαιτίας καταβολής ελλιπούς αποζημίωσης (ΑΠ 731/2022, ΑΠ 511/2020, ΑΠ 261/2016, ΑΠ 918/2013, ΑΠ 585/2011, ΑΠ 311/2010). Συγγνωστή πλάνη, εξάλλου, συντρέχει στην περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του εργοδότη και αναφορικά με την υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης στον μισθωτό, όταν ο εργοδότης, αν και κατέβαλε την κατ' αντικειμενική κρίση επιμέλεια, την οποία κάθε συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, λαμβανομένων υπόψη και των πνευματικών και επαγγελματικών του ικανοτήτων, οφείλει να επιδείξει στις συναλλαγές του, δεν μπόρεσε να διαγνώσει την από το νόμο απορρέουσα υποχρέωσή του, ήτοι, να καταβάλει στον απολυόμενο τη σχετική αποζημίωση, πιστεύοντας καλόπιστα ότι δεν έχει τέτοια υποχρέωση ή ότι η υποχρέωσή του αυτή εκπληρώνεται με την καταβολή του χρηματικού ποσού, που πρόσφερε για τον σκοπό αυτό στον εργαζόμενο (ΑΠ 1561/2023, ΑΠ 229/2021, ΑΠ 918/2013).

Με το τέταρτο σκέλος (1Δ, 2Δ) των αυτών λόγων της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση τις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας την υπ' αυτής παραδεκτώς προβληθείσα ενώπιον του πρωτοδίκου δικαστηρίου και επαναφερθείσα ενώπιον του Εφετείου με σχετικό λόγο της έφεσης της, ένσταση περί συνδρομής στο πρόσωπό της συγγνωστής πλάνης, ως προς το ύψος της καταβληθείσας αποζημίωσης απόλυσης της αναιρεσίβλητης, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 288, 342 ΑΚ, τις οποίες παραβίασε και εκ πλαγίου, στερούμενη νόμιμης βάσης με το να διαλάβει στην απορριπτική του κρίση ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές του δέχτηκε ότι: α) η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη είχε προσληφθεί από την εναγομένη-αναιρεσείουσα, με την από 9-7-2015 ατομική σύμβαση εργασίας, για να παράσχει τις υπηρεσίες της ως υπάλληλος γραφείου, αμειβόμενη με βάση τα νομοθετημένα κατώτατα όρια αποδοχών (Ν. 4093/2012), β) οι συνολικές μηνιαίες αμοιβές της κατά τον μήνα Οκτώβριο 2015 ανερχόταν στο ποσό των 964,80 ευρώ, αναλυόμενος σε βασικό μισθό 586,08 ευρώ, επίδομα τριετίας 175,82 ευρώ και σε οικειοθελή παροχή ποσού 202,90 ευρώ, γ) η ενάγουσα είχε την ιδιότητα της υπαλλήλου και όχι της εργάτριας, δ) κατά τον χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας την 25-10-2019, οι συνολικές μηνιαίες αποδοχές της ενάγουσας, όπως είχαν επανακαθοριστεί από 1-2-2019 με βάση την ΥΑ 4241/127/30-1-2019, ο μεν βασικός μισθός στο ποσό των 650 ευρώ και το επίδομα προϋπηρεσίας στο ποσό των 195 ευρώ, ανέρχονταν, συνυπολογιζομένης και συμβατικώς ορισθείσας οικειοθελούς παροχής ποσού 202,90 ευρώ, στο ποσό των 1047,80 ευρώ, ε) η εναγομένη όμως συνέχιζε να της καταβάλει το ποσό των 964,80 ευρώ, επί του οποίου υπολόγισε και κατέβαλλε στην ενάγουσα το ποσό των 3.376,80 ευρώ, ως αποζημίωση απόλυσης, χωρίς δηλαδή να ληφθεί υπόψη η αναγνωρισμένη προϋπηρεσία της και η επαύξηση του μισθού της, η οποία όμως (αποζημίωση απόλυσης) υπολειπόταν της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, που ανερχόταν στο ποσό των 11.002,95 ευρώ, στ) η καταβολή δε της ελλειπούς αποζημίωσης απόλυσης, δεν οφειλόταν σε συγγνωστή πλάνη της εναγομένης ως προς την ιδιότητα της ενάγουσας ως εργάτριας και όχι ως υπαλλήλου, απορρίπτοντας την ως άνω ένσταση της εναγομένης, με τις ακόλουθες αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές: "Αλυσιτελώς δε η εκκαλούσα ισχυρίζεται με το δεύτερο λόγο εφέσεως ότι η εφεσίβλητη είχε την ιδιότητα της εργάτριας και ότι από συγγνωστή πλάνη της κατάβαλε μειωμένη αποζημίωση, αφενός διότι πέραν της συμβάσεως της αναγράφεται ότι η εφεσίβλητη έχει την ιδιότητα της υπαλλήλου και στην από 25.10.2019 έντυπη καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, ενώ δεν έχει γίνει υπολογισμός της αποζημίωσης σε ημερομίσθια όπως συμβαίνει όταν ο εργαζόμενος έχει την ιδιότητα του εργάτη, αφού η εφεσίβλητη έλαβε (964,8 μισθός +1/6 αναλογία επιδομάτων εορτών και αδείας X 3 μήνες, για χρόνο υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη, ήτοι εν προκειμένω συμπληρωμένα 4 έτη =) 3.376,8 ευρώ.

Ακολούθως και όπως κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο η εφεσίβλητη δικαιούται να λάβει πλήρη νόμιμη αποζημίωση απολύσεως ως υπάλληλος, σύμφωνα με τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα πλήρους απασχολήσεώς της στην εναγόμενη εταιρεία, λαμβανομένης υπόψη της ρητώς αναγνωρισμένης από 1.6.2006 προϋπηρεσίας της μέχρι την ημερομηνία απόλυσής της και της, κατά τ' ανωτέρω, επαύξησης του μισθού της....". 'Ετσι, όπως έκρινε το Εφετείο και με βάση τις παραδοχές αυτές, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 3, 7 παρ. 1 Ν. 3198/1955, 5 παρ.1 Ν. 2112/ 1920, 288 σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 342 Α.Κ., τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου, διαλαμβάνοντας στην προσβαλλομένη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της εφαρμογής τους στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον, υπό τα πραγματικά αυτά γεγονότα, δεν συνέτρεχε περίπτωση πλάνης εκ μέρους της αναιρεσείουσας, ως προς την ιδιότητα της αναιρεσίβλητης ως υπαλλήλου και περαιτέρω ως προς το ύψος της καταβλητέας αποζημιώσεως.

Σημειώνεται ότι, η αιτίαση της αναιρεσείουσας, ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν επικαλείται πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι η ίδια δεν κατέβαλε την, κατ' αντικειμενική κρίση, επιμέλεια, την οποία κάθε συνετός και ευσυνείδητος εργοδότης, λαμβανομένων υπόψη των πνευματικών και επαγγελματικών της ικανοτήτων, οφείλει να επιδείξει στις συναλλαγές του, ώστε να είναι σε θέση να διαγνώσει την από το νόμο απορρέουσα υποχρέωση του, ήτοι να καταβάλει στην απολυόμενη αναιρεσίβλητη το ακριβές ποσό της οφειλόμενης αποζημίωσης, πιστεύοντας καλόπιστα ότι όφειλε το καταβληθέν για την αιτία αυτή ποσό, αβάσιμα προβάλλεται, ως ερειδόμενη επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθόσον τέτοια πραγματικά περιστατικά, για τη θεμελίωση της υπ' αυτής προβληθείσας ένστασης συγγνωστής πλάνης, που είχε προβάλλει πρωτοδίκως και επανέφερε ενώπιον του Εφετείου με σχετικό λόγο έφεσης, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων και συγκεκριμένα των πρακτικών της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτησης, των από 10-3-2020 ενώπιον του υποβληθέντων προτάσεών της και του δικογράφου της από 21-1-2021 έφεσής της, ουδόλως επικαλέστηκε, και συνεπώς δεν όφειλε το Εφετείο να διαλάβει σχετική αιτιολογία.

Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αναίρεση στο σύνολο της. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176,183, 191 παρ. 2 KΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-5-2022 (με αριθμ. εκθ. καταθ. 507/42//26-5-2022) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 33/31-1-2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα να πληρώσει στην αναιρεσίβλητη, για τη δικαστική της δαπάνη, το ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης καθώς και της αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την υπηρεσία ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ