Supreme Court dismisses appeal against appeal court decision due to lack of substantive grounds and procedural errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court of Crete's decision of 2019. The appellant argued that the lower court erred in rejecting a significant portion of their claim and failed to properly address legal arguments. The court found no valid grounds for the appeal, noting that the lower court correctly applied the law and the appellant's claims were unsubstantiated.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if the appealed decision lacks legal basis or contains contradictory reasoning, and the Supreme Court will dismiss appeals that fail to demonstrate such fundamental defects.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 588 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 588/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Ε. - Χ.. Ψ. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Καρβέλλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Μ. του Γ., κατοίκων ..., 2) Σ. Π. του Γ., κατοίου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Γεώργιο Γεωργιάδη που ανακάλεσε την από 29/9/2023 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παραστάθηκε στο ακροατήριο και Χριστίνα - Ιωάννη Δερβένη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/3/2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 60/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 38/2019 του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/11/2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 38/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, που απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 60/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή της και δέχθηκε την συνεκδικαζόμενη με αυτήν έφεση και τους πρόσθετους λόγους των αναιρεσίβλητων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, ''έλλειψη αιτιολογίας'', ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ''ανεπαρκής αιτιολογία'' ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ''αντιφατική αιτιολογία'' (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης, η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή της, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, καθώς επίσης και:
α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει και τούτα σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 472/2017, ΑΠ 793/2015, ΑΠ 1788/2013 ΑΠ 1206/2008).
Σε αμφότερες δε τις άνω περιπτώσεις, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/ 2010, ΑΠ 2173/2007).
Συνακόλουθα, η εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (αρθρ. 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ), πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη εκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΑΠ 420/2022, ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 109/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 202 και 904 ΑΚ, καθόσον, ενώ δέχθηκε αδιαστήκτως ότι σύμφωνα με το προσύμφωνο, το οποίο καθόριζε τους θεμελιώδεις όρους εκτέλεσης της υπό υπογραφή σύμβασης, απαραίτητος όρος κατάρτισης της σύμβασης ήταν η δημιουργία του δρόμου, η κατάτμηση του ενιαίου οικοπέδου των οικοπεδούχων αναιρεσίβλητων και η έκδοση οικοδομικών αδειών, αφού σε αντίθετη περίπτωση θα ήταν απολύτως αδύνατη η εκτέλεση της σύμβασης και η εκτέλεση της εργολαβίας, εν συνεχεία δέχθηκε με αντιφατική αιτιολογία ότι η οριστική σύμβαση, η οποία ίσχυε μεταξύ των διαδίκων από την υπογραφή του υπ' αριθμ.../11-8-2005 οριστικού εργολαβικού συμβολαίου, δεν τελούσε υπό τη διαλυτική αίρεση της έγκρισης της δημιουργίας του δρόμου και της κατάτμησης του ενιαίου οικοπέδου των εναγόμενων και ήδη αναιρεσίβλητων και ότι η έκδοση των αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου Χανίων, με τις οποίες ακυρώθηκαν οι οικοδομικές άδειες, δεν επέφερε πλήρωση αυτής, έτσι ώστε να ανατραπεί η οριστική σύμβαση και μάλιστα αναδρομικά και να γεννηθούν αξιώσεις αυτής (ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας) έναντι των αναιρεσίβλητων για απόδοση του ποσού των 361.000 ευρώ που τους κατέβαλε και του ποσού των 438.852,68 ευρώ για τις δαπάνες στις οποίες αυτή υποβλήθηκε.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο που εντοπίζεται η αντίφαση, ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, ούτε εκτίθενται οι πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά και κατ' επιλογή της αναιρεσείουσας, υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση.
Περαιτέρω ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173, 200 ΑΚ), με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βούλησης των μερών.
Ειδικότερα, ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε κενό ή ασάφεια, έστω και έμμεσα και εντούτοις δεν προσέφυγε σ' αυτούς ή μολονότι βεβαιώνεται στην απόφαση ότι η δήλωση βούλησης είναι σαφής, προέβη σε ερμηνεία της δικαιοπραξίας λ.χ. με τη λήψη στοιχείων εκτός σύμβασης, τη χρησιμοποίηση επιχειρημάτων ή ενδοιαστικών εκφράσεων.
Μόνη όμως η παράλειψη της ονομαστικής μνείας των παραπάνω διατάξεων δεν μπορεί να συστήσει παραβίαση αυτών, αν το δικαστήριο της ουσίας, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, προέβη στην ερμηνεία της σύμβασης, όπως απαιτεί η καλή πίστη, λαμβάνοντας υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 335/2004).
Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας παράβασης των κανόνων αυτών, στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 1027/ 2022, ΑΠ 1111/2021, ΑΠ 381/2021, ΑΠ 1763/2011, ΑΠ 715/2010, AΠ 5/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τη μη προσφυγή σ' αυτούς, παρά τη διαπίστωση κενού στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων μερών στο υπ' αρ.../2005 οριστικό εργολαβικό συμβόλαιο για την περίπτωση της μη εγκρίσεως της δημιουργίας δρόμου, της μη κατατμήσεως του ενιαίου οικοπέδου των αναιρεσίβλητων και της εκδόσεως αποφάσεων του ΔΕΦ Χανίων, που ακυρώνουν τις οικοδομικές άδειες, μολονότι οι συμβαλλόμενοι στο υπ' αρ. .../2005 προσύμφωνο είχαν ορίσει ρητά ότι απαραίτητος όρος καταρτίσεως της οριστικής συμβάσεως ήταν η δημιουργία του δρόμου, η κατάτμηση του οικοπέδου και η έκδοση των οικοδομικών αδειών, καταφεύγει στην αναζήτηση της αληθινής βουλήσεως των συμβαλλομένων, δεχόμενο ότι, εφόσον στο οριστικό συμβόλαιο δεν περιελήφθη σχετικός όρος, τα μέρη δεν επιθυμούσαν την εξάρτηση της δικαιοπραξίας τους απ' αυτόν.
Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, με τον υπ' αριθ. 9 όρο του υπ' αριθ. .../19-1-2005 προσυμφώνου και εργολαβικού συμβολαίου οι διάδικοι συμφώνησαν ότι: "Για την τήρηση των όρων του παρόντος συμφωνείται ποινική ρήτρα 150.000 ευρώ, η οποία θα καταπίπτει σε βάρος όποιου των συμβαλλομένων καταστεί υπαίτιος μη ολοκλήρωσης της συμφωνίας και υπογραφής του εργολαβικού συμφωνητικού...
Ρητά συμφωνείται ότι ως "υπαιτιότητα δεν νοείται η μη έγκριση της δημιουργίας του δρόμου και συνακόλουθα η νόμιμη κατάτμηση της έκτασης στα οκτώ (8) οικόπεδα από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Νομαρχίας Χανίων. Στην περίπτωση αυτή, της μη έγκρισης της κατάτμησης, η παρούσα συμφωνία ματαιούται αζημίως για τους συμβαλλόμενους".
Από τον όρο αυτό σαφώς συνάγεται ότι οι διάδικοι εξάρτησαν την σύναψη της οριστικής σύμβασης και την υπογραφή του εργολαβικού συμβολαίου από τη έγκριση της παραχώρησης εδαφικής λωρίδας από το ακίνητο των εναγομένων οικοπεδούχων σε κοινή χρήση για τη δημιουργία δρόμου, η οποία θα καθιστούσε δυνατή και την κατάτμηση του οικοπέδου σε οκτώ (8) περαιτέρω οικόπεδα άρτια και οικοδομήσιμα σύμφωνα με τις ισχύουσες κατά τον χρόνο εκείνο διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 6 του ΠΔ της 24-4-1985, διότι σε διαφορετική περίπτωση η αξιοποίηση και εμπορική εκμετάλλευση του ακινήτου δεν θα ήταν δυνατή και συμφέρουσα.
Είναι επίσης σαφές ότι ο όρος αυτός, και αν θεωρηθεί ως διαλυτική αίρεση, είχε ισχύ κατά το μεσοδιάστημα από την υπογραφή του ανωτέρω προσυμφώνου μέχρι την υπογραφή του οριστικού εργολαβικού συμβολαίου, εντός του οποίου η ενάγουσα είχε αναλάβει την υποχρέωση να προβεί με δαπάνες της σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για τη δημιουργία του δρόμου, την έγκρισή του από την αρμόδια υπηρεσία της Νομαρχίας Χανίων και την κατάτμηση του οικοπέδου.
Με την υπογραφή του υπ' αριθ.../11-8-2005 οριστικού εργολαβικού συμβολαίου και προσυμφώνου μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδων, το οποίο αποτελεί την οριστική σύμβαση και όχι προσύμφωνο, όπως εσφαλμένα ισχυρίζεται η ενάγουσα, διότι έχει κριθεί ότι η σύμβαση μεταξύ οικοπεδούχου και εργολάβου, με την οποία ο τελευταίος αναλαμβάνει αντί συμφωνηθείσας αντιπαροχής, να κατασκευάσει σε οικόπεδο του πρώτου οικοδομή, ο δε οικοπεδούχος υπόσχεται να μεταβιβάσει κατά κυριότητα ορισμένα ποσοστά εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου του προς τον εργολάβο ή τον από αυτόν υποδειχθησόμενο τρίτο, είναι σύμβαση έργου αμιγής, το υπ' αριθ. .../19-1-2005 προσύμφωνο καταργήθηκε, αφού το προσύμφωνο γενικώς, ως παράγον υποχρέωση προς παροχή, συνιστάμενη στην κατάρτιση της οριστικής σύμβασης, αποτελεί αυτοτελή ενοχική - υποσχετική σύμβαση, η σύναψη δε της σκοπουμένης οριστικής σύμβασης επιφέρει απόσβεση της εκ του προσυμφώνου ενοχής και την κατάργηση αυτού του ιδίου, οι δε όροι και συμφωνίες που περιλαμβάνονταν σε αυτό εξακολουθούν να ισχύουν μόνο στο μέτρο που αποτέλεσαν περιεχόμενο και της οριστικής σύμβασης.
Στην προκειμένη περίπτωση ανάλογος όρος με τον προαναφερόμενο υπ' αριθ. 9 του προσυμφώνου δεν περιελήφθη στο οριστικό εργολαβικό συμβόλαιο και λογικά βέβαια, όπως ορθά ισχυρίζονται και οι εναγόμενοι, διότι κατά την υπογραφή του οριστικού εργολαβικού στις 11-8-2005 είχε ήδη εγκριθεί η παραχώρηση εδαφικής λωρίδας από το ακίνητο των εναγομένων σε κοινή χρήση με την υπ' αριθ. .../21-2-2005 απόφαση της Διεύθυνσης Πολεοδομίας και Πολεοδομικών Εφαρμογών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Χανίων, ενώ με την υπ' αριθ.
πρωτ. 2367/15-3-2005 βεβαίωση της ιδίας ως άνω Υπηρεσίας βεβαιώθηκε η αρτιότητα των οκτώ (8) οικοπέδων, στα οποία είχε κατατμηθεί το οικόπεδο. Η αναγραφή, συνεπώς, ενός τέτοιου όρου στο οριστικό συμβόλαιο δεν θα είχε κανένα περιεχόμενο, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι κατά τον χρόνο της σύναψης της οριστικής σύμβασης, αλλά και μέχρι την έκδοση της υπ' αριθ 3142/2007 απόφασης του Ε' Τμήματος του ΣΤΕ, με την οποία για πρώτη φορά κρίθηκαν αντισυνταγματικές οι διατάξεις των παρ. 2 και 3 του ΠΔ της 24-4-1985, δεν είχε αναδειχθεί θέμα αντισυνταγματικότητας των διατάξεων αυτών.
Επομένως, η οριστική σύμβαση η οποία ίσχυε μεταξύ των διαδίκων από την υπογραφή του υπ' αριθ.../11-8-2005 οριστικού εργολαβικού συμβολαίου, δεν τελούσε υπό την διαλυτική αίρεση της έγκρισης της δημιουργίας του δρόμου και της κατάτμισης του ενιαίου οικοπέδου των εναγομένων, ούτε η έκδοση των αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου Χανίων, με την οποία ακυρώθηκαν οι οικοδομικές άδειες, επέφερε πλήρωση αυτής, έτσι ώστε να ανατραπεί η οριστική σύμβαση και μάλιστα αναδρομικά και να γεννηθούν αξιώσεις της ενάγουσας έναντι των εναγομένων εκ των άρθρων 202 και 904 επ.
ΑΚ για απόδοση του ποσού των 361.000 και των δαπανών της ποσού 438.852,68 ευρώ.". Από τις ανωτέρω παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο δεν διαπίστωσε κενό ούτε αμέσως ούτε εμμέσως στις δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων μερών στο επίμαχο υπ' αριθ.../2005 οριστικό εργολαβικό συμβόλαιο, ούτε προέβη σε ερμηνεία αυτών με το να δεχθεί ότι:
α) από τον υπ' αριθ. 9 όρο του υπ' αριθ. .../2005 προσυμφώνου σαφώς συνάγεται ότι οι διάδικοι εξάρτησαν τη σύναψη της οριστικής συμβάσεως και την υπογραφή του εργολαβικού συμβολαίου από την έγκριση της παραχωρήσεως εδαφικής λωρίδας από το ακίνητο των οικοπεδούχων σε κοινή χρήση για τη δημιουργία δρόμου, η οποία θα καθιστούσε δυνατή και την κατάτμηση του οικοπέδου σε 8 άρτια και οικοδομήσιμα οικόπεδα, β) ο ως άνω όρος είχε ισχύ κατά το μεσοδιάστημα από την υπογραφή του ως άνω προσυμφώνου μέχρι την υπογραφή του οριστικού εργολαβικού συμβολαίου, εντός του οποίου η αναιρεσείουσα είχε αναλάβει την υποχρέωση να προβεί με δαπάνες της στις αναγκαίες ενέργειες για τη δημιουργία του δρόμου, την έγκρισή του από την αρμόδια υπηρεσία της Νομαρχίας Χανίων και την κατάτμηση του οικοπέδου και με την υπογραφή του επίμαχου οριστικού εργολαβικού συμβολαίου, το ως άνω προσύμφωνο καταργήθηκε, γ) στο οριστικό εργολαβικό συμβόλαιο δεν περιελήφθη ανάλογος όρος με τον ως άνω υπ' αριθ. 9 του προσυμφώνου, διότι κατά την υπογραφή του οριστικού εργολαβικού στις 11-8-2005 είχε ήδη εγκριθεί η παραχώρηση εδαφικής λωρίδας από το ακίνητο των οικοπεδούχων σε κοινή χρήση, είχε βεβαιωθεί αρμοδίως η αρτιότητα των 8 οικοπέδων στα οποία είχε κατατμηθεί το ακίνητο και το πρώτον με την υπ' αριθ. 3142/2007 απόφαση του ΣτΕ κρίθηκαν αντισυνταγματικές οι διατάξεις του άρθρου 6 του ΠΔ της 24-4-1985.
Τα ως άνω δεκτά γενόμενα από το Εφετείο προέκυψαν κατά τρόπο σαφή από το κείμενο του οριστικού εργολαβικού συμβολαίου, χωρίς να δημιουργείται καμία αμφιβολία, ώστε να παρίσταται ανάγκη προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, στους οποίους και δεν προσέφυγε. Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Ο εκ του άρθρου 559 αρθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008).
Αποτελούν "πράγματα" και άρα αν δεν ληφθούν υπόψη ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος, μεταξύ άλλων, η κύρια ή επάλληλη ή επικουρική βάση της αγωγής και τα προς θεμελίωση αυτών και των επί μέρους αιτημάτων περιστατικά (ΑΠ 148/2009, ΑΠ 1573/2006). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 126/2016, ΑΠ 415/2014, ΑΠ 701/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τους τρίτο και πέμπτο λόγους της αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τις βάσεις της ένδικης αγωγής από την επιγενόμενη αδυναμία αυτής προς παροχή και από την ευθύνη των αναιρεσιβλήτων για νομικό ελάττωμα του οικοπέδου τους και τα προς θεμελίωση αυτών περιστατικά.
Από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η ενάγουσα ήδη αναιρεσείουσα ιστορούσε σ' αυτήν τα εξής: Οι εναγόμενοι ήδη αναιρεσίβλητοι της ανέθεταν το έτος 2005 το έργο ανέγερσης οκτώ οικοδομών επί οκτώ αντίστοιχα οικοπέδων της συγκυριότητάς τους, ευρισκομένων στην κτηματική περιφέρεια του Δημοτικού Διαμερίσματος ...
Δήμου ... εντός του συνεκτικού τμήματος του οικισμού ... στη θέση "...", κατά το σύστημα της αντιπαροχής με δική της αποκλειστικά δαπάνη. Ειδικότερα: Δυνάμει του υπ' αριθ. .../ 19-1-2005 προσυμφώνου προσυμφώνου μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και εργολαβικού της συμβολαιογράφου Χανίων Γ. Μ. - Α., οι εναγόμενοι δήλωσαν ότι είναι αποκλειστικοί συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι κατ' ισομοιρίαν ενός ενιαίου αρχικώς οικοπέδου, ευρισκομένου στην προαναφερθείσα τοποθεσία, έκτασης 4446,70 τ.μ.
και ότι αναλαμβάνουν την υποχρέωση να αναθέσουν στην ενάγουσα, ως εργολήπτρια, την εκτέλεση του προαναφερθέντος έργου της επί αντιπαροχή ανέγερσης συγκροτήματος κατοικιών στο ως άνω ακίνητο, συμφωνώντας, περαιτέρω, τους όρους που αναλυτικά παρατίθενται στην αγωγή και περιλαμβάνονται στο συμβολαιογραφικό αυτό προσύμφωνο.
Προς εκτέλεση της ως άνω συμφωνίας μεταξύ των μερών, η ενάγουσα κατέβαλε στους εναγομένους με τραπεζική επιταγή το ποσόν των 100.000 ευρώ. Στη συνέχεια υπογράφηκε μεταξύ τους το υπ' αριθ.../11-8-2005 συμβολαιογραφικό προσύμφωνο της εκποιητικής δικαιοπραξίας μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου - εργολαβικό της προαναφερθείσας συμβολαιογράφου Χανίων, μετά την, κατά τα συμφωνηθέντα μεταξύ τους, κατάτμηση του ως άνω ενιαίου οικοπέδου αρχικώς σε δύο οικόπεδα (Α και Β), με το υπ' αριθ. .../9-2-2005 συμβόλαιο της ιδίας συμβολαιογράφου - των οποίων οι εναγόμενοι κατέστησαν συγκύριοι κατ' ισομοιρίαν - έπειτα δε σε οκτώ οικόπεδα, με τα ποσοστά συγκυριότητάς τους επ' αυτών που ειδικότερα περιγράφονται στην αγωγή και που δημιουργήθηκαν δυνάμει συμβολαιογραφικών πράξεων της ως άνω συμβολαιογράφου προς τακτοποίηση ιδανικών μεριδίων με αιτία την πώληση, με το υπ' αριθ. .../23-2-2005 συμβόλαιο, με το οποίο τέθηκαν σε κοινή χρήση τμήματα των ως άνω οικοπέδων, προκειμένου τα τελευταία να χαρακτηρισθούν ως άρτια και οικοδομήσιμα, σύμφωνα με την κατά το χρόνο εκείνο ισχύουσα πολεοδομική νομοθεσία.
Με την υπογραφή του προαναφερθέντος προσυμφώνου μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου - εργολαβικού κατέβαλε (η ενάγουσα) επιπροσθέτως στους εναγομένους το ποσόν των 51.000 ευρώ, όπως επίσης και το συνολικό ποσόν των 210.000 ευρώ με τμηματικές καταβολές που ειδικότερα αναφέρονται στην αγωγή, ήτοι κατέβαλε συνολικά στους εναγομένους το ποσόν των 361.000 ευρώ σε εκτέλεση της μεταξύ τους σύμβασης και για τους λόγους που αναφέρονται στην αγωγή.
Ισχυρίζεται περαιτέρω η ενάγουσα ότι: Μεταξύ των λοιπών όρων της συμφωνίας τους δυνάμει του προαναφερθέντος υπ' αριθ. .../19-1-2005 προσυμφώνου προσυμφώνου, ρητά συνομολογήθηκε ότι σε περίπτωση μη έγκρισης της κατάτμησης του ως άνω ακινήτου σε οκτώ οικόπεδα από την αρμόδια δημόσια υπηρεσία, η μεταξύ τους συμφωνία ματαιούται αζημίως για τους συμβαλλομένους.
Ο εν λόγω όρος, αν ήθελε κριθεί ότι δεν θεμελιώνει δικαίωμα συμβατικής υπαναχώρησης από τη μεταξύ τους σύμβαση, έθετε πάντως διαλυτική αίρεση για ματαίωση της σύμβασης σε περίπτωση μη έγκρισης της κατάτμησης των προαναφερθέντων οκτώ οικοπέδων. Η ενάγουσα ξεκίνησε τις εργασίες εκτέλεσης του έργου, κατά τα συμφωνηθέντα, πλην όμως, μετά από άσκηση αιτήσεων ακύρωσης κατά των οικοδομικών αδειών που είχαν εκδοθεί για την οικοδόμηση των ανωτέρω οκτώ οικοπέδων των εναγομένων από φορείς του Δήμου Ακρωτηρίου, καθώς και συλλόγους και μεμονωμένους δημότες, το Διοικητικό Εφετείο Χανίων στις 22-6-2009 ακύρωσε αυτές, με αποτέλεσμα να ανατραπεί το δικαιοπρακτικό θεμέλιο, στο οποίο στηρίχθηκε η συμφωνία των διαδίκων περί ανοικοδόμησης με το σύστημα της αντιπαροχής οκτώ άρτιων και οικοδομήσιμων οικοπέδων, αφού, μετά την ακύρωση των οικοδομικών αδειών, τα οικόπεδα των εναγομένων θεωρούντο πλέον μόνο δύο, η ανοικοδόμηση των οποίων δεν ήταν συμφέρουσα για την ενάγουσα.
Κατόπιν αυτού στις 27-9-2009 υπαναχώρησε από την αρχική σύμβαση του προσυμφώνου, καθώς και από τη μεταγενέστερη σύμβαση του προσυμφώνου - εργολαβικού, ενημερώνοντας τους εναγομένους σχετικά με τη διαπίστωσή της περί της αδυναμίας της προς εκτέλεση της σύμβασης και περί της πλήρωσης του ρητώς συμφωνηθέντος μεταξύ τους όρου της ματαίωσης αζημίως της σύμβασης, λόγω των ως άνω από 22-6-2009 αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου Χανίων, ζητώντας από αυτούς αφενός να προβούν από κοινού με την ίδια στη σύνταξη νέας συμβολαιογραφικής πράξης, η οποία θα διαπίστωνε ότι οι επίδικες εργολαβικές συμβάσεις είχαν καταστεί ανενεργείς, αφετέρου να της αποδώσουν τα ποσά που μέχρι εκείνο το χρόνο αυτή είχε δαπανήσει σε εκτέλεση του έργου, καθώς και την εγγυητική επιστολή που τους είχε δώσει, πλην όμως οι εναγόμενοι ουδέν έπραξαν.
Τέλος, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι, πέραν του ποσού των 361.000 ευρώ, που τους είχε ήδη καταβάλει, υποβλήθηκε επιπλέον, για την εκτέλεση του συμφωνημένου έργου, καθώς και για την εν γένει έρευνα και δικαστική υποστήριξη της νομιμότητας των οικοδομικών αδειών ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Χανίων, στις δαπάνες που αναλυτικά αναφέρονται στην αγωγή, συνολικού ποσού 438.852,68 ευρώ.
Για τους λόγους αυτούς ζήτησε αφενός να αναγνωρισθεί ότι ανετράπησαν τα αποτελέσματα των από 19-1-2005 και 11-8-2005 συναφθεισών συμβολαιογραφικών μεταξύ τους δικαιοπραξιών, αφετέρου να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν κατ' ισομοιρίαν έκαστος το συνολικό ποσόν των 799.852,68 ευρώ κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού λόγω της ασκηθείσας εκ μέρους της συμβατικής υπαναχώρησης, άλλως λόγω πλήρωσης της διαλυτικής αίρεσης μη έγκρισης της γενομένης κατάτμησης με την ακύρωση των εκδοθεισών οικοδομικών αδειών και, άρα, ματαίωσης της σύμβασης, νομιμοτόκως δε από 27-2-2009, που ασκήθηκε η υπαναχώρηση, άλλως από 22-6-2009, που πληρώθηκε η αίρεση. Με το προεκτεθέν περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 904 και 202 ΑΚ, λόγω της ασκηθείσης εκ μέρους της αναιρεσείουσας συμβατικής υπαναχωρήσεως, άλλως λόγω πληρώσεως της διαλυτικής αιρέσεως μη εγκρίσεως της γενομένης κατατμήσεως με την ακύρωση των οικοδομικών αδειών και άρα ματαιώσεως της συμβάσεως, ενώ δεν στηρίζεται στην επιγενόμενη αδυναμία της αναιρεσείουσας προς παροχή και στην ευθύνη των αναιρεσιβλήτων για νομικό ελάττωμα του ακινήτου τους. Επομένως, οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 176 του ΚΠολΔ ο διάδικος που νικήθηκε καταδικάζεται να πληρώσει τα έξοδα, κατά δε το άρθρο 178 του ίδιου κώδικα σε περίπτωση μερικής νίκης ή μερικής ήττας κάθε διαδίκου το δικαστήριο επιβάλει τα δικαστικά έξοδα ανάλογα με την έκταση της νίκης ή ήττας, ενώ κατά το άρθρο 179 του ίδιου κώδικα το δικαστήριο μπορεί να συμψηφίσει όλα τα έξοδα ή μέρος τους μόνο αν πρόκειται για διαφορές ανάμεσα σε συζύγους ή συγγενείς εξ αίματος έως και το δεύτερο βαθμό ή όταν η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής.
Η καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που νικήθηκε δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας και είναι συνέπεια της αρχής της ήττας (άρθρο 176 ΚΠολΔ), ενώ ο συμψηφισμός όλων των εξόδων ή ενός μέρους τους διότι η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής, κατ` άρθρο 179 ΚΠολΔ, απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου που δεν ελέγχεται αναιρετικά, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ενώ, εξάλλου, δεν ενέχει ούτε εμμέσως περιορισμό του δικαιώματος στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, ούτε παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, αφού η διάταξη του άρθρου 25 του Συντάγματος δεν εφαρμόζεται στην ένδικη περίπτωση ευθέως (ΑΠ 461/2017, ΑΠ 1668/2014, ΑΠ 433/2007).
Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63, 68, 69 του Κώδικα Δικηγόρων, εφόσον δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνία μεταξύ του δικηγόρου και του πελάτη του, η αμοιβή του πρώτου για την σύνταξη κυρίας αγωγής ορίζεται σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου της δίκης, το οποίο (ποσοστό) α) εάν η αξία αυτή ανέρχεται μέχρι το ποσό των 200.000 ευρώ, ορίζεται σε 2%, β) όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται από το ποσό των 200.001 ευρώ μέχρι 750.000 ευρώ, ορίζεται σε 1,5% και γ) όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται από το ποσό των 750.001 ευρώ μέχρι 1.500.000 ευρώ ορίζεται σε 1%, δ) όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται από το ποσό των 1.500.001 ευρώ μέχρι 3.000.000 ευρώ ορίζεται σε 0,5%, ε) όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται από το ποσό των 3.000.001 ευρώ μέχρι 6.000.000 ευρώ ορίζεται σε 0,3%, στ) όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται από το ποσό των 6.000.001 ευρώ μέχρι 12.000.000 ευρώ ορίζεται σε 0,2%, ζ) όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται από το ποσό των 12.000.001 ευρώ μέχρι 25.000.000 ευρώ ορίζεται σε 0,1% και η) όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται πέραν από το ποσό των 25.000.000 ευρώ ορίζεται σε 0,05%.
Από την αντιπαραβολή των ανωτέρω διατάξεων προς εκείνες του προϊσχύσαντος Δικηγορικού Κώδικα, προκύπτει ότι τα κύρια χαρακτηριστικά των νέων νομοθετικών ρυθμίσεων, υπό το προεκτεθέν περιεχόμενό τους, είναι: α) ότι προτάσσεται η ελευθερία των συμβαλλομένων για τον καθορισμό της δικηγορικής αμοιβής (άρθρα 57, 58 παρ. 1-2, 63 παρ. 3 ΚΔικ).
Το προβάδισμα της συμβατικής ρύθμισης διατηρείται ακόμη και αν η συμφωνία του δικηγόρου με τον εντολέα για τον προσδιορισμό της αμοιβής υπολείπεται των, ελαχίστων, ορίων που καθορίζουν τα άρθρα 63 επ. ΚΔικ. β) Μειώνονται οι ποσοστιαίοι συντελεστές υπολογισμού της δικηγορικής αμοιβής, κατ` αντίστροφη αναλογία προς την αύξηση της αξίας του αντικειμένου της δίκης (63 παρ. 1 περ. i στ.
α' - η' ΚΔικ) Και, γ) διατηρείται ως σημείο αναφοράς, κατ' αρχήν, το ποσοστό 2% ως ελάχιστη νόμιμη αμοιβή για τη σύνταξη του δικογράφου της κύριας αγωγής εφαρμοζομένου, όμως, αυτού μόνο επί του τμήματος του οικονομικού αντικειμένου της δίκης, το οποίο δεν υπερβαίνει τις 200.000 ευρώ. Για το υπερβάλλον αυτού ποσό η νόμιμη αμοιβή απομειώνεται σταδιακά, κατά τρόπο, που να περιορίζεται μέχρι το 0,05% για το τμήμα της αξίας του αντικειμένου της αγωγής, που υπερβαίνει τα 25.000.000 ευρώ.
Έτσι, με βάση τον ανωτέρω τρόπο υπολογισμού των ελαχίστων ορίων της δικηγορικής αμοιβής, ήτοι κατά φθίνουσα κλίμακα συντελεστών, οι οποίοι αντιστοιχούν σε, κατ' αντίστροφη αναλογία (αύξουσα κλίμακα), οριζόμενα επιμέρους ποσοτικά τμήματα του συνόλου του αντικειμένου της δίκης, το σύνολο αυτής (αμοιβής) εξάγεται από το άθροισμα των επιμέρους ποσών που αναλογούν σε κάθε, επιμέρους, τμήμα του συνόλου του αντικειμένου της.
Η αμοιβή δε για την σύνταξη προτάσεων στον πρώτο βαθμό για τον δικηγόρο του εναγόμενου είναι ίση με την αμοιβή για την σύνταξη της αγωγής κατά τις παραπάνω διακρίσεις, ενώ για την σύνταξη προτάσεων στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο η αμοιβή όλων των δικηγόρων είναι διπλάσια από την προηγούμενη. Όσον αφορά δε στην αμοιβή του δικηγόρου για την παράστασή του στο δικαστήριο του πρώτου βαθμού και ειδικότερα στο Πολυμελές Πρωτοδικείο για διαφορές από 350.001 έως 800.000 ευρώ, σύμφωνα με το παράρτημα Ι του Κώδικα Δικηγόρων, ορίζεται στο ποσό των 363 ευρώ, ενώ για την σύνταξη έφεσης και παράστασή του στο Τριμελές Εφετείο, σύμφωνα με το ίδιο παράρτημα, ορίζεται στο ποσό των 161 ευρώ και 192 ευρώ, αντίστοιχα και για τους πρόσθετους λόγους στο 1/2 του αντίστοιχου ενδίκου μέσου (ΟλΑΠ 7/2021, 6/2021, ΑΠ 337/2023, ΑΠ 652/2022).
Η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 176, 179 ΚΠολΔ, 25 του Συντάγματος που προβλέπει την αρχή της αναλογικότητας και 6 της ΕΣΔΑ, με το να επιδικάσει υπέρ των εναγομένων-εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας δικαστικά έξοδα ύψους 32.000 ευρώ, αντί να τα συμψηφίσει στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων, επειδή η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγούμενη νομική σκέψη, η ρύθμιση του θέματος των δικαστικών εξόδων ανατέθηκε στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ενώ εξάλλου δεν ενέχει ούτε εμμέσως περιορισμό του δικαιώματος στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, ούτε παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, αφού η διάταξη του άρθρου 25 του Συντάγματος δεν εφαρμόζεται στην ένδικη περίπτωση ευθέως.
Περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο της αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 63 επ. του Ν. 4194/2013, με το να υπολογίσει τη δικαστική δαπάνη με ποσοστό 4% επί του πρωτοδίκως αιτηθέντος ποσού, ενώ έπρεπε να την υπολογίσει με ποσοστό 2% επί του αιτηθέντος στον δεύτερο βαθμό ποσού των 438.852,68 ευρώ.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αξία του αντικειμένου της διαφοράς ανέρχεται στο ποσό των 799.852,68 ευρώ, το οποίο ζήτησε η ενάγουσα ήδη αναιρεσείουσα με την αγωγή της να υποχρεωθούν να της καταβάλουν οι εναγόμενοι ήδη αναιρεσίβλητοι. Με την πρωτόδικη απόφαση έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή για το ποσό των 361.000 ευρώ, το οποίο υποχρεώθηκαν να καταβάλουν οι εναγόμενοι στην ενάγουσα και απορρίφθηκε κατά το υπόλοιπο ποσό των 438.852,68 ευρώ.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η έφεση της ενάγουσας, με την οποία η τελευταία παραπονείτο για την απόρριψη του ποσού των 438.852,68 ευρώ και έγινε δεκτή η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής των εναγόμενων, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία είχε επιδικάσει το ποσό των 361.000 ευρώ και απορρίφθηκε στο σύνολό της η αγωγή.
Κατάλογος εξόδων των νικησάντων εναγόμενων και ήδη αναιρεσίβλητων δεν υποβλήθηκε και συνεπώς τα δικαστικά έξοδα, τα οποία δικαιούνται οι τελευταίοι και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, ανέρχονται σύμφωνα με τις αναφερθείσες διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων: 1) για την παράσταση του δικηγόρου τους στο Πολυμελές Πρωτοδικείο, σε 363 ευρώ, 2) για την σύνταξη έφεσης σε 161 ευρώ, 3) για τη σύνταξη πρόσθετων λόγων σε 80,5 ευρώ, 4) για την παράσταση του δικηγόρου τους στο Τριμελές Εφετείο σε 192 ευρώ, 5) για την σύνταξη των προτάσεων στον πρώτο βαθμό σε 12.748,5 ευρώ (200.000 Χ 2% = 4.000 ευρώ + 550.000 Χ 1,5% = 8.250 + 49.852,68 Χ 1%= 498,5 ευρώ), 6) για τη σύνταξη προτάσεων στον δεύτερο βαθμό, υπολογιζόμενων (των δικαστικών εξόδων) επί του ποσού της συνολικής αξίας του αντικειμένου της διαφοράς που μεταβιβάστηκε στο Εφετείο με την άσκηση των αντίθετων εφέσεων και κατά το οποίο ηττήθηκε η ενάγουσα-εκκαλούσα-εφεσίβλητη των 799.852,68 ευρώ, σε 25.497,05 ευρώ (200.000 Χ 4% = 8.000 ευρώ + 550.000 Χ 3% = 16.500 + 49.852,68 Χ 2% = 997,05 ευρώ) και συνολικά ανέρχονται σε 39.042,05 (363 + 161 + 80,5 +192 + 12.748,5 + 25.497,05) ευρώ.
Επομένως, το Εφετείο το οποίο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, απέρριψε την αγωγή και επέβαλε σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, ποσού 32.000 ευρώ, ορθά εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις και ως εκ τούτου ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, κατά το άρθρο 495 αριθμ. 3 ΚΠολΔ και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα που υπέβαλαν αυτοί (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ. 1, 191 αρθμ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται αυτά ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-11-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 38/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Απριλίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ