Supreme Court allows appeal against divorce property division due to unexamined bank deposit evidence of spousal contribution.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece accepted the appellant's request to overturn the appellate court's final judgment on marital property division. The appellant argued that the lower court failed to consider specific bank deposit records proving his monthly contributions to the wife's mortgage payments. The court found these undisputed documents were ignored, creating reasonable doubt about whether the appellate court properly evaluated the wife's claim of no spousal contribution. Consequently, the appeal was allowed, the case remitted for retrial, and the appellee ordered to pay the appellant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1400 paragraph 1 of the Civil Code; The appellate court must examine all uncontested documentary evidence presented by parties regarding spousal contribution to marital asset increase, and failure to do so constitutes grounds for cassation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 588 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 588/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο και Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Μ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγγελική Ψύχα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ζ. - Ι. Χ. του Φ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παραμυθιώτη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/12/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3588/2012 μη οριστική και 3752/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 2593/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7/9/2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από 7-9-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 2593/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 3752/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την από 10-12-2010 αγωγή του αναιρεσείοντος περί αξίωσης συμμετοχής του στα αποκτήματα, έκανε δεκτή την ως άνω έφεση και, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, απέρριψε την αγωγή. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Kατά τη διάταξη του άρθρου 1400 παρ. 1 ΑΚ "Aν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέστηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.
Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή. H προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση διάστασης των συζύγων, που διάρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια. Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό,τι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομιά ή κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες".
Ο λόγος είναι προφανής, αφού στις τελευταίες αυτές περιπτώσεις δεν υπάρχει συμβολή του άλλου συζύγου. Λαμβανομένου δε υπόψη του σκοπού της πιο πάνω διάταξης, ως δωρεά πρέπει να νοηθεί οποιαδήποτε απόκτηση οφέλους από χαριστική αιτία. Επίσης, από τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 1400 ΑΚ προκύπτουν, πλην άλλων, και τα εξής:
Προϋποθέσεις της αξίωσης του δικαιούχου συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι : α) η λύση ή ακύρωση του γάμου, ή, κατ' ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων, β) η αύξηση της περιουσίας του υποχρέου, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, γ) η συμβολή με οποιονδήποτε τρόπο του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση αυτή της περιουσίας του υποχρέου κατά τη διάρκεια του γάμου και δ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αύξησης της περιουσίας του υποχρέου συζύγου και της συμβολής του ενάγοντος δικαιούχου συζύγου.
Η απαίτηση του κάθε συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι κατ' αρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αύξησης του υποχρέου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή, άμεση ή έμμεση του δικαιούχου (Ολ ΑΠ 28/1996). Ως αύξηση νοείται όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλ' η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου και κατά το χρόνο που γεννιέται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα.
Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου γέννησης της αξίωσης, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα. Για την περαιτέρω, όμως, αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών αυτών στοιχείων, για την εξεύρεση δηλαδή της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής έννομης προστασίας, ήτοι ο χρόνος της έγερσης της αγωγής, εάν προκύπτει διαφορά μεταξύ του χρόνου αυτού και του χρόνου της αμετάκλητης λύσης του γάμου ή της συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης.
Ειδικότερα, για το στοιχείο της αύξησης λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής κατάστασης του υποχρέου, ώστε, από τη σύγκριση αυτής κατά το χρονικό σημείο τέλεσης του γάμου (αρχική περιουσία) προς εκείνη που υφίσταται κατά το χρονικό σημείο γένεσης της αξίωσης (τελική περιουσία), πρέπει να προκύπτει αύξηση.
Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που την διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ένστασης, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο. Ο χρόνος λύσης ή ακύρωσης του γάμου ή της συμπλήρωσης τριετίας από τη συζυγική διάσταση είναι κρίσιμος για την εξεύρεση της εν λόγω τελικής περιουσίας υπό την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν.
Κατά το χρόνο δε γέννησης της αξίωσης απαιτείται να διατηρείται η αύξηση της περιουσίας που έγινε με τη συμβολή του δικαιούχου συζύγου. Η συμβολή αυτή του τελευταίου στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, υπό την έννοια των διατάξεων του άρθρου 1400 ΑΚ, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών, αποτιμωμένων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών, οι οποίες παρέχονται στο συζυγικό οίκο, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την, κατά τα άρθρα 1389 και 1390 του ΑΚ, υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, κατά το οποίο έμεινε απερίσπαστος από την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσής του σε συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών ο υπόχρεος σύζυγος και έτσι εξοικονόμησε δαπάνες και δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας του.
Συγκεκριμένα, κατά την διάταξη του άρθρου 1389 ΑΚ οι σύζυγοι έχουν την υποχρέωση να συνεισφέρουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας και η συνεισφορά αυτή γίνεται με οποιοδήποτε τρόπο, όπως με την προσωπική εργασία, τα εισοδήματά τους και την περιουσία τους, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1390 του ιδίου Κώδικα στην υποχρέωση του προηγουμένου άρθρου περιλαμβάνονται η αμοιβαία υποχρέωση των συζύγων για διατροφή τους, η κοινή υποχρέωση για διατροφή των τέκνων τους και γενικά η υποχρέωση για συμβολή τους στη λειτουργία του κοινού οίκου.
Το μέτρο της υποχρέωσης προσδιορίζεται ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής και η εκπλήρωσή της γίνεται με τον τρόπο που επιβάλλει η έγγαμη συμβίωση. Η αποτίμηση όμως των υπηρεσιών του ενάγοντος, με τις οποίες αυτός συνέβαλε στην επελθούσα αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου του, δεν είναι αναγκαία για το ορισμένο της αγωγής, όταν αυτή ερείδεται επί της εξ 1/3 τεκμαρτής συμβολής του στα αποκτήματα του συζύγου του, ή σε μικρότερο ποσοστό, όπως αντιθέτως απαιτείται, όταν η αγωγή στηρίζεται επί της πραγματικής συμβολής.
Μόνο στην τελευταία περίπτωση, για να ληφθούν υπόψη και να υπολογισθούν αυτού του είδους οι υπηρεσίες, ως συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, απαιτείται να γίνεται η, κατά το μέρος που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση της συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών μέτρο, χρηματική αποτίμησή τους, ή η αποτίμηση των δυνάμεων που εξοικονόμησε από την παροχή τους ο υπόχρεος σύζυγος, εάν προβάλλεται, ότι η εξοικονόμηση αυτή συνέβαλε κατά διαφορετικό από την αποτίμηση των υπηρεσιών ποσό στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου που διαφορετικά δεν θα επιτυγχανόταν χωρίς αυτήν.
Κατά συνέπεια, οι υπηρεσίες αυτές πρέπει να προσδιορίζονται κατ' είδος και αξία, τόσο στην αγωγή, όσο και στην απόφαση, μόνο όταν και κατά το μέρος που υπερβαίνουν το μέτρο το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες. Όταν όμως ζητείται η επιδίκαση του τεκμαιρομένου ποσοστού (1/3) των αποκτημάτων, ο ενάγων θα δικαιούται το ένα τρίτο από την επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου, χωρίς να χρειάζεται να επικαλεσθεί και αποδείξει οποιαδήποτε συμβολή του στην αύξηση αυτή, υπό την προϋπόθεση βέβαια της επίκλησης και απόδειξης τέτοιας αύξησης της περιουσίας του άλλου συζύγου.
Ωστόσο, ο εναγόμενος, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου, μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή. Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος, είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο στον ίδιο.
Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, συνιστά, ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου, ένσταση. Έτσι, το καθιερούμενο από τη διάταξη του άρθρου 1400 εδαφ. β' του ΑΚ μαχητό τεκμήριο ότι η συμβολή του δικαιούχου συζύγου ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης της περιουσίας του υποχρέου, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή, λειτουργεί αμφιμερώς και υπέρ των δύο διαδίκων, με την έννοια ότι αν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του ποσοστό της αύξησης που αντιστοιχεί σε μεγαλύτερη του 1/3 συμβολή, αυτός υποχρεούται να αποδείξει το μεγαλύτερο του τεκμαρτού ποσοστό της συμβολής του, ενώ ο εναγόμενος μπορεί, κατ' ένσταση, να προβάλει και να αποδείξει ότι ο ενάγων είχε μικρότερη της τεκμαιρόμενης ή και καμία συμβολή.
Με τη διάταξη αυτή δεν καθιερώνεται ιδιαίτερος τρόπος υπολογισμού της αξίωσης σε σχέση με το ποσοστό του τεκμηρίου, αλλ' απλώς γίνεται κατανομή του βάρους της απόδειξης με βάση μαχητό τεκμήριο, ενώ η αξίωση συμμετοχής στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου είναι μία και ενιαία, οποιοδήποτε ποσοστό (μεγαλύτερο ή μικρότερο του τεκμαιρομένου) συμμετοχής και αν ζητεί με την αγωγή ο δικαιούχος σύζυγος.
Επίσης, ο εναγόμενος στην εν λόγω αγωγή μπορεί κατ' ένσταση να ζητήσει, προκειμένου να εξευρεθεί η τελική καθαρή αύξηση της περιουσίας, να αφαιρεθεί το παθητικό αυτής, το οποίο υπάρχει κατά το χρόνο παροχής έννομης προστασίας, δηλαδή κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής (ΑΠ 1550/2018, ΑΠ 1553/2018, ΑΠ 2120/2017, ΑΠ 1316/2017, ΑΠ 1059/2014, ΑΠ 2042/2013).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία).
Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, Ολ ΑΠ 1/1999).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι τέλεσαν στις 25-8-1997 νόμιμο θρησκευτικό γάμο, κατά τους ιερούς κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης του Χριστού Εκκλησίας στο ... του Δήμου Βουλιαγμένης Ν. Αττικής, κατά τη διάρκεια του οποίου γεννήθηκε, στις 26-9-1998, το τέκνο τους, Δ. - Ε..
Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων διασπάσθηκε το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2002. Κατά τη διάρκεια του γάμου τους και μέχρι τη συμπλήρωση τριών ετών από τη διάσταση τους, ήτοι μέχρι το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2005, η εναγόμενη απέκτησε τα πιο κάτω ακίνητα : 1) Δυνάμει του .../28-11-1997 νομίμως μεταγραφέντος συμβολαίου "αγοραπωλησίας ψιλής κυριότητας οριζοντίων ιδιοκτησιών με παρακράτηση ισοβίου επικαρπίας" της συμβολαιογράφου Αθηνών Σ.
Α. Τ. απέκτησε με αγορά από την νονά της Ε. χήρα Π. Φ. την ψιλή κυριότητα, ουσιαστικά, πολυώροφης οικοδομής ανεγερθείσας δυνάμει της .../1976 οικοδομικής αδείας επί οικοπέδου επιφάνειας 300,32 τ.μ, που βρίσκεται επί της οδού ... στη Νέα Φιλαδέλφεια Ν. Αττικής, η οποία αποτελείται από τις κατωτέρω συσταθείσες και μεταβιβασθείσες αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες α) από υπόγειο όροφο (ενιαίο αποθηκευτικό χώρο με W.C.) επιφάνειας 138,18 τ.μ, β) από ισόγειο όροφο (κατάστημα με πατάρι επιφάνειας 135,65 τ.μ και 70,97 τ.μ αντίστοιχα), γ) από πρώτο επάνω από το ισόγειο όροφο (γραφείο) επιφάνειας 159,74 τ.μ, δ) από δεύτερο επάνω από το ισόγειο όροφο (γραφείο) επιφανείας ομοίως 159,74 τ.μ και ε) από το δικαίωμα του υψούν ορόφου ή ορόφων μελλοντικών επί του δώματος της εν λόγω οικοδομής.
Σημειώνεται ότι, όπως αναφέρεται στην …2014 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, το έτος 2004 έγινε πλήρης ανακαίνιση της εν λόγω οικοδομής και νέα διαρρύθμιση των χώρων αυτής, με αποτέλεσμα το εμβαδόν του υπόγειου χώρου να προσδιορίζεται πλέον, συμπεριλαμβανομένων και των κοινοχρήστων χώρων, σε 172,05 τ.μ, το εμβαδόν του ισόγειου ορόφου, που κατατμήθηκε σε δύο καταστήματα, επίσης σε 172,05 τ.μ, συμπεριλαμβανομένων και των κοινοχρήστων χώρων (κλίμακας, διάδρομου, ανελκυστήρα) πλέον του εμβαδού του υπάρχοντος παταριού (70,97 τ.μ), ενώ οι πρώτος και δεύτερος επάνω από το ισόγειο όροφοι επιφανείας εκάστου επίσης 172,05 τ.μ (μετά των άνω κοινοχρήστων χώρων) διαμορφώθηκαν σε τρία διαμερίσματα ανά όροφο επιφανείας 52,50, 51,70 και 52,50 τ.μ αντίστοιχα.
Η αντικειμενική αξία των άνω οριζοντίων ιδιοκτησιών κατά το χρόνο της καταρτίσεως της ως άνω δικαιοπραξίας ανέρχονταν συνολικά σε 83.931.449 δραχμές. 2) Δυνάμει του .../27-2-1998 συμβολαίου "αγοραπωλησίας ψιλής κυριότητας ακινήτου" της ως άνω συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα, απέκτησε την ψιλή κυριότητα ενός μη αρτίου και μη οικοδομήσιμου οικοπέδου επιφανείας, σύμφωνα με την ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης 903,10 τ.μ (στο ως άνω συμβόλαιο η έκταση του προσδιορίζεται σε 893,10 τ.μ) μετά της επ' αυτού υπάρχουσας λυόμενης κατοικίας επιφανείας 38 τ.μ που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια Χαλκουτσίου της τότε κοινότητας ..., και ειδικότερα επί της οδού ...
εντός οργανωμένης πολεοδομικά περιοχής, με ασφαλτοστρωμένους δρόμους, παροχές, υποδομές και πλήθος, γύρω από αυτό, κυρίως λυομένων κατοικιών, του οποίου η αντικειμενική αξία κατά το χρόνο της καταρτίσεως της ως άνω δικαιοπραξίας ανέρχονταν σε 14.603.709 δραχμές. 3) Δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος ...22-2-1998 συμβολαίου "αγοραπωλησίας αγροτικού ακινήτου", της συμβολαιογράφου Αθηνών Θ.
Δ. Π. απέκτησε την κυριότητα κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου, μετά των λοιπών τεσσάρων αδελφών της, ενός επικλινούς, με καλό σχήμα, θέα προς τη θάλασσα και προσέγγιση δια του υπάρχοντος οδικού δικτύου αγροτεμαχίου εκτάσεως 4.000 τ.μ που βρίσκεται στη θέση "..." της περιφέρειας της κοινότητας ... της νήσου Κύθνου, πλησίον του οποίου έχουν ανεγερθεί (ανατολικά και δυτικά) οικίες και παρέχει τη δυνατότητα οικοδομήσεως επ' αυτού οικίας επιφάνειας 150 έως 180 τ.μ προσωρινής αξίας, εκτιμηθείσας από την αρμόδια Δ.Ο.Υ., ύψους 4.000.000 δραχμών και 4) δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος .../12-3-2004 συμβολαίου "πώλησης οριζοντίων ιδιοκτησιών" του συμβολαιογράφου Αθηνών Ν.
Α. Μ. απέκτησε με αγορά από τους Β. σύζυγο Β. Τ., Φ. Τ. και Χ. Τ., την κυριότητα του υπό στοιχ. Β-3 διαμερίσματος του δεύτερου ορόφου πολυώροφης οικοδομής κειμένης επί της συμβολής των οδών ... και Θεσσαλονίκης, στο Δήμο Χολαργού Ν. Αττικής, επιφανείας 103 τ.μ της υπό στοιχ. ΑΠ-5 αποθήκης, επιφανείας 8,00 τ.μ που βρίσκεται στον α' υπόγειο όροφο της ως άνω πολυώροφης οικοδομής, και της υπό στοιχ.
Ρ-7 θέσεως σταθμεύσεως αυτοκινήτου, η οποία βρίσκεται στον β' υπόγειο όροφο της ίδιας πολυώροφης οικοδομής, συνολικής αντικειμενικής αξίας 165.802,56 ευρώ. Σύμφωνα με την ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης το πιο πάνω διαμέρισμα αποτελείται από το κυρίως διαμέρισμα επιφανείας 81 τ.μ. και από δύο (2) ημιϋπαίθριους χώρους εκ των οποίων συνολική επιφάνεια 15,41 τ.μ.
έχει ενσωματωθεί στον κύριο χώρο του διαμερίσματος και τακτοποιηθεί μεταγενέστερα με την επιμέλεια της εναγόμενης, ενώ τμήμα ημιϋπαίθριου επιφανείας 6,59 τ.μ. χρησιμοποιείται ως απλό μπαλκόνι. Το εν λόγω ακίνητο βρίσκεται μακριά από το μετρό, από την Λ. Μεσογείων και από το εμπορικό τμήμα του Χολαργού, σε οικιστική κυρίως περιοχή με πρόσωπο σε ήσυχο δρόμο πλησίον του Δημαρχείου.
Οι αγοραίες (εμπορικές) αξίες των άνω ιδιοκτησιών της εναγομένης προσδιορίσθηκαν από τον ως άνω πραγματογνώμονα στα ποσά των 591.500,00 ευρώ (με ειδικότερο προσδιορισμό της εμπορικής αξίας του ισογείου καταστήματος στο ποσόν των 246.000,00 ευρώ, του πρώτου επάνω από το ισόγειο ορόφου σε 160.000,00 Ευρώ, του δεύτερου επάνω από το ισόγειο ορόφου σε 143.000,00 Ευρώ και του υπόγειου ορόφου σε 42.500,00 Ευρώ - χωρίς συνυπολογισμό του δικαιώματος του υψούν λόγω εξαντλήσεως του συντελεστή δομήσεως), 70.000,00, 14.000,00 και 224.000,00 Ευρώ αντίστοιχα, χωρίς να αμφισβητούνται ειδικά (πλην του τρίτου εξ αυτών) από τους διαδίκους.
Η εναγόμενη, η οποία κατά το χρόνο της ασκήσεως της ένδικης αγωγής διέτρεχε το 48° έτος της ηλικίας της εργάζεται από τις 16-3-1984 ως τραπεζική υπάλληλος στην "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.", από το έτος δε 1991 και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής απασχολείτο ως στέλεχος αυτής στη Διεύθυνση Διαχειρίσεως Διαθεσίμων και Χρηματαγοράς (dealing room) της ως άνω τράπεζας, από διάφορες θέσεις ευθύνης.
Ο ενάγων, ο οποίος κατά το χρόνο της ασκήσεως της ένδικης αγωγής διένυε το 51° έτος της ηλικίας του, κατά το παρελθόν εργαζόταν ομοίως ως υπάλληλος στην άνω Τράπεζα, μετά όμως την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του και τη λύση της εργασιακής σχέσεως του, εργάσθηκε ένα χρονικό διάστημα ως πωλητής, απασχολούμενος παράλληλα και με την τήρηση λογιστικών βιβλίων διαφόρων επιχειρήσεων και από 24-5-1999, οπότε και έλαβε άδεια ασκήσεως επαγγέλματος από το Οικονομικό Επιμελητήριο Αθηνών, αποκλειστικά, ως ελεύθερος επαγγελματίας, λογιστής-φοροτεχνικός Α' τάξεως.
Τα συνολικά δηλωθέντα εισοδήματα των διαδίκων κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 1997 και 2005 (ήτοι από της τελέσεως του γάμου τους και έως τη συμπλήρωση τριετούς διαστάσεως τους) ήσαν τα ακόλουθα: Κατά το οικονομικό έτος 1998 (χρήση 1997) τα εισοδήματα του ενάγοντος ανέρχονταν σε 3.691.678 δραχμές, ενώ της εναγόμενης σε 8.759.283 δραχμές, το οικονομικό έτος 1999 (χρήση 1998) τα εισοδήματα του ενάγοντος ανέρχονταν σε 3.029.374 δραχμές, ενώ της εναγομένης σε 10.285.082 δραχμές, το οικονομικό έτος 2000 (χρήση 1999) τα εισοδήματα του ενάγοντος ανέρχονταν σε 3.488.887 δραχμές, ενώ της εναγομένης σε 12.757.860, το οικονομικό έτος 2001 (χρήση 2000) τα εισοδήματα του ενάγοντος ανήλθαν σε 3.658.759 δραχμές, ενώ της εναγομένης σε 15.621.845 δραχμές, το οικονομικό έτος 2002 (χρήση 2001) τα εισοδήματα του ενάγοντος ανήλθαν σε 7.098.769 δραχμές, ενώ της εναγομένης σε 16.139.574 δραχμές, κατά το οικονομικό έτος 2003 (χρήση 2002, οπότε οι διάδικοι άρχισαν να δηλώνουν χωριστά τα εισοδήματα τους λόγω της επελθούσας κατά τα προεκτεθέντα διαστάσεως τους) τα εισοδήματα του ενάγοντος ανήλθαν σε 47.661,79 Ευρώ, ενώ δεν προέκυψαν τα αντίστοιχα της εναγομένης, καθόσον δεν προσκομίσθηκε η σχετική δήλωση φορολογίας εισοδήματος της ή το αντίστοιχο εκκαθαριστικό για το εν λόγω οικονομικό έτος, κατά το οικονομικό έτος 2004 (χρήση 2003) τα συνολικά εισοδήματα του ενάγοντος ανήλθαν σε 33.320,97 Ευρώ, ενώ της εναγομένης σε 35.859,76 Ευρώ, κατά το οικονομικό έτος 2005 (χρήση 2004) τα συνολικά εισοδήματα του ενάγοντος ανήλθαν σε 33.649,03 Ευρώ, ενώ της εναγομένης σε 38.542,44 Ευρώ, κατά το οικονομικό έτος 2006 (χρήση 2005) τα συνολικά εισοδήματα του ενάγοντος ανήλθαν σε 34.891,15 Ευρώ, ενώ της εναγομένης σε 43.017,52 Ευρώ, κατά το οικονομικό έτος 2007 (χρήση 2006) τα συνολικά εισοδήματα του ενάγοντος ανήλθαν σε 32.995,70 Ευρώ, ενώ της εναγομένης σε 48.301,52 Ευρώ, κατά το οικονομικό έτος 2008 (χρήση 2007) τα συνολικά εισοδήματα του ενάγοντος ανήλθαν σε 38.492,00 Ευρώ, ενώ της εναγόμενης σε 55.961,81 Ευρώ, κατά το οικονομικό έτος 2009 (χρήση 2008) τα συνολικά εισοδήματα του ενάγοντος ανήλθαν σε 1.140,00 Ευρώ, ενώ της εναγομένης σε 56.944,68 Ευρώ, με τις επί πλέον επισημάνσεις ότι ο ενάγων παρουσιάζει εισοδήματα αυτοτελώς φορολογούμενα και ότι κατά το χρονικό διάστημα της έγγαμης συμβιώσεως των διαδίκων, ήτοι έως και το έτος 2002, παρατηρείται σαφής υπεροχή των εισοδημάτων της εναγομένης έναντι των αντιστοίχων του ενάγοντος.
Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι για την απόκτηση των δύο πρώτων εκ των ως άνω ακινήτων, ήτοι των οριζοντίων ιδιοκτησιών που βρίσκονται στην προαναφερθείσα πολυώροφη οικοδομή στη ... και αυτού που βρίσκεται στη ... (οικοπέδου μετά λυόμενης οικίας) η εναγομένη δεν κατέβαλε τίμημα για την αγορά από την νονά της Ε.
χήρα Π. Φ., αλλά της μεταβιβάσθηκαν από την τελευταία υπό το νομικό μανδύα της πωλήσεως της ψιλής κυριότητας τους για φορολογικούς λόγους. Τούτο αποδεικνύεται από τα εξής : Η Ε. Φ. και ο σύζυγος της Π. Φ., οι οποίοι δεν απέκτησαν τέκνα κατά τη διάρκεια του γάμου τους, συνδέονταν στενά με την οικογένεια της εναγόμενης, μετά δε τη βάπτιση της τελευταίας από την Ε.
Φ. και με την πάροδο των χρόνων, αναπτύχθηκε ιδιαίτερος δεσμός και σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ του ως άνω ζεύγους και της εναγόμενης. Η συμπαράσταση και φροντίδα της τελευταίας στο εν λόγω ζεύγος, ιδίως κατά την αντιμετώπιση των προβλημάτων υγείας που σταδιακά παρουσίασαν (απώλειας της οράσεως του Π. Φ.
και καρκίνου του μαστού της Ε. Φ.), η οποία εκδηλωνόταν με τη συνοδεία τους σε διάφορους ιατρούς, την διαρκή παρουσία της εναγόμενης σε διάφορα νοσοκομεία κατά το χρόνο της νοσηλείας τους και γενικότερα με την διαχρονική έμπρακτη εκδήλωση ενδιαφέροντος γι' αυτούς, δεδομένου ότι το ζεύγος Π. και Ε. Φ., όπως προεκτέθηκε, δεν είχαν αποκτήσει τέκνα για να τους φροντίζουν, σε συνδυασμό και με τη σταδιακή γήρανση τούτων - η Ε.
Φ. το έτος 1997 διέτρεχε ήδη το 81° έτος της ηλικίας της - ενδυνάμωσε ακόμη περισσότερο τις σχέσεις αγάπης και στοργής μεταξύ τους, με συνέπεια το ως άνω ζεύγος να θεωρεί και τουλάχιστον να συμπεριφέρεται στην εναγόμενη σαν παιδί τους και μελλοντική κληρονόμο τους. Η σχέση αυτή που είχε δημιουργηθεί πριν από το γάμο των διαδίκων ήταν γνωστή σε όλη την οικογένεια της εναγομένης αλλά και στον πρώην σύζυγο της, Κ.
Φ., από το έτος 1984 (οπότε είχε γνωρισθεί με την τελευταία), ο οποίος μάλιστα βεβαίωσε ενόρκως, ότι μετά την τέλεση του γάμου του με την εναγομένη το έτος 1990, ο νονός της Π. Φ. "της έδωσε το μερίδιο που είχε (1/3) σε ένα διαμέρισμα στο ..." όπου το τότε ζεύγος διέμεινε έως το έτος 1997, οπότε και λύθηκε συναινετικά ο γάμος τους.
Σημειωτέον ότι και η μεταβίβαση της κυριότητας του εν λόγω διαμερίσματος κατά το ως άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστό έλαβε τη μορφή της πωλήσεως με το .../19-10-1993 συμβόλαιο αγοραπωλησίας ποσοστών εξ αδιαιρέτου του ως άνω διαμερίσματος, επιφανείας 52,75 τ.μ., της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Χ. Φ.. Έτσι τρεις (3) περίπου μήνες μετά την τέλεση του δεύτερου γάμου της εναγόμενης, με τον ενάγοντα, η Ε.
Φ. μεταβίβασε στην τελευταία την ψιλή κυριότητα των προαναφερθεισών οριζοντίων ιδιοκτησιών που βρίσκονται στην προπεριγραφείσα υπό στοιχ. 1 πολυώροφη οικοδομή στην Νέα Φιλαδέλφεια Ν. Αττικής, παρακρατώντας εφ' όρου ζωής την επικαρπία, ώστε να εισπράττει μισθώματα από τις αντίστοιχες μισθώσεις των ως άνω ιδιοκτησιών.
Ακολούθως, έξι περίπου μήνες μετά την τέλεση του γάμου των διαδίκων μεταβίβασε στην εναγόμενη την ψιλή κυριότητα και του υπό στοιχ. 2 ακινήτου (οικοπέδου επιφανείας, μετά της επ' αυτού υπάρχουσας λυόμενης κατοικίας στην κτηματική περιφέρεια Χαλκουτσίου της τότε κοινότητας ...). Τα συμβαλλόμενα μέρη επέλεξαν για φορολογικούς λόγους -προκειμένου να αποφύγουν τη φορολόγηση των εν λόγω δικαιοπραξιών ως δωρεών - ως αιτία των εν λόγω διαδοχικών μεταβιβάσεων της ψιλής κυριότητας των ως άνω ακινήτων την πώληση, χωρίς όμως να καταβληθεί το αναφερόμενο στα αντίστοιχα αγοραπωλητήρια συμβόλαια τίμημα από την εναγόμενη στην φερομένη ως πωλήτρια νονά της, έλλειψη όμως που δεν τις καθιστά, από μόνη της, εικονικές....
Η μη πραγματική καταβολή τιμήματος ενισχύεται και α) από το γεγονός ότι τα εισοδήματα της εναγόμενης από την εργασία της δεν ήσαν ικανά κατά το χρονικό διάστημα που καταρτίσθηκαν οι εν λόγω δικαιοπραξίες για αγορές τέτοιου ύψους, αφού μόνον η αντικειμενική αξία του υπό στοιχ. 1 εκ των άνω ακινήτων ανερχόταν, όπως ήδη προαναφέρθηκε, στο ποσόν των 83.931.449 δραχμών, ενώ και η αντικειμενική αξία του υπό στοιχ. 2 ακινήτου ανέρχονταν σε 14.603.709 δραχμών, β) ότι το ίδιο χρονικό διάστημα η Ε.
Φ., στο πλαίσιο της σχέσεως εμπιστοσύνης που είχε δημιουργηθεί με την τελευταία και τον δεύτερο σύζυγό της (ενάγοντα) χορήγησε στον τελευταίο το ...-11-1997 πληρεξούσιο με το οποίο τον διόρισε ειδικό πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητό της, παρέχοντας σ' αυτόν εκτεταμένη πληρεξουσιότητα όπως, μεταξύ άλλων, να εισπράττει από το Δημόσιο και τα αναφερόμενα στο εν λόγω έγγραφο Ταμεία, Τράπεζες κ.λ.π, τη μηνιαία σύνταξή της, τις κάθε φορά χορηγούμενες αναδρομικές αυξήσεις, και γενικά για όλες τις συναφείς με τη σύνταξη της τακτικές και έκτακτες παροχές, να παρίσταται και αντιπροσωπεύει αυτήν ενώπιον όλων των Ελληνικών δικαστηρίων, να ασκεί αγωγές, ανταγωγές κ.λ.π, να μισθώνει προς οποιονδήποτε και με οποιουσδήποτε όρους, χρόνο και μίσθωμα αυτός εγκρίνει οποιοδήποτε ακίνητο της και να εισπράττει τα μισθώματα, να καταθέτει χρήματα σε Τράπεζες και να εισπράττει για λογαριασμό της από οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο χρήματα, να πωλεί, παραχωρεί, μεταβιβάζει και παραδίδει προς οποιονδήποτε, αντί οποιουδήποτε τιμήματος και με οποιουσδήποτε όρους και συμφωνίες εγκρίνει οποιοδήποτε ακίνητο ή μερίδιο αυτού ή οριζόντια ιδιοκτησία, οπουδήποτε στην Ελλάδα, εκ του εκτεταμένου περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι η Ε.
Φ. θεωρούσε, λόγω της προαναφερθείσας ειδικής σχέσεώς της με την εναγομένη, και τον ενάγοντα, συνεπεία της συζυγικής σχέσεώς του με την τελευταία, ως πρόσωπο της απολύτου εμπιστοσύνης της, λόγος για τον οποίο και του παρέσχε τις άνω εξουσίες αναφορικά με τα περιουσιακά της στοιχεία (σύνταξη και ακίνητη περιουσία της), που σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, παραχωρούνται συνήθως μόνον στα πλησιέστερα συγγενικά πρόσωπα, περιστατικό εκ του οποίου συνάγεται, σε συνδυασμό με όσα ήδη προαναφέρθηκαν, ότι η Ε.
Φ., έχοντας πλέον αποφασίσει ότι η περιουσία της θα περιέλθει στην εναγομένη, με τις ως άνω αγοραπωλησίες δεν απέβλεπε στο τίμημα της πωλήσεως αλλά σκόπευε στην ανταμοιβή της τελευταίας και στη βελτίωση της οικονομικής θέσεώς της, κρίση που ενισχύεται ακόμη περισσότερο και από το γεγονός ότι η ίδια, (η οποία πέραν των ανωτέρω, από 1-12-1997 είχε ορίσει ως συνδικαιούχο τραπεζικού λογαριασμού με αριθμό ...
που τηρούσε στην Εθνική Τράπεζα την εναγόμενη), με την από 16-10-2002 δημόσια διαθήκη της ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε.-Α. Δ., η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα, μετά τον επελθόντα στις 10-6-2009 θάνατό της - σε ηλικία 93 ετών στο πλαίσιο της επιθυμίας της για τη μεταβίβαση των περιουσιακών της στοιχείων στην εναγομένη, για τους προαναφερθέντες λόγους, εγκατέστησε αυτή και μοναδική κληρονόμο της σε όποια κινητή ή ακίνητη περιουσία ήθελε βρεθεί μετά τον θάνατο της, αφήνοντάς της επί πλέον (με την ως άνω διαθήκη) και την ψιλή κυριότητα ενός διαμερίσματος επιφάνειας 98,20 τ.μ που βρίσκεται στο δεύτερο όροφο πολυώροφης οικοδομής επί της οδού ...
στην Αθήνα και ειδικότερα στην συνοικία της ..., (του οποίου την επικαρπία κληρονόμησε εφ' όρου ζωής στον σύζυγό της Π. Φ.), γ) από το γεγονός ότι ο χρόνος της καταρτίσεως της ως άνω αγοραπωλησίας - εντός τριών μηνών περίπου από την τέλεση του γάμου των διαδίκων - σε συνδυασμό, με τα ως άνω εισοδήματα του ενάγοντας κατά το έτος 1997 αλλά και κατά το έτος 1996 (εφόσον δεν προσκομίσθηκαν παλαιότερα εκκαθαριστικά σημειώματα από τα οποία να εμφαίνονται τα ακριβή εισοδήματα του κατά τα προγενέστερα έτη), δεν δικαιολογούν συμβολή του είτε δια της παροχής κεφαλαίων είτε ακόμη και δια της παροχής υπηρεσιών δια των οποίων η εναγομένη πρόλαβε εντός τριμήνου να εξοικονομήσει χρήματα για την καταβολή του αναφερομένου στο ως άνω συμβόλαιο τιμήματος (ή μέρους αυτού) και δ) από το ότι η Ε.
Φ. δεν αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα ώστε να επιθυμεί τη μαζική εκποίηση της ακίνητης περιουσίας της προκειμένου να λάβει το ανάλογο τίμημα και να ικανοποιήσει κάποιες ανάγκες της ίδιας ή του υπερήλικα συζύγου της. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται ούτε από τους υπεκφεύγοντες-αντιφατικούς ισχυρισμούς της εναγομένης που προβλήθηκαν πρωτοδίκως αλλά και επαναφέρονται κυρίως με τον τιτλοφορούμενο ως "ένσταση κτήσης ακινήτων από μη επαχθή δικαιοπραξία" τέταρτο λόγο της εφέσεως (κατά ένα σκέλος του), όπου άλλοτε αναφέρεται ότι η αιτία της μεταβιβάσεως της κυριότητας των ως άνω ακινήτων ήταν χαριστική, άλλοτε ότι κατέβαλε "το ελάχιστο τίμημα όπως αυτό προβλέπεται από την αντικειμενική αξία" (βλ.
ένδικη έφεση) και άλλοτε ότι κατέβαλε "το ελάχιστο τίμημα με οικονομική βοήθεια της νονάς μου" χωρίς περαιτέρω διευκρινίσεις (βλ. και προτάσεις, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου) αποφεύγοντας, για λόγους που αφορούσαν την ίδια και την τακτική που επέλεξε για να αμυνθεί κατά της ένδικης αγωγής (τους οποίους με το πρώτο πρόσθετο λόγο της εφέσεως αποδίδει στην επαπειλούμενη από τον ενάγοντα αποκάλυψη της πραγματικής αιτίας των ως άνω μεταβιβάσεων της ψιλής κυριότητας στις αρμόδιες φορολογικές αρχές), ούτε από τις αναληθείς αναφορές στο κείμενο των αντίστοιχων αγοραπωλητηρίων συμβολαίων, ότι μέρος του κάθε φορά αναφερομένου σ' αυτά τιμήματος καταβλήθηκε ενώπιον της ως άνω συμβολαιογράφου, καθόσον έρχονται σε πλήρη αντίθεση με όσα ήδη αποδείχθηκαν.
Συνεπώς, εφόσον αποδεικνύεται ότι α) ότι για την απόκτηση από την εναγομένη της ψιλής κυριότητας των ως άνω ακινήτων δεν καταβλήθηκε τίμημα, από αυτήν, ώστε να συμβάλει στην καταβολή του με οποιονδήποτε τρόπο και ο ενάγων και σε κάθε περίπτωση και β) ότι ο ενάγων δεν είχε τη δυνατότητα να συμβάλει καθ' οιονδήποτε τρόπο στην απόκτησή τους, ως προς τα εν λόγω ακίνητα, πρέπει να γίνει δεκτή ως προς αυτά η παραδεκτά προβληθείσα ενώπιον του δικαστηρίου ένσταση μηδενικής συμβολής του τελευταίου στην απόκτησή τους, η οποία επαναφέρεται κυρίως με τον τρίτο λόγο της ένδικης εφέσεως, με τη σημείωση ότι η προηγηθείσα απόρριψη (για οικονομικούς λόγους) του ισχυρισμού της εναγόμενης περί ακυρότητας των ως άνω δικαιοπραξιών (πωλήσεων) λόγω εικονικότητας αυτών και περί ηθελημένης από τα συμβαλλόμενα μέρη υποκρύψεως έγκυρων δωρεών, ο οποίος θα κατέτεινε στον μη συνυπολογισμό των ως άνω ακινήτων στα αποκτήματα της εναγομένης, δεν επηρεάζει τη διάγνωση, στο πλαίσιο της ουσιαστικής εξετάσεως της ενστάσεως μηδενικής συμβολής του ενάγοντος στα ως άνω αποκτήματα της εναγομένης, ότι δεν αποδείχθηκε συμβολή του τελευταίου στην απόκτηση τούτων.
Περαιτέρω, όσον αφορά το υπό στοιχ. 4 ως άνω ακίνητο της εναγόμενης, ήτοι το υπό στοιχ. Β-3 διαμέρισμα του δεύτερου ορόφου πολυώροφης οικοδομής κείμενης επί της συμβολής των οδών ... και Θεσσαλονίκης, στο δήμο Χολαργού Ν. Αττικής, αποδείχθηκε ότι η αγοραία (εμπορική) αξία κατά το χρόνο της ασκήσεως της αγωγής μετά των λοιπών οριζοντίων ιδιοκτησιών (αποθήκης και θέσεως σταθμεύσεως), λαμβανομένων υπόψη της θέσεως του εν λόγω ακινήτου, της επιφάνειας του, της παλαιότητας του, των επικρατουσών στην άνω περιοχή συνθηκών προσφοράς και ζητήσεως για την αγορά παρόμοιων ακινήτων, αλλά και των διδαγμάτων της κοινής πείρας και της λογικής και κατόπιν συνεκτιμήσεως της ως άνω εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης, αλλά και του συνόλου των νομοτύπως και μετ' επικλήσεως προσκομιζομένων αποδεικτικών μέσων, ανερχόταν κατά το χρόνο της ασκήσεως της ένδικης αγωγής στο ποσόν των 224.000,00 Ευρώ.
Αποδείχθηκε όμως ότι για την αγορά του, που καταρτίσθηκε στις 12-3-2004 η εναγόμενη έλαβε στις 12-5-2004 από την "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε" δύο στεγαστικά δάνεια ύψους 165.804,00 και 70.000,00 Ευρώ τριακονταετούς και δεκαπενταετούς διάρκειας αντίστοιχα και συνολικά 235.804,00 Ευρώ με τα οποία κατέβαλε το πραγματικά συμφωνηθέν τίμημα-ο ενάγων δεν επικαλείται τη χρησιμοποίηση τούτων για άλλο σκοπό.
Εφόσον τα πιο πάνω στεγαστικά δάνεια, που σημειωτέον ελήφθησαν στις 12-5-2004, ανέλαβε και έκτοτε εξοφλεί τμηματικά αποκλειστικά η εναγομένη αποδεικνύεται ότι δεν υπήρξε κάποια συμβολή του ενάγοντος στην απόκτηση του ακινήτου αυτού, κρίση που ενισχύεται και από το γεγονός ότι οι διάδικοι βρίσκονταν ήδη σε διάσταση από το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2015 (σημ.2002), ήτοι προ 15 περίπου μηνών από την κατάρτιση της ως άνω αγοραπωλησίας, με συνέπεια οι σχέσεις τους να έχουν τουλάχιστον διαταραχθεί, και να μην μπορεί να γίνει λόγος και εξ αυτής της αιτίας περί συμβολής του τελευταίου στην απόκτηση του.
Συνεπώς η ένσταση μηδενικής συμβολής του ενάγοντος στην επαύξηση της περιουσίας της εναγομένης πρέπει να γίνει δεκτή και ως προς αυτό το απόκτημα της τελευταίας. Περαιτέρω όμως, ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι το ανερχόμενο σε 25% ποσοστό συγκυριότητάς της επί ανωτέρω αγροτεμαχίου εκτάσεως 4.000 τ.μ, που βρίσκεται στη θέση "..." της περιφέρειας της κοινότητας ...
της νήσου Κύθνου, αποκτήθηκε χωρίς τη συμβολή του ενάγοντος αλλά αποκλειστικά με χαριστική παροχή της μητέρας της δεν αποδείχθηκε. Ειδικότερα, ενώ η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η απόκτηση του εν λόγω ακινήτου υπήρξε αποτέλεσμα αρχικής συμμετοχής της μητέρας της σε έναν συνεταιρισμό της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Ελλάδος (ΕΣΥΕ), στην οποία εργαζόταν, η οποία δεν ευδοκίμησε, με συνέπεια να υπάρξει ανταλλαγή των μεριδίων της στον τελευταίο με το επίδικο ακίνητο, με μικρή επί πλέον χρηματική επιβάρυνση της, δεν εκθέτει ούτε την αξία των μεριδίων της μητέρας της στον εν λόγω συνεταιρισμό, ούτε περαιτέρω περιστατικά περί της εν λόγω ανταλλαγής ούτε τη σχέση των πωλητών του επίδικου αγροτεμαχίου, πολιτικών μηχανικών Γ.
και Β. Μ. με τον ως άνω συνεταιρισμό, αρκούμενη στην αόριστη αναφορά, ότι η επίδικη πώληση προς τους τέσσερις αδελφούς της και την ίδια - οι οποίοι σημειωτέον, γεννήθηκαν μέσα σε χρονικό διάστημα 14 ετών - υπήρξε το δώρο της μητέρας της για τη λήψη εκ μέρους τους των πτυχίων τους, χωρίς να αναφέρει ή να αποδεικνύει ταυτόχρονη λήψη των πτυχίων τους, ή ποια εκ των άνω πέντε τέκνων έλαβαν και πότε τα πτυχία τους, ούτε τον τρόπο με τον οποίο η μητέρα της κατέβαλε το τίμημα της εν λόγω αγοράς και ειδικότερα, εάν κατέβαλε τούτο απευθείας στους πωλητές ή εάν παρέδωσε και με ποιον τρόπο τούτο στους αγοραστές-τέκνα της, με συνέπεια, ενόψει των ως άνω ελλείψεων και αντιφάσεων, ο σχετικός ισχυρισμός της (ένσταση), με την απόδειξη του οποίου βαρυνόταν η ίδια, να μην αποδεικνύεται βάσιμος, κρίση που δεν αναιρείται από τις αντίστοιχες, αόριστες ως προς το εν λόγω σημείο, ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων είτε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου είτε ενώπιον της άνω συμβολαιογράφου αδελφών της.
Συνεπώς, τόσο η ένσταση περί αποκτήσεως του εξ αδιαιρέτου ποσοστού της συγκυριότητας επί του ως άνω ακινήτου από χαριστική αιτία, όσο και αυτή της μηδενικής συμβολής του ενάγοντος στην απόκτηση τούτου, οι οποίες επαναφέρονται με τον τρίτο και τέταρτο λόγους της εφέσεως, τυγχάνουν αβάσιμες και απορριπτέες.
Από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ακόμη ότι η εναγομένη κατά το χρόνο της συμπληρώσεως της τριετούς διαστάσεως των διαδίκων (Δεκέμβριος του έτους 2005) εξακολουθούσε να οφείλει στην ως άνω Τράπεζα (εργοδότρια της) τα πάνω στεγαστικά δάνεια που είχε λάβει για την αγορά του άνω διαμερίσματος στο ....
Η εναγομένη δεν προσκόμισε αποδεικτικό μέσο από το οποίο να προκύπτουν οι ακριβείς οφειλές της κατά το ως άνω κρίσιμο χρόνο (Δεκέμβριο 2005) - σημειωτέον τα επικαλούμενα από την ίδια καταναλωτικά δάνεια ύψους 10.000,00 και 3.000,00 Ευρώ αλυσιτελώς προτείνονται για τη θεμελίωση ενστάσεως αφαιρέσεως του παθητικού της περιουσίας της, καθόσον κατά τα ιστορούμενα στις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αλλά και στην ένδικη έφεση ελήφθησαν μετά το έτος 2005 - πλην όμως εκ των προσκομιζομένων ηλεκτρονικών πληροφοριακών σημειωμάτων για την πορεία των ως άνω δανείων μέχρι το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2017 προκύπτει ότι η εναγομένη έχει ακόμη ανεξόφλητες οφειλές προς την ως άνω τράπεζα ύψους 108.858,19, και 9.347,01 Ευρώ, τις οποίες σύμφωνα με τους κανόνες της λογικής είναι βέβαια ότι (τουλάχιστον) είχε και κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο.
Συνεπώς, εφόσον η τεκμαιρομένη εκ του νόμου συμβολή του ενάγοντας στην επαύξηση της περιουσίας της, με την απόκτηση ποσοστού 25% εξ αδιαιρέτου της συγκυριότητας στο πιο πάνω αγροτεμάχιο στη νήσο Κύθνο, ανέρχεται στο 1/3 της αξίας τούτου, ήτοι στο ποσόν των 5.000,00 Ευρώ (15.000,00 Χ 1/3), με συνέπεια να υπολείπεται του ανερχομένου στο ποσόν των 118.205,20 Ευρώ (108.858,19 + 9.347,01) παθητικού της περιουσίας της, δεν υφίσταται τελική καθαρή αύξηση της περιουσίας της εναγόμενης, όπως εν μέρει βάσιμα υποστηρίζει με τον έκτο λόγο της εφέσεως της, με τον οποίο επαναφέρει την και πρωτοδίκως υποβληθείσα ένσταση αφαιρέσεως από την επαύξηση της περιουσίας της του παθητικού αυτής. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο έκρινε, (ενόψει και της ερημοδικίας της εναγόμενης κατά την ανασυζήτηση της υποθέσεως, μετά τη διεξαγωγή της διαταχθείσας πραγματογνωμοσύνης) ότι υπήρξε συμβολή του ενάγοντος στην περιουσιακή επαύξηση της εναγόμενης και υποχρέωσε την τελευταία να του καταβάλει εκ της αιτίας αυτής το ποσόν των 278.116,67 Ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.
Συνεπώς, πρέπει να γίνουν εν μέρει δεκτοί οι συναφείς και για το λόγο αυτό ενιαία εξεταζόμενοι τρίτος, πέμπτος, έκτος και εν μέρει ο τέταρτος λόγοι της ένδικης εφέσεως καθώς και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αυτής, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη...Ακολούθως, πρέπει, αφού διακρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο ...και ερευνηθεί η από 10-12-2010 (αυξ.
αρ. εκθ. κατ. δικογρ. 12514/10-12-2010) αγωγή, να απορριφθεί αυτή, κατά μερική αποδοχή των ενστάσεων α) μηδενικής συμβολής του ενάγοντος στην επαύξηση της περιουσίας της εναγόμενης και β) αφαιρέσεως από την τελευταία του παθητικού αυτής κατά το χρόνο της συμπληρώσεως της τριετούς διαστάσεως των διαδίκων, ως ουσιαστικά αβάσιμη".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο ως προς το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της επικαλούμενης συμβολής του αναιρεσείοντος στην αύξηση της περιουσίας της αναιρεσίβλητης, καθ' όσον αφορά στα ως άνω δύο πρώτα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση ακίνητα (ψιλή κυριότητα σε πολυόροφη οικοδομή-οριζόντιες ιδιοκτησίες στη Ν.
Φιλαδέλφεια Αττικής και ψιλή κυριότητα οικοπέδου με λυόμενη κατοικία στη ... Ν. Αττικής), διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς, ανεπαρκείς και ελλιπείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 1400 ΑΚ, την οποία παραβίασε εκ πλαγίου.
Ειδικότερα, το Εφετείο δέχεται ότι, καθ' όσον αφορά στα ως άνω δύο πρώτα ακίνητα, αυτά μεταβιβάστηκαν στην αναιρεσίβλητη από τη νονά της Ε. χήρα Π. Φ. υπό το νομικό μανδύα της πώλησης της ψιλής κυριότητάς τους για φορολογικούς λόγους και ότι δεν καταβλήθηκε τίμημα από την πρώτη, ώστε να συμβάλει στην καταβολή του με οποιοδήποτε τρόπο ο αναιρεσείων.
Στη συνέχεια όμως το Εφετείο, ενώ δέχεται τα παραπάνω, δεν αναφέρει εάν, υπό τις αναφερόμενες συμβάσεις πώλησης, υποκρύπτονται δωρεές, με άμεση συνέπεια την εφαρμογή της ως άνω διάταξης της παρ. 3 του άρθρου 1400 ΑΚ, κατά την οποία οι δωρεές δεν υπολογίζονται στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων. Περαιτέρω, έτσι που έκρινε το Εφετείο ως προς το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα του παθητικού που πρέπει να αφαιρεθεί για να εξευρεθεί η τελική καθαρή αύξηση της περιουσίας της αναιρεσίβλητης στην οποία συνέβαλε ο αναιρεσείων, κατά τη σχετική περί τούτου ένσταση της πρώτης, διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 1400 ΑΚ, την οποία παραβίασε εκ πλαγίου.
Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι η τεκμαιρόμενη από το νόμο συμβολή του αναιρεσείοντος (ενάγοντος) στην επαύξηση της περιουσίας της αναιρεσίβλητης (εναγομένης), με την απόκτηση του τρίτου αναφερόμενου στην προσβαλλόμενη απόφαση ακινήτου, ήτοι ποσοστού 25% εξ αδιαιρέτου της συγκυριότητας αγροτεμαχίου στη νήσο Κύθνο, ανέρχεται στο 1/3 της αξίας αυτού, ήτοι στο ποσό των 5.000 (15.000 Χ 1/3 ευρώ), στη συνέχεια δέχεται ότι το εν λόγω ποσό της συμβολής του υπολείπεται του ανερχομένου στο ποσό των 118.205,20 παθητικού της περιουσίας της και ως εκ τούτου δεν υφίσταται καθαρή αύξηση της περιουσίας της αναιρεσίβλητης (εναγομένης), κατά παραδοχή σχετικής ένστασης αυτής.
Με τα δεδομένα αυτά το Εφετείο, ενώ δέχεται ότι υπήρξε συμβολή του αναιρεσείοντος μόνο ως προς το ως άνω τρίτο ακίνητο, αφού για τα λοιπά ως άνω τρία ακίνητα, κατά παραδοχή σχετικής ένστασης της αναιρεσίβλητης, δέχθηκε ότι ουδεμία συμβολή αυτού υπήρξε, ακολούθως προβαίνει σε συνυπολογισμό (συμψηφισμό) προς το ποσό της εν λόγω συμβολής του ως άνω παθητικού της περιουσίας, που όμως αφορά το προαναφερόμενο τέταρτο ακίνητο (διαμέρισμα στο ...) και με τον τρόπο αυτό κατ' ουσίαν δέχεται ότι και για το εν λόγω τέταρτο ακίνητο υπήρξε συμβολή αυτού.
Έτσι είναι φανερό ότι δημιουργείται σχετική αντίφαση και ασάφεια καθόσον αφορά στο ζήτημα ως προς το για ποιο ή ποια από τα επίδικα ακίνητα συνέβαλε ο αναιρεσείων στην αύξηση της περιουσίας της αναιρεσίβλητης. Επομένως, είναι βάσιμοι οι δεύτερος και πέμπτος κατά το δεύτερο σκέλος του λόγοι αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις.
ΙΙΙ. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Η λήψη ή μη λήψη υπόψη πρέπει να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αφορά σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό που να επιδρά στο διατακτικό της απόφασης.
Από την πιο πάνω διάταξη, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (Ολ ΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 23/2008, Ολ ΑΠ 911/2002, ΑΠ 249/2019, ΑΠ 306/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον έκτο λόγο αναίρεσης κατά δεύτερο σκέλος του αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει την αναφερθείσα κρίση του ως προς το ζήτημα της συμβολής του στην αύξηση της περιουσίας της αναιρεσίβλητης υποχρέου καθ' όσον αφορά στην απόκτηση απ' αυτήν του τέταρτου πιο πάνω ακινήτου (διαμερίσματος επί των οδών ...
και Θεσσαλονίκης στο Δήμο Χολαργού Αττικής), δεν έλαβε υπόψη του, εκτός των άλλων, και τα πιο κάτω έγγραφα, ήτοι τα εξήντα τέσσερα (64) συνολικά τραπεζικά γραμμάτια-αποδείξεις κατάθεσης στο λογαριασμό που τηρεί η αναιρεσίβλητη στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος και οι οποίες αποδείξεις φέρουν όλες την υπογραφή του και αφορούν στην κατάθεση από τον ίδιο στον εν λόγω λογαριασμό ποσού 1.200 ευρώ μηνιαίως για την αποπληρωμή των δύο στεγαστικών δανείων αυτής, που είχε λάβει για την αγορά του τετάρτου αναφερομένου στην προσβαλλόμενη απόφαση ακινήτου (διαμερίσματος) στο ...
και ανέρχονται οι πιο πάνω καταβολές του από το έτος 2004 έως το έτος 2009 συνολικά σε 84.373,68 ευρώ. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι σ' αυτήν δεν γίνεται μνεία περί λήψης υπόψη των εν λόγω αναφερομένων αποδεικτικών μέσων. Από τα παραπάνω, σε συνδυασμό και με το πλήρες περιεχόμενο αυτής (απόφασης), παρά τη βεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη όλα τα επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα, δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο, αλλά καταλείπονται αμφιβολίες περί του αν δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα ως άνω αποδεικτικά μέσα και αν τα συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα ότι η αναιρεσίβλητη, μετά τη λήψη απ' αυτήν των ως άνω στεγαστικών δανείων, εξοφλούσε αυτά αποκλειστικά και ως εκ τούτου δεν υπήρξε συμβολή του αναιρεσείοντος στην απόκτηση του ακινήτου αυτού.
Πρέπει δε να σημειωθεί ότι το Εφετείο, λόγω της σοβαρότητας των ως άνω αποδεικτικών στοιχείων, έπρεπε να λάβει θέση για την ύπαρξή τους, ενόψει μάλιστα και της μη αμφισβήτησης από την αναιρεσίβλητη της υπογραφής του αναιρεσείοντος επ' αυτών. Επομένως, είναι βάσιμος ο από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ έκτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του.
Μετά απ' αυτά παρέλκει η έρευνα των λοιπών προβαλλομένων από τον αναιρεσείοντα λόγων αναίρεσης συνεπεία της πλήρους αναιρετικής εμβέλειας των ως άνω λόγων, που έγιναν δεκτοί. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές κατά την παράγραφο 3 του αρθρ. 580 ΚΠολΔ και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα (άρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΕΧΕΤΑΙ την από 7-9-2018 αίτηση του Α. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 2593/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 2593/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Απριλίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2020.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου