Legislator Case Law & Legislation
588/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against land registry court decision regarding disputed land area measurement.

Case Number 588/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court of Dodecanese's decision accepting the State's appeal. The appellant argued that the court ignored specific documents and distorted their content regarding land area measurements. The court rejected these claims as contradictory and found no evidence that the lower court misinterpreted the submitted evidence.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; The court's assessment of evidence and the reasoning behind its decision on land area measurements are not subject to cassation unless there is a clear violation of law or distortion of facts.

Keywords

AI generated
cassation appeal land registry court area measurement error contradictory arguments evidence distortion property dispute administrative land

Cited Legislation

AI generated
Articles 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 588 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 588/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. - Α. συζ. Χ. Ρ., το γένος Ι. Κ., κατοίκου ... (...), η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δέσποινα Καλογήρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα Υπουργό των Οικονομικών, τον οποίο εκπροσώπησε η πάρεδρος του ΝΣΚ Γεωργία Καφήρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-9-2010 προσφυγή της αναιρεσείουσας στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κω. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 843/2011 του παραπάνω Δικαστηρίου και 51/2015 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 20-6-2017 αίτησή της, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η 24-1-2018 και, μετά από αναβολή, η 7-10-2018 και, εν συνεχεία, αυτή που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που έγινε με τη σειρά εγγραφής της στο πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω.

Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Λάμπρος Καρέλος.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση αίτηση στρέφεται κατά της 51/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της 843/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω και, αφού εξαφανίστηκε η απόφαση αυτή, απορρίφθηκε προσφυγή της αναιρεσείουσας κατά της από 30-7-2010 διάταξης του κτηματολογικού Δικαστή του Κτηματολογίου …., ως προς την καταχώρηση έκτασης 76.300 τετ. μέτρων επ' ονόματι του Ελληνικού Δημοσίου και η οποία προσφυγή είχε γίνει δεκτή με την πρωτοβάθμια απόφαση. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552,W 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

1. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι το Εφετείο που την εξέδωσε, δέχτηκε μ' αυτή, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει, αποδείχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, επειδή αφορά πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι "δυνάμει της 31/1956 απόφασης Επιτροπής Απαλλοτριώσεων ….

αποδόθηκε στον παππού της προσφεύγουσας (αναιρεσείουσας), Γ. Λ. του Λ., κατόπιν υποβολής της από 11.4.1951 αίτησής του, η από αυτόν διεκδικούμενη μερίδα, εμβαδού 195.800 τμ, η οποία, ενώ παλαιότερα ανήκε στον πατέρα του, Λ. Λ., είχε απαλλοτριωθεί από την τέως Ιταλική Διοίκηση και η οποία εμφαίνεται στο επισυναπτόμενο στην ως άνω 31/1956 απόφαση αντίγραφο του από 12.11.1956 τοπογραφικού διαγράμματος του Προϊσταμένου του 41 τοπογραφικού συνεργείου, Ι.

Β. και συγκεκριμένα αποδόθηκε σ' αυτόν βοσκήσιμη έκταση, εμβαδού 195.800 τμ, με αριθμό κτηματολογικής μερίδας 949, που συνορεύει προς βορρά με τεμάχια ΚΜ 944 και 945, ανατολικά με τεμάχια ΚΜ 950 και 951, νότια με τεμάχια ΚΜ 952 και 949 και δυτικά με τεμάχια KΜ 949 και 948, εντός της οποίας υφίστατο καλλιεργήσιμη έκταση 20 στρεμμάτων.

Ακολούθως, δυνάμει του ...20/19.2.1957 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ι. Κ., ο ως άνω παππούς της προσφεύγουσας πώλησε το προπεριγραφέν ακίνητο στη μητέρα της προσφεύγουσας, Α. συζ. Ι. Κ., το γένος Γ. Λ., κατόπιν ενεργειών της οποίας, εγκρίθηκε, με σχετικό προεδρικό διάταγμα, ρυμοτομικό σχέδιο οικισμού στο εν λόγω ακίνητο των 195.800 τμ.

Στη συνέχεια, μετά το χωρισμό του ως άνω ακινήτου σε περισσότερα αυτοτελή τμήματα και τη μεταβίβαση ορισμένων από αυτά, συνολικού εμβαδού 176.123,88 τμ, απέμεινε υπόλοιπο τμήμα, εμβαδού 19.676,12 τμ, το οποίο περιήλθε στην κυριότητα της προσφεύγουσας, από κληρονομιά της προαναφερθείσας μητέρας της, δυνάμει των …88/2002 και ….1/2003 πιστοποιητικών (κληρονομητηρίων) της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκαν δυνάμει των 2839/2002 και 191/2003, αντίστοιχα, αποφάσεων του Πρωτοδικείου Αθηνών και τα οποία (πιστοποιητικά) καταχωρήθηκαν στην ως άνω κτηματολογική μερίδα με αριθμό ΚΜ 949.

Ακολούθως, η ήδη προσφεύγουσα, με την 3279/13.9.2006 αίτησή της προς το Κτηματολόγιο ..., ζήτησε τη διόρθωση του εμβαδού του ακινήτου που κληρονόμησε, από το, κατά την κρίση της, εσφαλμένο εμβαδό των 19.676,12 τμ σ' αυτό των 95.976,12 τμ. Επ' αυτής εκδόθηκε η από 30.7.2010 απόφαση του Κτηματολογικού Δικαστή …., με την οποία διορθώθηκε, κατ' άρθρο 57 του ισχύοντος Κτηματολογικού Κανονισμού, η επιφάνεια της κτηματολογικής μερίδας ΚΜ 949 από 195.800 τμ σε 272.100 τμ με υπόλοιπο (μετά τη μεταγραφή διαφόρων συμβολαίων μεταβίβασης) 95.976,12 τμ, αντί 19.676,12 τμ (ήτοι διαφορά 76.300 τμ).

Η δε επιπλέον αυτή επιφάνεια των 76.300 τμ, ως διατάχθηκε από τον Κτηματολογικό Δικαστή, περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο και, με αριθμό κτηματολογικής μερίδας 949Ξ, καταχωρήθηκε στον τόμο 61, σελίδα 38. Η προαναφερθείσα κρίση του Κτηματολογικού Δικαστή ήταν ορθή, καθόσον πράγματι το αρχικό ακίνητο με αριθμό 949 ήταν συνολικού εμβαδού 272.100 τμ, χωριζόμενο σε δύο τμήματα, ευρισκόμενα βόρεια και νότια ενός χειμάρρου που διέτρεχε το ακίνητο, ο δε παππούς της προσφεύγουσας, Γ.

Λ., πρόδηλα, ζήτησε να του αποδοθεί το τμήμα που βρίσκεται νότια του χειμάρρου, εμβαδού 195.800 τμ, το οποίο είχε εξ αρχικής θεμελιώδους εγγραφής καταχωρηθεί στο όνομα του Ιταλικού Δημοσίου στα βιβλία του Κτηματολογίου Κω. Τούτο επιβεβαιώνεται από την περιγραφή του ακινήτου στην ως άνω 31/1956 απόφαση, αλλά και από το προαναφερθέν από 12.11.1956 τοπογραφικό διάγραμμα που επισυνάφθηκε στην 31/1956 απόφαση, δεδομένου ότι στην απόφαση αυτή αναφέρεται ότι το αποδοτέο ακίνητο συνορεύει, μεταξύ των άλλων και με το ίδιο το τεμάχιο ΚΜ 949, στο δε τοπογραφικό διάγραμμα το εμβαδόν των 195.800 τμ αναγράφεται στο νότιο τμήμα της ΚΜ 949.

Εξάλλου, δεν θα μπορούσε να αποδοθεί μεγαλύτερο του αιτηθέντος ακίνητο στον αιτούντα παππού της προσφεύγουσας, ο οποίος, μάλιστα, ουδέποτε αμφισβήτησε το μέγεθος του ακινήτου που του αποδόθηκε. Άλλωστε και η άμεση δικαιοπάροχος της προσφεύγουσας, μητέρα της, προκάλεσε, το 1973, την έγκριση ρυμοτομικού σχεδίου μόνο στο προς νότο του χειμάρρου τμήμα της ΚΜ 949, εμβαδού 195.800 τμ.

Το πρώτον, η προσφεύγουσα θέλησε να διεκδικήσει το προς βορρά του χειμάρρου τμήμα της ΚΜ 949, το 2006, ήτοι εξήντα έτη μετά την απόδοση στον παππού της, το 1956, του ως άνω νοτίου τμήματος, επικαλούμενη ότι είχε εσφαλμένα εμβαδομετρηθεί η ΚΜ 949. Ωστόσο, στο "απόσπασμα κτηματολογικού πίνακα διανομής του αγροκτήματος Κω Εξοχής έτος 1959" αναγράφεται το ακίνητο ΚΜ 949, με αριθμό τεμαχίου 206, εμβαδού 195.800 τμ, στο δε σχετικό διάγραμμα της ως άνω διανομής απεικονίζεται μόνο το τμήμα της ΚΜ 949, που βρίσκεται νότια του χειμάρρου, χωρίς να συμπεριληφθεί το προς βορρά αυτού τμήμα, εμβαδού 76.300 τμ.

Επομένως, δεν πρόκειται για εσφαλμένη εμβαδομέτρηση, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η προσφεύγουσα και ήδη εφεσίβλητη, αλλά η αναγνώριση της ιδιοκτησίας του παππού της έγινε στο προεκτεθέν τμήμα της ΚΜ 949 και όχι σε ολόκληρη τη μερίδα αυτή, γεγονός το οποίο αναγνώρισε τόσο ο ίδιος όσο και η θυγατέρα του, μητέρα της προσφεύγουσας.

Μάλιστα, η τελευταία, ως προαναφέρθηκε, ενήργησε για την έγκριση ρυμοτομικού σχεδίου μόνο στο τμήμα αυτό των 195.800 τμ, όπως προκύπτει και από το προσκομιζόμενο από την προσφεύγουσα από Σεπτέμβριο 2006 τοπογραφικό διάγραμμα εμβαδομέτρησης της ευρύτερης ΚΜ 949 του τοπογράφου μηχανικού Α. Γ., στο οποίο εμφαίνεται ότι, στο προς βορρά του χειμάρρου τμήμα της ΚΜ 949, δεν υφίσταται ρυμοτομικό σχέδιο...".

Ήτοι, δέχτηκε το Εφετείο ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας παππούς της Γ. Λ. ζήτησε, να του παραχωρηθεί και του παραχωρήθηκε το νότιο τμήμα, εμβαδού 195.800 τετ. μέτρων, του ακινήτου που εμφανίζεται στην 949 κτηματολογική μερίδα του Κτηματολογίου ..., συνολικής έκτασης, μαζί με το βόρειο τμήμα του, που χωρίζεται από το νότιο με χείμαρρο, 272.100 τετ.

μέτρων και ότι, συνεπώς, η μη αναγραφή στην πράξη παραχώρησης της έκτασης των 76.300 τετ. μέτρων του βορείου τμήματος, που διεκδικεί η αναιρεσείουσα, δεν οφείλεται σε εσφαλμένη εμβαδομέτρηση, όπως δέχτηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την απόφασή του, η οποία, μετά από έφεση του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, εξαφανίστηκε, βάσει της ανωτέρω παραδοχής του Εφετείου, με την προσβαλλόμενη απόφασή του.

Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, υπό την επίκληση, συλλήβδην, των αριθ. 1, 9 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, "το σφάλμα ότι, ενώ ούτε το αντικείμενο της δίκης, ούτε η εφαρμοσθείσα εκουσία δικαιοδοσία επιτρέπουν οτιδήποτε πλέον της παραδοχής ή απόρριψης της προσφυγής μου και κατ' επέκταση την διαγραφή ή όχι της κατά τα άνω καταχώρισης επ' ονόματι του Ελληνικού Δημοσίου, εν τούτοις, ερεύνησε (η προσβαλλόμενη απόφαση) την κυριότητα της επίμαχης εδαφικής έκτασης και περιέχει αιτιολογικές σκέψεις περί της κυριότητας αυτής". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, πρωτίστως, ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι σε ανύπαρκτη κρίση και αιτιολογία του Εφετείου ως προς την κυριότητα "της επίμαχης εδαφικής έκτασης", αφού, σύμφωνα με το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασής του που προεκτέθηκε, το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση και απέρριψε την προσφυγή της αναιρεσείουσας, όχι γι' αυτό που της αποδίδεται με τον ερευνώμενο λόγο, αλλά επειδή έκρινε, ότι δεν συνέτρεχε η προϋπόθεση παραδοχής της προσφυγής αυτής που είχε επικαλεσθεί η αναιρεσείουσα, ήτοι σφάλμα ως προς την εμβαδομέτρηση του παραπάνω ακινήτου.

2. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών γεγονότων, εφόσον δεν παραβιάστηκαν μ' αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθ. 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, απ' το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, το δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχει, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, τους λόγους αναίρεσης, ώστε, όχι μόνο να συνάγεται σε ποιoν από τους αναιρετικούς λόγους, που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 559 του ίδιου Κώδικα, υπάγεται, αλλά και να προκύπτουν απ' αυτούς οι νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση.

Συνεπώς, οι λόγοι αναίρεσης που αντιφάσκουν μεταξύ τους απορρίπτονται ως απαράδεκτοι (ΑΠ 306/2018, 1418/2013, 41/2009, 2178/2007). Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση για την αλήθεια ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει, να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν.

Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού, που εφαρμόζεται και στην ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (εμμέσως, ΑΠ 131/2009, επίσης ΑΠ 2228/2007) και για την οποία αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του τέτοια αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1494/2009, 1506/2006), πρέπει το αποδεικτικό μέσο να είναι χρήσιμο για άμεση ή έμμεση απόδειξη γεγονότων, που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, ισχυρισμό, δηλαδή, που επιδρά στο διατακτικό, παραδεκτό και νόμιμο ή ισχυρισμό για αρχή έγγραφης απόδειξης (ΟλΑΠ 2/2008, 1190/1982).

Τέλος, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο "αποδεικτικού", κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ίδιου Κώδικα, εγγράφου. Τούτο συμβαίνει, όταν, από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου ή από παράλειψη ανάγνωσης κρίσιμου μέρους του, δέχτηκε, ότι περιέχει περιστατικά, με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει.

Αντίθετα, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας συνάγει από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, καθόσον πρόκειται, τότε, για παράπονο ως προς την εκτίμηση γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου.

Πάντως, για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος, θα πρέπει, επιπλέον, το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμόρφωσε, όχι δε και όταν έχει συνεκτιμήσει απλώς το έγγραφο αυτό, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008).

Συνεπώς, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης προϋποθέτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται, ότι παραμόρφωσε, αφού, αν δεν το είχε λάβει υπόψη του, δεν θα μπορούσε να παραμορφώσει το περιεχόμενό του. Αντίθετα, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του έγγραφο, καίτοι οι διάδικοι το προσκόμισαν και το επικαλέστηκαν νόμιμα. Επομένως, οι παραπάνω, ήτοι από τον αριθ. 11γ και τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης είναι αντιφατικοί μεταξύ τους, αφού δεν είναι δυνατόν το δικαστήριο της ουσίας, ταυτόχρονα και να μην έλαβε υπόψη του ένα έγγραφο, ώστε να ψέγεται η απόφασή του για παράβαση του άρθρου 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ αλλά και να παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, ώστε να πλήττεται η απόφασή του για παράβαση του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, καθόσον, αφού δεν έλαβε υπόψη του το αποδεικτικό αυτό μέσο, είναι αδύνατον να παραμόρφωσε το περιεχόμενό του.

Εν προκειμένω, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης και υπό την επίκληση, συλλήβδην, των αριθ. 8, 10, 11, 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι "είτε έχει αγνοήσει παντελώς υποβληθέντα αποδεικτικά των ισχυρισμών μου έγγραφα είτε έχει παραμορφώσει καταφανώς το εννοιολογικό τούτων περιεχόμενο". Τα έγγραφα αυτά είναι, κατά τον ερευνώμενο λόγο:

α) το από μηνός Σεπτεμβρίου 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του Α. Γ.,

β) η από 30-4-2009 τεχνική έκθεση του τεχνικού του κτηματολογίου ... Ν. Π.,

γ) η 31/1956 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Κω και

δ) το από 12-11-1956 τοπογραφικό διάγραμμα του Ι. Β., από τα οποία, κατά τον ερευνώμενο λόγο, προκύπτει η εσφαλμένη εμβαδομέτρηση, την οποία επικαλέσθηκε η αναιρεσείουσα. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφενός μεν διότι πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας, ότι η έκταση των 195.800 τετ. μέτρων που παραχωρήθηκε στον Γ. Λ., δεν είναι προϊόν εσφαλμένης εμβαδομέτρησης του επιδίκου, αφετέρου δε λόγω αντίφασης των προβαλλομένων πλημμελειών της μη λήψης υπόψη των παραπάνω εγγράφων και της ταυτόχρονης παραμόρφωσης του περιεχομένου τους. Τέλος, ως προς το 146190/19-2-2010 έγγραφο της Διεύθυνσης Αγροτικής Ανάπτυξης Δωδεκανήσου, στο οποίο, κατά τον ερευνώμενο λόγο, αναφέρεται, ότι δεν υπάρχει δυνατότητα διόρθωσης των κτηματολογικών στοιχείων της διανομής του αγροκτήματος …. Εξοχής και στο οποίο, κατά το λόγο αυτό, στηρίχτηκε αποκλειστικά ο κτηματολογικός Δικαστής, στον οποίο προσέφυγε αρχικά η αναιρεσείουσα, είναι προφανές, ενόψει του ανωτέρω περιεχομένου του εγγράφου αυτού και των όσων έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το Εφετείο δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, αλλά, αντίθετα, δέχτηκε αυτά ακριβώς που και το έγγραφο αυτό αναφέρει.

Μετά απ' αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, αφού ηττάται, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτού (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένη, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 νόμου 3693/1957 και την, κατ' εξουσιοδότηση του νόμου αυτού, 134423 Οικ/8.12.1992/20.1.1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-6-2017 αίτηση της Ε. - Α. συζ. Χ. Ρ., το γένος Ι. Κ., για αναίρεση της 51/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Απριλίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ