Supreme Court dismisses appeal on divorce separation right abuse claim lacking severe consequences.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's appeal against the First Instance Court's dismissal of her divorce suit. The appellant argued that exercising the right to divorce was an abuse of rights under Article 281 of the Civil Code due to severe negative consequences, while the respondent claimed the alleged relationship with his sister-in-law did not justify such a claim. The court held that the circumstances did not meet the threshold for abuse of rights as they did not create unbearable conditions for the other party or the children, rendering the appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArt. 281 A.C.; Art. 559(1) No. 14 K.P.D.: The right to divorce is not an abuse of rights unless its exercise creates unbearable conditions for the other spouse or children in particularly severe cases.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 588 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 588/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: .... κατοίκου .... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Παπατσίκη, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου:.... κατοίκου .... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστείδη Αλεβίζου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7 Νοεμβρίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6820/2004 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 4323/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20 Νοεμβρίου 2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 21 Ιανουαρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του Κ.πολ.Δ, υπάρχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο. Επί παραλείψεως κηρύξεως προσωρινού απαραδέκτου, όπως είναι το απαράδεκτος της συζητήσεως κλπ.
ο λόγος αυτός στοιχειοθετείται, όταν το απαράδεκτο αυτή ή η αναβολή της συζήτησης ή η αναστολή της διαδικασίας επιβάλλεται από το νόμο προς κατοχύρωση του αποτελέσματος της ακυρότητας άλλης διαδικαστικής πράξεως, που προηγήθηκε, όπως π.χ είναι η ακυρότητα κλητεύσεως, ή (και) προς εξασφάλιση της ασκήσεως δικονομικού δικαιώματος, όπως είναι πρωτίστως το θεμελιώδες δικονομικό δικαίωμα της υπερασπίσεως (βλ.
Άρθρο 110 παρ. 2 Κ.πολ.Δ) ή στην περίπτωση της παραλείψεως αναβολής της συζητήσεως κατά τα άρθρα 610 και 621 του Κ.πολ.Δ, κατά την οποία ο διάδικος καθίσταται έκπτωτος του δικονομικού δικαιώματός του για την παρεμπίπτουσα αμφισβήτηση της οικογενειακής σχέσεως, που αποτελεί προϋπόθεση για την διάγνωση της διαφοράς. (ΟλΑΠ 12/2000).
Επομένως, η παρά το νόμο παράλειψη του δικαστηρίου να αναστείλει τη διαδικασία λόγω εκκρεμοδικίας (222 Κ.πολ.Δ) μη επιβαλλόμενη από τον νόμο προς κατοχύρωση του αποτελέσματος δικονομικής ακυρότητας ή προς εξασφάλιση της άσκησης δικονομικού δικαιώματος, δεν θεμελιώνει τον ανωτέρω λόγο της αναιρέσεως, διότι η αναστολή αυτή επιβάλλεται από τον νόμο απλώς και προς αποφυγήν εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, ενδεχόμενο όμως που αντιμετωπίζεται από το νόμο με την καθιέρωση λόγου αναψηλαφίσεως για την τελευταία απόφαση (άρθρα 544 παρ. 1 και 549 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, ΑΠ 290/2005).
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ, για παρά το νόμο παράλειψη να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση της αγωγής λόγω προϋφιστάμενης εκκρεμοδικίας, συνέπειας ασκήσεως προγενέστερης ομοίας, επί της οποίας εκδόθηκε απόφαση η οποία διέταξε την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, είναι απαράδεκτος.
Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναίρεσης και υπό την εκδοχή των με το αναιρετήριο αποδιδομένων στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμελειών από τους αριθμούς 1, 8 και 10 του άρθρου 559 του Κ.πολ.Δ για τα ίδια πιο πάνω περιστατικά της απόρριψης του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας για την ύπαρξη εκκρεμοδικίας είναι απαράδεκτος, αφού στην προκείμενη περίπτωση: 1) δεν προβάλλεται παραβίαση κανόνα ουσιαστικού διακίου, που δημιουργεί και μόνο τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1, 2) Η αποδιδόμενη πλημμέλεια αφορά απόρριψη ισχυρισμού εκκρεμοδικίας ως "πράγματος", και για την απόρριψη αυτή δεν δημιουργείται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 (ΟλΑΠ 12/1997) και 3) δεν προβάλλεται "η παραδοχή ουσιωδών πραγμάτων χωρίς απόδειξη", που δημιουργεί το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 10.
ΙΙ.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006 και 4/2005). Εξάλλου, για τη θεμελίωση της εκ του άρθρου 281 ΑΚ απορρέουσας ένστασης περί καταχρηστικής άσκησης του παρεχομένου από το άρθρο 1439 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος της διάζευξης, δεν αρκούν οποιεσδήποτε δυσμενείς επιπτώσεις του διαζυγίου σε βάρος του εναγομένου εκ των συζύγων ή των τέκνων τους, αλλά απαιτείται οι επιπτώσεις να εκφεύγουν εκείνων που είναι συνήθεις και αυτονόητες και να οδηγούν, λόγω του εξαιρετικού χαρακτήρα και της σοβαρότητάς τους, στη δημιουργία κατάστασης υπερμέτρως σκληρής για τον εναγόμενο ή τα τέκνα, ώστε εντεύθεν να επιβάλλεται η διατήρηση του γάμου για την αποτροπή αυτών των συνεπών (Α.Π. 55/2007).
Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα για την απόκρουση της κατ' αυτής ασκηθείσας από τον αναιρεσίβλητο αγωγής διαζυγίου με βάση το άρθρο 1439 παρ. 3 ΑΚ, προέβαλε την ένσταση της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της διάζευξης, επικαλούμενη ειδικότερα ότι το διαζύγιο θα έχει γι' αυτήν δυσμενείς συνέπειες, που επανέφερε και στο Εφετείο.
Την ένσταση αυτή απέρριψε το εφετείο ως νόμω αβάσιμη, με τις ακόλουθες σκέψεις κρίνοντας ότι τα για τη θεμελίωσή της προβαλλόμενα ως άνω περιστατικά δεν καθιστούν καταχρηστική (κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ) την άσκηση του δικαιώματος διάζευξης. Εξάλλου, η προβαλλόμενη πρωτοδίκως και κατ' έφεση ένσταση της εναγόμενης περί καταχρηστικής εκ μέρους του ενάγοντος, ασκήσεως του δικαιώματός του, για το λόγο ότι αυτός κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του στο Θεραπευτικό Κέντρο Αθηνών "ΥΓΕΙΑ" συνήψε ερωτική σχέση με την πρώτη της εξαδέλφη, και ότι είναι βέβαιο ότι με την απομάκρυνσή της θα επανασυμβιώσουν, διότι δεν έχουν διαταραχθεί οι σχέσεις τους και εξακολουθούν να εργάζονται στον ίδιο εργοδότη, είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη διότι τα περιστατικά αυτά δεν μπορούν να θεμελιώσουν την άνω κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση, η οποία είναι μεν δυνατόν να προταθεί προς απόκρουση αγωγής του άρθρου 1439 παρ. 3 ΑΚ, αλλά θα πρέπει να αφορούν τις συνέπειες του διαζυγίου σε ιδιαίτερα σοβαρές και ακραίες περιπτώσεις, που η λύση του γάμου θα δημιουργούσε ενδεχομένως αφόρητη κατάσταση στον άλλο σύζυγο ή τα τέκνα, περιστατικά που δεν συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση".
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, με την οποία απέρριψε τον αντίστοιχο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, με τον οποίο επανέφερε τον ισχυρισμό της από τη διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ., που είχε απορριφθεί και πρωτόδικα, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και επομένως ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 παρ. 1 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος, όπως και η αναίρεση στο σύνολο της. Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναίρεσης και υπό την εκδοχή των με το αναιρετήριο αποδιδομένων στην προσβαλλόμενη πλημμελειών από τους αριθμούς 8, 10, 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για τα ίδια πιο πάνω περιστατικά της απόρριψης του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας από τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ είναι απαράδεκτος, αφού στην προκειμένη περίπτωση: 1) η αποδιδόμενη πλημμέλεια αφορά απόρριψη ισχυρισμού ως "πράγματος", και για την απόρριψη αυτή δεν δημιουργείται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8, 2) δεν προβάλλεται "παραδοχή ουσιωδών πραγμάτων χωρίς απόδειξη", που δημιουργεί το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 10 και 3) δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 19 λόγος αναίρεσης, γιατί ο ίδιος ισχυρισμός της αναιρεσείουσας απορρίφθηκε ως μη νόμιμος, χωρίς κατ' ουσίαν εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, ώστε να δικαιολογείται η προβολή ελλείψεων ή αντιφάσεων στην περιγραφή τους (Ολ. ΑΠ 44/1990).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-11-2006 αίτηση της ... για αναίρεση της υπ' αριθ. 4323/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ και για τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ