Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations and interest rate arguments against public debt claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision to dismiss her claim for child and housing allowance supplements. The court held that the claim was time-barred under Article 90 of Law 2362/1995 and that the lower court correctly applied the 6% interest rate from the date of filing rather than the claim's origin. Consequently, the appeal was dismissed as baseless, and the appellant was ordered to pay the state's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 90(3) and 91(a) of Law 2362/1995; Article 21 of the Code of Public Law of 1944: The statute of limitations for public claims runs from the end of the fiscal year in which the claim arose, and interest on public debt must be calculated from the date of filing the lawsuit, both provisions being constitutionally valid.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 588 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 588/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ....., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Σκορδάκη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου: ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό των Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Κωνσταντίνο Γεωργιάδη, Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/2/2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2774/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1524/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19/7/2004 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης, ανέγνωσε την από 31/1/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 90 παρ. 3 Ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου λογιστικού ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις", η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της.
Κατά δε το άρθρο 91 εδ. α', επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής. Η θεσπιζομένη παραγραφή - ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος ή και μεγαλύτερος από το χρόνο παραγραφής παρόμοιων αξιώσεων (άρθρα 250 παρ. 6 και 7 Α.Κ., 2Β 9 παρ. 1 ΚΙΝΔ) και μικρότερος από τον οριζόμενο στο άρθρο 44 του ίδιου ν.δ.
χρόνο παραγραφής των αξιώσεων του Δημοσίου κατά τρίτων - είναι συνταγματικά θεμιτή και δεν αντίκειται στην καθιερουμένη με το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, αφού η ως άνω διαφορετική ρύθμιση δικαιολογείται από τη φύση των πιο πάνω αξιώσεων και την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των σχετικών υποχρεώσεων του Δημοσίου.
Εξάλλου, η θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής, κατά κατηγορία αξιώσεων ή δικαιούχων και υποχρέων, δεν προσκρούει στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα, ούτε αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου και ούτε (προσκρούει) στη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3α του ν. 2461/1997 "κύρωση του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα του προαιρετικού πρωτοκόλλου στο Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα και του Δευτέρου προαιρετικού Πρωτοκόλλου στο Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα σχετικού με την κατάργηση της ποινής του θανάτου", που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο μια πρόσφορη προσφυγή στην περίπτωση που παραβιάζονται τα ατομικά του δικαιώματα και οι ελευθερίες του, αφού οι διατάξεις αυτές παρεμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμα δικαιώματα (ενδεχομένως και με τη μέθοδο της αναδρομικής παραγραφής) και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την ισχύ τους.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος της, με το οποίο έκρινε ότι, κατά παράβαση των προαναφερθεισών διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος, 2 παρ. 3α του Διεθνούς Συμφώνου, 119 της ιδρυτικής Συνθήκης της ΕΟΚ, 100 της Δ.Σ>Ε.
του πρώτου προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, η αξίωση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης για επιδίκαση επιδόματος τέκνων και στέγασης επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για το διάστημα από 1-1-1997 μέχρι 1-1-2000 έχει υποκύψει, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 3 και 91 εδ.α΄ Ν. 2362/1995, στη διετή παραγραφή και απέρριψε κατά τούτο την αγωγή για το λόγο αυτό.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 3 και 91 εδ. α΄ του ν. 2362/1995 και γι' αυτό ο ανωτέρω από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ πρώτος λόγος αναίρεσης, υπό τις περί του αντιθέτου αναφερθείσες αιτιάσεις, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. 2. Το άρθρο 21 του Διατάγματος της 26-6/10-7-1944 του Κώδικα περί δικών του Δημοσίου ορίζει ότι ο "νόμιμος" και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής ορίζεται εις 6% ετησίως, πλην εάν άλλως ωρίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νομού.
Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής". Η ρύθμιση αυτή επιβάλλεται από λόγους γενικοτέρου δημόσιου συμφέροντος και συγκεκριμένα για την προστασία της περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου και της οικονομικής του κατάστασης, στις οποίες συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων και δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος, 119 της ιδρυτικής Συνθήκης της ΕΟΚ, 100 της Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας και του πρώτου Πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Δεν έσφαλε, επομένως, το Εφετείο που με την προσβαλλομένη απόφασή του υποχρέωσε το αναιρεσίβλητο να καταβάλει νόμιμους τόκους στην αναιρεσείουσα επί του ποσού που επιδίκασε από την επίδοση της αγωγής και όχι από την γένεση της απαίτησης. Πρέπει, συνεπώς, να απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός δεύτερος από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
λόγος αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19.7.2004 αίτηση της ...... για αναίρεση της 1524/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ