Legislator Case Law & Legislation
587/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal claiming lower court ignored evidence regarding property ownership and riverbed status.

Case Number 587/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by Evath Pagion against the Thessaloniki Court of Appeal's decision. The appellant argued the lower court failed to consider specific documents proving the disputed property belonged to them and was part of the Toubas riverbed. The court found no evidence of omission because the lower court explicitly stated it had examined all submitted documents, including the appellant's evidence, when forming its conviction.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1)(c) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on alleged failure to consider evidence is inadmissible if the lower court's decision explicitly confirms the examination of all submitted documents without leaving room for doubt regarding their evaluation.

Keywords

AI generated
appeal admissibility failure to consider evidence free evaluation of evidence property ownership dispute riverbed status supreme court review civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1)(c) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 587 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 587/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ, Μερόπη Τζουγκαράκη, Ευαγγελία Στεργίου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 17 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΥΑΘ ΠΑΓΙΩΝ" που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη στην οδό ..., όπως αυτό νόμιμα εκπροσωπείται, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μπλαζομύτη, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) α) Α. Χ. του Γ., κατοίκου ..., β) Μ. Χ. του Γ., κατοίκου ..., 2) α) Β. Β. του Π., κατοίκου ..., β) Π. Β. του Β., κατοίκου ..., γ) Π. Β. του Β., κατοίκου ..., 3) Μ. χήρας Π. Β., κατοίκου ..., 4) α) Α. Χ. του Β., κατοίκου ..., όπως εκπροσωπείται από τον δικαστικό συμπαραστάτη Β. Χ., β) Π. Χ. του Β., κατοίκου ..., γ) Α. Χ. του Β., κατοίκου ..., 5) Λ. Κ. του Γ., κατοίκου .... Οι υπό στοιχεία 1α, 1β, 2α, 2β, 2γ, 4β, 4γ και 5 αναιρεσίβλητοι, εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μαρία Δεβελάσκα, και κατέθεσαν προτάσεις. Οι υπό στοιχεία 3 και 4α αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Στο σημείο αυτό, η δικηγόρος Μαρία Δεβελάσκα, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι η υπό στοιχείο 3 αναιρεσίβλητη απεβίωσε στις ... σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Θεσσαλονίκης, και η υπό στοιχείο 4α αναιρεσίβλητη απεβίωσε στις 20-10-2020 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του Γενικού Προξενείου Ντύσσελντορφ, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της δεύτερης των ανωτέρω αποβιωσασών Α. Χ. του Β., ως έχουσας την ψιλή κυριότητα του ιδανικού της μεριδίου στην οποία συνενώθηκε η επικαρπία της πρώτης των ανωτέρω αποβιωσασών, Μ. χήρας Π. Β., το γένος Ο. και Κ. Α.: 1) Β. Χ. του Α. και της Α., κάτοικος ..., 2) Π. Χ. του Β. και της Κ., νυν κάτοικος ..., υπό στοιχείο 4β ήδη αναιρεσίβλητη, 3) Α. Χ. του Β., κάτοικος ..., υπό στοιχείο 4γ ήδη αναιρεσίβλητη, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την ιδία ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο, και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-2-2007 αγωγή των ήδη αρχικώς αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 39283/2007 μη οριστική, 28634/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 40/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 23-4-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευαγγελία Στεργίου ανέγνωσε την από 7-11-2022 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Γεωργίου Καλαμαρίδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 73, 286 επ. και 313 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κάποιος διάδικος αποβιώσει κατά την διάρκεια της δίκης και μέχρι το τέλος της προφορικής συζητήσεως μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση και εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνη της γνωστοποιήσεως του θανάτου στον αντίδικο του αποβιώσαντος, επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις που επιχειρούνται μέχρι την νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας λογίζονται άκυρες.

Ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης.

Η γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής, γίνεται κατά το άρθρο 287 του ίδιου Κώδικα με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης, από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή από εκείνον που μέχρι τη στιγμή της επελεύσεως του λόγου της διακοπής ήταν πληρεξούσιός του.

Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης επί θανάτου του αρχικού διαδίκου νοείται ο κληρονόμος του, ο οποίος και έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη (ΑΠ 1283/2022). Στην προκειμένη περίπτωση κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του οικείου πινακίου στην δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, η πληρεξούσια δικηγόρος των αναιρεσιβλήτων Μαρία Δεβελάσκα, με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά γνωστοποίησε τον, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης η οποία έλαβε χώρα στις 28-4-2024, θάνατο:

α) της υπ' αρ. 3 αναιρεσίβλητης Μ. χας Π. Β. που έλαβε χώρα στις ... προσκομίζοντας την υπ' αρ. ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου του Δήμου Θεσσαλονίκης και β) της υπ' αρ. 4α αναιρεσίβλητης Α. Χ. του Β. που έλαβε χώρα στις 20-10-2020 προσκομίζοντας την υπ' αρ. ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του Γενικού Προξενείου Ντύσσελντορφ.

Επιπλέον η ίδια πληρεξούσια δικηγόρος δήλωσε ότι την βιαίως διακοπείσα με τον θάνατο των αμέσως ανωτέρω αναιρεσιβλήτων, δίκη, συνεχίζουν οι: α) Β. Χ. του Α. ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της αποβιωσάσης στις 20-10-2020 θυγατέρας του και αρχικής ενάγουσας- αναιρεσίβλητης Α. Χ. του Β. και ως έχων την ψιλή κυριότητα του ιδανικού της μεριδίου στην οποία συνενώθηκε η επικαρπία της αποβιωσάσης στις ...

αρχικής ενάγουσας- αναιρεσίβλητης Μ. χας Π. Β., β) Π. Χ. του Β. ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της αποβιωσάσης στις 20-10-2020 αδελφής της και αρχικής ενάγουσας- αναιρεσίβλητης Α. Χ. του Β. και ως έχουσα την ψιλή κυριότητα του ιδανικού της μεριδίου στην οποία συνενώθηκε η επικαρπία της αποβιωσάσης στις ... αρχικής ενάγουσας- αναιρεσίβλητης Μ.

χας Π. Β., γ) Α. Χ. του Β. ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της αποβιωσάσης στις 20-10-2020 αδελφής της και αρχικής ενάγουσας- αναιρεσίβλητης Α. Χ. του Β. και ως έχουσα την ψιλή κυριότητα του ιδανικού της μεριδίου στην οποία συνενώθηκε η επικαρπία της αποβιωσάσης στις ... αρχικής ενάγουσας- αναιρεσίβλητης Μ. χας Π. Β. Κατόπιν των ανωτέρω και δεδομένου ότι το παριστάμενο αναιρεσείον ΝΠΔΔ, δεν αμφισβητεί την κληρονομική ιδιότητα των κληρονόμων των ως άνω αποβιωσάντων αναιρεσιβλήτων (3 και 4α) και ότι η ημερομηνία θανάτου καθεμίας εξ αυτών αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες ληξιαρχικές πράξεις, η διακοπείσα με τον θάνατό τους δίκη, νομίμως συνεχίζεται με τους προαναφερόμενους κληρονόμους τους.

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 40/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων και με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος - εναγομένου κατά της 28634/2009 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο επιλαμβανόμενο αγωγής αναγνωριστικής κυριότητας των αναιρεσιβλήτων, έκανε αυτή δεκτή κατ' ουσίαν.

Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ.1β', 556 παρ.1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, όταν δηλαδή το δικαστήριο προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.ΑΠ 1/2022, Ολ.ΑΠ 9/2022).

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές και ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικά στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006). Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα δε, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 64/2022, ΑΠ 1092/2021 , ΑΠ 495/2021, ΑΠ 1266/2011).

Περαιτέρω, οι παραπάνω λόγοι, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναιρέσεως, θα απορριφθούν σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ ως απαράδεκτοι, διότι πλήττουν στην περίπτωση αυτή την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 1354/2014).

Εν προκειμένω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, για τις ανάγκες της αναιρετικής διαδικασίας, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης του (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τις αποδείξεις κρίση του (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ) και ως προς το κρίσιμο για την έρευνα των αναιρετικών λόγων μέρος της, τα ακόλουθα: "Το επίδικο ακίνητο είναι ένα οικόπεδο, έκτασης 483,80 τ.μ., που βρίσκεται στο συνοικισμό Άνω Τούμπας Θεσσαλονίκης, στο ...

οικοδομικό τετράγωνο, στη συμβολή των οδών ... και προέκυψε από τη συνένωση δύο οικοπέδων και συγκεκριμένα α) ενός οικοπέδου, στην οδό ..., εμβαδού 131 τ.μ και β) ενός οικοπέδου, κείμενου στη διασταύρωση των οδών ... και παρόδου της οδού ..., εμβαδού 351 π.μ. Το πρώτο από τα παραπάνω οικόπεδα που είχε αρχικά έκταση 242,12 τμ αγόρασαν άτυπα από τους αδελφούς Μ.

το έτος ... οι Γ. και Ε. Χ., γονείς και δικαιοπάροχοι της πρώτης και δεύτερης ενάγουσας . Μόλις παρέλαβαν το οικόπεδο στη νομή και κατοχή τους άρχισαν να ασκούν με διάνοια κυρίων, όλες τις διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του. Ειδικότερα, οι προαναφερόμενοι, αφού οριοθέτησαν και περιέφραξαν το ακίνητο, το έτος 1957 ανήγειραν ισόγεια οικία εμβαδού 50 τ.μ. , όπου και εγκαταστάθηκαν με τα τέκνα τους.

Η οικία αυτή, κτίσθηκε χωρίς νόμιμη οικοδομική άδεια, πλην, όμως, το έτος 1977, οι ανωτέρω συννομείς, υπέβαλαν δήλωση στη Διεύθυνση Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 ν. 720/1977, μετά την υποβολή της οποίας, συντρεχόντων των λοιπών προϋποθέσεων του νόμου, εκδόθηκε ο με αριθμό 700/8638/30.12.1977 τίτλος περί μη κατεδάφισης αυτής (άρθρο 1 παρ. 3 του νόμου).

Το δεύτερο από τα παραπάνω οικόπεδα, το οποίο είχε αρχικά εμβαδό 372,66 τμ αγόρασαν άτυπα από τους αδελφούς Μ. το έτος 1959 η τρίτη ενάγουσα Μ. χήρα Π. Β. και ο δεύτερος ενάγων, γιός της, Β. Β., οι οποίοι μόλις παρέλαβαν αυτό στη νομή και κατοχή τους άρχισαν να ασκούν με διάνοια κυρίων, όλες τις διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του.

Ειδικότερα, οι προαναφερόμενοι, ανήγειραν στο οικόπεδο ισόγεια οικία, εμβαδού 155 τ.μ., την οποία χρησιμοποιούσαν ως κύρια κατοικία τους και το υπόλοιπο οικόπεδο ως αυλή . Το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΥΑΘ ΠΑΓΙΩΝ", κατά τη διάρκεια της πρωτοβάθμιας δίκης πρότεινε νομότυπα την ένσταση ότι το επίδικο ακίνητο είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας, διότι αποτελεί τμήμα του ρέματος Άνω Τούμπας, το οποίο κατέστη κοινόχρηστο δια της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας.

Τον ισχυρισμό αυτό προβάλλει ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και ειδικότερα ότι ολόκληρη η έκταση των 483,80 τμ αποτελεί τμήμα του ρέματος Τούμπα και είναι δική του ιδιοκτησία, αφού αποτελεί τμήμα μείζονος ακινήτου που ανήκει στην κυριότητά του με αύξοντα αριθμό 180, συνολικού εμβαδού 825 τμ, όπως αυτό περιγράφεται στον συνημμένο στην απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ...

πίνακα Νο2 που έχει συμπεριλάβει ακίνητα του δικαιοπαρόχου του τέως ΟΑΘ , η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα στο ΦΕΚ με αριθμό ...-2001 και στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης (τόμος 2111, αριθ. 7). Προς επίρρωση του ισχυρισμού του ότι η επίδικη έκταση αποτελεί τμήμα του ρέματος, και ως εκ τούτου είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας , επικαλείται εφαρμογή των τίτλων ιδιοκτησιών της περιοχής που είχε κάνει ο πρώην προϊστάμενος του Γραφείου Τοπογραφικής Υπηρεσίας Υπουργείου Γεωργίας Ε.

Σ. σε δύο εργασίες του. Συγκεκριμένα διατείνεται ότι με βάση την από 2-12-1939 έκθεση του προαναφερόμενου που αφορά τη σύνταξη σχεδιαγράμματος και κτηματολογικού πίνακα της απαλλοτριωθείσης εκτάσεως για την ανέγερση του Αστικού Προσφυγικού Συνοικισμού Άνω Τούμπας , καθώς και την από 15-5-1963 έκθεση έρευνας και εφαρμογής τίτλων του κτήματος ...

του ιδίου, η επίδικη έκταση βρίσκεται εντός του ρέματος καθόσον στο απόσπασμα από το κτηματολογικό διάγραμμα και τον κτηματολογικό πίνακα της εν λόγω περιοχής, εμφανίζεται η απαλλοτριωθείσα ιδιοκτησία του Ιερού Ναού "Προφήτη Ηλία" που αναφέρεται στο με αριθμό ... συμβόλαιο του άλλοτε Θεσσαλονίκης Α. Μ., να συνορεύει δηλαδή με ρέμα και βάσει αυτού το ορίου η επίδικη ρέματος.

Για το κρίσιμο αυτό ζήτημα τάχθηκαν αποδείξεις (διενέργεια πραγματογνωμοσύνης) από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθμό 39283/2007 μη οριστική απόφαση και διορίσθηκε πραγματογνώμονας η αγρονόμος τοπογράφος μηχανικός Π. Μ. Η πραγματογνώμονας, σε εκτέλεση της απόφασης αφού έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα της δικογραφίας που προσκόμισαν οι διάδικοι (συμβόλαια, τοπογραφικά διαγράμματα, τεχνικές εκθέσεις υπηρεσιών, υπουργικές αποφάσεις και αποφάσεις Δικαστηρίων ) μετέβη στο επίδικο και αφού προέβη στην εφαρμογή των τίτλων συνέταξε την υπ' αριθμό ...

έκθεση πραγματογνωμοσύνης και το τοπογραφικό διάγραμμα, που τη συνοδεύει όπου αποτυπώνεται το επίδικο ακίνητο με τα περιμετρικά στοιχεία 1-2-3-4-11-12-13-14-15-1. Από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης η οποία εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο (άρθρο 387 Κ.Πολ.Δ) και είναι πλήρως αιτιολογημένη και επισταμένως τεκμηριωμένη, σε συνδυασμό με τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι με την υπ' αριθμό ...

απόφαση του Υπουργού Προνοίας απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά έκταση για την ανέγερση του Αστικού Προσφυγικού Συνοικισμού Άνω Τούμπας. Στα πλαίσια της διαδικασίας της απαλλοτρίωσης, με την ... απόφαση του Γενικού Διοικητή Μακεδονίας ανατέθηκε στον Ευάγγελο Στάμου, Προϊστάμενο τότε του Γραφείου Τοπογραφικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Γεωργίας, η εκτέλεση σχεδιαγράμματος και κτηματολογικού πίνακα της απαλλοτριωθείσας έκτασης.

Μεταξύ των εκτάσεων που απαλλοτριώθηκαν στην ευρύτερη περιοχή περιλαμβάνονταν και ένας αγρός, εμβαδού 95 τουρκικών στρεμμάτων, ιδιοκτησίας, αρχικά, του ιδιώτη Μ. Α., ο οποίος είχε διαχωρίσει τον αγρό σε μικρότερα τμήματα, μεταβιβασθέντα ήδη σε τρίτους και ένας αγρός, εμβαδού 14 τουρκικών στρεμμάτων και ενός αυλακίου, κατά την από ...-1939 έκθεση του Ε.

Σ., κείμενος βόρεια του πρώτου, ο οποίος είχε μεταβιβασθεί με δωρεά από τους ιδιοκτήτες του στον Ιερό Ναό "Προφήτη Ηλία". Αμφότεροι οι παραπάνω αγροί, είχαν ως ανατολικό όριο το "Λάκκο του Προφήτη Ηλία", δηλαδή, το ρέμα της περιοχής Άνω Τούμπας, το οποίο εκτεινόταν παραπλεύρως αυτών. Στην προαναφερόμενη έκθεση αναφέρεται ότι η ιδιοκτησία του ιερού Ναού "Προφήτη Ηλία" που περιγράφεται στο υπ' αριθμό ...

συμβόλαιο του άλλοτε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Α. Μ. και βρίσκεται δυτικά της επίδικης έκτασης έχει ως ανατολικό όριο λάκκο, δηλαδή ρέμα. Το δυτικό όριο του ρέματος δεν αποτυπώθηκε από τον προϊστάμενο της τοπογραφικής υπηρεσίας στο διάγραμμα που συνέταξε. Το όριο, όμως, της απαλλοτρίωσης στο σημείο που ενδιαφέρει και το όριο του ρέματος δεν ταυτίζονται, αλλά υπάρχει αρκετό κενό ανάμεσά τους, όπως προκύπτει από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης της κ.

Π. Μ. Η τελευταία αναφέρει στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης ότι, από τη μελέτη του διαγράμματος και της τεχνικής έκθεσης του Ε. Σ. δεν προκύπτει ότι υπήρχαν στοιχεία ιδιοκτησίας στη θέση που βρίσκεται σήμερα το επίδικο. Η ιδιοκτησία με αριθμό 20, που ανήκει στο μοναστήρι "Προφήτη Ηλία" και βρίσκεται δυτικά της σημερινής επίδικης έκτασης, φέρεται ότι έχει ως ανατολικό όριο το λάκκο, το γεγονός όμως αυτό δεν αποτελεί στοιχείο τεκμηρίωσης ότι το όριο του ρέματος εφάπτονταν του ορίου της εν λόγω ιδιοκτησίας και συνεπώς του ορίου της απαλλοτρίωσης, διότι δεν υπήρχε στο ανατολικό αυτό όριο κάποια διαμορφωμένη κατοχή ή υλοποιημένη ιδιοκτησία, με πιθανό αποτέλεσμα να έθεσε ο μηχανικός ως όριο το ρέμα που ακολουθεί.

Σύμφωνα με το από 13-3-1935 τοπογραφικό διάγραμμα της περιοχής Ακτσέ Κισλά της Τεχνικής Υπηρεσίας της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας (ΕΤΕ), πρώην διαχειρίστριας της δημόσιας περιουσίας που διατηρεί στο αρχείο της η Κτηματική Υπηρεσία Ν. Θεσσαλονίκης και περιλαμβάνει τμήμα του ρέματος Τούμπας, το όριο του ρέματος στην περιοχή που βρίσκεται η επίδικη έκταση δεν την τέμνει.

Στο από 10/1964 τοπογραφικό διάγραμμα του Ι. Παπαθεοδώρου , κλίμακας 1: 5000, που συνοδεύει την από 15-5-1963 έκθεση έρευνας και εφαρμογής τίτλων του κτήματος Τσεπίτς -Κισλά, απεικονίζεται το όριο της απαλλοτρίωσης Άνω Τούμπας καθώς και το όριο του ρέματος που αναφέρεται ως λάκκος Προφ. Ηλιού. Εφαπτόμενη στο όριο της απαλλοτρίωσης απεικονίζεται η ιδιοκτησία εκκλησίας Προφήτου Ηλιού, όπως άλλωστε και στο από 2-12-1939 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Ε.

Σ. Το όριο όμως αυτό δεν ταυτίζεται με τη δυτική οριογραμμή του ρέματος, η οποία στο ύψος του επιδίκου ακινήτου απέχει 8 χιλιοστά στο διάγραμμα και αντιστοιχεί σε 40 μέτρα στο έδαφος. Λόγω της μικρής κλίμακας του παραπάνω διαγράμματος επεξεργασίας που υπέστη για τη δημιουργία ψηφιακής απόδοσης της οριογραμμής του ρέματος η ακρίβεια προσδιορισμού της γραμμής δεν είναι υψηλή.

Ωστόσο ξεκάθαρα προκύπτει από το τοπογραφικό αυτό διάγραμμα ότι το όριο του συνοικισμού Άνω Τούμπας δεν ταυτίζεται με το δυτικό όριο του ρέματος, επιβεβαιώνοντας έτσι την ύπαρξη εδαφικής λωρίδας μεταξύ ορίου απαλλοτρίωσης και ρέματος. (βλ. σελίδα 13 της πραγματογνωμοσύνης). Στο από 21-6-1938 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Κ.

Χ., του Τοπογραφικού Γραφείου της Τεχνικής Υπηρεσίας κάποιου Υπουργείου (το όνομα του οποίου δεν διακρίνεται στο διάγραμμα), όπου απεικονίζεται η προτεινόμενη προς απαλλοτρίωση έκταση, το όριο της απαλλοτρίωσης συμπίπτει με το όριο του ρέματος. Το διάγραμμα αυτό είναι προγενέστερο του Ε. Σ. και απεικονίζει προτεινόμενη έκταση προς απαλλοτρίωση οπότε δεν μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστο.

Σύμφωνα με το διάγραμμα της απαλλοτρίωσης που διαθέτει η Πρόνοια, το ανατολικό όριο της απαλλοτρίωσης άλλαξε από την αρχική μελέτη και απεικονίζεται στην εικόνα 1 της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης με κόκκινη διακεκομμένη γραμμή. Τόσο το αρχικό όριο όσο και το διορθωμένο αφήνουν εκτός απαλλοτρίωσης την επίδικη έκταση.

Ο προσδιορισμός της αρχικής θέσης τού δυτικού ορίου του ρέματος δεν είναι δυνατός στην περιοχή της επίδικης έκτασης από τα διαγράμματα πριν της οριοθέτησή του το έτος 1993, όταν προέ β στον καθορισμό της οριογραμμής η Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης. Το έτος 1993 η προαναφερόμενη υπηρεσία, αφού μελέτησε παλαιότερες αποτυπώσεις του ρέματος στην περιοχή και τη μορφολογία του εδάφους της υφιστάμενης τότε κατάστασης , εξέδωσε την με αριθμό ΤΥ 6643/12.7.1993 απόφαση με την οποία καθορίστηκε η οριογραμμή του ρέματος σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 ν.880/1990.

Η οριογραμμή αυτή , αλλά και οι παρακείμενες του ρέματος ιδιοκτησίες, μεταξύ των οποίων και η επίδικη, αποτυπώθηκαν στο τοπογραφικό διάγραμμα του τεχνολόγου μηχανικού Κ. Χ., το οποίο επικυρώθηκε με την υπ' αριθμό ....1993 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης. Η Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών, καθόρισε ότι η οριογραμμή του ρέματος βρίσκεται ανατολικά των Γ 694, Γ 695, Γ 696 και Γ 697 οικοδομικών τετραγώνων.

Το επίδικο ακίνητο, το οποίο απεικονίζεται στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα καθορισμού της οριογραμμής του ρέματος με αριθμό 1, βρίσκεται δυτικά του δυτικού ορίου (επομένως εκτός ρέματος) με ελάχιστη απόσταση από αυτό 16 μέτρα (βλ. σελίδα 15 της πραγματογνωμοσύνης). Στην ίδια διαπίστωση , ότι, δηλαδή, το όριο της απαλλοτρίωσης στην επίμαχη περιοχή δεv ταυτίζεται με το όριο του ρέματος κατέληξε και ο τοπογράφος μηχανικός Ν.

Χ., ο οποίος διορίσθηκε πραγματογνώμονας, με την 30409/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε επί της με αριθμό κατάθεσης 24729/2005 αγωγής, με ενάγοντες τους Ε. Β., Ν. Β., Β. Β. και Χ. Β., κατά της "ΕΥΑΘ Α.Ε." (υπέρ της οποίας άσκησε πρόσθετη παρέμβαση το εκκαλούν) και αφορούσε όμορο ακίνητο εντός του ιδίου οικοδομικού τετραγώνου (Γ 696).

Η προαναφερόμενη αναγνωριστική αγωγή κυριότητας έγινε δεκτή με την υπ' αριθμό 38339/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία επικυρώθηκε με την υπ' αριθμό 2590/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που κατέστη αμετάκλητη μετά από την έκδοση της 395/2011 απόφασης του Αρείου Πάγου, δυνάμει της οποίας απορρίφθηκε η αναίρεση που είχε ασκήσει το εκκαλούν ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΥΑΘ ΠΑΓΙΩΝ".

Με βάση τα παραπάνω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά , δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο οικόπεδο αποτελεί τμήμα του ρέματος της περιοχής Άνω¨Τούμπας, όπως τα όρια αυτού υπήρχαν πριν τις 23-2-1946 (έναρξη ισχύος ΑΚ) , ούτε εντός των ορίων που αυτό έχει σήμερα, όπως προσδιορίσθηκαν με την προαναφερόμενη απόφαση της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης και σύμφωνα με την πρόσφατη αποτύπωση της πραγματογνώμονα κ.

Π. Μ. (βλ. συμπεράσματα έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, σελίδα 17).

Συνεπώς ο Οργανισμός Αποχετεύσεως Θεσσαλονίκης (Ο.Α,Θ.), δεν κατέστη κύριος του επίδικου οικοπέδου, δυνάμει του άρθρου 9 παρ. 1 και 2 ν.δ. 787/1970, αφού αυτό δεν αποτελούσε τμήμα του υπάρχοντος στην περιοχή Άνω Τούμπας ανοιχτού αποχετευτικού αγωγού όμβριων και μη υδάτων και δεν ανήκε στο Ελληνικό Δημόσιο, ούτε περιήλθε στηv κυριότητα της διαδόχου του "Ο.Α.Θ.

Α.Ε.", και, μετά τη συγχώνευσή της με την "Ο.Υ.Θ. Α.Ε.", δεν περιήλθε στην κυριότητα της ανώνυμης εταιρείας "ΕΥΑΘ Α.Ε." Συνακόλουθα δεν κατέστη κύριο αυτού το εκκαλούν-εναγόμενο, το οποίο απέκτησε την κυριότητα μόνο των περιουσιακών στοιχείων της "Ε.Υ.Α.Θ. Α.Ε.", που πράγματι της ανήκαν, μεταξύ των οποίων δεν ήταν το επίδικο το οποίο βρίσκεται εκτός της οριογραμμής του ρέματος και δεν ανήκει στην κυριότητά του, με έννομη συνέπεια να είναι δυνατή η άσκηση νομή επί του επιδίκου και η κτήση κυριότητας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.

Από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι οι Γ. και Ε. Χ., οι οποίοι απέκτησαν τη νομή και κατοχή του αρχικού υπό στοιχείο α' οικοπέδου εμβαδού 242,12 τμ με άτυπη μεταβίβαση από τους αδελφούς Μ., ασκούσαν από το έτος 1955 τις προαναφερόμενες διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίων (ανέγερση οικίας), χωρίς να ενοχληθούν από κανέναν.

Επίσης από το έτος 1959 οι ενάγοντες Μ. χήρα Π. Β. και ο γιός της Β. Β., οι οποίοι απέκτησαν με άτυπη μεταβίβαση τη νομή του αρχικού υπό στοιχείο β' οικοπέδου έκτασης 372,66 τμ ασκούσαν συνεχώς και αδιαλείπτως τις παραπάνω αναφερόμενες διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίων (ανέγερση κατοικίας). Το έτος 1996, ο Οργανισμός Αποχετεύσεως της περιοχής Θεσσαλονίκης (Ο.Α.Θ.), επικαλούμενος ότι τα προαναφερόμενα οικόπεδα αποτελούν τμήματα του χειμάρρου της περιοχής Άνω Τούμπας, κοινοποίησε στους προαναφερόμενους τα με αριθμούς 8/1996 και 9/1996 πρωτόκολλα καθορισμού αποζημίωσης, με τα οποία καθόρισε αποζημίωση για αυθαίρετη χρήση των οικοπέδων.

Τα πρωτόκολλα ακυρώθηκαν με τις 7010/1997 και 7007/1997 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που εκδόθηκαν κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, διότι πιθανολογήθηκε ότι τα κατεχόμενα οικόπεδα κείνται εκτός των ορίων του χειμάρρου Άνω Τούμπας. Έκτοτε ο "Ο.Α.Θ." και τα διάδοχα αυτού νομικά πρόσωπα δεν προέβησαν σε κάποια δικαστική ή εξώδικη ενέργεια των προσώπων που νέμονται τα πιο πάνω ακίνητα.

Επομένως οι Γ. και Ε. Χ. απέκτησαν την συγκυριότητα του οικοπέδου κατά ποσοστό 50 % εξ αδιαιρέτου ο καθένας, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας , αφού νέμονταν αυτό από κοινού, συνεχώς και αδιαλείπτως για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από είκοσι χρόνια (1955 - 2000). Με το αριθμό ....2000 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Χ.

Τ. - Μ., που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης (τόμος ..., αριθμός ...) συνέστησαν γονική παροχή και μεταβίβασαν στις ενάγουσες θυγατέρες τους Μ. και Α. Χ. κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στην κάθε μία, το παραπάνω αναφερόμενο οικόπεδο, εμβαδού μετά από ρυμοτόμηση 131,91 τμ. Ο ενάγων Β.

Β. και η ενάγουσα Μ. χήρα Π. Β. απέκτησαν τη συγκυριότητα του οικοπέδου, κατά ποσοστό 50 % εξ αδιαιρέτου ο καθένας, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας , αφού νέμονταν αυτό από κοινού, συνεχώς και αδιαλείπτως για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από είκοσι χρόνια (1959 - 2001). Ο ενάγων Β. Β. με το υπ' αριθμό ....2001 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Χ.

Τ. - Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του πιο πάνω Υποθηκοφυλακείου ( τόμος ..., αριθμός ...), μεταβίβασε στα τέκνα του, Μ. Β. (μη διάδικο), Π. Β. (2β' ενάγουσα) και Π. Β. (2γ' ενάγοντα), λόγω γονικής παροχής, εξ αδιαιρέτου και κατ' ισομοιρία την ψιλή κυριότητα του ιδανικού του μεριδίου (3/6) στο οικόπεδο, εμβαδού 351 , 89 τμ, μετά από ρυμοτόμηση τμήματος αυτού , παρακρατώντας για τον εαυτό του την επικαρπία του ακινήτου, εφ' όρου ζωής.

Η γονική αυτή παροχή, κατά το μέρος που αφορά την παροχή προς τη Μ. Β., ανακλήθηκε, με το υπ' αριθμό ....2002 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Σ., που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του πιο πάνω Υποθηκοφυλακείου (τόμος ..., αριθμός ...). Από το ιδανικό μερίδιο ποσοστού 1/6 εξ αδιαιρέτου που περιήλθε στην πλήρη κυριότητά του, ύστερα από την ανάκληση της γονικής παροχής, ο ενάγων Β.

Β., με το υπ' αριθμό ....2002 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών (τόμος ..., αριθμός ...), μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα στο Λ. Κ. (πέμπτο ενάγοντα), ιδανικό μερίδιο 4,27%. Επίσης, με το υπ' αριθμό ....2001 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Χ. Τ. - Μ., που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του πιο πάνω Υποθηκοφυλακείου (τόμος ..., αριθμός ...), η τρίτη ενάγουσα Μ.

χήρα Π. Β. μεταβίβασε στα εγγόνια της Α. Χ. (4α' ενάγουσα), νόμιμα εκπροσωπούμενη από τον δικαστικό της συμπαραστάτη, πατέρα της, Β. Χ., Π. Χ. (4β' ενάγουσα), Α. Χ. (4γ' ενάγουσα), λόγω δωρεάς, κατ' ισομοιρίαν και εξ αδιαιρέτου τη ψιλή κυριότητα του ιδανικού της μεριδίου , παρακρατώντας για τον εαυτό της την επικαρπία του οικοπέδου, εφ' όρου ζωής .

Το έτος 2002 οι ενάγοντες, με το υπ' αριθμό ....2002 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Σ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, επιθυμώντας την αξιοποίηση των ομόρων οικοπέδων τους, με την ανέγερση πολυόροφης οικοδομής, αφού κατεδάφισαν τις παλαιές οικίες, προέβησαν σε συνένωση αυτών, ανταλλάσσοντας μεταξύ τους ισάξια ποσοστά εξ αδιαιρέτου των οικοπέδων τους ώστε να προκύψει ένα ενιαίο οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο.

Στο ενιαίο οικόπεδο εμβαδού 483,80 τμ (131 τμ + 351 , 89 τμ ) μετέχουν η κάθε μία από τις ενάγουσες Α. Χ. και Μ. Χ. με ποσοστό 13,632% εξ αδιαιρέτου κατά πλήρη κυριότητα, οι ενάγοντες Π. Β., Π. Β. , Α. Χ. , Π. Χ. και Α. Χ. με ποσοστό 12,117% ξ αδιαιρέτου κατά ψιλή κυριότητα ο καθένας , ο ενάγων Β. Β. μετέχει με ποσοστό 24,23% εξ αδιαιρέτου κατ' επικαρπία και ποσοστό 9,01% εξ αδιαιρέτου κατά πλήρη κυριότητα, η ενάγουσα Μ.

χήρα Π. Β. με ποσοστό 36,37% εξ αδιαιρέτου κατ' επικαρπία και ο ενάγων Λ. Κ. με ποσοστό 3,141% κατά πλήρη κυριότητα.

Συνεπώς, οι ενάγοντες, με τη μεταγραφή των προαναφερόμενων συμβολαιογραφικών πράξεων, απέκτησαν στο επίδικο οικόπεδο τα δικαιώματα που προαναφέρθηκαν, τα οποία αμφισβητεί το εναγόμενο ΝΠΔΔ.". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο αναγνώρισε την συγκυριότητα των εναγόντων - εφεσιβλήτων στο επίδικο ακίνητο, κατά τα προαναφερόμενα για τον καθένα εξ αδιαιρέτου ποσοστά, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που δέχθηκε τα ίδια, απορρίπτοντας την έφεση του εκκαλούντος- εναγομένου - αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ.

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ ότι παραβίασε κανόνες ουσιαστικού δικαίου τους οποίους δεν εφάρμοσε καίτοι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι το επίδικο ακίνητο δεν είναι κοινόχρηστο, καθώς δεν περιλαμβανόταν στο χείμαρρο, o οποίος είχε καταστεί πράγμα κοινόχρηστο από αμνημονεύτων ετών, όπως το αναιρεσείον είχε ισχυριστεί πρωτοδίκως και με λόγο έφεσης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, παραβίασε:

Α) τις διατάξεις του άρθρου 4 του ΑΝ 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", καθώς το επίδικο περιλαμβάνεται στο χείμαρρο, που ως κοινόχρηστο πράγμα ανήκε στο Δημόσιο, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 1 και 3 του ΝΔ 787/1970, με βάση τις οποίες το επίδικο περιήλθε στην κυριότητα του άλλοτε ΟΑΘ και προστατεύεται όπως όλα τα δημόσια κτήματα, που είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας, Β) τις διατάξεις του άρθρου 23 παρ. 2 του N. 2937/2001 , σύμφωνα με τις οποίες, τα πάσης φύσεως προνόμια και ειδικές διατάξεις της ΕΥΑΘ ΑΕ σχετικά με τα περιουσιακά της στοιχεία, μεταξύ των οποίων είναι και οι διατάξεις περί προστασίας δημοσίων κτημάτων, εφαρμόζονται αναλογικά και στην ΕΥΑΘ ΠΑΓΙΩΝ, Γ) τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 973, 999, 1042, 1045 ΑΚ και Ν. 7/1856 περί δημοσίων γαιών, καθώς δεν απαίτησε αφενός μεν καλή πίστη και συνεχή νομή από το έτος 1830 έως την 11-9-1915 και Δ) τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 2 του ΝΔ 787/1970, κατά τις οποίες, περιλαμβάνονται στην περιουσία του ΟΑΘ οι εκτάσεις που προκύπτουν από τα τεχνικά έργα καλύψεως ή διαρρυθμίσεως ή μετατοπίσεως ρευμάτων κλπ.

Ωστόσο, o λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι το αναιρεσείον υπό την επίφαση της παράβασης των ανωτέρω διατάξεων προσβάλλει ουσιαστικά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου περί των αποδείξεων και τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές του περί της ουσίας των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο δεν αποτελούσε τμήμα του υπάρχοντος στην περιοχή Άνω Τούμπας ανοιχτού αποχετευτικού αγωγού όμβριων υδάτων και δεν ανήκε στο Ελληνικό Δημόσιο ως κοινόχρηστο πράγμα, ώστε να περιέλθει στη συνέχεια με βάση το άρθρο 9 παρ. 1 και 2 του ΝΔ 787/1970 στην κυριότητα του Οργανισμού Αποχετεύσεως Θεσσαλονίκης και ακολούθως στο αναιρεσείον.

Περαιτέρω, το Εφετείο, με αυτά που δέχθηκε κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα και έτσι όπως έκρινε, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, παραθέτοντας με σαφήνεια και πληρότητα τα, ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπωμένο αποδεικτικό του πόρισμα ότι, οι ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου κατά τα αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου, το οποίο προέκυψε από τη συνένωση δύο όμορων οικοπέδων, επί των οποίων οι αναφερόμενοι δικαιοπάροχοι αυτών είχαν καταστεί κύριοι με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ως νεμόμενοι τα δύο αυτά οικόπεδα με τις αναφερόμενες πράξεις νομής (ανέγερση οικιών) και με διάνοια κυρίων για χρονικό διάστημα μείζον της εικοσαετίας (από το 1955-2000 οι α' και β' ενάγουσες και από το 1959 έως το 2001 οι λοιποί).

Επίσης, διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, με στάθμιση και αξιολόγηση των επί μέρους αποδεικτικών μέσων, για το γεγονός ότι το επίδικο βρίσκεται εκτός των ορίων της απαλλοτρίωσης που έγινε το έτος 1938 για τη δημιουργία του προσφυγικού συνοικισμού Άνω Τούμπας και ότι αυτό (επίδικο) δεν αποτελεί τμήμα του ευρισκόμενου στον εν λόγω συνοικισμό ρέματος.

Επιπλέον τα όσα αντίθετα των ανωτέρω αποδειχθέντων, υποστηρίζει το εκκαλούν με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις για ελλιπείς αιτιολογίες ως προς την συγκυριότητα των εναγόντων στο επίδικο ακίνητο και ως προς το γεγονός ότι το επίδικο δεν αποτελεί τμήμα του ανωτέρω ρέματος, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Οι δε περαιτέρω αιτιάσεις που περιλαμβάνονται στον τρίτο λόγο, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, καθώς με το πρόσχημα της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλήττονται οι αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές του Εφετείου που προέκυψαν από τις αποδείξεις (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ.

γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του ιδίου Κώδικα, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (ΟλΑΠ 23/2008). Δεν επιβάλλεται, όμως, η ειδική μνεία και ξεχωριστή αξιολόγηση ενός εκάστου αποδεικτικού μέσου στη δικαστική απόφαση, χωρίς να αποκλείεται, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί στα πλαίσια του αναιρετικού ελέγχου, να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς να παραληφθεί κανένα (ΟλΑΠ 8/2016). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1038/2019, ΑΠ 573/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η, από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά έγγραφα, τα οποία το αναιρεσείον επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιόν του και συγκεκριμένα την γνωμοδότηση Μ.

με το συνημμένο τοπογραφικό διάγραμμα, καθώς και τα συμπεράσματα ελεγκτών δημόσιας διοίκησης, τα οποία εξήχθησαν μετά από ερωτήματα που έθεσαν στο γραφείο Νομικού Συμβούλου της Γενικής Γραμματείας του ΥΠΕΣΔΔΑ και από τα οποία έγγραφα αποδεικνυόταν o ισχυρισμός του ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα του ρέματος Τούμπας και ότι ανήκει στην περιουσία του.

Όπως προκύπτει από την επί λέξει παράθεση του οικείου τμήματος της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι το επίδικο ακίνητο δεν αποτέλεσε τμήμα του ρέματος Τούμπας και ότι δεν ανήκει στην κυριότητα του αναιρεσείοντος, κατόπιν εκτιμήσεως των εκεί αναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων, μεταξύ των οποίων και "...τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, μερικά από τα οποία μνημονεύονται ειδικότερα στη συνέχεια, χωρίς να παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς".

Από την κατηγορηματική αυτή διατύπωση, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο και τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτό εκτέθηκε ανωτέρω, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη και τα ανωτέρω έγγραφα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του, ανεξαρτήτως του ότι το δικαστήριο της ουσίας, κατά την ελεύθερη κρίση του, εκτίμησε διαφορετικά (και όχι σύμφωνα με τις απόψεις του αναιρεσείοντος) την αποδεικτική τους δύναμη και δεν δέχθηκε τη βασιμότητα των ισχυρισμών του.

Επομένως, και o εξεταζόμενος τέταρτος λόγος της αίτησης είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Δικαστικά έξοδα δεν θα επιδικαστούν σε βάρος του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, δεδομένου ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν κατέθεσαν προτάσεις και δεν υπέβαλαν σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ' αρ. 85/28-4-2014 αίτηση του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΥΑΘ ΠΑΓΙΩΝ" για αναίρεση της 40/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ