Supreme Court annuls labor court decision for failure to verify overtime system application specifics.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the First Instance Court of Appeal's decision regarding labor disputes over overtime and shift work systems. The court found the lower court failed to verify specific details on how the rotating shift system was applied to individual employees and whether subcontractors' work could be performed by regular staff. Consequently, the case was remitted for further examination to determine if the legal requirements for overtime distribution were met.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 580 of the Code of Civil Procedure; The court must verify specific facts regarding the application of the rotating shift system and the feasibility of subcontractor work before dismissing claims based on procedural defects.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 587 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 587/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 18 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον Ασπρόπυργο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαϊωάννου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) … και 65)Φ. Κ. του Π., κατοίκου Ελευσίνας. Οι 8ος, 14ος, 19ος, 52ος, 55ος και 58ος δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους, Ευαγγελία - Κωνσταντίνα Αποστολοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/6/2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1868/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 4067/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 23/10/2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Σε περίπτωση που απολείπεται ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση προκύπτει από το αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης (ή της κλήσης με την οποία αυτή φέρεται προς συζήτηση) με την πράξη ορισμού δικασίμου, το οποίο ο επισπεύδων επέδωσε προς τον αντίδικο του.
Το αντίγραφο αυτό, με την επ' αυτού σημείωση του δικαστικού επιμελητή που διενήργησε την επίδοση, οφείλει να προσκομίσει ο παριστάμενος αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση. Αντίθετα, σε περίπτωση που απολείπεται ο αντίδικος του διαδίκου που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση της συζήτησης προκύπτει από την έκθεση επίδοσης του αντιγράφου της αίτησης αναίρεσης κλπ προς τον αντίδικο, την οποία οφείλει να προσκομίσει ο επισπεύδων, που μετέχει στη συζήτηση (ΑΠ 1121/2020, ΑΠ 24/2016).
Περαιτέρω, από το άρθρο 143 παρ.1 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015, με έναρξη ισχύος την 1.1.2016 (σύμφωνα με την παρ.4 του ένατου άρθρου του άρθρου 1 του ιδίου νόμου), με το οποίο ορίζεται ότι "Ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 (δηλαδή, είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση) είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του", συνάγεται ότι ο δικηγόρος που παραστάθηκε ως πληρεξούσιος του διαδίκου στην πρωτοβάθμια ή στη δευτεροβάθμια (εφόσον ασκηθεί έφεση) δίκη θεωρείται κατά νόμο αντίκλητος για τις αναγόμενες στη δίκη αυτή επιδόσεις εγγράφων, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν γνωστοποιηθεί η αντικατάστασή του (ΑΠ 667/2020, ΑΠ 1034/2019).
Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 558 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων έναντι των οποίων ο αναιρεσείων έχει έννομο συμφέρον και θέλει να επιτύχει την ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 16/2014, ΑΠ 1958/2008), εκτός εάν συντρέχει περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, οπότε η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 1958/2008).
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 74, 75 και 553 παρ. 1 περ. β' ΚΠολΔ προκύπτει ότι, επί απλής ομοδικίας, η εκδιδόμενη απόφαση γίνεται αυτοτελώς τελεσίδικη για καθέναν από τους ομοδίκους και, συνεπώς, υπόκειται σε αναίρεση κατά το μέρος που είναι τελεσίδικη, προτού δηλαδή να γίνει τελεσίδικη και ως προς τους υπόλοιπους ομοδίκους (ΑΠ 239/2020, ΑΠ 1596/2018).
Τέλος επί αγωγής περισσοτέρων εργαζομένων προς επιδίκαση υπέρ εκάστου μισθολογικών αξιώσεων, η ομοδικία είναι απλή (ΑΠ 542/2020, ΑΠ 540/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την συζήτηση της από 23 Οκτωβρίου 2020 με αριθμ. καταθ. 8378/995/29.10.2020 αίτησης αναίρεσης, που έλαβε χώρα κατά τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (18.1.2022), δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο εκ του συνόλου των εξήντα πέντε (65) αναιρεσίβλητων, οι όγδοος (8ος), δέκατος τέταρτος (14ος), δέκατος ένατος (19ος), πεντηκοστός δεύτερος (52ος), πεντηκοστός πέμπτος (55ος) και πεντηκοστός όγδοος (58ος) αναιρεσίβλητοι, ενώ οι υπόλοιποι αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευαγγελία - Κωνσταντίνα Αποστολοπούλου.
Από την προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα με αριθ. 942Α/12.10.2021 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Ευβοίας Β. Μ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 23.10.2020 αίτησης για αναίρεση της με αριθ. 4067/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με πράξη ορισμού, ως αρμοδίου, του Β2 Τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε, με την επιμέλεια αυτής, νόμιμα και εμπρόθεσμα στην πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσίβλητων Ευαγγελία-Κωνσταντίνα Αποστολοπούλου, η οποία, κατ' άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο του Ν. 4335/2015, φέρει την ιδιότητα του αντικλήτου αυτών για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη συγκεκριμένη δίκη έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, καθότι όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ), της ως άνω με αριθ. 4067/2020 προσβαλλομένης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία της αναιρεσείουσας και των αναιρεσίβλητων, η ως άνω δικηγόρος παρέστη ως πληρεξούσια δικηγόρος των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσίβλητων στη δευτεροβάθμια δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και δεδομένου ότι δεν προκύπτει ότι γνωστοποιήθηκε με δικόγραφο από τους απόντες αναιρεσίβλητους ή από κάποιον από αυτούς προς την αναιρεσείουσα η αντικατάστασή της.
Συνακόλουθα εφόσον οι ως άνω 8ος, 14ος, 19ος, 52ος, 55ος, και 58ος αναιρεσίβλητοι, που κλήθηκαν νόμιμα από την αναιρεσείουσα, δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο ούτε είχε κατατεθεί ως προς αυτούς κατά το άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ), δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, πρέπει το παρόν Δικαστήριο να χωρήσει στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία αυτών (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
Με την κρινόμενη από 23 Οκτωβρίου 2020 με αριθμ. καταθ. 8378/995/29.10.2020 αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας κατά των εξήντα πέντε (65) σε αριθμό αναιρεσίβλητων, προσβάλλεται η αντιμωλία των ως άνω διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών με αριθ. 4067/15.6.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατόπιν άσκησης της από 31.10.2019 με αριθ.
καταθ. 96210/7571/5.11.2019 έφεσης εβδομήντα εννέα (79) σε αριθμό εκκαλούντων, στους οποίους (εκκαλούντες) συμπεριλαμβάνονται και όλοι οι αναιρεσίβλητοι, κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία με αριθ. 1868/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η ως άνω απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου εκδόθηκε επί της από 24.6.2014 με αριθ.
καταθ. 87338/3024/2014 αγωγής εβδομήντα οκτώ (78) σε αριθμό εναγόντων κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας. Με την ως άνω αγωγή τους οι ενάγοντες ισχυρίσθηκαν ότι είχαν προσληφθεί από την εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία με συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να απασχοληθούν σε εργοστάσιο τσιμέντων που διατηρεί αυτή στην Παραλία Ασπροπύργου Αττικής, ότι η τελευταία στις 22.3.2013 κατέθεσε στην Επιθεώρηση Εργασίας απόφαση μονομερούς επιβολής συστήματος εκ περιτροπής απασχόλησης στο σύνολο των εργαζομένων της από την 24.3.2013 και για χρονική διάρκεια εννέα (9) μηνών, ότι η ως άνω απόφαση της εναγομένης ήταν άκυρη, ως αντισυνταγματική, άλλως ως αντίθετη στο νόμο, άλλως και όλως επικουρικά ως καταχρηστική, για τους σ' αυτή εκτιθέμενους λόγους και ότι αυτοί (ενάγοντες) ουδέποτε την αποδέχθηκαν συνεχίζοντας να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με τους όρους πριν από την ως άνω μεταβολή, παρά την άρνηση της εναγομένης, η οποία περιήλθε σε υπερημερία.
Με βάση αυτό το ιστορικό ζητούσαν να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στον καθένα από αυτούς, για τα ημερομίσθια που δεν κατέβαλε λόγω της μονομερούς εφαρμογής του συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας το χρονικό διάστημα από 24.3.2013 έως 24.12.2013, τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσό, με το νόμιμο τόκο. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την ως άνω με αριθ. 1868/2019 απόφασή του, θεώρησε ότι δεν ασκήθηκε η αγωγή ως προς τον τριακοστό (30ο) ενάγοντα Κ.
Α. και δικάζοντας αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, αφού έκρινε ότι η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, απέρριψε αυτή ως κατ' ουσία αβάσιμη. Επί της από 31.10.2019 έφεσης των εναγόντων - εκκαλούντων, στους οποίους (εκκαλούντες) συμπεριλαμβάνονται η 76η εκκαλούσα, ατομικά και για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου της ως κληρονόμοι του 3ου ενάγοντα και οι 77η, 78η και 79η εκκαλούσες ως κληρονόμοι του 67ου ενάγοντος κατά της εναγομένης-εφεσίβλητης, εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη με αριθμ. 4067/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Με την ως άνω απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, που εκδόθηκε ερήμην των 10ου, 25ου, 32ου, 42ου, 46ου, 48ου, 57ου, 59ου, 69ου, 74ου, 76ης, 77ης, 78ης και 79ης εκκαλούντων, μη διαδίκων στην παρούσα αναιρετική δίκη και αντιμωλία των λοιπών εκκαλούντων και ήδη αναιρεσίβλητων και της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας, α) απορρίφθηκε η από 31.10.2019 έφεση ως προς τους ως άνω εκκαλούντες, που δικάσθηκαν ερήμην και β) έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η έφεση ως προς τους λοιπούς εκκαλούντες, που δικάσθηκαν αντιμωλία, εξαφανίσθηκε ως προς αυτούς η εκκαλουμένη απόφαση, κρατήθηκε η υπόθεση, δικάσθηκε κατ' ουσία η από 24.6.2014 αγωγή και έγινε εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη ως προς τον 58ο ενάγοντα - 56ο εκκαλούντα και ήδη 50ο αναιρεσίβλητο και έγινε δεκτή στο σύνολό της ως βάσιμη κατ' ουσία ως προς τους λοιπούς εκκαλούντες και ήδη αναιρεσίβλητους, που δικάστηκαν αντιμωλία και επιδικάσθηκε στον καθένα από αυτούς τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά με το νόμιμο τόκο.
Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, παραδεκτά στρέφεται μόνο κατά των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσίβλητων, που δικάσθηκαν αντιμωλία, έναντι των οποίων αυτή ηττήθηκε και οι οποίοι συνδέονται με απλή ομοδικία με τους δικασθέντες ερήμην 10ο, 25ο, 32ο, 42ο, 46ο, 48ο, 57ο, 59ο, 69ο, 74ο, 76η, 77η, 78η και 79η εκκαλούντες, μη διαδίκους στην παρούσα αναιρετική δίκη, ως προς τους οποίους απορρίφθηκε η έφεση (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ) είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Με τη διάταξη του άρθρου 38 του Ν. 1892/1990 (ΦΕΚ Α 101), όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 2 του Ν. 2639/1998 (ΦΕΚ Α 205) και συμπληρώθηκε με το άρθρο 7 του Ν. 2874/ 2000 (ΦΕΚ Α 286) και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 2 του Ν. 3846/2010 (ΦΕΚ Α 66) και τροποποιήθηκε με το άρθρο 17 παρ. 3 Ν. 3899/2010 (ΦΕΚ Α` 212) και ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, ορίζεται στην παρ. 3 αυτού ότι: "Κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας ή κατά τη διάρκειά της ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν κάθε μορφή απασχόλησης εκ περιτροπής.
Εκ περιτροπής απασχόληση θεωρείται η απασχόληση κατά λιγότερες ημέρες την εβδομάδα ή κατά λιγότερες εβδομάδες το μήνα ή κατά λιγότερους μήνες το έτος ή και συνδυασμός αυτών κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο εργασίας. Η παρεχόμενη από το άρθρο αυτό προστασία καλύπτει και τους απασχολούμενους με βάση τις συμφωνίες του προηγούμενου εδαφίου.
Αν περιοριστούν οι δραστηριότητες του ο εργοδότης μπορεί, αντί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, να επιβάλλει σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης στην επιχείρησή του, η διάρκεια της οποίας δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τους εννέα (9) μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος, μόνο εφόσον προηγουμένως προβεί σε ενημέρωση και διαβούλευση με τους νόμιμους εκπροσώπους των εργαζομένων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ/τος 240/2006 και του Ν. 1767/1988.
Οι συμφωνίες ή οι αποφάσεις της παραγράφου αυτής γνωστοποιούνται μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την κατάρτιση ή τη λήψη τους στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας". Κατά δε την παρ.4 του ιδίου άρθρου "Ως εκπρόσωποι των εργαζομένων για την εφαρμογή της προηγουμένης παραγράφου ορίζονται κατά την εξής σειρά προτεραιότητας:
α) οι εκπρόσωποι από την πλέον αντιπροσωπευτική συνδικαλιστική οργάνωση της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης, η οποία καλύπτει κατά το καταστατικό της τους εργαζομένους, ανεξάρτητα από την κατηγορία, τη θέση ή την ειδικότητα τους, β) οι εκπρόσωποι των υφισταμένων συνδικαλιστικών οργανώσεων της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης, γ) τα συμβούλια εργαζομένων, δ) εάν ελλείπουν συνδικαλιστικές οργανώσεις ή συμβούλια εργαζομένων, η ενημέρωση και η διαβούλευση γίνεται με το σύνολο των εργαζομένων.
Η ενημέρωση μπορεί να γίνει με εφάπαξ ανακοίνωση σε εμφανές και προσιτό σημείο της επιχείρησης. Η διαβούλευση πραγματοποιείται σε τόπο και χρόνο που ορίζει ο εργοδότης". Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι η εκ περιτροπής εργασία (συμβατική ή επιβαλλομένη μονομερώς), αποτελεί ειδικότερη μορφή μερικής απασχόλησης, κατά την οποία ο μισθωτός απασχολείται στην επιχείρηση ή σε ορισμένο τμήμα αυτής λιγότερες ημέρες την εβδομάδα ή λιγότερες εβδομάδες το μήνα ή λιγότερους μήνες το έτος, αλλά πάντα κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο εργασίας με αντίστοιχα μειωμένες αποδοχές.
Βασικό εννοιολογικό γνώρισμα της εκ περιτροπής εργασίας είναι η εναλλαγή χρονικών διαστημάτων εργασίας και αργίας (μη εργασίας), μολονότι η λειτουργία της επιχείρησης ή τμήματος αυτής παραμένει συνεχής. Από τις ίδιες αυτές διατάξεις, συνάγεται ότι η εκ περιτροπής εργασία μπορεί να λάβει δύο ειδικότερες μορφές και συγκεκριμένα: 1) της συμφωνημένης (συμβατικής) εκ περιτροπής εργασίας, η οποία επιτρέπεται να συμφωνηθεί ελεύθερα με διάφορους συνδυασμούς που επιλέγουν τα μέρη, με μόνο περιορισμό της παροχής της ημερήσιας εργασίας κατά πλήρες ωράριο και 2) αυτής που εφαρμόζεται με μονομερή εργοδοτική απόφαση.
Ειδικότερα στη δεύτερη περίπτωση παρέχεται η δυνατότητα στον εργοδότη και στο πλαίσιο του διευθυντικού του δικαιώματος σε ευρεία έννοια (ΑΠ 771/2017, ΑΠ 468/2012), σε περίπτωση περιορισμού της δραστηριότητάς της επιχείρησής του, να επιβάλλει στην επιχείρησή του "σύστημα εκ περιτροπής εργασίας", μέχρι εννέα (9) μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος.
Προϋποθέσεις κατά την τελευταία ως άνω διάταξη του εδαφίου δ της ως άνω παραγράφου για τη μονομερή επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας είναι: α) περιορισμός των δραστηριοτήτων του εργοδότη, ο οποίος συνήθως είναι προσωρινής διάρκειας, β) ενημέρωση και διαβούλευση με τους εκπροσώπους των εργαζομένων και, ελλείψει αυτών, με το σύνολο των εργαζομένων, χωρίς να είναι απαραίτητο τα μέρη να καταλήξουν σε συμφωνία, οπότε η εφαρμογή του συστήματος εκ περιτροπής εργασίας λαμβάνει χώρα με μονομερή απευθυντέα δήλωση του εργοδότη προς τους εργαζομένους, διαπλαστικού χαρακτήρα (ΑΠ 771/2017, ΑΠ 1252/2014), γ) η διάρκειά της να μην είναι μεγαλύτερη από τους εννέα (9) μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος και δ) η απόφαση του εργοδότη (όταν αυτή επιβάλλεται μονομερώς) ή η συμφωνία (όταν πρόκειται για συμβατική εκ περιτροπής εργασία) να κοινοποιηθεί εντός οκτώ (8) ημερών στην Επιθεώρηση Εργασίας.
Από το ότι η μονομερής επιβολή του συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας εκ μέρους του εργοδότη προβλέπεται κατά το νόμο "αντί της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας", προκύπτει ότι ο περιορισμός της δραστηριότητας του εργοδότη, ανεξαρτήτως των λόγων στους οποίους οφείλεται, πρέπει να είναι τέτοιος, που θα οδηγούσε σε απολύσεις για οικονομικοτεχνικούς λόγους.
Προϋποτίθεται δηλαδή η από τον περιορισμό της δραστηριότητας του εργοδότη πρόκληση πλεονάζοντος προσωπικού, λόγω της μείωσης της διαθέσιμης εργασίας, ήτοι της ανάγκης του εργοδότη για παροχή εργασίας προς αυτόν. Ως εκ τούτου ο περιορισμός της δραστηριότητας δεν δικαιολογεί την επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας, αν είναι εντελώς ασήμαντος, αλλά θα πρέπει αντιθέτως να πρόκειται για σημαντικό περιορισμό αυτής (ΑΠ 1044/2020, ΑΠ 1279/2018, ΑΠ 697/2018, ΑΠ 771/2017).
Δεν αποκλείεται δε, ο περιορισμός της δραστηριότητας να πλήττει ορισμένα ή ένα τμήμα της επιχείρησης ή να μην έχει την ίδια ένταση, ποιότητα και διάρκεια σε κάθε τμήμα, οπότε είναι δυνατόν το επιβαλλόμενο σύστημα εκ περιτροπής εργασίας να είναι διαφορετικό ανά τμήμα. Από την πρόβλεψη δε επιβολής "συστήματος εκ περιτροπής εργασίας", αντί της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας του πλεονάζοντος προσωπικού, συνάγεται ότι το σύστημα αυτό αξιολογείται από τον νομοθέτη ως ηπιότερο μέτρο σε σχέση με την καταγγελία.
Το σύστημα δε της εκ περιτροπής εργασίας που δικαιούται να επιβάλει μονομερώς ο εργοδότης προϋποθέτει αναγκαίως εναλλαγή εργαζομένων στην ίδια επιχείρηση στην ίδια ή περισσότερες θέσεις εργασίας σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, ενώ η λειτουργία της επιχείρησης παραμένει συνεχής. Η εναλλαγή αυτή μπορεί να γίνεται, είτε κατά ομάδες μισθωτών εκ των οποίων η μία θα αντικαθιστά την άλλη διαδοχικά στην απασχόληση και τη μη απασχόληση, είτε από ένα μισθωτό τη φορά, υπό την έννοια ότι κάθε φορά ένας μισθωτός θα τίθεται εναλλάξ σε υποχρεωτική αργία, ενώ ο άλλος μισθωτός θα καλύπτει κατά πλήρες ωράριο τη θέση εργασίας.
Χωρίς αυτή την εναλλάξ παροχή εργασίας, η οποία θα καταλαμβάνει το σύνολο των εργαζομένων στην επιχείρηση ή στο τμήμα αυτής που εμφανίζει σημαντικά μειωμένη δραστηριότητα, η εφαρμογή του συστήματος δεν είναι νοητή και κατά συνέπεια δεν μπορεί να επιβληθεί με μονομερή απόφαση του εργοδότη κατά το εδάφιο δ της παρ.3 του άρθρου 38 του Ν. 1892/1990, όπως τροποποιηθέν ισχύει (ΑΠ 771/2017, ΑΠ 1252/2014).
Συνακόλουθα δεν είναι κατά νόμο επιτρεπτή η εκ μέρους του εργοδότη μονομερής επιβολή συστήματος εργασίας κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο για τις ίδιες συγκεκριμένες ημέρες την εβδομάδα σε μισθωτούς της επιχείρησής του, αφού στη περίπτωση αυτή ελλείπει το στοιχείο της εναλλάξ παροχής εργασίας (ΑΠ 771/2017), ούτε η επιβολή του επιλεκτικά σε συγκεκριμένους μόνο μισθωτούς, όταν οι υπόλοιποι εξακολουθούν να εργάζονται με πλήρες ωράριο ή όταν το αντικείμενο εργασίας καλύπτεται από ένα μισθωτό, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατόν να αντικατασταθεί από άλλον κατά το χρόνο της υποχρεωτικής απουσίας του (ΑΠ 1252/2014).
Επί πλέον, με την απονομή από τον νόμο στον εργοδότη του δικαιώματος αυτού θεσπίζεται εξαιρετικό δίκαιο, με το οποίο εισάγεται απόκλιση και από το άρθρο 656 του ΑΚ με συνέπεια οι σχετικές διατάξεις πρέπει να ερμηνεύονται στενά (ΑΠ 1318/2019). Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η νόμιμη επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας κατά την έννοια του άρθρου 7 του Ν. 2112/1920, διότι λαμβάνει χώρα κατ` ενάσκηση διαπλαστικού δικαιώματος του εργοδότη απορρέοντος από τον νόμο (ΑΠ 1044/2020, ΑΠ 771/2017).
Αν αντιθέτως δεν τηρούνται οι ανωτέρω όροι και προϋποθέσεις, δεν υφίσταται σχετικό δικαίωμα του εργοδότη για μονομερή μεταβολή των όρων εργασίας, δεν επέρχεται δηλαδή αναστολή της πλήρους λειτουργίας της εργασιακής σύμβασης, με τη μείωση του χρόνου απασχόλησης και την αντίστοιχη μείωση της αμοιβής, η δε μονομερής επιβολή της συνιστά (παράνομη) βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, που λαμβάνει χώρα χωρίς τη συμφωνία του εργαζομένου και χωρίς σχετικό δικαίωμα του εργοδότη, η οποία επισύρει τις συνέπειες του άρθρου 7 του Ν. 2112/1920 και των άρθρων 361, 349, 350, 656 του ΑΚ.
Στην περίπτωση αυτή, ο μισθωτός έχει διαζευκτικά τις εξής δυνατότητες: α) να αποδεχθεί τη μεταβολή, ρητά ή σιωπηρά, με πράξεις δηλαδή που συμπερασματικά δείχνουν τη βούλησή του για αποδοχή, όπως στην περίπτωση κατά την οποία ο μισθωτός επί μακρό χρονικό διάστημα αδιαμαρτύρητα και ανεπιφύλακτα συμμορφώνεται προς τους νέους όρους εργασίας (ΑΠ 164/2018, ΑΠ 1087/2008) οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση, τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη (άρθ. 361 ΑΚ), εφ` όσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη, β) να θεωρήσει την μονομερή βλαπτική μεταβολή ως καταγγελία από την πλευρά του εργοδότη και να αποχωρήσει, αξιώνοντας συγχρόνως την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης κατά το άρθρο 7 του Ν. 2112/1920 και γ) να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους πριν από τη μεταβολή όρους, οπότε η μη αποδοχή τους από τον εργοδότη τον καθιστά υπερήμερο δανειστή και επέρχονται οι συνέπειες που ορίζει το άρθρο 656 του ΑΚ, δηλαδή η καταβολή μισθών υπερημερίας (ΑΠ 1044/2020, ΑΠ 771/2017).
Αν ο εργαζόμενος επιλέξει να διατηρήσει την ως άνω τρίτη δυνατότητα, μπορεί να συνεχίσει να εργάζεται προσωρινά με τους νέους όρους εργασίας, επιφυλασσόμενος για τα δικαιώματά του από τη σύμβαση και να προσφύγει στο δικαστήριο προκειμένου να κριθεί ο νόμιμος ή παράνομος χαρακτήρας της μεταβολής, χωρίς να θεωρείται η συνέχιση της απασχόλησής του με τους νέους όρους εργασίας ως σιωπηρή αποδοχή (ΑΠ 958/2020, ΑΠ 697/2018, ΑΠ 1252/2014).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1044/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 269/2020, ΑΠ 1361/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "....Περαιτέρω, όσον αφορά στον περιορισμό της δραστηριότητας της επιχείρησης της εναγομένης, δεν αποδείχθηκε ότι ήταν πολύ σοβαρός, με μόνιμα χαρακτηριστικά και τέτοιας έκτασης, έτσι ώστε, λόγω της μείωσης της διαθέσιμης εργασίας να προκαλείται πλεονάζον προσωπικό και να απειλούνται άμεσα οι θέσεις εργασίας των εργαζομένων και για το λόγο αυτό, να επιλέξει η εναγομένη την εφαρμογή του συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας, ως ηπιότερο μέτρο, προκειμένου να μην προβεί σε απολύσεις εργαζομένων, σύμφωνα και με τα παραπάνω εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας.
Ειδικότερα, πράγματι από τους ισολογισμούς της εναγομένης εταιρίας, που η ίδια επικαλείται και προσκομίζει προκύπτει κατά τα τελευταία έτη μείωση του κύκλου εργασιών αυτής, καθώς το έτος 2006 εμφάνισε κύκλο εργασιών ύψους 87.979.000 ευρώ, το έτος 2007 ύψους 83.878.000 ευρώ, το έτος 2008 ύψους 88.385.000 ευρώ, το έτος 2009, ύψους 76.380.695 ευρώ, το έτος 2010 ύψους 64.587.511 ευρώ, το έτος 2011 ύψους 42.185.754 ευρώ και το έτος 2012, δηλαδή το αμέσως προηγούμενο από την εφαρμογή του συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας, εμφάνισε κύκλο εργασιών ύψους 28.499.843 ευρώ.
Η μείωση δε της δραστηριότητας της εναγομένης οφείλεται στην γενικότερη μείωση του κύκλου εργασιών του κατασκευαστικού κλάδου στην ελληνική επικράτεια, τόσο ως προς την ιδιωτική οικοδομική δραστηριότητα, όσο και ως προς τα δημόσια έργα, που είχε ως συνέπεια την πτώση της κατανάλωσης, άρα και παραγγελιών τσιμέντου.
Όμως δεν αποδείχθηκε ότι η μείωση της δραστηριότητας της εναγομένης ήταν σε τέτοιο βαθμό, ώστε να προκύπτει εξαιτίας αυτής πλεονάζον προσωπικό, για το οποίο υπήρχε βάσιμος κίνδυνος απώλειας των θέσεων εργασίας του. Τούτο διότι, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, από τις καταθέσεις των μαρτύρων των εναγόντων Ι.
Β. και Κ. Χ. στις με αριθμούς 3801/2016 και 3802/2016 ένορκες βεβαιώσεις αντίστοιχα, καθώς επίσης, από το με αρ. πρωτ. 307/4-11-2013 έγγραφο του σωματείου των εργαζομένων στην εναγόμενη εταιρία προς την Επιθεώρηση Εργασίας Άνω Λιοσίων, το με ημερομηνία 20-11-2013 δελτίο ελέγχου και το με ημερομηνία 29-11-2013 πόρισμα ελέγχου της Επιθεώρησης Εργασίας Άνω Λιοσίων, όπως και από το με αρ.
πρωτ. 410/4-4-2013 απαντητικό έγγραφο της παραπάνω υπηρεσίας προς το σωματείο των εργαζομένων στην εναγομένη εταιρία, έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι ενάγοντες, αποδείχθηκε ότι καθ' όλο το χρονικό διάστημα που ήταν σε εφαρμογή το σύστημα της εκ περιτροπής εργασίας των εργαζομένων στην επιχείρηση της εναγομένης, αφενός μεν υπήρχαν εργαζόμενοι της επιχείρησης που εκτελούσαν υπερωριακή εργασία, αφετέρου δε η εναγομένη απασχολούσε συνεργεία εξωτερικών εργολάβων, με δικό τους προσωπικό, που εκτελούσαν εργασίες τις οποίες θα μπορούσε να αναθέσει, προκειμένου να εκτελεστούν, στους εργαζομένους της.
Πρέπει βέβαια να σημειωθεί, ότι η εναγομένη χρησιμοποιούσε εξωτερικά συνεργεία για την εκτέλεση εργασιών και πριν από την εφαρμογή του επίδικου προγράμματος εκ περιτροπής εργασίας. Συγκεκριμένα, κατά τον έλεγχο που διενήργησε η Επιθεώρηση Εργασίας Άνω Λιοσίων στις 20-11-2013 στις εγκαταστάσεις του εργοστασίου της εναγομένης, διαπιστώθηκε ότι στο Τμήμα Μηχανουργείου, απασχολούνταν συνεργείο εξωτερικού εργολάβου, πραγματοποιώντας μάλιστα και υπερωριακή εργασία, ενώ οι εργαζόμενοι του τμήματος τελούσαν σε καθεστώς εκ περιτροπής εργασίας.
Κατά συνέπεια, η μείωση της δραστηριότητας της εναγομένης, δεν είχε ως αποτέλεσμα την ύπαρξη πλεονάζοντος προσωπικού και ως εκ τούτου την πρόκληση κινδύνου για τις θέσεις εργασίας αυτού, εφόσον αποδεικνύεται ότι θα μπορούσε η εναγομένη ευχερώς, με τον κατάλληλο προγραμματισμό, να απασχολεί το σύνολο των εργαζομένων της εντός του νόμιμου ωραρίου εργασίας τους, χωρίς κάποιοι εξ αυτών να πραγματοποιούν υπερωριακή απασχόληση και χωρίς να αναθέτει σε εξωτερικούς εργολάβους την εκτέλεση εργασιών που θα μπορούσε να εκτελέσει το δικό της προσωπικό.
Η εναγομένη, ισχυρίζεται βέβαια όλως αορίστως ότι η υπερωριακή εργασία, είτε αφορούσε σε έκτακτες ανάγκες, είτε θα γίνονταν σε κάθε περίπτωση και ότι τα συνεργεία των εξωτερικών εργολάβων εκτελούσαν άλλες διαφορετικές εργασίες, πέραν των καθηκόντων των εργαζομένων της, πλην όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκαν οι ισχυρισμοί της αυτοί, ενώ και ο μάρτυρας της εναγομένης Χ.
Μ., στην ένορκη κατάθεσή του ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, επαναλαμβάνει τους ίδιους πιο πάνω αόριστους ισχυρισμούς, χωρίς να επικαλείται ούτε μία περίπτωση έκτακτης ανάγκης για την οποία απαιτήθηκε υπερωριακή εργασία, ούτε και δίνει πειστική εξήγηση για ποιο λόγο θα πραγματοποιούνταν σε κάθε περίπτωση στην επιχείρηση υπερωρίες, ούτε και για το λόγο απασχόλησης προσωπικού εξωτερικών εργολάβων, σε εργασίες που είχε τη δυνατότητα να εκτελέσει το προσωπικό της εταιρίας, όπως αυτό άλλωστε διαπιστώθηκε κατά τον έλεγχο της Επιθεώρησης Εργασίας στις 20-11-2013.
Επίσης, το γεγονός ότι η μείωση της δραστηριότητας της εναγομένης δεν ήταν τέτοιου βαθμού που να επιβάλει την εφαρμογή του μέτρου της εκ περιτροπής εργασίας, προς αποφυγή απολύσεων εργαζομένων, αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι, όπως προκύπτει από τους ισολογισμούς που η ίδια (εναγομένη) επικαλείται και προσκομίζει, τα αμέσως επόμενα έτη, ο κύκλος εργασιών της εταιρίας ήταν αντίστοιχος και συγκεκριμένα, το έτος 2013 ανήλθε στο ποσό των 23.775.879 ευρώ, το έτος 2014 στο ποσό των 28.752.336 ευρώ και το έτος 2015 στο ποσό των 24.996.000 ευρώ, χωρίς η εναγόμενη να προβεί σε απολύσεις εργαζομένων της για οικονομοτεχνικούς λόγους, αλλά ούτε και να εφαρμόσει εκ νέου πρόγραμμα εκ περιτροπής εργασίας.
Επίσης, από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων Α. Κ. ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, τις καταθέσεις των μαρτύρων των εναγόντων Ι. Β. και Κ. Χ. στις με αριθμούς 3801/2016 και 3802/2016 ένορκες βεβαιώσεις αντίστοιχα αλλά και τα εβδομαδιαία προγράμματα εργασίας του προσωπικού της εναγομένης κατά το επίδικο χρονικό διάστημα εφαρμογής του συστήματος εκ περιτροπής εργασίας, έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι ενάγοντες, αποδείχθηκε ότι το σύστημα της εκ περιτροπής εργασίας, δεν εφαρμόστηκε σε όλους τους εργαζόμενους της επιχείρησης, ούτε και εφαρμόστηκε ισότιμα ανάμεσα στους εργαζόμενους στα διάφορα τμήματα της εταιρίας.
Συγκεκριμένα, αποδείχθηκε ότι οι εργαζόμενοι Ι. Β., Κ. Χ. και Φ. Ν. δεν εντάχθηκαν ούτε μία ημέρα στο πρόγραμμα της εκ περιτροπής εργασίας, όπως τούτο προκύπτει για μεν τους δύο πρώτους από τα όσα οι ίδιοι καταθέτουν στις αντίστοιχες ένορκες βεβαιώσεις τους ενώ για τον τρίτο από την μελέτη των εβδομαδιαίων προγραμμάτων εργασίας.
Επίσης, ως προς την εφαρμογή του συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας στα επιμέρους τμήματα της επιχείρησης της εναγομένης, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: α) Από τους Εργοδηγούς Παραγωγής, ο Π. Μ. δεν εργάστηκε 16 εργάσιμες ημέρες, ο Κ. Κ. 5 εργάσιμες ημέρες, ο Χ. Θ. 4 εργάσιμες ημέρες, ο Φ. Ζ. 3 εργάσιμες ημέρες και ο Φ.
Ν., όπως προεκτέθηκε, εργάστηκε κανονικά, όλες τις εργάσιμες ημέρες, β) Από τους Χειριστές Φορτωτή, ο Μ. Τ. δεν εργάστηκε 16 εργάσιμες ημέρες, οι Γ. Γ. και Κ. Κ. του Θ. δεν εργάστηκαν 14 εργάσιμες ημέρες, οι Τ. Ε., Δ. Η., Μ. Φ. και Κ. Κ. του Β. δεν εργάστηκαν 12 εργάσιμες ημέρες και ο Ι. Κ. δεν εργάστηκε 11 εργάσιμες ημέρες, γ) Από τους Βοηθούς Χημείου, ο Μ.
Σ. δεν εργάστηκε 6 εργάσιμες ημέρες, οι Β. Τ. και Δ. Κ. δεν εργάστηκαν 5 εργάσιμες ημέρες, ο Θ. Κ. και Κ. Σ. δεν εργάστηκαν 4 εργάσιμες ημέρες, ο Ε. Ν. δεν εργάστηκε 2 εργάσιμες ημέρες και ο Ι. Π. δεν εργάστηκε 1 μόνο εργάσιμη ημέρα, δ) Από τους Εργάτες Χημείου, οι Ν. Σ. και Ι. Μ. δεν εργάστηκαν 8 εργάσιμες ημέρες, οι Θ. Κ.
και Κ. Μ. δεν εργάστηκαν 7 εργάσιμες ημέρες, ενώ ο Π. Α. δεν εργάστηκε 2 μόνο εργάσιμες ημέρες, ε) Από τους Χειριστές Ενοποιημένου Συστήματος - Ψήστες, ο Ι. Κ. δεν εργάστηκε 19 εργάσιμες ημέρες, ο Χ. Β. 18 εργάσιμες ημέρες, οι Δ. Μ., Ε. Μ., Γ. Α., Γ. Κ. και Χ. Α. δεν εργάστηκαν 16 εργάσιμες ημέρες, ο Σ. Ζ. δεν εργάστηκε 15 εργάσιμες ημέρες, ο Μ.
Ρ. δεν εργάστηκε 13 εργάσιμες ημέρες και ο Ν. Ρ. δεν εργάστηκε 12 εργάσιμες ημέρες, στ) Από τους Ηλεκτροτεχνίτες, οι Κ. Π. και Κ. Σ. δεν εργάστηκαν 16 εργάσιμες ημέρες, οι Δ. Κ., Χ. Μ., Γ. Π., Ι. Μ. και Α. Κ. δεν εργάστηκαν 14 εργάσιμες ημέρες, οι Δ. Τ. και Χ. Κ. δεν εργάστηκαν 13 εργάσιμες ημέρες, ενώ οι Κ. Μ. και Γ. Μ. δεν εργάστηκαν 7 εργάσιμες ημέρες, ζ) Από τους εργαζόμενους στον Σπαστήρα Πρώτων Υλών, ο Σ.
Σ. δεν εργάστηκε 18 εργάσιμες ημέρες και ο Γ. Π. δεν εργάστηκε 17 εργάσιμες ημέρες, η) Από τους εργαζόμενους στην Ομάδα Γενικών Καθηκόντων, ο Ι. Μ. εν εργάστηκε 22 εργάσιμες ημέρες, ο Ι Π. δεν εργάστηκε 19 εργάσιμες ημέρες, οι Κ. Κ. και Π. Χ. δεν εργάστηκαν 11 εργάσιμες ημέρες, ο Μ. Π. δεν εργάστηκε 10 εργάσιμες ημέρες και ο Ι.
Ν. δεν εργάστηκε 8 εργάσιμες ημέρες, θ) Από τους Μηχανουργούς, ο Μ. Μ. δεν εργάστηκε 24 εργάσιμες ημέρες, ο Ε. Π. δεν εργάστηκε 23 εργάσιμες ημέρες, ο Α. Μ. δεν εργάστηκε 22 εργάσιμες ημέρες, οι Α. Κ. και Ά. Η. δεν εργάστηκαν 21 εργάσιμες ημέρες, ο Γ. Τ. δεν εργάστηκε 15 εργάσιμες ημέρες, ο Σ. Μ. δεν εργάστηκε 10 εργάσιμες ημέρες, οι Π.
Γ. και Θ. Π. δεν εργάστηκαν 7 εργάσιμες ημέρες, οι Β. Κ. και Δ. Κ. δεν εργάστηκαν 4 εργάσιμες ημέρες και ο Ι. Β., όπως προεκτέθηκε, εργάστηκε όλες τις εργάσιμες ημέρες, ι) Από τους εργαζόμενους στο Τμήμα Φορτώσεων, οι Π. Κ. και Δ. Κ. δεν εργάστηκαν 5 εργάσιμες ημέρες, οι Π. Ε., Π. Π., Δ. Ν., Η. Μ., Μ. Τ. και Π. Β. δεν εργάστηκαν 4 εργάσιμες ημέρες, ενώ οι Γ.
Ν. και Α. Ν., δεν εργάστηκαν 1 μόνο εργάσιμη ημέρα, ια) Από τους εργαζόμενους στο Θυρωρείο, ο Κ. Φ. δεν εργάστηκε 14 εργάσιμες ημέρες, ο Δ. Γ. δεν εργάστηκε 13 εργάσιμες ημέρες, ο Ε. Σ. δεν εργάστηκε 11 εργάσιμες ημέρες, ο Δ. Ο. δεν εργάστηκε 9 εργάσιμες ημέρες, ο Θ. Ν. δεν εργάστηκε 7 εργάσιμες ημέρες και ο Κ. Σ. δεν εργάστηκε 6 εργάσιμες ημέρες, ιβ) Στο Γραφείο Πωλήσεων, όλοι οι εργαζόμενοι δεν εργάστηκαν 1 εργάσιμη ημέρα.
Από όλα τα παραπάνω συνάγεται ότι στην υπό κρίση περίπτωση εξέλειπαν οι προϋποθέσεις για τη νόμιμη επιβολή μονομερώς από την εναγομένη συστήματος εκ περιτροπής εργασίας, καθώς, αφενός μεν δεν αποδείχθηκε ότι η μείωση της δραστηριότητάς της ήταν σοβαρή, με μόνιμα χαρακτηριστικά και τέτοιας έκτασης, που να απειλεί άμεσα τις θέσεις εργασίας των εργαζομένων και να οδηγεί σε απολύσεις αυτών για οικονομικοτεχνικούς λόγους, αφετέρου δε, δεν προέβη σε ισομερή επιβολή της εκ περιτροπής εργασίας σε όλους τους εργαζομένους της, σύμφωνα και με τα παραπάνω εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας.
Επομένως, η παραπάνω μονομερής ενέργεια της εναγομένης, που έγινε χωρίς τη συμφωνία των εναγόντων, συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους. Εφόσον δε οι τελευταίοι, συνέχισαν μεν να εργάζονται προσωρινά με τους νέους όρους εργασίας, διαμαρτυρόμενοι όμως προφορικά προς τούτο στην εναγομένη και γνωστοποιώντας ότι εμμένουν στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες τους σύμφωνα με τους πριν τη μεταβολή όρους, η δε εναγομένη δεν αποδέχτηκε τούτο, η τελευταία κατέστη υπερήμερη και υποχρεούται να καταβάλει σε αυτούς, τα ημερομίσθια που θα κατέβαλε, εάν απασχολούσε τους ενάγοντες κανονικά τις ημέρες που αρνήθηκε να αποδεχθεί τις υπηρεσίες τους εφαρμόζοντας παρανόμως το σύστημα της εκ περιτροπής εργασίας.
Συνεπώς με βάση τα εβδομαδιαία προγράμματα εργασίας παραπάνω του προσωπικού της εναγομένης κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, εκ των οποίων προκύπτουν οι ημέρες που οι ενάγοντες δεν εργάσθηκαν κατ' εφαρμογή του συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας και τις αποδείξεις μισθοδοσίας των εναγόντων του μηνός Μαρτίου του 2013, έγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι ενάγοντες, χωρίς και η εναγόμενη να αμφισβητεί την ορθότητα των στοιχείων αυτών, η τελευταία οφείλει αποδοχές υπερημερίας στους ενάγοντες - εκκαλούντες ως ακολούθως (.....).
Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ότι η εναγόμενη αντιμετώπισε σημαντική μείωση των δραστηριοτήτων της, που δικαιολογούσε κατ' άρθρο 38 παρ.3 εδ.δ του ν. 1892/1990 την εκ μέρους της μονομερή επιβολή του μέτρου της εκ περιτροπής εργασίας των εργαζομένων της, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την εφαρμογή του νόμου, κατά παραδοχή ως βάσιμου του πρώτου λόγου της κρινόμενης έφεσης, ενώ παρέλκει η έρευνα του τρίτου λόγου της έφεσης, με την οποία οι ενάγοντες παραπονούνται διότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την επικουρική βάση της αγωγής, με την οποία ισχυρίσθηκαν ότι η μονομερής επιβολή από την εναγόμενη της εκ περιτροπής απασχόλησης είναι άκυρη, διότι η ενέργειά της αυτή συνιστά αυθαίρετη άσκηση του διευθυντικού της δικαιώματος, που αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ....".
Ακολούθως το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως προεκτέθηκε, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση ως προς τους εκκαλούντες και ήδη αναιρεσίβλητους, που δικάσθηκαν αντιμωλία, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε την υπόθεση, δίκασε κατ' ουσία την αγωγή ως προς την κυρία βάση της και την δέχθηκε στο σύνολό της ως προς αυτούς ως βάσιμη κατ' ουσία, ενώ ως προς τον πεντηκοστό όγδοο(58ο) ενάγοντα δέχθηκε αυτή εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσία και επιδίκασε σε έκαστο ενάγοντα το αναγραφόμενο σ' αυτή ποσό με το νόμιμο τόκο.
Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες τις προαναφερθείσες στη μείζονα σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 38 παρ.1 και 3 εδ.δ του Ν. 1892/1990, όπως ίσχυαν τον επίδικο χρόνο, καθόσον τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, όπως προαναφέρθηκαν, δεν καλύπτουν χωρίς λογικά κενά ούτε με πληρότητα και χωρίς αντίφαση το πραγματικό των ως άνω εφαρμοστέων ουσιαστικών κανόνων δικαίου και καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη ορθής εφαρμογής τους.
Και τούτο διότι με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι εξέλιπαν οι προϋποθέσεις για τη νόμιμη επιβολή μονομερώς από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία του συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας για χρονικό διάστημα εννέα (9) μηνών με την αιτιολογία ότι αφενός μεν δεν αποδείχθηκε ότι η μείωση της δραστηριότητάς της ήταν σοβαρή με μόνιμα χαρακτηριστικά και τέτοιας έκτασης που να απειλεί τις θέσεις εργασίας των εργαζομένων και να οδηγεί σε απολύσεις για οικονομοτεχνικούς λόγους, αφετέρου δε ότι αυτή δεν προέβη σε ισομερή επιβολή της εκ περιτροπής εργασίας σε όλους τους εργαζομένους της, προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν στην ως άνω διάταξη του άρθρου 38 παρ.3 εδ.
δ του Ν. 1892/1990 στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται, καθότι για τη νομιμότητα της μονομερούς επιβολής εκ μέρους του εργοδότη του συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας των εργαζομένων στην επιχείρησή του, δεν απαιτείται σοβαρή και με μόνιμα χαρακτηριστικά μείωση της δραστηριότητας της επιχείρησης αλλά απαιτείται και αρκεί σημαντικός περιορισμός της δραστηριότητάς της, που έχει προσωρινό χαρακτήρα, ούτε απαιτείται, ως προϋπόθεση της νομιμότητας του συστήματος της μονομερούς εκ περιτροπής εργασίας, η ισομερής επιβολή του ως άνω μέτρου σε όλους του εργαζόμενους, καθότι αρκεί η επιβολή του συστήματος στο σύνολο των εργαζομένων της επιχείρησης ή συγκεκριμένου τμήματος αυτής, αφού μπορεί να είναι αναγκαία η διαφοροποίηση των ημερών της εκ περιτροπής απασχόλησης των εργαζομένων ανάλογα με τις ανάγκες λειτουργίας της επιχείρησης ή τμήματος αυτής σε συνδυασμό και με το αντικείμενο εργασίας εκάστου μισθωτού.
Περαιτέρω το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι δεν ήταν νόμιμη η μονομερής επιβολή εκ μέρους της αναιρεσείουσας του συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας στο προσωπικό της επιχείρησής της που καθιστούν ανέρικτο τον αναιρετικό έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 38 παρ.1 και παρ. 3 εδαφ.δ του Ν. 1892/1990, όπως ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο.
Ειδικότερα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο α) ενώ δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα το έτος 2006 εμφάνισε κύκλο εργασιών ύψους 87.979.000 ευρώ, το έτος 2007 ύψους 83.878.000 ευρώ, το έτος 2008 ύψους 88.385.000 ευρώ, το έτος 2009, ύψους 76.380.695 ευρώ, το έτος 2010 ύψους 64.587.511 ευρώ, το έτος 2011 ύψους 42.185.754 ευρώ και το έτος 2012, δηλαδή το αμέσως προηγούμενο από την εφαρμογή του συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας, εμφάνισε κύκλο εργασιών ύψους 28.499.843 ευρώ και ότι η ως άνω μείωση της δραστηριότητας αυτής οφείλεται στην γενικότερη μείωση του κύκλου εργασιών του κατασκευαστικού κλάδου στην ελληνική επικράτεια, τόσο ως προς την ιδιωτική οικοδομική δραστηριότητα, όσο και ως προς τα δημόσια έργα, δεν αιτιολογεί επαρκώς τις παραδοχές του ότι η ως άνω μείωση του κύκλου εργασιών της αναιρεσείουσας δεν ήταν τέτοιας έκτασης που να μειώνει σε σημαντικό βαθμό τις δραστηριότητές της με βάση το αντικείμενο αυτών και να απειλούνται άμεσα οι θέσεις εργασίας των μισθωτών, αφού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά, πέραν της μείωσης του κύκλου εργασιών της επιχείρησης, από τα οποία να προκύπτουν αα) αν ήταν σημαντικός ή όχι ο περιορισμός των δραστηριοτήτων στο σύνολο της επιχείρησης καθώς και στα επιμέρους τμήματα αυτής με βάση το αντικείμενο αυτών το προηγούμενο της επιβολής του συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας έτος (2012) καθώς και το χρονικό διάστημα από 1.1.2013 έως 24.3.2013, ημερομηνία (24.3.2013) που άρχισε να ισχύει το εκ περιτροπής σύστημα εργασίας, ββ) αν από τον περιορισμό της δραστηριότητάς της προέκυπτε ή όχι πλεονάζον προσωπικό και σε ποιους τομείς, γγ) αν η παραγωγική δραστηριότητα της αναιρεσείουσας το έτος 2012 και το αμέσως προηγούμενο της επιβολής του συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας χρονικό διάστημα του έτους 2013 (από 1.1.2013 έως 24.3.2013) ήταν συνεχής καθόλες τις εργάσιμες ημέρες ή αν περιοριζόταν σε ορισμένες εργάσιμες ημέρες και σε ποιο αριθμό εργασίμων ημερών και δδ) ποια η εξέλιξη της παραγωγικής της δραστηριότητας κατά το χρονικό διάστημα επιβολής του συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας, β) ενώ δέχθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα που ήταν σε εφαρμογή το σύστημα της εκ περιτροπής εργασίας, υπήρχαν εργαζόμενοι που εκτελούσαν υπερωριακή εργασία και ότι υπήρχαν παράλληλα συνεργεία εξωτερικών εργολάβων που παρείχαν εργασίες στην αναιρεσείουσα, τις οποίες θα μπορούσε να αναθέσει σε εργαζόμενούς της, δεν προσδιορίζει πόσοι εργαζόμενοι ποίας ειδικότητας έκαστος εξ αυτών, για ποιο χρονικό διάστημα, σε ποια τμήματα της επιχείρησης και για ποιές ανάγκες αυτής απασχολήθηκαν υπερωριακά, ούτε προσδιορίζει ποια έργα, σε ποιά τμήματα, για πόσο χρονικό διάστημα και για ποιές εργασίες απασχολήθηκαν συνεργεία εργολάβων, από το αντικείμενο των οποίων να προκύπτει αν μπορούσαν οι εργασίες αυτές να πραγματοποιηθούν από τους εργαζόμενους της επιχείρησης, γ) ενώ δέχθηκε ότι το σύστημα της εκ περιτροπής εργασίας δεν εφαρμόσθηκε στους εργαζόμενούς της Ι.
Β., Κ. Χ. και Φ. Ν. ούτε και εφαρμόσθηκε ισομερώς ανάμεσα στους λοιπούς εργαζόμενους αυτής, δεν προσδιορίζει αν εφαρμόσθηκε το σύστημα εκ περιτροπής εργασίας διακριτά σε κάθε τμήμα και για ποιο χρονικό διάστημα, ούτε προσδιορίζει σε ποιο τμήμα και με ποια ειδικότητα εργάζονταν οι ως άνω τρεις εργαζόμενοι που δεν εντάχθηκαν στο σύστημα της εκ περιτροπής εργασίας, ούτε το αντικείμενο της εργασίας εκάστου, ώστε να κριθεί αν δικαιολογείτο, από τις ανάγκες της συνεχούς λειτουργίας της επιχείρησης, η μη εφαρμογή του συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας ως προς αυτούς.
Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσία ο πρώτος λόγος αναίρεσης, τόσο ως προς το πρώτο σκέλος του, όσο και ως προς το δεύτερο σκέλος του με τον οποίο προβάλει αιτιάσεις κατά της προσβαλλόμενης απόφασης εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αντίστοιχα. Μετά την παραδοχή του ως άνω πρώτου λόγου αναίρεσης, κατά τα ως άνω σκέλη του και λόγω της αναιρετικής εμβέλειας αυτού παρέλκει η έρευνα του τρίτου σκέλους του πρώτου λόγου αναίρεσης με το οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παράβασης της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 7 του Ν. 2112/1920, του δεύτερου λόγου αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες εκ των αριθμών 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι δέχθηκε λόγο έφεσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων με τον οποίο μετέβαλαν απαραδέκτως τη βάση της αγωγής τους και τέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια, εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη της αυτοτελή ισχυρισμό της που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Συνακόλουθα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 4067/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή για περαιτέρω εκδίκαση.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαρτίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Απριλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ