Legislator Case Law & Legislation
587/2021 AI generated

Supreme Court allows appeal against first instance dismissal of easement claim due to procedural irregularity and substantive abuse of rights.

Case Number 587/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the first instance dismissal of an easement claim, finding the lower court's reasoning contradictory and legally flawed. The appellant argued that the respondent's property lacked sufficient autonomy for vehicle access, while the lower court inconsistently accepted partial autonomy while rejecting the claim. The Court ruled that the respondent abused their right to sue by failing to specify the exact obstacles preventing vehicle passage, necessitating a remand for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560, 568, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that a lower court decision is voidable if it contains contradictory reasoning regarding the autonomy of the dominant estate and fails to specify the precise obstacles preventing vehicle access, constituting an abuse of the right to sue.

Keywords

AI generated
easement of way dominant estate substantive abuse of rights contradictory reasoning remand for further examination procedural irregularity vehicle access

Cited Legislation

AI generated
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 568 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code
Article 495 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 587 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 587/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπανδρέου-Εισηγητή, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Β. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ιωάννη Μπουγά που ανακάλεσε την από 26-1-2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Δ. του Ι., 2) Γ. Δ. του Α., κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πέτρο Πέτρου και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-8-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Άμφισσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 33/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-6-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 33/2019 τελεσίδικη απόφαση του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας (τακτικής διαδικασίας ) η οποία , αντιμωλία των Διαδίκων, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη έφεση του αναιρεσείοντος -ενάγοντος κατά της 32/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Άμφισσας, που είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη αγωγή των αναιρεσείοντος περί προστασίας οιονεί νομής δουλείας διόδου(άρθρ.996 ΑΚ). Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558,564, 566§1 Κ.Πολ.Δ).και καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο. Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).

2.Το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, ορίζει ότι: Αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση, η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους αντιδίκους τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα.

Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 159 § 3, 160 § 1 και 106 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η παράβαση διάταξης που ρυθμίζει τη διαδικασία συνεπάγεται την ακυρότητα αυτής, μόνο όμως στην περίπτωση της συνδρομής του στοιχείου της βλάβης, της οποίας πρέπει να γίνεται συγκεκριμένα επίκληση από το διάδικο που υφίσταται αυτή .Θεωρείται ,πάντως ,ότι δεν υπάρχει δικονομική βλάβη στην περίπτωση που παραβιάσθηκαν διατάξεις που ρυθμίζουν τη διαδικασία, όταν από την παράβαση που σημειώθηκε δεν επηρεάζεται, ούτε ήταν δυνατόν να επηρεασθεί η δυνατότητα της άμυνας του διαδίκου, ιδία δε, δεν υφίσταται τέτοια βλάβη, αν ο καλούμενος παρίσταται κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και αντιτάσσει πλήρη υπεράσπιση γι' αυτήν.(ΑΠ 329/2019) Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσίβλητοι ,με τις προτάσεις τους που κατέθεσαν την 14-2-2020, ισχυρίζονται ότι το δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η συζήτηση της οποίας προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο της 19-2-2020 επιδόθηκε σ' αυτούς την 16-1- 2020, ήτοι σε μικρότερη προθεσμία από αυτή των εξήντα ημερών που ορίζει ο νόμος για την επίδοση της κλήσης και ως, εκ τούτου, είναι άκυρη η επίδοση της κλήσης και απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης.

Ο ισχυρισμός τους αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον οι ίδιοι δεν επικαλούνται τη συνδρομή του στοιχείου της δικονομικής της βλάβης από τη μη εμπρόθεσμη κλήτευσή τους, ούτε κάνουν αναφορά στην βλάβη που τυχόν υπέστησαν. Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε δεν υπάρχει δικονομική βλάβη, όταν από την παράλειψη που σημειώθηκε δεν επηρεάζεται, ούτε ήταν δυνατόν να επηρεαστεί, η δυνατότητα της άμυνάς τους, ιδίως δε, δεν υφίσταται τέτοια βλάβη, καθόσον εκείνοι που την προτείνουν παρέστησαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και αντέταξαν πλήρη υπεράσπιση γι' αυτήν.

Πέραν αυτού η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναβλήθηκε κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 19-2-2020 για τη δικάσιμο της 6-5-2020, και επαναπροσδιορίσθηκε η συζήτησή της, κατ' άρθρο 74 &2 ν. 4690/2020, για τη σημερινή δικάσιμο, οπότε οι αναιρεσίβλητοι είχαν χρόνο για να προετοιμάσουν την υπεράσπισή τους και, εντεύθεν, να μην ανακύψει γι' αυτούς δικονομική βλάβη.

3.Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1118, 1119, 1120 και 1121 ΑΚ προκύπτει ότι επί ακινήτου μπορεί να αποκτηθεί εμπράγματο δικαίωμα υπέρ του εκάστοτε κυρίου άλλου ακινήτου που να του παρέχει κάποια ωφέλεια, δηλαδή πραγματική δουλεία, εξαιτίας της οποίας ο κύριος του δουλεύοντος ακινήτου φέρει το βάρος να ανέχεται κάποια χρησιμοποίηση αυτού από τον κύριο του δεσπόζοντος.

Τέτοιο εμπράγματο δικαίωμα είναι και η δουλεία οδού. Οι πραγματικές δουλείες συνιστώνται με δικαιοπραξία ή χρησικτησία, για την οποία εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για τη χρησικτησία ακινήτου. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 974, 475 ΑΚ, για την κτήση πραγματικής δουλείας οδού με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται οιονεί νομή επί εικοσαετία, η οποία προϋποθέτει φυσική εξουσίαση του κυρίου του δεσπόζοντος σε μέρος του δουλεύοντος, θέληση του οιονεί νομέα να ασκεί την εξουσίαση αυτή με διάνοια δικαιούχου, δηλαδή, όπως αρμόζει σε κύριο δεσπόζοντος, και κατεύθυνση της θελήσεως αυτής σε ξένο πράγμα.

Προς συμπλήρωση της εικοσαετίας προσμετράται κατ' άρθρο 1051 ΑΚ επί καθολικής και ειδικής διαδοχής και ο χρόνος χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άρθρων 281, 1118, 1119, 1120, 1125 και 1136 ΑΚ συνάγεται ότι πραγματική δουλεία, όπως είναι και η δουλεία οδού, αποσβήνεται αν η άσκηση αυτής γίνεται απολύτως και διαρκώς αδύνατη από λόγους πραγματικούς ή νομικούς.

Τέτοια αδυναμία υπάρχει όταν παύει η από το δουλεύον ακίνητο παροχή ωφελείας ή χρησιμότητας υπέρ του δεσπόζοντος ακινήτου ή, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, όταν εκλείπει η εξυπηρετούμενη ανάγκη του δεσπόζοντος, κατ' αρχήν, έτσι όπως η εν λόγω ανάγκη έχει αποτελέσει στοιχείο του περιεχομένου της δουλείας κατά τη σύστασή της.

Στην περίπτωση αυτή πρέπει η αυτάρκεια του δεσπόζοντος να περιλαμβάνει ολόκληρο το περιεχόμενο του δικαιώματος της δουλείας διότι, αν περιλαμβάνει μέρος εκείνου, η δουλεία, κατ' εφαρμογή της αρχής του αδιαιρέτου των δουλειών, διατηρείται ακέραιη. Η συνδρομή, όμως, περίστασης κατά την οποία το δεσπόζον έχει καταστεί αύταρκες σε μεγάλο βαθμό ,σε συνδυασμό με συνδρομή και άλλων περιστατικών μπορεί να οδηγεί στο να υπερβαίνει προφανώς η άσκηση του δικαιώματος της δουλείας οδού τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή οι κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, ώστε να είναι η άσκηση του καταχρηστική, και άρα απαγορευμένη.(ΑΠ 431/2017).Τέτοια περίσταση μπορεί να συντρέχει και όταν ο ιδιοκτήτης μπορεί να ικανοποιήσει την ανάγκη επικοινωνίας του ακινήτου του με κοινόχρηστο χώρο μέσω γειτονικού ακινήτου, του οποίου είναι κύριος, και έχει πρόσωπο π.χ.

σε δημοτική οδό, εφόσον όμως η δίοδος που θα αποκτήσει από την τελευταία εξυπηρετεί κατά τον ίδιο τρόπο και το ίδιο μέτρο που εξυπηρετεί το δεσπόζον ακίνητο η δίοδος ,επί της οποίας ασκείται η ήδη υπάρχουσα δουλεία (ΑΠ 408/2006,ΑΠ 204/2001).

4.Από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα το στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.

Α.Π. 9/2013). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 560 αρ. 6 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.

Αντιφατικότητα, δε, αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια Πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικό μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Α.Π. 9/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αμφισσας, που δίκασε κατ' έφεση, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του, σε σχέση με την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος περί προστασίας της οιονεί νομής δουλείας διόδου μέσω του ακινήτου των ήδη αναιρεσιβλήτων - εναγομένων, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει σύμβασης δωρεάς που καταρτίσθηκε δια του υπ' αριθμόν …/1977 συμβολαιογραφικού εγγράφου ,το οποίο συνέταξε ο τότε Συμβολαιογράφος Τολοφώνος Φωκίδας Αναστάσιος Κ.

Ζέτος και μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Τολοφώνος Φωκίδας, στον τόμο …. και με αριθμό …,ο Π. Β. του Α. και Ε., ως δωρητής μεταβίβασε στον πρώτο εναγόμενο την κυριότητα επί ενός(1) ακινήτου - οικοπέδου, άρτιου και οικοδομήσιμου, κειμένου εντός του οικισμού του "Αγίου Σπυρίδωνος" ή "..." ..., συνολικού εμβαδού τετρακοσίων δέκα τριών τετραγωνικών μέτρων και τριάντα εννέα εκατοστών (413,39 τ.μ.), το οποίο κατά τον τίτλο αυτό συνορεύει βορείως:

με ακίνητο κληρονόμων Π. Β. του Α. και της Ε., μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται ο ενάγων και ο πρώτος των εναγομένων, νοτίως και ανατολικώς: με ιδιοκτησία Α. Β. και δυτικώς: εν μέρει με ιδιοκτησία Σ., χας Χ. Α. και εν μέρει με δημοτική οδό, όπως το ως άνω ακίνητο απεικονίζεται περιμετρικά, υπό τα στοιχεία: Β-Γ-Θ-Η-Ζ-Α-Β, στο από του μηνός Αυγούστου 1977 τοπογραφικό διάγραμμα, του τότε Πολιτικού Υπομηχανικού Άμφισσας Φωκίδος, Ι.

Γ. και το οποίο προσαρτάται στο ως άνω υπ' αριθμόν …/1977 συμβολαιογραφικό έγγραφο. Εν συνεχεία δια σύμβασης δωρεάς εν ζωή (γονικής παροχής), που καταρτίσθηκε διά του υπ' αριθμόν …/2009 συμβολαιογραφικού εγγράφου, το οποίο συνέταξε η Συμβολαιογράφος Καμαρών Ερινεού Αχαίας Αναστασία Νικολοπούλου-Παπαδοπούλου και μεταγράφηκε νόμιμα στα αυτά ως άνω βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Τολοφώνος Φωκίδας, ο πρώτος των εναγομένων, αφενός μεν, παρακράτησε δι' εαυτόν, ισοβίως την επικαρπία επί του ως άνω ακινήτου (επικαρπωτής), αφετέρου δε, μεταβίβασε στη δεύτερη των εναγομένων - θυγατέρα του την ψιλή κυριότητα (ψιλή κυρία) επί του ακινήτου αυτού.

Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι παράγωγα: α) δυνάμει σύμβασης δωρεάς, που καταρτίσθηκε δια του υπ' αριθμόν …/1993 συμβολαιογραφικού εγγράφου, που συνέταξε ο Συμβολαιογράφος Ναυπάκτου Αθανάσιος Κ. Γουργουλέτης και μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Τολοφώνος Φωκίδας, στον τόμο … και με αριθμό …, β) δι' εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής:

ι) κατόπιν της αποβίωσης του άμεσου δικαιοπαρόχου πατρός τού ενάγοντος, Α. Β. του Α. και της Ε., την 30η Ιανουαρίου 1988 και την οποία κληρονομιά αποδέχθηκε διά του υπ' αριθμόν …/1993 συμβολαιογραφικού εγγράφου - δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς, που συνέταξε ο Συμβολαιογράφος Ναυπάκτου Αθανάσιος Κ. Γουργουλέτης και μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Τολοφώνος Φωκίδας, στον τόμο … και με αριθμό … και ιι) κατόπιν της αποβίωσης της πρώτης εξαδέλφης του ιδίου (ενάγοντος), Π.

Γ. του Θ. και Α., την 1η Νοεμβρίου 2005 και την οποία κληρονομιά αποδέχθηκε διά του υπ' αριθμόν …/2013 συμβολαιογραφικού εγγράφου - δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς, που συνέταξε ο Συμβολαιογράφος Ναυπάκτου Αθανάσιος Κ. Γουργουλέτης και μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Τολοφώνος Φωκίδας, στον τόμο … και με αριθμό … και γ) δυνάμει σύμβασης πώλησης, που καταρτίσθηκε διά του υπ' αριθμόν …/2014 συμβολαιογραφικού εγγράφου, που συνέταξε ο Συμβολαιογράφος Ναυπάκτου Αθανάσιος Κ.

Γουργουλέτης και μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Τολοφώνος Φωκίδας, στον τόμο … και με αριθμό .., ο αιτών απέκτησε από αληθείς συγκυρίους, αντίστοιχα εξ αδιαιρέτου, 16,3333/294, 18,375/294, 2,45/294 και 107,8/294 επί του αμέσως κατωτέρω περιγραφόμενου ακινήτου και κατ' ακολουθία κατέστη συγκύριος κατά (συνολικό) ποσοστό 144,9583/294 εξ αδιαιρέτου επί ενός (1) ακινήτου - οικοπέδου, κειμένου εντός του οικισμού του "Αγίου Σπυρίδωνος" ..., συνολικού εμβαδού εννιακοσίων δέκα τετραγωνικών μέτρων και ογδόντα τριών εκατοστών (910,83 τ.μ.), που εμφαίνεται με τα στοιχεία Ζ-Ε-Δ-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Ζ στο ενσωματωμένο στο αγωγικό δικόγραφο σκαρίφημα και συνορεύει βορείως:

σε πλευρά Λ - Μ μήκους μέτρων 13,05 με ιδιοκτησία κληρονόμων Δ. Κ., νοτίως: σε πλευρά Ζ - Ε - Δ μήκους μέτρων 16,75 με το προαναφερόμενο όμορο ακίνητο των εναγομένων, ανατολικώς: σε πλευρά Δ-Θ-Ι-Κ-Λ μήκους μέτρων 69,58 με ιδιοκτησία κληρονόμων Α. Β. και δυτικώς: εν μέρει σε πλευρά Μ - Ν μήκους μέτρων 12,40 με ιδιοκτησία κληρονόμων Ε.

Ψ., εν μέρει σε πλευρά Ν - Ξ μήκους μέτρων 6,60 Γ. Ρ. και εν μέρει σε πλευρά Ξ - Ο - Ζ μήκους μέτρων 46,40 με ιδιοκτησία κληρονόμων Ν. Κ.. Εξάλλου, αποδεικνύεται ότι τα ως άνω ακίνητα των διαδίκων, αποτελούσαν αρχικά τα εδαφικά τμήματα ενός (1) ενιαίου μείζονος ακινήτου, που ανήκε κατά πλήρη κυριότητα στον απώτερο δικαιοπάροχο απάντων των διαδίκων προαναφερόμενο Π.

Β. του Α. και Ε.. Επίδικο εν προκειμένω τυγχάνει εδαφικό τμήμα της ιδιοκτησίας των εναγομένων και δη εδαφική λωρίδα (δίοδος), συνολικού μήκους μέτρων 18 και κυμαινόμενου πλάτους μέτρων 3,30 - 3,50 που εμφαίνεται με τα στοιχεία Η - Α - Ε - Ζ στο αυτό ως άνω ενσωματωμένο στο αγωγικό δικόγραφο σκαρίφημα ως ακολούθως και συγκεκριμένα αρχίζει από το δημοτικό δρόμο (σημεία Η - Α) και σε επαφή με το δυτικό όριο του ακινήτου των εναγομένων και καταλήγει στο νοτιοδυτικό άκρο του ακινήτου, συγκυριότητας του ενάγοντος, (σημεία Ζ - Ε), συνορεύει δε βόρεια σε πλευρά Ζ - Ε μήκους μέτρων 3,30 με το ανωτέρω ακίνητο, συγκυριότητας του ενάγοντος, δυτικά σε πλευρά Ζ - Η μήκους μέτρων 18 εν μέρει με ιδιοκτησία κληρονόμων Κ.

Ζ., Α. Α. και κληρονόμων Ν. Κ., νότια σε πλευρά Η - Α με δημοτικό οδό και ανατολικά σε πλευρά Α - Ε μήκους μέτρων 19 με το ακίνητο των εναγομένων. Περαιτέρω, από το αυτό ως άνω αποδεικτικό υλικό αποδεικνύεται ότι, κατά το προαναφερόμενο από Αυγούστου 1977 τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού Υπομηχανικού Άμφισσας Φωκίδας Ι.

Γ., που προσαρτάται στο ως άνω υπ' αριθμόν …/1977 συμβολαιογραφικό έγγραφο αμφότερα τα νέα οικόπεδα - τμήματα του μείζονος ενιαίου οικοπέδου του Π. Β. του Α. συνόρευαν με κοινοτική οδό, το νότιο τμήμα, ήτοι το δωρηθέν στον πρώτο εναγόμενο με το εν λόγω συμβόλαιο, συνόρευε στη δυτική πλευρά του και υπό στοιχεία Α - Β μήκους μέτρων 12 μέτρων, ενώ το λοιπό ακίνητο (βόρειο τμήμα) συνόρευε επίσης με κοινοτική οδό και δη στη βόρεια πλευρά του, μήκους μέτρων 12 και υπό στοιχεία Ε - Δ.

Πλην το ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα, δεν αποδεικνύεται ότι αποτύπωνε την πραγματική κατάσταση του ακινήτου του Π. Β. του Α. και της τοπικής κοινότητας Αγίου Σπυρίδωνος Φωκίδας, καθώς το εναπομείναν στον ίδιο βόρειο τμήμα του έως τότε ενιαίου ακινήτου, δεν συνόρευε με οιαδήποτε μορφής (δημόσιο ή αγροτικό) δρόμο, αλλά αντίθετα συνόρευε με αγρό, που ανήκε στην κυριότητα τρίτων.

Το έτος 1981 ο προαναφερόμενος Π. Β. του Α. απεβίωσε άγαμος, άτεκνος και χωρίς να αφήσει διαθήκη, με αποτέλεσμα να κληρονομηθεί εξ αδιαθέτου από τους συγγενείς του της δεύτερης τάξης ήτοι από τα αδέρφιά του (και τα τέκνα των προαποβιώσαντων αυτού αδερφών του), ένα εκ των οποίων (αδέρφια του) ήταν και ο Α. Β. του Α., πατέρας του ενάγοντος, ο οποίος επίσης απεβίωσε το έτος 1988, χωρίς να αφήσει διαθήκη.

Από τον ανωτέρω χρόνο αποβίωσης του πατέρα του, ο ενάγων ως συγκληρονόμος αυτού, απέκτησε ποσοστό εξ αδιαιρέτου, ήτοι τα 3/8 του 1/6 (στη συνέχεια το ποσοστό του αυτό προσαυξήθηκε με δωρεά εν ζωή, έτερες αποδοχές κληρονομιάς και αγορά, όπως προαναφέρθηκε), στο κατά τα ανωτέρω βόρειο τμήμα του αρχικού ενιαίου μείζοντος ακινήτου του Π.

Β. του Α., επιφανείας 910,83 τ.μ. καθιστάμενος συγκύριος αυτού. Από τον αυτό χρόνο και ως συγκύριος στο εν λόγω ακίνητο, ο ενάγων για να εισέλθει σ' αυτό, (όπως εξάλλου και ο αρχικός κύριος Π. Β. του Α., πριν, αλλά και μετά, την κατά τα άνω δωρεά στον πρώτο εναγόμενο το έτος 1977, καθώς και ο πατέρας του ενάγοντος ως και το θάνατο του) και ερχόμενος από το δημοτικό δρόμο, αποδείχθηκε ότι διέρχονταν, τόσο ο ίδιος, όσο και εντεταλμένα από τον ίδιο πρόσωπα μέσα από το ακίνητο, της ιδιοκτησίας των εναγομένων και δη από την προαναφερόμενη εδαφική λωρίδα - δίοδο και συγκεκριμένα το άνω ακίνητο, ιδιοκτησίας των εναγομένων, ήταν περιφραγμένο με συρματόπλεγμα, πλην όμως το σύρμα που απέκοπτε την είσοδο σε όποιον εισέρχονταν από την κοινοτική (ήδη δημοτική) οδό και ήθελε να εισέλθει στο ακίνητο των εναγομένων, μπορούσε εύκολα να μετακινηθεί και αυτό έπραττε διερχόμενος ο ενάγων και τα εντεταλμένα απ' αυτόν πρόσωπα, όταν ήθελαν να εισέλθουν στο ακίνητο συγκυριότητας αυτού (ενάγοντος), πεζή είτε ενίοτε με τη χρήση μηχανοκίνητου μέσου και ιδία αυτοκινήτου.

Η ενέργεια αυτή του ενάγοντος και των εντεταλμένων από αυτόν προσώπων (διέλευση), που αποσκοπούσε στη μετάβαση στο ακίνητο συγκυριότητάς του για την τακτική καλλιέργεια και την εκμετάλλευσή του, την περιποίηση των εντός αυτού ελαιοδέντρων, τη συλλογή του ελαιόκαρπου, την άροση του εδάφους και τη μεταφορά των εξαγόμενων προϊόντων, δεν γινόταν κατά παράκληση, ή κατόπιν αδείας του πρώτου εναγομένου αρχικά και αργότερα, όταν απέκτησε τη ψιλή κυριότητα η δεύτερη εναγόμενη, αυτής (δεύτερης εναγομένης).

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και κατά τα άρθρα 1118, 1120, 1121, 1045, 1051, 983 και 996 του ΑΚ επί του ακινήτου, ιδιοκτησίας των εναγομένων, είχε συσταθεί, δυνάμει έκτακτης χρησικτησίας και υπέρ του ακινήτου συγκυριότητας του ενάγοντος δουλεία οδού επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας - διόδου, αφού ο ενάγων από μόνος του (αλλά και πριν αποκτήσει τη συγκυριότητα και ήδη από έτους 1977 με προσαύξηση του χρόνου οιονεί νομής δουλείας διόδου των απώτερων δικαιοπαρόχων του) ήταν οιονεί νομέας δουλείας διόδου, για περισσότερα από 20 έτη έως το τέλος του μηνός Οκτωβρίου 2014.

Πλην, όμως, οι εναγόμενοι, εντός του πρώτου δεκαπενθημέρου του μηνός Νοεμβρίου του έτους 2014 προέβησαν σε ανακατασκευή της παλαιάς και σαθρής περίφραξης, που έως τότε υπήρχε, σύμφωνα με τα ανωτέρω, στο ακίνητο τους, με αποτέλεσμα να αποκλειστεί πλέον η πρόσβαση του ενάγοντος και οιουδήποτε άλλου, στο ακίνητο στο οποίο είναι συγκύριος.

Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων ήδη από το έτος 1988, που απεβίωσε, όπως προαναφέρθηκε, ο πατέρας του Α. Β. του Α., κατέστη συγκύριος και σε έτερο ακίνητο και δη σε ακίνητο (οικόπεδο) - (εφεξής ακίνητο κληρονόμων Α. Β.) που κείται ανατολικά του ανωτέρω περιγραφέντος ακινήτου συγκυριότητάς του (επιφανείας 910,83 τ.μ. - εφεξής ακίνητο κληρονόμων Π.

Β. - δεσπόζον). Επί του έτερου αυτού οικοπέδου (ήτοι του ακινήτου κληρονόμων Α. Β.) ο ενάγων και οι λοιποί συγκύριοι του (μητέρα του, Π. χήρα Α. Β., το γένος Α. και Τ. Κ. και αδελφή του, Ε. Β. του Α. και της Π.) δυνάμει της υπ' αριθμ. …/1999 πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας καθ' ύψος και κατά πλάτος της συμβολαιογράφου Τολοφώνος Βασιλικής Ζέτου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Τολοφώνος Φωκίδας, συνέστησαν κατά πλάτος (κάθετες) και καθ' ύψος (οριζόντιες) ιδιοκτησίας, ακολούθως δε δυνάμει του υπ' αριθμ.

…/1999 της αυτής συμβολαιογράφου Βασιλικής Ζέτου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Τολοφώνος Φωκίδας, διένειμαν τις ιδιοκτησίες αυτές. Το ακίνητο αυτό (ακίνητο κληρονόμων Α. Β.), όπως προκύπτει και από το συνημμένο στο αγωγικό δικόγραφο ως άνω σκαρίφημα, στο νότιο τμήμα του, εφάπτεται και έχει πρόσωπο με την παραλιακή οδό, ενώ στη δυτική πλευρά του, παρότι στο μεγαλύτερο μέρος του χωρίζεται με τσιμεντένιο τοιχίο και με συρματόπλεγμα με τις όμορες ιδιοκτησίες, υπάρχει ένα σκοπίμως δημιουργηθέν κενό, ώστε τα δυο ακίνητα (ήτοι το ακίνητο κληρονόμοι Α.

Β. και το ακίνητο κληρονόμων Π. Β. - δεσπόζον) να επικοινωνούν. Ειδικότερα, κατά μήκος του ορίου του πιο πάνω ακινήτου (ακίνητο κληρονόμων Π. Β. - δεσπόζον) με το ανατολικά του εκτεινόμενο ακίνητο ιδιοκτησίας κληρονόμων Α. Β. υπάρχει τσιμεντένιο τοιχίο, επάνω στο οποίο έχει τοποθετηθεί περίφραξη, αποτελούμενη από πασσάλους και συρματόπλεγμα.

Το τοιχίο αυτό διακόπτεται, σε απόσταση 3,50 μέτρων περίπου πριν το τέλος του, πριν δηλαδή καταλήξει στο ακίνητο των εναγομένων, και συνεχίζεται αμέσως μετά και για 0,50 μέτρα περίπου μέχρι να φτάσει στο ακίνητο των εναγομένων. Η διακοπή του αυτή οφείλεται σε ανθρώπινη επέμβαση, η οποία έγινε μετά την ενιαία αρχικά κατασκευή του και σε χρονικό σημείο που δεν προέκυψε από τις αποδείξεις.

Πιο συγκεκριμένα, το τοιχίο αυτό είναι, προς το νότιο άκρο του, σπασμένο, καθ' όλο το ύψος του και σε μήκος τριών (3) μέτρων περίπου, με αποτέλεσμα να έχει δημιουργηθεί στο σημείο εκείνο άνοιγμα τριών (3) τριών μέτρων περίπου, διαμέσου του οποίου μπορεί κάποιος να μεταβεί, με τα πόδια και χωρίς εμπόδια, από το ακίνητο ιδιοκτησίας κληρονόμων Α.

Β. στο ως ακίνητο κληρονόμων Π. Β. - δεσπόζον, συγκυριότητας του ενάγοντος. Από τα ανωτέρω αποδειχθέντα προκύπτει ότι ο ενάγων μπορεί, αν παραστεί ανάγκη, να μεταβαίνει πεζή, μέσω αυτού (ακινήτου κληρονόμων Α. Β.), από δημόσιο δρόμο (τον παραλιακό δρόμο του οικισμού στην προκείμενη περίπτωση, με τον οποίο συνορεύει το ακίνητο κληρονόμων Α.

Β., όπως προαναφέρθηκε) στο ακίνητο κληρονόμων Π. Β., συγκυριότητας του ενάγοντος, στο οποίο έχει αποκλειστεί η πρόσβαση δια της επίδικης εδαφικής λωρίδας μετά τις επ' αυτής παραπάνω αναφερόμενες ενέργειες των εναγομένων. Εξάλλου, αποδεικνύεται ότι, κατά το χρόνο συζήτησης της ένδικης αγωγή, η είσοδος του ενάγοντος στο ακίνητο κληρονόμων Α.

Β. από την προς νότο πλευρά του, που έχει πρόσωπο επί της παραλιακής δημόσιας οδού, προκειμένου να μεταβεί εν συνεχεία στο ακίνητο κληρονόμων Π. Β. είναι εφικτή μόνο πεζή, ενώ δεν υπάρχει δυνατότητα διέλευσης αυτοκινήτου λόγω της διαμορφωθείσας, μετά την προαναφερόμενη σύσταση κατά πλάτος (καθέτων) και καθ' ύψος (οριζοντίων) ιδιοκτησιών επί του ακινήτου κληρονόμων Α.

Β. και την ακολουθήσασα διανομή, επί της πρόσοψης του ακινήτου κληρονόμων Α. Β. στην παραλιακή δημόσια οδού κατάστασης και δη υφιστάμενη σιδερένια πόρτα εισόδου, πλάτους 1,60 έως 1,70 μέτρων περίπου και υψομετρική διαφορά μεταξύ της παραλιακής δημόσιας οδού και του ακινήτου κληρονόμων Α. Β.. Απ' αυτό, όμως, και μόνο δεν δικαιολογείται η διατήρηση της επίδικης διόδου διότι ο εκκαλών στερήθηκε της ανωτέρω επικοινωνίας του (και) μέσω τροχοφόρου οχήματος (αυτοκινήτου) από αυτόβουλη παράλειψη του, καθόσον όφειλε και ηδύνατο, παραμερίζοντας τυχόν υφιστάμενα εμπόδια και κυρίως μη προσθέτοντας νέα να διασφαλίσει διέλευση [και μέσω τροχοφόρου οχήματος (αυτοκινήτου] για το ακίνητο συγκυριότητας του (ακίνητο κληρονόμων Π.

Β.) μέσω του έτερου ακινήτου συγκυριότητάς του (ακίνητο κληρονόμων Α. Β. - δεσπόζον), αλλά προτίμησε να προβεί στη διανομή του ετέρου ακίνητου (ακίνητο κληρονόμων Α. Β.), κατά τρόπο, ώστε στη συνέχεια να καταστεί αναγκαία, η πρόσβασή του με τροχοφόρο όχημα (αυτοκίνητο) στο ακίνητο κληρονόμων Π. Β. - δεσπόζον, μόνο μέσω της ιδιοκτησίας των εναγομένων, όπως μέχρι τότε γινόταν.

Όμως, αυτή η συμπεριφορά του ενάγοντος εμπεριέχει έντονα στοιχεία καταχρηστικότητας (281 του ΑΚ) και αντίθεσης στην έννομη τάξη μας, αφού με δικές του ενέργειες, δημιούργησε ή προσπάθησε να διατηρήσει την ανάγκη διέλευσης αποκλειστικά μέσω του ακινήτου των εναγομένων, προτιμώντας το δεύτερο ακίνητο συγκυριότητάς του (ακίνητο κληρονόμων Α.

Β.), να μη φέρει το βάρος δουλείας οδού και να συνεχίσει να επιβαρύνεται το ακίνητο των εναγομένων με το εν λόγω βάρος, παρότι μπορούσε ευκόλως να αποτρέψει την ανάγκη αυτή περιορισμού των δικαιωμάτων των εναγομένων και να απελευθερώσει το ακίνητο τους, από το συγκεκριμένο βάρος. Από τα αμέσως ανωτέρω γενόμενα δεκτά προκύπτει ότι η άσκηση της ένδικης δουλείας διόδου δεν έχει καταστεί περιττή και μάταιη καθότι η αυτάρκεια του ακινήτου κληρονόμων Π.

Β. (δεσπόζοντος) ως προς τον ενάγοντα δεν είναι πλήρης αφού δεν περιλαμβάνει ολόκληρο το περιεχόμενο του δικαιώματος της δουλείας διόδου κατά τη σύστασή της (διέλευση πεζή και εποχούμενα),αλλά μόνο πεζή με συνέπεια, κατά τα διαλαμβανόμενα στην πρώτη νομική σκέψη της παρούσας, να μην έχει αποσβεσθεί. Πλην όμως, το ακίνητο κληρονόμων Π.

Β. (δεσπόζον) ως προς τον ενάγοντα έχει καταστεί αύταρκες σε μεγάλο βαθμό και σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες περιστάσεις και περιστατικά υπερβαίνει προφανώς η άσκηση του δικαιώματος της ένδικης δουλείας οδού ως προς τον ενάγοντα, κατά τα διαλαμβανόμενα στην αυτή πρώτη νομική σκέψη της παρούσας (in fine), τα όρια που τάσσονται από τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, ώστε να είναι αυτή η άσκηση, ως καταχρηστική, απαγορευμένη.

Συνεπώς, η ασκούμενη με την ένδικη αγωγή αξίωση του ενάγοντος για την αναγνώριση δουλείας διόδου υπέρ του ακινήτου κληρονόμων Π. Β. (δεσπόζοντος) ως προς αυτόν (ενάγοντα) εις βάρος του ακινήτου των εναγομένων ως δουλεύοντος παρά την ύπαρξη της διόδου μέσω του ακινήτου κληρονόμων Α. Β. διά μέσω της οποίας (διόδου) εξασφαλίζεται σε μεγάλο βαθμό η συγκοινωνία του ακινήτου αυτού (ακινήτου κληρονόμων Π.

Β.- δεσπόζοντος) με τη νοτίως υφιστάμενη δημοτική παραλιακή οδό του οικισμού, ασκείται καταχρηστικά, καθόσον υπερβαίνει τα όρια τα οποία τάσσονται από την διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, εφόσον εν προκειμένω, το δημόσιο συμφέρον επιβάλλει να μην παρεμποδίζεται η οικονομική εκμετάλλευση του ακινήτου της επικαρπίας του πρώτου εναγόμενου και της ψιλής κυριότητας της δεύτερης εναγόμενης, με άσκοπους περιορισμούς, όπως τοιούτους περιορισμούς συνιστά το αίτημα της ένδικης αγωγής για την αναγνώριση ως προς τον ενάγοντα δουλείας διόδου.

Αντιθέτως, κρίνεται ότι, ενόψει της δυνατότητας του ενάγοντος να χρησιμοποιεί την προαναφερόμενη δίοδο μέσω του ακινήτου κληρονόμων Α. Β., η αξίωση του τελευταίου (ενάγοντος) να χρησιμοποιεί εξακολουθητικά και την επίδικη εδαφική λωρίδα (διόδο) εντός του ακινήτου των εναγομένων, συνεπάγεται για τους τελευταίους, ως επικαρπωτή και ως ψιλή κυρία, αντίστοιχα, του ακινήτου αυτού, ιδιαιτέρως επαχθείς και δυσμενείς συνέπειες, εν σχέσει πάντοτε προς το επιδιωκόμενο υπό του ενάγοντος δυσανάλογα μικρό όφελος, ιδίως με την ετεροβαρώς υπέρμετρη παρεμπόδιση της οικονομικής εκμετάλλευσης του ακινήτου των εναγομένων, με άσκοπους περιορισμούς της εδαφικής έκτασης αυτών καθόσον, διά του αιτήματος αναγνώρισης δουλείας διόδου, υφίσταται μείωση του εμβαδού του τελευταίου, ενώ, με τη διέλευση του ενάγοντος και τρίτων προσώπων [εντεταλμένων υπ' αυτού (ενάγοντος)] μέσω αυτού και δη, μέσω της επίδικης εδαφικής λωρίδας, επέρχεται τεχνητά διάσπαση της εδαφικής συνοχής του, ο εδαφικός περιορισμός του, η συνακόλουθη παρεμπόδιση της εκμετάλλευσής του, καθ' όλη την έκτασή του και η μείωση της αξίας του, χωρίς μάλιστα την αντίστοιχη και ανάλογη προς τη ζημία των εναγομένων, οικονομική επιβάρυνση του ενάγοντος, ο οποίος ούτως ωφελείται υπέρμετρα εις βάρος της περιουσίας των εναγομένων, καθ' υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και ο οικονομικός σκοπός του επιδίκου ουσιαστικού δικαιώματος του.

Συνεπώς, η με την ένδικη αγωγή άσκηση του ουσιαστικού δικαιώματος του ενάγοντος περί αναγνώρισης δουλείας διόδου είναι καταχρηστική (άρθρο 281 του ΑΚ) όπως ορθά εν μέρει έκρινε η εκκαλούμενη απόφαση που απέρριψε την ένδικη αγωγή ως ουσία αβάσιμη κατά παραδοχή ως ουσία βάσιμου, του σχετικού, κατ' ένσταση, παραδεκτά, προβληθέντος, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου οικείου ισχυρισμού του ενάγοντος, περί της καταχρηστικής άσκησης (άρθρο 281 του ΑΚ) με την ένδικη αγωγή του ουσιαστικού δικαιώματος του και επομένως, οι αντίστοιχοι δεύτερος και τρίτος λόγοι της κρινόμενης έφεσης, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, κρίνονται απορριπτέοι ως ουσία αβάσιμοι".

Με βάση αυτές τις παραδοχές το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή περί προστασίας της οιονεί νομής δουλείας διόδου ,κατ' αποδοχή σχετικής ένστασης άρθρου 281 ΑΚ των εναγομένων που πρόβαλαν πρωτοδίκως και επανέλαβαν με τις κατ' έφεση προτάσεις τους περί καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αγωγής.

Με αυτά που δέχθηκε το πιο πάνω δικαστήριο παραβίασε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διότι διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες που δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της εν λόγω διάταξης για το ουσιώδες ζήτημα της καταχρηστικής άσκησης της αξίωσης του ενάγοντος -αναιρεσείοντος για τη διατήρηση της επίδικης δουλείας διόδου σε βάρος του ακινήτου των εναγόμενων -αναιρεσιβλήτων .Ειδικότερα ,ενώ δέχθηκε ότι το δεσπόζον ακίνητο (κληρονόμων Π.

Β.) έχει καταστεί ως προς τον ενάγοντα αύταρκες σε μεγάλο βαθμό ,ενόψει της δυνατότητας αυτού να μεταβαίνει πεζή, μέσω όμορου ακινήτου (κληρονόμων Α. Β.) συγκυριότητάς του ,σε δημόσιο δρόμο (τον παραλιακό δρόμο του οικισμού με τον οποίο συνορεύει το ακίνητο κληρονόμων Α. Β.) εν τούτοις :1) δεν περιγράφει την εδαφική λωρίδα (κατά θέση, κατεύθυνση και διαστάσεις) μέσω της οποίας θα είναι δυνατή η πρόσβαση του ενάγοντος από το δεσπόζον ακίνητο προς τον προαναφερόμενο δημοτικό δρόμο, 2) δεν προσδιορίζει τον τρόπο δημιουργίας της νέας διόδου ,ενόψει του ότι, κατά τις παραδοχές της απόφασης, υφίσταται υψομετρική διαφορά μεταξύ της παραλιακής δημοτικής οδού και του όμορου ακινήτου των κληρονόμων Α.

Β., καθώς και σιδερένια πόρτα εισόδου, πλάτους 1,60-1,70 μέτρων, 3) δεν προσδιορίζει ποια είναι "τα εμπόδια που υπάρχουν και όφειλε ο ενάγων να παραμερίσει ή εκείνα που προσέθεσε "εκ των υστέρων με αποτέλεσμα να στερήσει "αυτοβούλως" την "ασφαλή διέλευση (και) μέσω τροχοφόρου οχήματος (αυτοκινήτου) για το δεσπόζον ακίνητο μέσω του (όμορου) ακινήτου ,συγκυριότητάς του (των κληρονόμων Α.

Β.). Επίσης, ενώ δέχθηκε ότι "η άσκηση της επίδικης δουλείας διόδου δεν έχει καταστεί περιττή και μάταιη ,καθότι η αυτάρκεια του δεσπόζοντος ακινήτου ως προς τον ενάγοντα δεν είναι πλήρης και δεν περιλαμβάνει ολόκληρο το περιεχόμενο του δικαιώματος της δουλείας διόδου κατά τη σύστασή της (διέλευση πεζή και εποχούμενα), αλλά μόνο πεζή, με συνέπεια να μην έχει αποσβεσθεί", στη συνέχεια, δέχθηκε αντιφατικά ότι το δεσπόζον ακίνητο έχει καταστεί αύταρκες σε μεγάλο βαθμό, διότι μπορεί να εξυπηρετηθεί μέσω της διόδου στο όμορο ακίνητο συγκυριότητας του ενάγοντος, χωρίς να διευκρινίζει περαιτέρω: 1)με ποιο τρόπο "εξασφαλίζεται σε μεγάλο βαθμό η συγκοινωνία του δεσπόζοντος ακινήτου με τη δημοτική παραλιακή οδό του οικισμού", αφού, κατά τις παραδοχές της απόφασης, δεν είναι δυνατή η πρόσβαση σε αυτή (και) με μηχανοκίνητο όχημα (ιδίως αυτοκίνητο), μέσω της νέας διόδου και 2) πως εξυπηρετείται, κατά τον ίδιο τρόπο και στο ίδιο μέτρο το δεσπόζον ακίνητο μέσω της νέας διόδου, όπως εξυπηρετείται από την υφιστάμενη δίοδο, επί της οποίας ασκείται η επίδικη δουλεία.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμ. 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός παρελκούσης της έρευνας του πρώτου λόγου αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αρ.1 ΚΠολΔ (και όχι από το άρθρο 559 αρ.1, που από παραδρομή αναφέρεται στο αναιρετήριο), ο οποίος καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του δεύτερου λόγου που έγινε δεκτός.

Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που έγινε δεκτή η ένσταση των εναγομένων για καταχρηστική άσκηση της ένδικης αγωγής (άρθρ. 281 ΑΚ) και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την πιο πάνω απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή εκτός από αυτόν που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ( άρθρο 580 & 3 ΚΠολΔ).

Τέλος οι αναιρεσίβλητοι που νικήθηκαν πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 ,191 παρ.2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ, η απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που καταβλήθηκε από αυτόν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 33/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας που δίκασε ως Εφετείο, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το πιο πάνω μέρος, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλο δικαστή.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα,

και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 11 Μαΐου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ