Supreme Court dismisses appeal against real estate ownership judgment due to lack of procedural grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court's decision recognizing property ownership. The State argued the appellate court failed to consider specific aerial photographs and cadastral maps submitted by the plaintiffs. The court rejected this claim, ruling that the lower court's explicit statement confirming it reviewed all submitted documents was sufficient evidence of compliance with procedural requirements.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 559(11γ) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellate court's explicit declaration that it considered all legally submitted evidence renders it certain that the evidence was taken into account, even without separate evaluation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 587 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 587/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Λάμπρο Καρέλο, εισηγητή, Ανθή Γκάμαρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα Υπουργό των Οικονομικών, τον οποίο εκπροσώπησε η πάρεδρος του ΝΣΚ Ελένη Κωστάντη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: α) Ε. χας Ι. Κ., β) Κ. Ι. Κ., γ) Μ. Ι. Κ., κατοίκων ..., δ) Μ. χας Σ. Β., κατοίκου ... και ε) Ζ. συζ. Γ. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λάμπρο Κιτσαρά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-3-2006 αγωγή στο Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας των δυο τελευταίων αναιρεσιβλήτων και του δικαιοπαρόχου των λοιπών αναιρεσιβλήτων Ι. Κ. Κ. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8/2008 μη οριστική και 3/2012 οριστική του παραπάνω Δικαστηρίου και 38/2016 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 20-5-2016 αίτησή του, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε αυτή που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που έγινε με τη σειρά εγγραφής της στο πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω και ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική τους δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση αίτηση στρέφεται κατά της 38/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με την απόφαση αυτή απερρίφθη, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 3/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, με την οποία είχε γίνει δεκτή αγωγή αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου κατά του αναιρεσείοντος των δυο τελευταίων αναιρεσιβλήτων και του θανόντος, μετά την άσκηση της αγωγής, δικαιοπαρόχου των λοιπών αναιρεσιβλήτων, Ι. Κ. Κ. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
1. Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, κατά το νόμο, είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο, για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 12/2016, ΑΠ 509/2013).
Η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, για ελλείπεις, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση, που έχει διατυπωθεί για τη στήριξη του διατακτικού της, δηλαδή από τις παραδοχές της για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση του για παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.
Για τη διαδικαστική πληρότητα του λόγου αυτού, πρέπει να αναφέρεται, σε τι συνίσταται η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης και, ειδικότερα, όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες της, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία της (ΟλΑΠ 20/2005), ενώ, στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει να αναφέρεται, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποία αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" και "αντίφαση" (ΟλΑΠ 20/2005, 32/1996, ΑΠ 1401/2010), καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, γιατί το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα στην κρίση του αυτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 112/2016, 951/2013, 478/2013, 38/2012).
Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι το Εφετείο που την εξέδωσε, δέχτηκε μ' αυτή, κατά την ανέλεγκτη, επειδή αφορά πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει, αποδείχτηκε, ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί δημόσια, κατά το οθωμανικό δίκαιο, γαία (αμπελότοπο), ότι με τους αναφερόμενους οθωμανικούς τίτλους (ταπιά) είχαν αποκτήσει δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης σε αυτό οι αναφερόμενοι απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγόντων, ότι "δεν περιήλθε (τούτο) στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, ως ανταλλάξιμο και επομένως ήταν επιδεκτικό χρησικτησίας, ότι οι άμεσοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων Κ.
και Ν. Κ. είχαν αποκτήσει την κυριότητά του, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, με τα προσόντα της...χρησικτησίας, εφόσον το νέμονταν και το κατείχαν με καλή πίστη, ασκώντας αδιαμφισβήτητα και ανενόχλητα (τις αναφερόμενες) πράξεις νομής, (όπως και, πριν απ' αυτούς, οι αναφερόμενοι δικοί τους δικαιοπάροχοι από το έτος 1908, που είχαν εκδοθεί τα παραπάνω ταπιά και μέχρι το έτος 1917, που μεταβιβάστηκε στους ίδιους)...για χρονικό διάστημα που ξεκινά το νωρίτερο από το έτος 1938 και φτάνει μέχρι και τον Απρίλιο του έτους 1990...", ότι το μεταβίβασαν τότε στους ενάγοντες με τις μεταγραφείσες συμβολαιογραφικές πράξεις και για τις νόμιμες αιτίες που αναφέρονται, ότι, έτσι, οι ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου με παράγωγο τρόπο και ότι "συμπερασματικώς, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχτηκε ότι το επίδικο αποτελεί ανταλλάξιμο ακίνητο, που περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο, ως διάδοχο του τουρκικού κράτους με κυριαρχικό δικαίωμα".
Δέχτηκε, επίσης, το Εφετείο, ότι "την κρίση του αυτή στηρίζει κυρίως στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης...Επιπλέον πρέπει να αναφερθεί ότι κατά την από 21-1-2009 έκθεση έρευνας της Κτηματικής Υπηρεσίας …. για τη διεκδίκηση τμήματος του ΑΚ 12064 ανταλλάξιμου ακινήτου από τους Μ. Ι. κλπ και την από 30-3-2011 τεχνική έκθεση της τεχνικής συμβούλου του εναγομένου (Δημοσίου), Δ.
Β., ο συνοικισμός "..." … αποτελεί στο σύνολό του το υπ' αριθμό ΑΚ 12064 ανταλλάξιμο ακίνητο, που βρίσκεται στο βόρειο τμήμα της πόλης πλησίον του Σιδηροδρομικού Σταθμού και ότι προέρχεται από την περιουσία των βακουφικών Μουσουλμανικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων της Έδεσσας, αποτελώντας, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 31790/1 Ιουνίου 1924 δήλωση εκκαθάρισης (όπως τιτλοφορείται) του Σ.
Π. Ι., μέλους - εκπροσώπου των μουσουλμανικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων ... την υπ' αύξοντα αριθμό …7 βοσκή, έκτασης 5.000 στρεμμάτων. Ειδικότερα, η έκταση αυτή των 5.000 στρεμμάτων έχει όρια: Γ. του Τ. και Β., Β., κήποι Β. και οδός …. Η "οδός …" (σιδηροδρομική γραμμή) αποτελεί καθοριστικό στοιχείο για την εφαρμογή του κτήματος ως προς το ένα από τα όριά του καθώς αποδεικνύεται ότι η Β.
γειτνίαζε με την σιδηροδρομική γραμμή, η οποία (σιδ. γραμμή) αποτελούσε το νότιο όριο αυτής και, επομένως, το ΑΚ 12064 Ανταλλάξιμο κτήμα εμπίπτει στην έκταση των 5000 στρεμμάτων που είναι γραμμένη στην με ημερομηνία 1 Ιουνίου 1924 δήλωση. Το παραπάνω κτήμα, που φέρει τον αριθμό τεμαχίου 1739 στην αποτύπωση της Τοπογραφικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Γεωργίας και με βάση τον πίνακα περιγραφής του έτους 1972 έχει έκταση 72.280 τμ, εντός του οποίου εμπίπτει και το επίδικο, και όρια ανατολικά δρόμο προς …(ΑΚ 9941 - τεμ. 1722), δυτικά δρομίσκο και ιδιοκτησία Α.
Σ. (τεμ. 1533), βόρεια ανταλλάξιμους αγρούς ... και νότια Σιδηροδρομική γραμμή, καταλήφθηκε ως ανταλλάξιμο από το Δημόσιο με το υπ' αριθμό …09/21-6-1966 πρωτόκολλο καταλήψεως...". Στη συνέχεια δε των παραδοχών του αυτών, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε δεχτεί τα ίδια και είχε κάνει δεκτή την αναγνωριστική της κυριότητάς τους στο επίδικο ακίνητο αγωγή των αναιρεσιβλήτων.
Κατόπιν τούτων, ο δεύτερος (με τον αριθμό 4) λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, για αντιφατικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, διότι η παραδοχή της ότι το επίδικο αποτελεί δημόσια, κατά το οθωμανικό δίκαιο, γαία, αντιφάσκει με την άλλη παραδοχή, βάσει της παραπάνω περικοπής της, για την ιδιότητα αυτού ως ανταλλάξιμου κτήματος, ανήκοντας, ως τέτοιο, κατά κυριότητα στο Δημόσιο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, πρωτίστως, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι το Εφετείο δέχτηκε με την απόφασή του, ότι το επίδικο αποτελεί ανταλλάξιμο κτήμα, ενώ, σύμφωνα με το προεκτεθέν περιεχόμενό της, τα όσα διαλαμβάνονται σχετικά σ' αυτή, δεν αποτελούν παραδοχές του Εφετείου, αλλά περιεχόμενο των αναφερομένων εκεί από 21-1-2009 και 30-3-2011 εκθέσεων, το οποίο περιεχόμενο παραθέτει το Εφετείο, χωρίς, όμως, να το υιοθετεί, διότι, όπως προκύπτει από την απόφασή του, έκρινε πειστικότερη την από 30-8-2010 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισμένου με την 447/2008 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Α.
Π., σύμφωνα με την οποία και σε συνδυασμό και με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, έγινε δεκτό, ότι το επίδικο αποτελεί δημόσια γαία (αμπελότοπο).
2. Προκύπτει, επίσης, από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το Εφετείο, στη συνέχεια των παραπάνω παραδοχών του, διέλαβε στην απόφασή του αυτή και ότι "περαιτέρω, καθίσταται σαφές ότι στον συνοικισμό "..." που ήταν τμήμα μιας ευρύτερης έκτασης 5.000 στρεμμάτων περίπου και που ανήκε στα μουσουλμανικά εκπαιδευτικά ιδρύματα της τότε κοινότητας Β., νόμιμοι κύριοι μπορούσαν να εμφανίζονται και οι τυχόν κατέχοντες νόμιμο τίτλο από τουρκοκρατίας, που να εφαρμόζει σε συγκεκριμένο τεμάχιο, όπως τούτο διατυπώνεται στην από 21.1.2009 έκθεση έρευνας της Κτηματικής Υπηρεσίας … και όπως εν προκειμένω συμβαίνει στην ένδικη υπόθεση".
Κατόπιν τούτων, ο τρίτος (με τον αριθμό 5), από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για αντιφατικότητα της ανωτέρω αιτιολογίας, ήτοι ότι η παραδοχή ότι η αναφερόμενη έκταση των 5.000 στρεμμάτων, όπου ο συνοικισμός "..." με το επίδικο, ανήκε στα μουσουλμανικά εκπαιδευτικά ιδρύματα και, συνεπώς, ως βακούφιο, περιλαμβάνεται στα ανταλλάξιμα κτήματα, αντιφάσκει προς την προηγούμενη αιτιολογία ότι το επίδικο αποτελεί δημόσια, κατά τον οθωμανικό νόμο, γαία, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση της παραδοχής από το Εφετείο ότι η έκταση των 5.000 στρεμμάτων ανήκε στα μουσουλμανικά εκπαιδευτικά ιδρύματα, ενώ, στην ανωτέρω περικοπή της απόφασής του αναφέρεται, ότι τούτο συνιστά παραδοχή της αναφερόμενης εκεί από 21.1.2009 ανωτέρω έκθεσης.
Επίσης, ο παραπάνω λόγος είναι αβάσιμος και επειδή, κατά την ανωτέρω έκθεση, σύμφωνα με το περιεχόμενό της που προεκτέθηκε, "μπορούσαν" και στην παραπάνω έκταση των 5.000 στρεμμάτων, "να εμφανίζονται νόμιμοι κύριοι και οι τυχόν κατέχοντες νόμιμο τίτλο από τουρκοκρατίας", όπως οι παραπάνω τίτλοι που δέχτηκε το Εφετείο, ότι κατείχαν οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων.
Συνεπώς, σύμφωνα και με την έκθεση αυτή, κατά το υιοθετηθέν από το Εφετείο, όπως συνάγεται από το παραπάνω μέρος της απόφασής του, ως προς το σημείο τούτο, περιεχόμενό της, ελέγχεται ως αβάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος για κυριότητά του στο επίδικο, ως ανταλλάξιμου, λόγω της ιδιότητάς του ως βακουφίου, επειδή ανήκε στα ανωτέρω μουσουλμανικά εκπαιδευτικά ιδρύματα.
3. Περαιτέρω, με το άρθρο 2 παρ. 7 του νόμου 147/1914, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 9 του νόμου 262/1914, στις Νέες Χώρες, οι οποίες βρίσκονταν προηγουμένως υπό την άμεση επικυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους, διατηρήθηκαν σε ισχύ, μετά την προσάρτησή τους στο Ελληνικό Κράτος, οι διατάξεις του Οθωμανικού Νόμου "περί Γ.", οι οποίες ρύθμιζαν τα σχετικά με την κτήση σ' αυτές δικαιωμάτων ιδιωτικής φύσεως, ενώ ορίσθηκε, ότι οι δικαιοπραξίες γι' αυτά συντελούνται εφεξής κατά τους ελληνικούς νόμους.
Στις Νέες Χώρες περιλαμβάνεται και η Μακεδονία, όπου το επίδικο, στην οποία από 1-2-1914 άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 3 του παραπάνω νόμου, η Ελληνική Νομοθεσία. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 2, 3, 4, 9, 12, 34 και 49 του Οθωμανικού Νόμου "περί Γ." της 7 Ραμαζάν 1274 (1856), οι οποίες, όπως προαναφέρθηκε, διατηρήθηκαν σε ισχύ στις Νέες Χώρες, κατά το μέρος που ρυθμίζουν τα δικαιώματα ιδιωτικής φύσεως σ' αυτές, προκειμένου για δημόσιες, κατά την έννοια του παραπάνω Οθωμανικού Νόμου, γαίες, η παραχώρησή τους στους ιδιώτες γινόταν με τη χορήγηση από το Κράτος έγγραφου τίτλου, που ονομαζόταν "ταπί", το οποίο έφερε το μονόγραμμα του Σουλτάνου και με το οποίο παρεχόταν στον ιδιώτη, όχι δικαίωμα κυριότητας, αλλά ιδιόρρυθμο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), που ισοδυναμούσε με διηνεκή μίσθωση, αφού αντικείμενό του ήταν η αναφερόμενη στον τίτλο χρήση του εδάφους (ΑΠ 1204/2014, 1157/2013).
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006).
Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχτηκε, ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018).
Εν προκειμένω, με τον πρώτο (με τον αριθμό 3), από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στο Εφετείο, ότι με την παραδοχή του, ότι, με την άτυπη, κατά το έτος 1915, διανομή μεταξύ των μέχρι τότε (απωτέρων δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων) συνεξουσιαστών του επιδίκου, το δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης αυτού περιήλθε εξ ολοκλήρου στον ένα απ' αυτούς, παρέβη τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Οθωμανικού Νόμου περί Γαιών, καθόσον, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, "η άτυπη διανομή δεν αποτελούσε νόμιμο λόγο κτήσης δικαιώματος εξουσίασης". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι στο ότι το Εφετείο εφάρμοσε, για να κρίνει το κύρος της παραπάνω άτυπης διανομής, τις ανωτέρω διατάξεις του Οθωμανικού Νόμου, ενώ δεν τις εφάρμοσε, αφού οι διατάξεις αυτές, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, δεν εφαρμόζονταν, αλλά ετύγχανε εφαρμογής το ελληνικό δίκαιο.
4. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών γεγονότων, εφόσον δεν παραβιάστηκαν μ' αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθ. 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, απ' το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1959/2007).
Εν προκειμένω, με τον τέταρτο (με τον αριθμό 6), από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια των ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς την παραδοχή της ότι οι αναφερόμενοι Ι. και Ν. Τ. ή Τ. ή Τ. είναι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των Ι. και Ν. Κ. του Σ.. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, υπό την επίκληση της παράβασης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο του ανωτέρω πραγματικού περιστατικού.
5. Εξάλλου, ο πέμπτος (με τον αριθμό 7.1), από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για ανεπαρκείς αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την ταύτιση του επιδίκου με το ακίνητο που περιγράφεται στα ταπιά που προαναφέρθηκαν, επειδή τα αναφερόμενα σημερινά όριά του δεν ταυτίζονται με τα τότε (το έτος 1908 που εκδόθηκαν τα ταπιά) επίσης αναφερόμενα όρια του μεγαλύτερου ακινήτου των 4.000 τμ, του οποίου, κατά την απόφαση, τμήμα αποτελεί το επίδικο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, επειδή αφορά τα ανωτέρω πραγματικά γεγονότα, κρίση του Εφετείου. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι σε παραδοχή του Εφετείου, ότι το επίδικο είναι ολόκληρο το ακίνητο που αναφέρεται στους ανωτέρω οθωμανικούς τίτλους, ενώ, σύμφωνα με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τούτο αποτελεί επί μέρους τμήμα του μεγαλύτερου αυτού ακινήτου.
6. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 ιδίου Κώδικα προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς, όμως, να απαιτείται και ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1633/2009). Αντίθετα, για την ίδρυση του παραπάνω λόγου, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, για την απόδειξη κρίσιμων, με την προεκτεθείσα έννοια, ισχυρισμών των διαδίκων, αποδεικτικά μέσα που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 2/2008).
Εν προκειμένω, με τον έκτο (με τον αριθμό 7.2) λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, καθόσον το Εφετείο που την εξέδωσε, δεν έλαβε υπόψη του τα παρακάτω από τα έγγραφα που προσκόμισε και επικαλέστηκε το αναιρεσείον και από τα οποία αποδεικνυόταν, ότι το επίδικο δεν ταυτιζόταν με το ακίνητο που αφορούσαν τα παραπάνω ταπιά, ήτοι:
1) δυο αεροφωτογραφίες της περιοχής ... έτους 1945 της Δ/νσης Δασών ….
2) απόσπασμα του από μηνός Ιουλίου 2004 τοπογραφικού διαγράμματος της Μ. Ι.,
3) δυο αεροφωτογραφίες ετών 2007-2009 του ... και
4) απόσπασμα αποτύπωσης γαιών …. του Υπουργείου Γεωργίας του έτους 1955. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι έλαβε υπόψη του, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, "όλα τα έγγραφα που νόμιμα οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται", σε συνδυασμό και με τις αιτιολογίες της απόφασής του αυτής, καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και τα ανωτέρω έγγραφα.
Μετά απ' αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, αφού ηττάται, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτών (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένη, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 νόμου 3693/1957 και την, κατ' εξουσιοδότησή του, 134423 Οικ/8.12.1992/20.1.1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και
Δικαιοσύνης, σύμφωνα με το διατακτικό
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-5-2016 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της 38/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ