Legislator Case Law & Legislation
587/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to insufficient reasoning on inheritance claims and lack of legal basis.

Case Number 587/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision regarding property inheritance. The appellant argued the lower court failed to address specific claims about the heir's lack of share and improperly eliminated a derivative claim, but the court found these arguments unsupported by the record. The court ruled that the lower court's reasoning was sufficient and the appeal lacked a legal basis, resulting in the rejection of the appeal and the appellant being ordered to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 19 KPolD; An appeal based on insufficient or contradictory reasoning is admissible only when the reasoning fails to establish the factual prerequisites for the applied law, whereas mere evaluation of evidence does not constitute a lack of legal basis.

Keywords

AI generated
appeal admissibility insufficient reasoning contradictory arguments inheritance law legal costs Court of Appeals property rights

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 19 KPolD
Art. 495 para. 4 KPolD
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD
Art. 191 para. 2 KPolD
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 587 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 587/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο, και Ιωάννη Φιοράκη-εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας:Γ. Π. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Τσικρικά.

Των αναιρεσίβλητων:1.Ι. Μ. του Μ., κατοίκου ... Π. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Νταφούλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-8-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1939/2012 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1463/2016 Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα, με την από 30-8-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: " Το επίδικο ακίνητο (οικόπεδο), το οποίο οι διάδικοι υπέδειξαν στον διορισθέντα, με την 4052/2013 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, πραγματογνώμονα Π. Σ., τοπογράφο - μηχανικό, βρίσκεται στην περιφέρεια του ...ς, στο Ο.Τ 96, επί της ....

Εμφανίζεται με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία ...... στο από Ιανουαρίου 2015 τοπογραφικό διάγραμμα του ανωτέρω πραγματογνώμονα και έχει, κατ' ακριβέστερη καταμέτρηση του ίδιου, εμβαδόν 1056,03 τμ ...... Το επίδικο στην πρόσοψή του επί της ... οριοθετείται με μεταλλική κατασκευή, που φέρει πόρτα εισόδου, την οποία οι εναγόμενοι τοποθέτησαν το φθινόπωρο του έτους 2009, ανατολικά και νότια είναι περιτοιχισμένο (περιτοίχιση, που έχει γίνει από τους ιδιοκτήτες των όμορων ακινήτων), ενώ βόρεια τα όριά του εν μέρει καθορίζονται από τις υπάρχουσες στο όμορο ακίνητο κατασκευές, (κτίσμα, στο οποίο ο πρώτος εναγόμενος λειτουργεί βιοτεχνία και παράπηγμα).

Συνορεύει, σύμφωνα με το πιο πάνω τοπογραφικό διάγραμμα, βόρεια εν μέρει .....με πρώην ιδιοκτησία κληρονόμων Σ. Μ. και ήδη εναγομένων και εν μέρει...., με ιδιοκτησία αγνώστων, νότια..... με ιδιοκτησία εταιρείας Εγνατία ΑΕ πρώην ιδιοκτησία Μ., ανατολικά ...., με ιδιοκτησία αγνώστου και ιδιωτική οδό πλάτους 8,00μ και δυτικά επί προσώπου.....

με την ..., πλάτους 16μ και .... με πρώην ιδιοκτησία Σ. Μ. και ήδη εναγομένων. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι Σ. Μ. είχε στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή του ένα αγροτεμάχιο τριών περίπου στρεμμάτων, κείμενο στη θέση "..." της περιφερείας, τότε Αθηναίων, και ήδη ..., που συνόρευε βόρεια με ιδιοκτησία Σ. Μ., νότια με ιδιοκτησία Κ.

Κ., ανατολικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Π. και δυτικά με οδό. Ο ανωτέρω Σ. Μ. πέθανε το έτος 1849 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα τέκνα του Ν., Γ., Β. και Δ.. Ακολούθως, από τα ανωτέρω τέκνα του Σ. Μ., οι Ν., Γ. και Β. συζ. Κ. Τ. ( Δ. είχε ήδη αποβιώσει άγαμος) δυνάμει των νομίμως μεταγραφέντων συμβολαίων …79/1879 και …10/1882 (διορθωτικό του πρώτου) του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ.

Γ., διένειμαν, μεταξύ των άλλων κληρονομιαίων ακινήτων, και το περιελθόν σ' αυτούς ως άνω αγροτεμάχιο και έλαβαν οι μεν Ν. και Γ. από κοινού το 1/2 εξ αδιαιρέτου αυτού, η δε Β. το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου αυτού. Ωστόσο, κατά τα μεταξύ τους (προφορικά) συμφωνηθέντα η μεν Β. συζ. Κ. Τ. - που πέθανε το έτος 1911 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα τέκνα της Μ.

συζ. Χ. Τ., Ε. συζ. Π.. Π., Ι. Τ. και Σ. Τ. - εγκαταστάθηκε στη νομή του βόρειου τμήματος, εκτάσεως 1.500 περίπου τ.μ., οι δε Ν. και Γ. εγκαταστάθηκαν στη νομή του νότιου τμήματος, εκτάσεως 1.500 τ.μ, περίπου, ενώ η, κατά τα ως άνω, γενομένη, ατύπως, αυτούσια διανομή του εν λόγω μείζονος αγροτεμαχίου επιβεβαιώθηκε με τη 14418/1934 πράξη καθορισμού ορίων του συμβολαιογράφου Αθηνών Π.

Β., που νόμιμα μεταγράφηκε, η οποία υπογράφηκε από τους συγκυρίους κοινωνούς ήτοι τους κληρονόμους του Ν. Μ. (Σ. Ν. Μ. και Β. Κ.), τα τέκνα της Μ. συζ. Χ. Τ. (το γένος Κ. και Β. Τ..), Ζ., Κ. και Ε. - συζ. Κ. Κ. και την Ε. χήρα Π. Π., το γένος Κ. και Β. Τ... Οι δημιουργηθείσες με την εν λόγω πράξη δύο ιδιοκτησίες (βόρεια και νότια) εμφανίζονται στο συνημμένο στην πράξη αυτή από 16.6.1934 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Ι.

Ι. στο οποίο αυτές προσδιορίζονται με αναφορά στις διαστάσεις και στο εμβαδόν τους 1.521,72 τ.μ, η καθεμία. Επισημαίνεται ότι, δυνάμει των νομίμως μεταγραφέντων 35164/1885 και …680/1885 συμβολαίων των συμβολαιογράφων Αθηνών Β. Λ. και Α. Γ., αντίστοιχα, τμήμα του περιελθόντος στη Β. χήρα Κ. Τ. αγροτεμαχίου η τελευταία μεταβίβασε, λόγω προίκας, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, στη θυγατέρα της Μ., ενόψει του επικείμενου γάμου της με το Χ.

Τ.. Εξάλλου, το περιελθόν στους Ν. και Γ. Μ. νότιο τμήμα του μείζονος ως άνω αγροτεμαχίου, μετά τη διάνοιξη της ... και τη ρυμοτόμηση τμήματος αυτού 178,50 τ.μ, κατατμήθηκε σε δύο τεμάχια ήτοι: Α) το κείμενο ανατολικά της εν λόγω οδού 386,18 τ.μ, που φέρει αριθμό παλαιού κτηματολογίου …13α και εμφανίζεται ως τμήμα 1 στο από 15.7.1934 σχεδιάγραμμα του ανωτέρω μηχανικού Ι.

Ι., που προσαρτάται στο …9/1934 διανεμητήριο συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου Π. Β. και Β) το κείμενο δυτικά της ιδίας οδού εμβαδού 852 τ.μ, που διαμορφώνεται σε δύο επιμέρους τμήματα, εμβαδού 426 τ.μ, το καθένα, που φέρουν τους αριθμούς 2 και 3 στο πιο πάνω σχεδιάγραμμα και αριθμούς παλαιού κτηματολογίου 97/8ε και 97/8α, αντίστοιχα.

Από τα ως άνω τεμάχια το κείμενο ανατολικά της ..., 96/13α, που ενδιαφέρει την κρινόμενη υπόθεση, εμφανίζεται στο συνημμένο στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης, από Δεκεμβρίου 2014 τοπογραφικό διάγραμμα του δικαστικού πραγματογνώμονα, με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα...., αποτελεί δε τμήμα του επιδίκου. Πρέπει, να αναφερθεί ότι με το ως άνω …9/1934 διανεμητήριο συμβόλαιο, που νόμιμα μεταγράφηκε, στο οποίο συνέπραξαν οι μετασχόντες και στην άνω 14418/1934 πράξη καθορισμού ορίων, στους μεν κληρονόμους του Ν.

Σ. Μ. Σ. Ν. Μ. και Β. συζ. Κ.. Κ. το γένος Ά. και Α. (θυγατέρας Ν. Σ.) Γ., περιήλθαν τα άνω 2 και 3 γεωτεμάχια και έκταση 78,98 τ.μ από το με αριθμό 1 γεωτεμάχιο (που έφερε αριθμό παλαιού κτηματολογίου 96/13α), το οποίο (13α), όπως προεκτέθηκε, αποτελεί τμήμα του επιδίκου, ενώ το υπόλοιπο μέρος (307,20 τ.μ) του εν λόγω τεμαχίου 1 περιήλθε στους κληρονόμους της Β.ς χήρας Κ.

Τ. (ως κληρονόμου, κατά ήμισυ, του μεριδίου του αδελφού της Γ. Σ. Σ., που πέθανε το έτος 1892, χωρίς να αφήσει κατιόντες) ήτοι στους α) Σ. Κ. Τ., β) Ι. Κ. Τ., γ) Μ. συζ. Χρ. Τ. και δ) Ε. συζ. Π. Π.. Αποδείχθηκε, όμως, ότι με το ..92/1950 διανεμητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών, που νόμιμα μεταγράφηκε...., οι κληρονόμοι της αποβιώσασας το έτος 1938 Ε.ς συζ.

Π. Π., ήτοι τα τέκνα της α) Γ. Π. Π. β) Κ.ς Π. Π. (θετός πατέρας της ενάγουσας), γ) Β. συζ. Ν. Π. και δ) Ά. Π. Π., διένειμαν την κληρονομιαία περιουσία της, στην οποία περιλαμβανόταν και η περιελθούσα σ' αυτήν και ευρισκόμενη στη θέση του επιδίκου ιδιοκτησία της (ιδανικό μερίδιο). Ωστόσο, από την περιουσία που βρισκόταν στη θέση του επίδικου ο Κ.

Π. ουδέν έλαβε, καθ' όσον αυτή περιήλθε στην αδελφή του Β. συζ. Ν. Π., η οποία, ακολούθως, το εν λόγω μερίδιό της μεταβίβασε στο Γ. Ι. Τ., δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος 4856/1956 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Σ.. Με βάση τα ανωτέρω το νότιο τμήμα του μείζονος ως άνω αγροτεμαχίου του Σ. Μ., υλοποιήθηκε επί του εδάφους, και αποτελείτο από τις ιδιοκτησίες: 96/13α, που, όπως προεκτέθηκε αποτελεί τμήμα του επιδίκου, εμβαδού, κατ' ακριβέστερη καταμέτρηση 377,52 τ.μ, το οποίο βρίσκεται ανατολικά της ..., 97/8ε και 97/8α, οι οποίες βρίσκονται δυτικά της παραπάνω οδού.

Επίσης, το βόρειο τμήμα του μείζονος ως άνω αγροτεμαχίου, μετά τη διάνοιξη της εν λόγω οδού, υλοποιήθηκε επί του εδάφους και αποτελείτο από τις ιδιοκτησίες: 96/13β, που κείται ανατολικά της οδού αυτής, 97/8γ και 97/8δ, οι οποίες κείνται δυτικά της ιδίας οδού. Αποδείχθηκε ακόμη, ότι: Α) ο Γ. Π., με τα νομίμως μεταγραφέντα, 6394/1950 και 16994/1940 συμβόλαια των συμβολαιογράφων Αθηνών, Π.

Μ. και Π. Σ., αντίστοιχα, αγόρασε τις πιο πάνω, φέρουσες κτηματολογικούς αριθμούς 97/8γ και 97/8δ ιδιοκτησίες, αντίστοιχα, εμβαδού 564 τ.μ η πρώτη και 451,20 τ.μ η δεύτερη, από τους α) Γ. Α. (απώτατος δικαιοπάροχος του οποίου φέρεται ο Χ. Τ.ς) και β) Ε. συζ. Κ. Κ. (το γένος Χ. και Μ.ς Τ.) και Κ. Χρ. Τ., αντίστοιχα και Β) ο Ν. Γ. Π. (δεύτερος εναγόμενος), με τα νομίμως μεταγραφέντα, 6707/1951 και 3027/1970 συμβόλαια των συμβολαιογράφων Αθηνών, Α.

Μ. και Χ. Π. αντίστοιχα, αγόρασε τις πιο πάνω, φέρουσες κτηματολογικούς αριθμούς 97/8α και 97/8ε ιδιοκτησίες, αντίστοιχα, την πρώτη από τη Μ. συζ. Δ. Γ. (δικαιοπάροχος της οποίας φέρεται η Β. Κ. το γένος Ν. Σ.) και την δεύτερη από την Ε. Κ. (δικαιοπάροχοι της οποίας φέρονται οι κληρονόμοι του Σ. Μ.). Έτσι, από την αρχική ιδιοκτησία του Σ.

Μ. η ιδιοκτησία, που περιλαμβάνει τα τεμάχια 96/8α, 96/8ε, 96/8γ και 96/8δ, περιήλθε στους Γ. Π. και Ν. Γ. Π., με τον προαναφερόμενο τρόπο. Επίσης, ο Γ. Π. με το 17585/1940 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Σ., που νόμιμα μεταγράφηκε, αγόρασε από τους κληρονόμους της Β.ς Β. (το γένος Χ. και Μ.ς Τ.) το 1/2 εξ αδιαιρέτου του με αριθμό κτηματολογίου ως άνω 13β οικοπέδου, στους οποίους είχε περιέλθει με το 5454/1939 διανεμητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Σ.

Φ., που νόμιμα μεταγράφηκε, ενώ το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου αυτού (13β γεωτεμαχίου) είχε περιέλθει στο Σ. Ν. δυνάμει της 21035/1937 κατακυρωτικής πράξης. Ακολούθως, το πιο πάνω ιδανικό μερίδιο του Γ. Π., περιήλθε, δυνάμει των νομίμως μεταγραφεισών 13320/1977 και 235821/1986 πράξεων αποδοχής κληρονομίας των συμβολαιογράφων Αθηνών Φ.

συζ. Ε. Σ. και Α. Ζ., αντίστοιχα, στους Ι. Μ., εγγονό του, Ν. Π. γιό του (εναγομένους) και Μ. - Ι. Ν..Π., κατά ποσοστό 2/16, 4/16 και 2/16 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα. Ακόμη, ο Ν. Γ. Π. (δεύτερος εναγόμενος) με το 4869/1972 συμβόλαιο της ίδιας πιο πάνω συμβολαιογράφου Φ. Α., που νόμιμα μεταγράφηκε, αγόρασε από τους κληρονόμους Ν. Μ. (Μ.

χήρα Ν.Μ. και τα τέκνα αυτού Κ., Δ. και Β.) το με αριθμό κτηματολογίου 13α οικόπεδο, όπως αυτό εμφανίζεται στο προσαρτώμενο στο εν λόγω συμβόλαιο …0/3212/12.7.1972 έγγραφο του Γραφείου Κτηματολογίου Πρωτευούσης και στο συνημμένο από Ιουλίου 1971 τοπογραφικό διάγραμμα του υπομηχανικού Β. Ζ., το οποίο εμφανίζεται με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα....

στο εν λόγω σχεδιάγραμμα και συνορεύει, σύμφωνα με αυτό, βόρεια.... με πρώην ιδιοκτησία Β. Τ. και Χ. Τ., νότια ....... με πρώην ιδιοκτησία Κ.Κ. και ήδη εργοστάσιο Μ., δυτικά...... με την ... και ανατολικά.... με ιδιοκτησία Ι. Γ.. Τούτο ταυτίζεται με το τμήμα του επιδίκου, που εμφανίζεται με τα στοιχεία.... στο πιο πάνω από Δεκεμβρίου 2014 τοπογραφικό διάγραμμα του δικαστικού πραγματογνώμονα, δηλαδή με το 96/13α τεμάχιο, έχει δε, κατ' ακριβέστερη καταμέτρηση αυτού, όπως έχει αναφερθεί, έκταση 377,52 τ.μ.

Κατά τα αναφερόμενα στο πιο πάνω συμβόλαιο το ως άνω πωληθέν στον Ν. Π. οικόπεδο είχε περιέλθει στον δικαιοπάροχο των πωλητών από κληρονομία της αποβιώσασας στις 13.6.1929 Δ. χήρας Γ. Μ., δυνάμει της 1…7/14.12.1928 δημόσιας διαθήκης της, που νόμιμα δημοσιεύθηκε....., στη δε διαθέτη με δωρεά αιτία θανάτου του αποβιώσαντος στις 10.8.1992 συζύγου της Γ.

Σ. Μ., δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος 7206/2.2.1888 συμβολαίου του συμβολαιογράφο Αθηνών Ι. Π.. Περαιτέρω, αναφορικά με το υπόλοιπο τμήμα του επιδίκου που εμφανίζεται με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα..... στο από Ιανουαρίου 2015 τοπογραφικό διάγραμμα του δικαστικού πραγματογνώμονα, εμβαδού 631,64 τ.μ, αποδείχθηκε από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, ότι δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος 2984/1921 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Θ.

περιήλθε, κατ' ισομοιρία, λόγω πωλήσεως στους Ε. και Σ. τέκνα Α. Μ. μια εδαφική έκταση στη θέση όπου βρίσκεται το επίδικο, η οποία ταυτίζεται με τα αριθ. κτηματολογίου 96/20 και 96/4 γεωτεμάχια και όχι με το 96/21 γεωτεμάχιο, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εφεσίβλητη, ενώ ακολούθως, η Ε. Μ. το ιδανικό της μερίδιο στο ακίνητο αυτό πώλησε στον Σ.

Μ., δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος 1097/1924 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Η.. Την έκταση αυτή οι ανωτέρω συγκύριοι Σ. Μ. και Σ. Μ., αφού κατέτμησαν σε έξι (6) μικρότερα τεμάχια....., πώλησαν σε τρίτους και συγκεκριμένα πώλησαν στον Ν. Γ. και την σύζυγό του Μ. Γ. τα (1) και (2) τεμάχια, στον Ι. Μ. το (4) τεμάχιο και στον Α.

Β. τα (5) και (6) τεμάχια, με τα 1099/1924, 1100/1924, 1148/1924 και 1609/1925 συμβόλαια, αντίστοιχα, του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου Α. Η. ενώ δεν προέκυψαν οι αγοραστές του (3) τεμαχίου. Τα τεμάχια (1) και (2) ο Ν. Μ. αγόρασε με τα 50566/1964 και 50568/1964 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Β., που νόμιμα μεταγράφηκαν, από τους κληρονόμους Γ., τα οποία προσάρτησε με την συνεχόμενη εδαφική έκταση που είχε αγοράσει από τον Κ.

Κ., τα οποία εμφανίζονται με διαγράμμιση στο από Ιανουαρίου 2015 τοπογραφικό διάγραμμα του δικαστικού πραγματογνώμονα, ενώ τα υπόλοιπα τεμάχια, που αποτελούν το υπόλοιπο της ιδιοκτησίας Μ. - Μ., ταυτίζονται με το πιο πάνω τμήμα του επιδίκου. Αποδείχθηκε, όμως, ότι η ενάγουσα με τη 1818/2009 πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Κ.

Β.ς Ζ., που νόμιμα μεταγράφηκε, αποδέχθηκε την επαχθείσα σ' αυτήν με την από 18.1.1977 ιδιόγραφη διαθήκη του αποβιώσαντος, κατ' έτος 1984, θετού πατέρα της Κ. Π., κληρονομία, στην οποία διέλαβε το επίδικο ακίνητο (οικόπεδο), όπως αυτό εμφανίζεται στο προαναφερόμενο από Σεπτεμβρίου 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ.

Γ., το οποίο προσαρτήθηκε στην εν λόγω συμβολαιογραφική πράξη, είναι δε συνημμένο και στην ένδικη αγωγή, επικαλούμενη ότι τούτο είχε περιέλθει στον διαθέτη το έτος 1937 ατύπως από τη μητέρα του Ε. χήρα Π. Π., το γένος Β.ς και Κ. Τ., στην οποία είχε, επίσης, περιέλθει με άτυπη δωρεά της αποβιωσάσης το έτος 1911 μητέρας της Β.ς χήρας Κ.

Τ. το γένος Σ. Μ. και ότι στην τελευταία είχε περιέλθει εν μέρει με τα προαναφερόμενα ..379/.79 και ..410/1882 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Γ. και εν μέρει με το …80/1883 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Γ.. Με βάση όμως, όλα όσα προεκτέθηκαν, δεν αποδείχθηκε ότι, στον πατέρα της ενάγουσας Κων/νο Π. και φερόμενο ως δικαιοπάροχό της, είχε περιέλθει το τμήμα του επίδικου που εμφανίζεται με τα στοιχεία....

στο προαναφερόμενο από Δεκεμβρίου 2014 τοπογραφικό διάγραμμα του δικαστικού πραγματογνώμονα (το οποίο αποτελείται από το με αριθμό κτηματολογίου 13α τεμάχιο 377 τ.μ και από τμήμα του, με αριθμό κτηματολογίου 13β, τεμαχίου, εμβαδού 48,65 τ.μ), καθόσον αυτά κατά τη γενομένη, με το προαναφερόμενο …492/1950 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ε.

Π., διανομή, που αφορούσε την κληρονομιαία περιουσία της μητέρας του Ε.ς χήρας Π. Π., κανένα κληρονομικό μερίδιο δεν έλαβε στην περιοχή όπου βρίσκεται το επίδικο. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι από το επίδικο, το τμήμα αυτού που ταυτίζεται με το τεμάχιο 13α και εμφανίζεται με τα στοιχεία.... στο αμέσως πιο πάνω τοπογραφικό διάγραμμα περιλαμβάνεται στον τίτλο ιδιοκτησίας (…9/1972 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Φ.

Α.) του δευτέρου εναγομένου Ν. Γ. Π., ενώ το τμήμα αυτού με τα στοιχεία ..... στο ίδιο πιο πάνω τοπογραφικό διάγραμμα εμβαδού 48,65 τ.μ, που αποτελεί μικρό τμήμα του με αριθμό 13β τεμαχίου, περιλαμβάνεται στους τίτλους ιδιοκτησίας (1…25/1940 πωλητήριο συμβόλαιο, …4/1939 διανεμητήριο συμβόλαιο, …320/1977 και ….5821/1986 πράξεις αποδοχής κληρονομίας και 21035/1937 κατακυρωτική πράξη) των I.

Μ. (πρώτου εναγομένου), Ν. Γ. Π. (δεύτερου εναγομένου), Μ. - Ι. Π.. και Σ. Ν., μη διαδίκων στην ένδικη υπόθεση και του δικαιοπαρόχου των τριών πρώτων Γ. Π.. Επίσης αποδείχθηκε ότι το υπόλοιπο τμήμα του επιδικου, που εμφανίζεται με τα στοιχεία.... στο ίδιο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα, εμβαδού 631,64 τ.μ το οποίο δεν έχει πρόσωπο σε οδό, είναι δηλαδή "τυφλό" (του οποίου οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι έγιναν κύριοι με έκτακτη χρησικτησία) δεν περιλαμβάνεται στην αρχική ιδιοκτησία του Σ.

Μ., ούτε οι διάδοχοί του διέλαβαν τούτο στους προαναφερόμενους τίτλους ιδιοκτησίας τους ήτοι τα προαναφερόμενα 17379/1879, 23410/1882, 35164/1885, 27680/1885, 14418/1934, …419/1934, …2/1950 συμβόλαια. Η πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Π. Σ.υ, σύμφωνα με την οποία....... Η εν λόγω έκθεση, με τα τοπογραφικά διαγράμματα που συνοδεύουν και τα συνημμένα έγγραφα, την οποία ο ανωτέρω πραγματογνώμονας συνέταξε, αφού έλαβε υπόψη του τους τίτλους ιδιοκτησίας των διαδίκων και των δικαιοπαρόχων τους με τα συνοδεύοντα αυτούς τοπογραφικά διαγράμματα, αλλά και τους τίτλους ιδιοκτησίας τρίτων προσώπων, που αφορούν το επίδικο, τους οποίους εφάρμοσε επί του εδάφους, καθώς επίσης τα έγγραφα που οι διάδικοι του παρέδωσαν αλλά και αναζήτησε ο ίδιος από τις Υπηρεσίες του Κτηματολογίου, χάρτες και αεροφωτογραφίες, κρίσιμα άπαντα, για τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης του, σαφής και αιτιολογημένη, κρίνεται αξιόπιστη και δεν αναιρείται από την έκθεση φωτοερμηνείας του Τεχνολόγου Δασοπονίας Ι.

Σ. ούτε από την τεχνική έκθεση του Φ. Δ. που η εφεσίβλητη διαλαμβάνει στις προτάσεις της. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι ο διαθέτης, θετός πατέρας της ενάγουσας Κ. Π., αλλά ούτε και η ίδια μετά τον επισυμβάντα στις 11.8.1984 θάνατό του, νεμήθηκαν το επίδικο, την κληρονομία του οποίου (στην οποία αποκλειστικά διέλαβε το ιδιαίτερα μεγάλης αξίας επίδικο) αποδέχθηκε, όπως έχει αναφερθεί, 25 έτη μετά το θάνατό του και το οποίο για πρώτη φορά δήλωσε, στο Έντυπο του Ε9 το έτος 2008.

Πιο συγκεκριμένα οι ανωτέρω καμμία εμφανή διακατοχική πράξη νομής δεν είχαν ενεργήσει σ' αυτό, ο μεν πρώτος από το έτος 1937 έως και το θάνατό του, έκτοτε δε η ενάγουσα έως και τον Οκτώβριο του έτους 2009, οπότε αυθαίρετα, όπως αβάσιμα αυτή ισχυρίζεται, οι εναγόμενοι τοποθέτησαν μεγάλη πόρτα από αλουμίνιο στην πρόσοψη του επίδικου, εμποδίζοντας έτσι την είσοδό της σ' αυτό.

Αντίθετα αποδείχθηκε ότι τριάντα τουλάχιστον έτη πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής οι εναγόμενοι και πριν από αυτούς ο δικαιοπάροχός τους Γ. Π. νέμονταν το επίδικο, ο πρώτος από τους οποίους από το έτος 1978 λειτουργούσε, στο κτίσμα που υπήρχε στο 13β τεμάχιο, βιοτεχνία κυτιοποιίας και πιο συγκεκριμένα φύτευσαν δένδρα εντός αυτού, το φρόντιζαν και το επόπτευαν και τοποθετούσαν προς φύλαξη διάφορα κινητά πράγματα.

Η πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου, σχετικά με το κρίσιμο ζήτημα, ποιος από τους διαδίκους νεμόταν το επίδικο ακίνητο, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα (1937-2009), ενισχύεται από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων Α. Σ., ο οποίος έχοντας άμεση αντίληψη, κατηγορηματικά και με σαφήνεια καταθέτει ότι η ενάγουσα και ο δικαιοπάροχός της Κ.

Π. ποτέ δεν άσκησαν σ' αυτό εμφανείς διακατοχικές (υλικές) πράξεις φυσικής εξουσιάσεως του και ότι οι εναγόμενοι ασκούσαν τις προαναφερόμενες διακατοχικές πράξεις νομής σ' αυτό. Εξάλλου και ο δικαστικός πραγματογνώμονας στην σχετική έκθεση φωτοερμηνείας που συνέταξε, αφού προέβη σε ερμηνεία των αεροφωτογραφιών των ετών 1970, 1988 και 1990, βεβαιώνει ότι κατ' εκείνους τους χρόνους δεν παρατηρούνται ίχνη καλλιέργειας στο επίδικο καθώς και η ύπαρξη μανδρότοιχου στην πρόσοψη του επιδίκου επί της ..., ούτε η ύπαρξη κτίσματος, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα, επικαλούμενη ότι ο θετός πατέρας της Κ.

Π., είχε προβεί στην κατασκευή μανδρότοιχου κατά μήκους της πρόσοψης του επιδίκου, ύψους ενός μέτρου, αφήνοντας μικρή είσοδο για να έχει πρόσβαση σ' αυτό από την ..., καθώς και στην κατασκευή αποθήκης για να φυλάττει τα εργαλεία του. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας Σ.

Κ. και τις ένορκες βεβαιώσεις των Μ. Μ., Σ. Κ. και Θ. Γ., τις τεχνικές εκθέσεις των Φ. Δ. και Ι. Σ. και τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα που η ενάγουσα επικαλείται και προσκομίζει. Εξάλλου, σε αντίθετη προς την ως άνω κρίση (ότι δηλαδή η ενάγουσα και ο δικαιοπάροχός της νέμονταν το επίδικο από το έτος 1937 έως και το έτος 2009), δεν δύναται να οδηγήσει το παρόν Δικαστήριο, ότι το Ειρηνοδικείο Αθηνών με την 3063/2010 απόφασή του που εκδόθηκε επί της από 7.2.2010 αιτήσεώς της, για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων νομής, πιθανολογώντας, την αναγνώρισε προσωρινά νομέα του επιδίκου και ότι η κατ' αυτής της απόφασης, ασκηθείσα από τους καθ' ων η αίτηση και ήδη εναγομένους έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν με την 6368/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ούτε η επικαλούμενη από την ενάγουσα και γενομένη ενώπιον της συμβολαιογράφου Κ.

Β.ς Ζ. "Δήλωση και Ομολογία" του Π. Π., σύμφωνα με την οποία "ο θείος του και θετός πατέρας της ενάγουσας Κ. Π. νεμόταν το επίδικο από το έτος 1937 και εφεξής". Με βάση, λοιπόν, όλα όσα προεκτέθηκαν, δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα έγινε κυρία του επιδίκου με παράγωγο τρόπο δηλαδή με κληρονομική διαδοχή και πιο συγκεκριμένα με τη νομίμως μεταγραφείσα 1818/2009 δήλωση αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Κ.

Β.ς Ζ., που ανατρέχει στο χρόνο (1984) θανάτου του κληρονομουμένου πατέρα της Κ. Π., αφού αυτός, κατά τον κρίσιμο χρόνο του θανάτου του, δεν είχε καταστεί κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία (την κυριότητα του οποίου οι εναγόμενοι ρητά αμφισβήτησαν με τις προτάσεις τους της πρώτης συζήτησης της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο), ούτε σε κάθε περίπτωση έγινε κυρία τούτου με πρωτότυπο τρόπο (τακτική αλλιώς έκτακτη χρησικτησία).

Επομένως, η ένδικη αγωγή είναι αβάσιμη κατ' ουσίαν και συνακόλουθα απορριπτέα. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που, με την εκκαλουμένη απόφαση, κατέληξε σε αντίθετη κρίση, έσφαλε ως προς την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού που τέθηκε στην κρίση του, κατά παραδοχή ως βάσιμων, των σχετικών λόγων της έφεσης των εναγόμενων".

Ακολούθως το Εφετείο, δεχόμενο την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την διεκδικητική ακινήτου αγωγή της αναιρεσείουσας ως αναπόδεικτη και εντεύθεν ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια περί του ότι οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το ζήτημα της κτήσης κυριότητας επί του επιδίκου από τους αναιρεσίβλητους-εναγομένους είναι ανεπαρκείς και αντιφατικές.

Ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής διότι πλήττει πλεοναστικές αιτιολογίες, δοθέντος ότι αντικείμενο της ένδικης αγωγής ήταν η επί του επιδίκου κυριότητα της αναιρεσείουσας, την οποία η τελευταία έφερε το βάρος να αποδείξει. Εφόσον δε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της επί του επιδίκου ακινήτου κτήσης ή μη της κυριότητας από την αναιρεσείουσα, η παρεμβολή της πλεοναστικής αιτιολογίας για την κτήση της κυριότητας του επιδίκου από τους εναγομένους, που διατυπώθηκε κατά την πορεία του δικανικού συλλογισμού του προς άντληση επιχειρήματος υπέρ της κύριας αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν ιδρύει τον παρόντα αναιρετικό λόγο (ΑΠ 65/2017).

Κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος της αναίρεσης, κατά το μέρος που προβάλλονται αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία στήριξε το πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα, είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι οι αιτιάσεις αυτές αφορούν την εκτίμηση των πραγμάτων και την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Κατά τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που, υπό την προϋπόθεση νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής (και όχι αρνητικός της αγωγής) ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του εφεσίβλητου.

Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ως προς το ότι το Εφετείο Α) παρέλειψε να εξετάσει και άφησε αδίκαστο τον προβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι ο δικαιοπάροχός της Κ.

Π. απέκτησε το επίδικο ακίνητο από την Ε. Π., με άτυπη και αναιτιώδη σύμβαση, που καταρτίσθηκε το έτος 1937, περαιτέρω δε απέκτησε την κυριότητα κατά τους κανόνες της έκτακτης χρησικτησίας ασκώντας αδιαλείπτως νομή διανοία κυρίου επ' αυτού για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την εικοσαετία μέχρι τον θάνατό του την 1-8-1984, στη συνέχεια δε εκείνη (αναιρεσείουσα) απέκτησε την κυριότητα κατά τους όρους της κληρονομικής διαδοχής δυνάμει της από 18-1-1977 ιδιόγραφης διαθήκης του δικαιοπαρόχου της και Β) στήριξε την κρίση του στην παραδοχή ότι με την με την υπ' αριθ. 3492/1950 συμβολαιογραφική πράξη διενεργηθείσα διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας της Ε.

συζ. Π. Π., ο δικαιοπάροχός της Κ. Π. δεν έλαβε μερίδιο στην περιοχή, όπου βρίσκεται το επίδικο ακίνητο, ενώ τέτοιον ισχυρισμό η αναιρεσείουσα ουδέποτε προέβαλε. Από την επιτρεπτή επισκόπηση όμως της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο αφενός έλαβε υπόψη τον υπό στοιχείο Α προβληθέντα ισχυρισμό και απάντησε σ' αυτόν δεχόμενο ότι ούτε έκτακτη χρησικτησία επί του επιδίκου έλαβε χώρα από τον δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας, ώστε εκείνος να αποκτήσει την κυριότητα τούτου, το οποίο ουδέποτε περιήλθε στην κατοχή του, ούτε, συνακόλουθα, επήλθε κληρονομική διαδοχή του επ' αυτού και αφετέρου το υπό στοιχείο Β γεγονός αποτελεί όχι "πράγμα", υπό την αναλυόμενη στη μείζονα σκέψη έννοια, αλλά επιχείρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου, προκύπτον από την εκτίμηση των νομοτύπως τεθέντων υπ' όψη του αποδεικτικών στοιχείων.

Ως εκ τούτου ο αναιρετικός αυτός λόγος κατά μεν το πρώτο σκέλος του είναι αβάσιμος, κατά δε το δεύτερο απαράδεκτος. Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από τον ίδιο αριθμό (8) αιτίαση περί του ότι, ενώ με την πρωτόδικη απόφαση (υπ' αριθ. 1939/2012 Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) έγιναν δεκτές αμφότερες οι βάσεις της αγωγής της αναιρεσείουσας (κτήση κυριότητας επί του επιδίκου πρωτοτύπως, με χρησικτησία και παραγώγως, με κληρονομική διαδοχή) και ενώ με την έφεσή τους οι αναιρεσίβλητοι δεν διατύπωσαν παράπονο κατά το κεφάλαιό της που αφορούσε τον παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή), το οποίο έτσι παρέμεινε απρόσβλητο με συνέπεια να τελεσιδικήσει ως προς αυτό η πρωτόδικη απόφαση, παρά ταύτα το Εφετείο εξαφάνισε την τελευταία στο σύνολό της, χωρίς η προαναφερόμενη αγωγική βάση να έχει μεταβιβασθεί στον δεύτερο βαθμό.

Όπως όμως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση του δικογράφου της από 22-6-2012 σχετικής έφεσης, οι εκκαλούντες-αναιρεσίβλητοι έπληξαν την πρωτόδικη απόφαση στο σύνολό της και ζήτησαν την απόρριψη της αγωγής της αναιρεσείουσας καθ' ολοκληρία για τις παρατιθέμενους σ' αυτό λόγους και δη για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και εσφαλμένη ερμηνεία, πλην άλλων, και της διάταξης του άρθρου 1710 ΑΚ που αφορά την κληρονομική διαδοχή, ο δε τ' αντίθετα υποστηρίζων, ως άνω, αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρου 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-8-2016 αίτηση της Γ. Π. του Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 1463/2016 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Μαρτίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ