Supreme Court partially annuls appeal court decision for failing to examine an appeal argument regarding the main claim's rejection as vague.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially annulled the appeal court's decision because it failed to examine a specific appeal argument challenging the rejection of the main claim as vague. The plaintiffs argued that the lower court incorrectly dismissed the primary claim for lack of comparative insurance data while ignoring their appeal based on the principle of equality. Consequently, the court ordered the case to be remanded for further examination by a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The failure of an appellate court to examine an appeal argument that attacks the rejection of a main claim as vague constitutes a ground for annulment, requiring remand for re-examination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 587 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Ταμείο Χειριστών και Ιπταμένων Μηχανικών Ολυμπιακής Αεροπορίας. Αναιρετικοί λόγοι από ΚΠολΔ 559 αρ.1, 8, 11 και 19 αβάσιμοι. Ο λόγος έφεσης αποτελεί «πράγμα» και η μη λήψη υπ' όψη του από το εφετείο ιδρύει τον εκ της ΚΠολΔ 559 αρ.8 λόγο αναιρέσεως. Αναιρεί εν μέρει.
Αριθμός 587/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 31η Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΩΝ: 1) Δ. Γ., κατοίκου ..., 2) Γ. Κ., κατοίκου ..., 3) Σ. Μ., κατοίκου ..., 4) Ν. Δ., κατοίκου ... και 5) Ε. Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Εμμανουήλ Γιαννακάκι, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) "ΤΑΜΕΙΟΥ ΠΑΡΟΧΩΝ ΧΕΙΡΙΣΤΩΝ ΚΑΙ ΙΠΤΑΜΕΝΩΝ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΟΛΥΜΠΙΑΚΗΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ" που φέρει τον διακριτικό τίτλο "FOAPE", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα, 2) Π. Σ., κατοίκου ..., 3) Γ. Κ., κατοίκου ..., 4) Γ. Π., κατοίκου ..., 5) Κ. Ο., κατοίκου ..., 6) Η. Π., κατοίκου ..., 7) Π. Ρ., κατοίκου ..., 8) Ε. Α., 9) Σ. Α., κατοίκων ..., 10) Δ. Ζ., κατοίκου ..., 11) Σ. Σ., κατοίκου ..., 12) Η. Μ., κατοίκου ..., 13) Ι. Γ., κατοίκου ..., 14) Γ. Ρ., κατοίκου ..., 15) Σ. Γ., κατοίκου ..., 16) Κ. Κ., κατοίκου ..., 17) Β. Ζ., κατοίκου ..., 18) Ι. Δ., κατοίκου ..., 19) Μ. Α., 20) Κ. Κ., κατοίκων ..., 21) Γ. Φ., κατοίκου ..., 22) Α. Μ., κατοίκου ..., 23) Α. Ν., κατοίκου ..., 24) Μ. Μ., κατοίκου ..., 25) Γ. Κ., κατοίκου ..., 26) Επαγγελματικού Σωματείου με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΧΕΙΡΙΣΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ (Ε.Χ.Π.Α.)" όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα. Οι υπό στοιχεία 1, 7, 11, 13 και 21 αναιρεσίβλητοι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Νικολακόπουλου, ο οποίος διόρισε ως συμπληρεξούσιό του το δικηγόρο Δημήτριο Τσικρικά. Αμφότεροι κατέθεσαν προτάσεις. Οι λοιποί αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν.
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των ως άνω αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε, α) ότι το υπό στοιχείο 1 αναιρεσίβλητο τελεί υπό καθεστώς εκκαθάρισης και β) ότι παραιτείται από το δικόγραφο της από 31-12-2010 κρινόμενης αίτησης και των από 30-6-2011 πρόσθετων λόγων αυτής, για αναίρεση της 3019/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ως προς τους υπό στοιχεία 4, 9, 12, 17, 19, 20, 23, 24 αναιρεσίβλητους.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-2003 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 30-7-2003 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή ετέρων προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα, αναιρετική δίκη, οι οποίες κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν με τις από 5-11-2003 (2) πρόσθετες παρεμβάσεις του υπό στοιχείο 26 αναιρεσίβλητου. Επ' αυτών εκδόθηκαν η 2164/2004 μη οριστική απόφαση και η 1426/2008 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3019/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 31-12-2010 αίτησή τους και τους από 30-6-2011 πρόσθετους λόγους αυτών.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 18-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε τη μερική παραδοχή της αιτήσεως για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις των άρθρων 294, 295 παρ.1, 297, 299 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η παραίτηση από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως, ολική ή μερική και, ειδικότερα, ως προς συγκεκριμένο μόνο από τους αναιρεσίβλητους, μπορεί να γίνει και με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, είτε από τον ίδιο τον παραιτούμενο διάδικο είτε από τον κατ' άρθρο 96 ΚΠολΔ πληρεξούσιο δικηγόρο αυτού, που αρκεί να έχει γενική πληρεξουσιότητα (ΚΠολΔ 94 παρ.1, 96 παρ.1, 98), ακόμη και χωρίς τη συναίνεση του αναιρεσίβλητου, πριν αυτός εισέλθει στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης. Η νομότυπη παραίτηση έχει ως συνέπεια το ότι η αίτηση θεωρείται μη ασκηθείσα και επιφέρει ανάλογη με το περιεχόμενο και την έκτασή της κατάργηση της δίκης, είναι δε έγκυρη έστω και αν ο αναιρεσίβλητος, στον οποίο αφορά, δεν συμμετέχει στη συζήτηση. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου αυτών, που έγινε στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και καταχωρίσθηκε στα πρακτικά, παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της υπό κρίση αιτήσεως και των προσθέτων λόγων περί αναιρέσεως της 3019/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, ως προς τους τέταρτο, ένατο, δωδέκατο, δέκατο έβδομο, δέκατο ένατο, εικοστό, εικοστό τρίτο και εικοστό τέταρτο από τους αναιρεσίβλητους. Επομένως, η αίτηση πρέπει να θεωρηθεί μη ασκηθείσα ως προς αυτούς.
2. ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Εν προκειμένω, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου της ως άνω δικασίμου, δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε κατέθεσαν κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως σ' αυτή οι αναιρεσίβλητοι που αναφέρονται στη συνέχεια. Ως προς αυτούς, από τις προσκομιζόμενες και αντιστοίχως μνημονευόμενες εκθέσεις επιδόσεως της ..., δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών, αποδεικνύεται ότι έγινε νομότυπη κλήτευση, με εμπρόθεσμη επίδοση ακριβούς αντιγράφου τόσο της από 11-12-2010 αιτήσεως αναιρέσεως όσο και του από 30-6-2011 δικογράφου των προσθέτων λόγων, με την οικεία πράξη καταθέσεως και την κάτω από αυτήν πρόσκληση των αναιρεσειόντων για να παρασταθούν κατά την ορισθείσα δικάσιμο.
Ειδικότερα, αυτό προκύπτει για τους μη παραστάντες εκ των αναιρεσιβλήτων: 2ο Π. Σ. από τις 192β/8-7-2011 και 426β/10-11-2011 εκθέσεις επιδόσεως, 3ο Γ. Κ. από τις 381, 384β/26-10-2011 και 409, 410β/1-11-2011 εκθέσεις επιδόσεως, 5ο Κ. Ο. από τις 223β/ 14-7-2011 και 420β/8-11-2011 εκθέσεις επιδόσεως, 6ο Η. Π. από τις 246β/22-7-2011 και 377β/25-10-2011 εκθέσεις επιδόσεως, 8ο Ε.
Α. από τις 386β/26-10-2011 και 382β/26-10-2011 εκθέσεις επιδόσεως, 10ο Δ. Ζ. από τις 187β/7-7-2011 και 378β/25-10-2011 εκθέσεις επιδόσεως, 14ο Γ. Ρ. από τις 232β/15-7-2011 και 404β/31-10-2011 εκθέσεις επιδόσεως, 15ο Σ. Γ. από τις 231β/15-7-2011 και 376β/25-10-2011 εκθέσεις επιδόσεως, 16ο Κ. Κ. από τις 201β/11-7-2011 και 369β/21-10-2011 εκθέσεις επιδόσεως, 18ο Ι. Δ. από τις 264β/28-7-2011 και 407β/1-11-2011 εκθέσεις επιδόσεως, 22ο Α.
Μ. από τις 243β/22-7-2011 και 439β/17-11-2011 εκθέσεις επιδόσεως, 25ο Γ. Κ. από τις 200β/11-7-2011 και 370β/21-10-2011 εκθέσεις επιδόσεως και 26ο "ΕΝΩΣΗ ΧΕΙΡΙΣΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ (Ε.Χ.Π.Α.)" από τις 236β/19-7-2011 και 390β/26-10-2011 εκθέσεις επιδόσεως. Επομένως, παρά τη δικονομική απουσία των ως άνω αναιρεσιβλήτων, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήσαν και αυτοί παρόντες (ΚΠολΔ 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2).
3. ΕΠΕΙΔΗ, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 714 και 731 ΑΚ, τόσο ο εντολοδόχος όσο και ο διοικητής αλλοτρίων ευθύνεται για κάθε πταίσμα και είναι υποχρεωμένος να αποκαταστήσει τη ζημία, η οποία εκ του εν λόγω πταίσματος επέρχεται στην περιουσία του εντολέα ή του κυρίου της ξένης υπόθεσης. Εξ άλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση αφ' ενός να τον αποζημιώσει για την περιουσιακή ζημία και αφ' ετέρου να τον ικανοποιήσει χρηματικά για την ηθική βλάβη, που του προκάλεσε.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, παραγωγικός λόγος της ευθύνης προς αποζημίωση είναι (μεταξύ των άλλων) η αντίθεση της συμπεριφοράς του προσώπου, στο οποίο αποδίδεται η ευθύνη, προς τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται σ' αυτό είτε από συμβατικές δεσμεύσεις είτε απ' ευθείας από το νόμο. Περαιτέρω, με το β.δ. 701/1964 κυρώθηκε ο κανονισμός εργασίας του προσωπικού της Ολυμπιακής Αεροπορίας, ο οποίος στη συνέχεια τροποποιήθηκε με το β.δ. 744/1970.
Στο κεφάλαιο 14 του κανονισμού, υπό τον τίτλο "ιδιωτική ασφάλισις χειριστών και ιπταμένων μηχανικών", ορίσθηκε ότι "Η Ολυμπιακή Αεροπορία αναλαμβάνει την υποχρέωσιν να ασφαλίζη τους Χειριστάς και Ιπταμένους Μηχανικούς εις συσταθησόμενον Ταμείον Συντάξεων (Funt) δια ποσόν των 300 δολλαρίων ΗΠΑ μηνιαίως, ως σύνταξιν, με ποσοστόν συμμετοχής των μεν ησφαλισμένων κατά το 1/3, της δε Ολυμπιακής Αεροπορίας κατά τα λοιπά 2/3 του ολικού κόστους, αναδρομικώς από 1-7-1969 και υπό τους λοιπούς όρους του από 6-6-1970 υπογραφέντας μεταξύ των ανωτέρω πρακτικού συμφωνίας".
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ο μεν κανονισμός εργασίας του προσωπικού της Ολυμπιακής Αεροπορίας, δια της νομοθετικής επικυρώσεώς του, απέκτησε κανονιστική ισχύ. Το καταστατικό του Ταμείου Συντάξεων, όμως, το οποίο δεν είχε συνταχθεί ακόμη, αφού και το Ταμείο δεν είχε συσταθεί όταν κυρώθηκε ο κανονισμός εργασίας, δεν απέκτησε τέτοια ισχύ δυνάμει των ως άνω διατάξεων.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Και κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση, πράγμα που συμβαίνει όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι κατόπιν τριμερούς συμφωνίας, η οποία είχε καταρτισθεί (προ τεσσάρων και πλέον δεκαετιών) μεταξύ της ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "Ολυμπιακή Αεροπορία ΑΕ" και των συνδικαλιστικών σωματείων με τις επωνυμίες "Ένωση Χειριστών Πολιτικής Αεροπορίας" και "Ένωση Ιπταμένων Μηχανικών", δημιουργήθηκε απλή ένωση προσώπων προς επιδίωξη κοινού σκοπού, χωρίς νομική προσωπικότητα, με την ονομασία "Ταμείο Παροχών Χειριστών και Ιπταμένων Μηχανικών Ολυμπιακής Αεροπορίας" και το ξενόγλωσσο αρκτικόλεξο "FOAPE" (πρώτο από τους εναγομένους και ήδη αναιρεσιβλήτους, που ήδη τελεί σε εκκαθάριση).
Ότι, ειδικότερα, σκοπός του Ταμείου ήταν η παροχή συντάξεων και επαγγελματικής ασφάλισης στα μέλη του, σε περίπτωση απομακρύνσεώς τους από την ενεργό υπηρεσία της Ολυμπιακής Αεροπορίας. Ότι μέλη του Ταμείου είναι οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσείοντες) και οι λοιποί από τους εναγομένους (ήδη αναιρεσιβλήτους), οι οποίοι είχαν διατελέσει και μέλη της εκτελεστικής επιτροπής αυτού.
Ότι κατά τη γενική συνέλευση των μελών του Ταμείου της 15-9-1998, ύστερα από πρόταση της εκτελεστικής επιτροπής, τροποποιήθηκε το καταστατικό του, που είχε συμβατική ισχύ, ως προς το σύστημα των παροχών του Ταμείου, το οποίο από "διανεμητικό προκαθορισμένων παροχών" μετατράπηκε σε "κεφαλαιοποιητικό προκαθορισμένων εισφορών".
Ότι η εν λόγω απόφαση της γενικής συνελεύσεως περί τροποποιήσεως του καταστατικού προσβλήθηκε με την από 13-10-1998 ακυρωτική αγωγή δύο εκ των εναγόντων. Ότι η αγωγή εκείνη απορρίφθηκε με την 4072/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία μετά την εξάντληση των ενδίκων μέσων έχει καταστεί αμετάκλητη και με την οποία κρίθηκαν αβάσιμοι οι τότε προβληθέντες ακυρωτικοί λόγοι, μεταξύ των οποίων και το ότι [δήθεν] οι επελθούσες τροποποιήσεις δεν ήσαν προς το καλύτερο, όπως απαιτούσε το καταστατικό, επέφεραν μεταβολή του σκοπού του Ταμείου, μη επιτρεπομένη από το καταστατικό και στην πραγματικότητα διέλυσαν το Ταμείο, χωρίς αυτό να έχει αποφασισθεί με την απαιτουμένη αυξημένη πλειοψηφία του 80% των μελών του.
Ότι η ανάγκη των τροποποιήσεων υπαγορεύθηκε από τη διαφαινομένη ανεπάρκεια πόρων για τη βιωσιμότητα του Ταμείου και την υπ' αυτού καταβολή ασφαλιστικών παροχών στο μέλλον, δεδομένου του ότι τότε προβλεπόταν ετήσια αύξηση των παροχών κατά 5%, χωρίς αντίστοιχη αύξηση των προς το Ταμείο εισφορών. Ότι και μετά τις τροποποιήσεις ο σκοπός του Ταμείου παρέμεινε ο ίδιος, ήτοι η παροχή ασφάλισης στα μέλη του, πλην, όμως, επιδιώχθηκε να υπάρξει σύνδεση των παροχών με τις εισφορές.
Ότι για να συμβεί αυτό καταργήθηκε η έννοια της "πλήρους παροχής", ως ενιαίο, ονομαστικό ποσό για όλους τους ασφαλισμένους, προσαυξανόμενο κατά 5% ετησίως και αντ' αυτής θεσμοθετήθηκε η έννοια του "πλασματικού λογαριασμού" για κάθε μέλος. Ότι με το νέο σύστημα, ο εν λόγω ατομικός λογαριασμός πιστώνεται για όσο χρόνο εργάζεται ο ασφαλισμένος με τις εισφορές του ιδίου και τη συνεισφορά της επιχείρησης, καθώς και με τις αναλογούσες αποδόσεις των επενδυμένων κεφαλαίων του Ταμείου.
Ότι με την έξοδο του μέλους από την ενεργό υπηρεσία και τη θεμελίωση του δικαιώματος συνταξιοδοτήσεως, η παροχή που δικαιούται προσδιορίζεται από την τότε τρέχουσα αξία του πλασματικού λογαριασμού του. Ότι ο ασφαλισμένος μπορεί, κατ' επιλογή του, να λάβει την παροχή αυτή είτε εφ' άπαξ, οπότε αποσβεννύεται κάθε απαίτησή του έναντι του Ταμείου, είτε με περιοδικές δόσεις (συντάξεις), οι οποίες προσαυξάνονται με την εκάστοτε απόδοση των επενδύσεων των κεφαλαίων του Ταμείου, είτε με συνδυασμό των ως άνω δυνατοτήτων.
Ότι με τον τρόπο αυτό δεν επέρχεται ανισότητα μεταξύ των ασφαλισμένων, διότι η μερίδα εκάστου συνταξιούχου προσδιορίζεται από τα κατ' ιδίαν δεδομένα της ασφάλισής του καθώς και των προσώπων τα οποία αποκτούν δικαίωμα σε περίπτωση θανάτου αυτού, ανεξάρτητα προς τις μερίδες των υπολοίπων συνταξιούχων.
Ότι οι παροχές λόγω θανάτου του μέλους του Ταμείου ή λόγω εξόδου αυτού από την ενεργό υπηρεσία συνεπεία απώλειας πτυχίου ή πλήρους ανικανότητας δεν μεταβάλλονται. Ότι με το νέο σύστημα εξορθολογίζονται οι παροχές του Ταμείου και εκλείπει ο κίνδυνος της περιέλευσής του σε αδυναμία να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του προς τα νεότερα μέλη.
Ότι η ως άνω μετατροπή του συστήματος λειτουργίας του Ταμείου από προκαθορισμένων παροχών σε προκαθορισμένων εισφορών πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με επιστημονικά αποδεκτή μέθοδο που εφήρμοσαν αναλογιστές, στους οποίους ανατέθηκε η σχετική μελέτη. Ότι σύμφωνα με τη μελέτη αυτή, υπολογίσθηκαν για όλα τα ενεργά μέλη και τους συνταξιούχους "αρχικές μερίδες", βάσει των εισφορών και συνεισφορών που είχαν καταβληθεί για τον καθένα και των αποδόσεων του συνολικού ποσού αυτών, λαμβανομένου υπ' όψη ότι το ποσό της μηνιαίας εισφοράς για κάθε μέλος εξαρτάται από την ηλικία που είχε κατά την είσοδό του στο Ταμείο.
Ότι, περαιτέρω, προκειμένου να υπολογισθεί το πραγματικό υπόλοιπο εκάστης μερίδας, από τις "αρχικές μερίδες" των συνταξιούχων (όπως οι ενάγοντες) αφαιρέθηκαν τα ποσά που αυτοί είχαν λάβει ήδη με τη λήψη συντάξεως από την έξοδό τους εκ της υπηρεσίας μέχρι την εφαρμογή των τροποποιήσεων. Ότι, έτι περαιτέρω, με βάση την ηλικία εκάστου συνταξιούχου και την τεκμαρτή, μελλοντική απόδοση [της μερίδας του, ως μέρους] των επενδυμένων κεφαλαίων του Ταμείου, υπολογίσθηκε το συνολικό ποσό, ως "μαθηματικό απόθεμα", το οποίο χρειαζόταν για να εξασφαλισθεί σε κάθε συνταξιούχο ή στους λόγω θανάτου αυτού δικαιούχους η ισόβια σύνταξη, που προέβλεπε το καταστατικό πριν από την τροποποίησή του.
Ότι η τεκμαρτή, μελλοντική απόδοση των μερίδων καθορίσθηκε σε ποσοστό 8%, το οποίο αποτελεί κοινώς αποδεκτή τιμή προεξοφλητικού επιτοκίου, εν όψει και της μέσης, ετήσιας απόδοσης των επενδύσεων των κεφαλαίων του Ταμείου, που ανέρχεται σε ποσοστό 10,4%. Ότι σε κάθε περίπτωση, με τις τροποποιήσεις δόθηκε στους ήδη συνταξιούχους η δυνατότητα να επιλέξουν την παραμονή τους στο Ταμείο ως "συνταξιούχων παλιού σχήματος" και για την εξυπηρέτηση των προς αυτούς παροχών προβλέφθηκε η δημιουργία ειδικού λογαριασμού.
Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές και αφού προεισαγωγικώς είχε γίνει δεκτό ότι το ζήτημα της ακυρότητας της από 15-9-1998 αποφάσεως της γενικής συνελεύσεως των μελών του Ταμείου, που επέφερε τις προαναφερθείσες τροποποιήσεις του καταστατικού, είχε λυθεί αποφατικώς με αμετάκλητη δικαστική απόφαση κατά την προσήκουσα διαδικασία, ώστε να μην μπορεί να τεθεί εκ νέου και δη παρεμπιπτόντως (ΑΚ 101, ΚΠολΔ 17 αρ.3), το Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμες τις επικουρικές βάσεις της ένδικης, από 15-7-2003 (ημερομηνία καταθέσεως) αγωγής, με τις οποίες ζητείτο η καταβολή αποζημιώσεως σύμφωνα με τις διατάξεις περί εντολής ή άλλως περί διοικήσεως αλλοτρίων ή άλλως περί αδικοπραξιών (για την τελευταία περίπτωση ζητείτο και η καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης), με την ελλειπτική, αλλά σαφώς συναγομένη εκ του συσχετισμού του συνόλου των παραδοχών του, αιτιολογία ότι στις ενέργειες των εναγομένων, που συνδέονταν με τις τροποποιήσεις του καταστατικού του Ταμείου και τον σύμφωνα με αυτές υπολογισμό του ποσού, το οποίο εφ' άπαξ καταβλήθηκε στους ενάγοντες, δεν είχε διαπιστωθεί πταίσμα ή παρανομία, ως γενεσιουργός αιτία των ενδίκων απαιτήσεων.
Με την κρίση αυτή, το Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά τις διατάξεις που αναφέρθηκαν και διέλαβε στην απόφασή του πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς τη θεμελίωση του διατακτικού της. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως και οι δεύτερος και τρίτος από τους λόγους του δικογράφου των προσθέτων, με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
4. ΕΠΕΙΔΗ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι προβαλλόμενες ελλείψεις στην αιτιολογία αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 παρ.1) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς (ΑΠ 1102/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους τέταρτο και έκτο (α' μέρος) από τους λόγους του δικογράφου των προσθέτων, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, απαντώντας επί του ισχυρισμού των αναιρεσειόντων (τότε εκκαλούντων και εναγόντων) περί του ότι οι αναιρεσίβλητοι (τότε εφεσίβλητοι και εναγόμενοι) είχαν προβεί στην, δυσμενή για τα οικονομικά τους συμφέροντα, τροποποίηση του καταστατικού του πρώτου εξ αυτών, ταμείου επικουρικής ασφαλίσεως, χωρίς να υφίσταται αποχρών λόγος και χωρίς να προηγηθεί αναλογιστική μελέτη, δέχτηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του ότι κατά την εν λόγω τροποποίηση "η μετατροπή του συστήματος παροχών [του ταμείου] από διανεμητικό προκαθορισμένων παροχών σε κεφαλαιοποιητικό προκαθορισμένων εισφορών πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με επιστημονικά αποδεκτή μέθοδο, που εφάρμοσαν οι αναλογιστές" του πρώτου εκ των αναιρεσιβλήτων, χωρίς να παραθέτει [το Εφετείο] τα δεδομένα ή τα συμπεράσματα της μεθόδου αυτής ούτε τους λόγους ή τα κριτήρια δυνάμει των οποίων η μέθοδος αυτή, αν και δεν κατονομάζεται, ήταν, πράγματι, επιστημονικώς αποδεκτή.
Παρατηρείται, όμως, ότι η προβαλλομένη έλλειψη αιτιολογίας δεν ανάγεται σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αλλά αναφέρεται στην ανάλυση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο, όπως αναφέρθηκε στην προηγουμένη σκέψη της παρούσας, παρατίθεται σαφώς. Ειδικότερα, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, η ουσιώδης παραδοχή ήταν το ότι η τροποποίηση του καταστατικού ως προς το σύστημα των παροχών του ταμείου έγινε ύστερα από επιστημονικά αποδεκτή αναλογιστική μελέτη, ήτοι όχι κατά την αυθαίρετη κρίση ή επιθυμία των μελών της εκτελεστικής επιτροπής αυτού, που θα μπορούσε να δημιουργήσει συμβατική ή και εξωσυμβατική ευθύνη ως γενεσιουργό αιτία των ενδίκων απαιτήσεων.
Τα επί πλέον, ήτοι όλα όσα επικαλούνται οι αναιρεσείοντες ως συνιστώντα έλλειψη αιτιολογίας, αποτελούν περιστατικά τα οποία συνέβαλαν στη διαμόρφωση της αναιρετικώς ανέλεγκτης κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την προαναφερθείσα ουσιώδη και σαφή παραδοχή και τα οποία δεν ήταν απαραίτητο να εκτεθούν στην αιτιολογία.
Επομένως, οι εξεταζόμενοι λόγοι του δικογράφου των προσθέτων, με τους οποίους προβάλλεται η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, είναι προεχόντως απαράδεκτοι.
5. ΕΠΕΙΔΗ, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ.8 περ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και οι λόγοι έφεσης.
Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι εάν ο ισχυρισμός, ο οποίος φέρεται ότι δεν έχει ληφθεί υπ' όψη, δεν είναι αυτοτελής, αλλά αποτελεί επιχείρημα των διαδίκων ή εάν το ζήτημα, περί του οποίου φέρεται ότι ελλείπει η κατά νόμο πλήρης και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αλλά ανάγεται στην ανάλυση του αποδεικτικού πορίσματος, που, παρά την έλλειψη, εκτίθεται στην απόφαση σαφώς, οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι δεν ιδρύονται.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους έκτο (β' μέρος) και έβδομο από τους λόγους του δικογράφου των προσθέτων προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο α) δεν έλαβε υπ' όψη τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων σύμφωνα με τον οποίο οι αναιρεσίβλητοι, ως εφεσίβλητοι, δεν είχαν προσκομίσει την αναλογιστική μελέτη που είχε συνταχθεί κατ' εντολή και για λογαριασμό τους από τον οίκο "Watson & Wyatt" ή, άλλως, δεν εξέθεσε για ποιο λόγο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό και β) δεν έλαβε υπ' όψη το περιστατικό ότι, σύμφωνα με το καταστατικό του πρώτου από τους αναιρεσιβλήτους, πόρους αυτού αποτελούσαν, πλην των άλλων, και οι δωρεές, ως και οι συνεισφορές των αλλοδαπών πληρωμάτων που δεν ήσαν μέλη του ταμείου ή, άλλως, δεν εξέθεσε για ποιο λόγο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό.
Παρατηρείται, όμως, ότι οι αιτιάσεις αυτές δεν αναφέρονται ούτε σε αυτοτελείς ισχυρισμούς ούτε σε πραγματικά ζητήματα που θα μπορούσαν να έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αλλά είτε σε επιχειρήματα των διαδίκων είτε στην ανάλυση των ουσιαστικών παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας, οι οποίες, όπως στην οικεία θέση αναφέρθηκε, παρατίθενται σαφώς.
Επομένως, οι εξεταζόμενοι λόγοι του δικογράφου των προσθέτων, με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.8 και 19 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτοι.
6. ΕΠΕΙΔΗ, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση όσων από αυτά έχουν ιδιαίτερη σημασία δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.
Στην υπόθεση που κρίνεται, από την υπάρχουσα στην προσβαλλομένη απόφαση διαβεβαίωση ότι τα περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, από "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα" που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα, σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο αυτής, όπως προαναφέρθηκε (βλ. παραπάνω, σκέψη αρ.3), δεν καταλείπεται ουδεμία αμφιβολία ως προς το ότι το Εφετείο, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, το οποίο συνίσταται στο ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν βαρύνονται με παρανομία ή υπαιτιότητα κατά την επιχείρηση των από 15-9-1998 τροποποιήσεων του καταστατικού του Ταμείου, έλαβε υπ' όψη και εκτίμησε μαζί με όλα τα έγγραφα και αυτά που οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ως μη ληφθέντα υπ' όψη, ήτοι τα προερχόμενα από την Εθνική Αναλογιστική Αρχή του Υπουργείου Απασχόλησης με το περιεχόμενο των οποίων επιχειρείτο να αμφισβητηθεί η επιστημονική ορθότητα της αναλογιστικής μεθόδου που εφαρμόσθηκε εν όψει των τροποποιήσεων, πλην, όμως, κατέληξε σε συμπέρασμα διαφορετικό από αυτό που υιοθετούν οι αναιρεσείοντες. Επομένως, ο πέμπτος από τους λόγους του δικογράφου των προσθέτων, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
7. ΕΠΕΙΔΗ, τέλος, με τους πρώτο και όγδοο από τους λόγους του δικογράφου των προσθέτων προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη τον αυτοτελή ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, σύμφωνα με τον οποίο η κυρία βάση της ένδικης, από 15-7-2003 αγωγής, η οποία είχε ως έρεισμα την παραβίαση της αρχής της ισότητας σε βάρος αυτών κατά τον υπολογισμό του χρηματικού ποσού, που καταβλήθηκε στον καθένα ως εφ' άπαξ παροχή, σε σύγκριση προς το αντίστοιχο ποσό, που είχε καταβληθεί προηγουμένως σε άλλους, συνταξιούχους συναδέλφους αυτών, είχε απορριφθεί εσφαλμένως ως αόριστη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ενώ ήταν πλήρως ορισμένη.
Οι αναιρεσείοντες, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, είχαν εισαγάγει ενώπιον του Εφετείου τον ισχυρισμό αυτό με λόγο έφεσης, ο οποίος θεωρείται "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ και του οποίου η μη λήψη υπ' όψη ιδρύει λόγο αναιρέσεως (βλ. παραπάνω, σκέψη αρ.5). Από την τότε εκκαλουμένη 1426/2008 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προκύπτει ότι η ένδικη αγωγή, ως προς την κυρία βάση αυτής [όπως υπονοείται από την περικοπή "κατά το μέρος που οι ενάγοντες αιτούνται τη διαφορά στα εφ' άπαξ καταβληθέντα ποσά σε αυτούς και στα μεγαλύτερα ποσά που δόθηκαν στις χήρες εκ των συγκρινομένων συναδέλφων τους (κατονομάζονται) καθώς και στους τέως συναδέλφους τους (κατονομάζονται)", που υπάρχει στην εν λόγω απόφαση], είχε απορριφθεί, πράγματι, ως αόριστη, ήτοι διότι δεν αναφέρονταν σ' αυτή επαρκή συγκριτικά στοιχεία ασφάλισης για τους προς σύγκριση προτεινομένους.
Από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο εξέλαβε την απόρριψη της αγωγής ως γενομένη στο σύνολό της κατ' ουσία και, με την αιτιολογία που προαναφέρθηκε, έκρινε ότι ορθώς αυτή είχε απορριφθεί "ως προς όλες τις βάσεις της" και, κατόπιν αυτού, απέρριψε την έφεση. Η κατ' ουσία απόρριψη, όμως, αναφερόταν μόνο στις επικουρικές βάσεις από την εντολή ή άλλως από τη διοίκηση αλλοτρίων ή άλλως από την αδικοπραξία.
Με τον τρόπο αυτό, το Εφετείο παρέλειψε να λάβει υπ' όψη το λόγο έφεσης που έπληττε την απόρριψη της κυρίας βάσης (από την αρχή της ισότητας, που δεν προϋπέθετε την ύπαρξη παρανομίας ή πταίσματος κατά την τροποποίηση του καταστατικού του Ταμείου) ως αόριστης και κατέστησε αναιρετέα την απόφασή του, ως προς μόνο το κεφάλαιο αυτό.
Επομένως, οι εξεταζόμενοι πρώτος και όγδοος από τους λόγους του δικογράφου των προσθέτων, με τους οποίους επισημαίνεται η παράλειψη αυτή και προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 περ. β' ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι.
8. ΕΠΕΙΔΗ, σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί αντιστοίχως η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ. 3) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι σε ανάλογο προς την ήττα τους μέρος από τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (ΚΠολΔ 178 παρ.1, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 3019/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών μόνο ως προς το μέρος με το οποίο παραλείφθηκε η έρευνα του λόγου έφεσης των αναιρεσειόντων, ο οποίος έπληττε την απόρριψη της κυρίας βάσεως της ένδικης αγωγής ως αόριστης.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση ως προς αναιρεθέν μέρος στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή. -Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ, για μέρος από τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε την 28η Φεβρουαρίου 2012 και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του σε δημόσια συνεδρίαση στην Αθήνα την 3η Απριλίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ