Supreme Court annuls lower court ruling for lack of legal basis regarding lawyer salary equality at public hospitals.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the First Instance Court's decision granting a 30% salary increase to a lawyer working at a public hospital. The lower court applied a general rule for lawyers serving municipalities with large populations without examining if the hospital lawyer faced identical working conditions. The Court found the lower court's reasoning insufficient to justify the extension of the salary regulation to this specific case.
Legislator headnote
AI generatedArt. 4 para. 1 of the Constitution; Art. 246 of Law 1188/1981: The principle of equality requires that similar conditions warrant similar treatment, and extending a salary regulation to a lawyer at a public hospital requires proof of identical working conditions and public interest justification, which the lower court failed to establish.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 587 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Αρχή ισότητας επί αμοιβής δικηγόρων με πάγια αντιμισθία. Η χορήγηση ποσοστιαίας προσαύξησης στους δικηγόρους ΟΤΑ, αναλόγως πληθυσμού, δικαιολογείται από τις συνθήκες, υπό τις οποίες παρέχουν τις νομικές τους υπηρεσίες. Για την επέκταση της ρύθμισης και σε δικηγόρο νοσοκομείου πρέπει να συντρέχουν όμοιες συνθήκες. Αναιρεί με αυτεπάγγελτη έρευνα για έλλειψη νόμιμης βάσης.
Αριθμός 587/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 18η Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Αθήνας - Ιπποκράτειο", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Μιχαήλ Μιχαλόπουλου.
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Γ. Μ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως Δικηγόρος.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-9-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 58/2010 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-05-2010 αίτησή του και τους από 7-12-2010 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 27-12-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων, ο αναιρεσίβλητος την απόρριψη, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", δεσμεύει το νομοθέτη και τον υποχρεώνει, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων, να μη κάνει διακρίσεις συνεπαγόμενες διαφορετική μεταχείριση των Ελλήνων πολιτών, που τελούν κάτω από τις ίδιες συνθήκες ή ανήκουν στην ίδια κατηγορία, εκτός εάν οι διακρίσεις ή η διαφορετική μεταχείριση επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος. Η συνδρομή των λόγων αυτών, σε συγκεκριμένη περίπτωση, υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων και η κατάφασή της δεν μπορεί να είναι αυθαίρετη.
Συνεπώς, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων, ενώ αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατά αδικαιολόγητη, δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επέβαλε την ειδική μεταχείριση, επέρχεται παραβίαση της αρχής της ισότητας. Όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς υπάλληλο ή, γενικά, μισθωτό του Δημοσίου ή των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ) ή των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια, για την αποκατάσταση της ισότητας, είναι υποχρεωμένα να επιδικάσουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρέθηκαν, με διεύρυνση της εφαρμογής του νόμου που περιέχει την ευμενέστερη ρύθμιση (ΟλΑΠ 12/1992).
Περαιτέρω, προϋπόθεση για την εφαρμογή της αρχής της ισότητας επί των αμοιβών είναι η παροχή εργασίας ίσης αξίας (άρθρο 22 παρ.2 του Συντάγματος). Για την κατάφαση της προϋπόθεσης αυτής δεν αρκεί μόνο το να είναι η εργασία του συγκρινόμενου υπαλλήλου ή μισθωτού ίση ποιοτικά και ποσοτικά προς την εργασία εκείνου που ευνοήθηκε, αλλά απαιτείται να παρέχεται υπό ουσιωδώς όμοιες συνθήκες (ΟλΑΠ 13/2003).
Με το άρθρο 23 παρ.2 του ν. 3274/2004 αντικαταστάθηκε το άρθρο 245 του ν. 1188/1981 "κώδικας προσωπικού ΟΤΑ" ως εξής: "Δικηγόροι Δήμων και Ιδρυμάτων. (α) Με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας των δήμων και των ιδρυμάτων τους μπορεί να συνιστώνται θέσεις δικηγόρων με μηνιαία αντιμισθία... (β) Με τη διαδικασία της παρ.1 μπορεί να συνιστάται μία (1) θέση δικηγόρου σε δήμους με πληθυσμό μέχρι δέκα χιλιάδες (10.000) κατοίκους και δύο (2) θέσεις σε δήμους με πληθυσμό μέχρι είκοσι χιλιάδες (20.000) κατοίκους.
Στους λοιπούς δήμους ο αριθμός των συνιστώμενων θέσεων δικηγόρων καθορίζεται με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας τους, ανάλογα με τις ανάγκες τους. (γ) Οι δικηγόροι, που προσλαμβάνονται σε δήμους ή ιδρύματά τους, παρέχουν τις νομικές τους υπηρεσίες συγχρόνως στους δήμους, στα νομικά πρόσωπα και σε άλλα ιδρύματα των ίδιων δήμων χωρίς να δικαιούνται ιδιαίτερη αμοιβή (...). (ε) Οι απασχολούμενοι, σύμφωνα με τα παραπάνω, δικηγόροι υποχρεούνται σε παροχή υπηρεσίας στο κατάστημα του οικείου ΟΤΑ για χρόνο που ανταποκρίνεται στις εκάστοτε υπάρχουσες υπηρεσιακές συνθήκες, εφόσον δεν παρίσταται ανάγκη παράστασης ενώπιον δικαστικών ή διοικητικών αρχών (...)".
Επίσης, με την παρ.3 του ίδιου άρθρου αντικαταστάθηκε το άρθρο 246 του ν. 1188/1981 "κώδικας προσωπικού ΟΤΑ" ως εξής: "Αντιμισθία. (α) Οι διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων, όπως ισχύει κάθε φορά, εφαρμόζονται και για τους δικηγόρους των ΟΤΑ με πάγια αντιμισθία. (β) Η κατά την προηγούμενη παράγραφο πάγια αντιμισθία των δικηγόρων των δήμων, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των ιδρυμάτων τους, όπως αυτή διαμορφώνεται συνολικά κάθε φορά, από τις εκάστοτε ισχύουσες γι` αυτούς διατάξεις, προσαυξάνεται κατά ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) για τους ΟΤΑ με πληθυσμό μέχρι εκατό χιλιάδες κατοίκους και κατά τριάντα τοις εκατό (30%) για τους ΟΤΑ με πληθυσμό άνω των εκατό χιλιάδων κατοίκων, επί του ύψους της παραπάνω αντιμισθίας(...)".
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, κατά πρώτο λόγο, ότι στους δικηγόρους των δήμων και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή ιδρυμάτων, που ανήκουν σε δήμους, χορηγήθηκε ποσοστιαία προσαύξηση επί της αμοιβής, η οποία προβλέπεται από τις γενικές διατάξεις του κώδικα περί των δικηγόρων ή άλλων νόμων για τους δικηγόρους που παρέχουν τις υπηρεσίες τους με πάγια αντιμισθία.
Η προσαύξηση αυτή κλιμακώνεται ανάλογα προς τον πληθυσμό του δήμου, στον οποίο ασκούν τα καθήκοντά τους (ο οποίος, άλλωστε, επηρεάζει και τον αριθμό των οργανικών θέσεων που συνιστώνται για το σκοπό αυτό). Εξ αυτού έπεται ότι για την παροχή της προσαύξησης και τον προσδιορισμό του ύψους αυτής λήφθηκε υπ' όψη η επιβάρυνση, την οποία υφίστανται οι δικηγόροι των δήμων σε συνάρτηση με το συνολικό αριθμό των δημοτών.
Περαιτέρω, από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται ότι στους δικηγόρους των δήμων επιβλήθηκε η υποχρέωση αφ' ενός να καλύπτουν χωρίς πρόσθετη αμοιβή τις ανάγκες όλων των νομικών προσώπων ή ιδρυμάτων του οικείου δήμου και αφ' ετέρου, εφ' όσον δεν υπάρχει ανάγκη συγκεκριμένης εξωτερικής απασχόλησης, να απασχολούνται εντός του οικείου δημοτικού καταστήματος για την εξυπηρέτηση των υπηρεσιακών αναγκών και ανάλογα προς αυτές, τις οποίες δεν δικαιούνται να διεκπεραιώνουν στο προσωπικό γραφείο, που, παράλληλα, διατηρούν ως ελεύθεροι επαγγελματίες.
Η τήρηση της υποχρέωσης αυτής έχει ως εύλογη συνέπεια τον περιορισμό της ελεύθερης, επαγγελματικής τους δραστηριότητας και των εξ αυτής προσόδων. Με τον τρόπο αυτό, παρά το γεγονός ότι δεν αναφέρεται ρητώς στο νόμο, η προαναφερθείσα, ποσοστιαία προσαύξηση της πάγιας αντιμισθίας ορίσθηκε ως αντιστάθμισμα των ως άνω, πρόσθετων υποχρεώσεων των δικηγόρων της εν λόγω κατηγορίας.
Κατά συνέπεια, η προς εφαρμογή της αρχής της ισότητας επέκταση της ρύθμισης του άρθρου 246 του ν. 1188/1981, όπως ισχύει μετά την ως άνω αντικατάστασή του, και σε άλλη κατηγορία δικηγόρων, όπως αυτή των παρεχόντων τις νομικές τους υπηρεσίες με πάγια αντιμισθία σε άλλα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, μη ανήκοντα σε δήμους, όπως τα κρατικά νοσοκομεία, προϋποθέτει τη διαπίστωση του ότι η προσφορά της εργασίας τους προς το νομικό πρόσωπο του νοσοκομείου και προς τα άλλα νομικά πρόσωπα ή ιδρύματα, που ανήκουν στο νοσοκομείο όπου υπηρετούν, είναι ίση ποιοτικά και ποσοτικά προς την εργασία των δικηγόρων των δήμων και παρέχεται υπό ουσιωδώς όμοιες με εκείνους συνθήκες.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης "αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 58/2010 απόφαση, που έχει καταστεί τελεσίδικη, διότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως κατ' αυτής, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δέχθηκε μεταξύ άλλων τα εξής ουσιώδη: Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) δικηγόρος, την 2-6-1998, προσλήφθηκε από το εναγόμενο (ήδη αναιρεσείον) κρατικό νοσοκομείο, που είναι ΝΠΔΔ, για να προσφέρει σ' αυτό τις νομικές του υπηρεσίες με σχέση εντολής αορίστου χρόνου με πάγια αντιμισθία.
Από την 1-1-2004, ο ενάγων αμείβεται ως έχων βαθμολογική και μισθολογική αντιστοιχία με τους μονίμους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ. Το εναγόμενο είναι ένα από τα μεγαλύτερα νοσοκομεία των Αθηνών, με μεγάλο αριθμό διοικητικού, ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού. Ο ενάγων έχει τα ίδια ουσιαστικά προσόντα διορισμού και εκτελεί τα ίδια κατά περιεχόμενο καθήκοντα, παρέχοντας τις ίδιες ή συναφείς υπηρεσίες με τους δικηγόρους που υπηρετούν με την ίδια σχέση στους ΟΤΑ (συμμετοχή σε διοικητικά συμβούλια, σύνταξη γνωμοδοτήσεων, εκπροσώπηση του εναγομένου σε όλων των βαθμίδων και των δικαιοδοσιών δικαστήρια).
Ειδικότερα, ο ενάγων, ως δικηγόρος του εναγομένου, ασκεί καθήκοντα και έχει αρμοδιότητες ουσιωδώς όμοιες με αυτές ενός δικηγόρου ΟΤΑ με πληθυσμό άνω των 100.000 κατοίκων και, επί πλέον, έχει τουλάχιστον την ίδια ποσοτική απόδοση με αυτόν. Παρά ταύτα, ο ενάγων δεν λαμβάνει την προσαύξηση που χορηγήθηκε στους δικηγόρους των ΟΤΑ με τη διάταξη του άρθρου 246 του ν. 1188/1981.
Η εν λόγω διαφορετική μισθολογική αντιμετώπιση των δικηγόρων των ΟΤΑ από τους συναδέλφους αυτών, που υπηρετούν στο Δημόσιο και τα ΝΠΔΔ, δεν τελεί σε συνάφεια με ορισμένες ιδιαίτερες συνθήκες ως προς την τέλεση των καθηκόντων τους ούτε επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος.
Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι εισάγεται αδικαιολόγητη διάκριση σε βάρος του αναιρεσίβλητου και, προς αποκατάσταση της αρχής της ισότητας, πρέπει η ευμενέστερη ρύθμιση του άρθρου 246 του ν. 1188/1981 να εφαρμοσθεί και ως προς αυτόν. Κατόπιν αυτών, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών αναγνώρισε ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται την προσαύξηση 30% επί της παγίας αντιμισθίας που λαμβάνει και υποχρέωσε το αναιρεσείον να καταβάλει προς αυτόν τις αιτούμενες μισθολογικές διαφορές (κατά το μεγαλύτερο μέρος αυτών), με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επί μέρους ποσό κατέστη απαιτητό, ήτοι από την τελευταία ημέρα κάθε μήνα απασχόλησης, για τις αντίστοιχες διαφορές.
Κρίνοντας έτσι, το Μονομελές Πρωτοδικείο διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες και στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 4 παρ.1, 22 παρ.1 του Συντάγματος και 245, 246 του ν. 1188/1981, στις οποίες στήριξε τη δικαιοδοτική του κρίση.
Πράγματι, για την επέκταση της εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 246 στοιχείο (β) στον αναιρεσίβλητο, το Δικαστήριο της ουσίας δεν διαλαμβάνει στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες ως προς το αν η προσφορά της εργασίας του αναιρεσίβλητου γίνεται προς πλείονα του ενός νομικά πρόσωπα ή ιδρύματα, που ανήκουν στο νοσοκομείο όπου υπηρετεί, το αν αυτός δεν λαμβάνει πρόσθετη αμοιβή για την επί πλέον προσφορά και το αν απασχολείται εντός των εγκαταστάσεων του νοσοκομείου, με ανάλογο περιορισμό της άσκησης του ελευθέρου επαγγέλματος, που παραλλήλως ασκεί.
Και, ακόμη, αιτιολογεί ελλιπώς την κρίση περί του ότι η εργασία, που αυτός παρείχε κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, ήταν ουσιωδώς όμοια με αυτήν ενός συναδέλφου του που προσφέρει υπηρεσίες σε δήμο με πληθυσμό άνω των 100.000 κατοίκων, διότι ουδέν αναφέρει περί του αριθμού και του είδους των υποθέσεων, τις οποίες εντός του εν λόγω χρονικού διαστήματος όφειλε να διεκπεραιώνει ή να χειρίζεται αφ' ενός ένας δικηγόρος δήμου με τον εν λόγω πληθυσμό και αφ' ετέρου ο προς αυτόν συγκρινόμενος αναιρεσίβλητος.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο κατ' ορθή υπαγωγή προσάπτεται η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, όπως συμπληρώθηκε από τον εισηγητή αρεοπαγίτη (ΚΠολΔ 562 παρ.4), είναι βάσιμος και κατά παραδοχή αυτού πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή είναι εφικτή.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 58/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή είναι εφικτή.- Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο να πληρώσει στο αναιρεσείον δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 21η Φεβρουαρίου 2011. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 14η Απριλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ