Legislator Case Law & Legislation
587/2010 AI generated

Supreme Court allows appeal against refusal of compensation for loss of building potential due to road construction.

Case Number 587/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially overturned the First Instance Court's decision regarding compensation for expropriation. The plaintiff argued that the remaining land lost its building potential due to the new road, violating property rights. The court held that the lower court erred by refusing compensation for the loss of the remaining land's value, as this constitutes a direct consequence of the expropriation and the nature of the public work, not merely a reduction in the expropriated portion's value. Consequently, the case was remanded for further examination to determine the specific compensation amount.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1 of the First Additional Protocol to the ECHR; Art. 17 of the Constitution; Art. 13 para. 4 of the Expropriation Law; The court established that compensation for the loss of building potential in the remaining property following expropriation for public works is a direct consequence of the expropriation and must be awarded, contrary to the view that it only affects the expropriated portion's value.

Keywords

AI generated
expropriation compensation building potential loss public works impact property rights protection remand for further trial constitutional property rights expropriation law application

Cited Legislation

AI generated
Art. 1 of the First Additional Protocol to the ECHR
Art. 17 of the Constitution
Art. 13 para. 4 of the Expropriation Law
Art. 559 para. 1 of the Civil Procedure Code
Art. 580 para. 3 of the Civil Procedure Code
Art. 176 of the Civil Procedure Code
Art. 183 of the Civil Procedure Code

Cited Case Law

AI generated
OL. AP 31/2005
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 587 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 587/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Δημητρούλα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνου Λαγγουρέτου και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από του Υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών, ΠΕΧΩΔΕ και Πολιτισμού, κατοικοεδρεύοντες στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Κωνσταντίνο Παπαγεωργίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/1/2003 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 30/3/2003 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη για καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως από αναγκαστική απαλλοτρίωση, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν με άλλες αιτήσεις, ανταιτήσεις και πρόσθετες παρεμβάσεις.

Εκδόθηκε η 6367/2003 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27/7/2004 αίτησή του και τους από 18/9/2007 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 10/10/2007 έκθεσή της ήδη αποχωρήσασας από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ελένης Μαραμαθά, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως κυρίου και πρόσθετου. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Α. Επί της αιτήσεως καθορισμού πρόσθετης αποζημίωσης για την απομείωση της αξίας του εναπομένοντος τμήματος του απαλλοτριωθέντος και των επικειμένων του, λόγω της απότμησης του απαλλοτριωθέντος μέρους, που συνεπάγεται τη μη πολεοδομική αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του εναπομένοντος τμήματος :

Ι. Με το Π.Δ. 24/31-5-1985, που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση ως ισχύον κατά το χρόνο κηρύξεως της ένδικης απαλλοτρίωσης (30-4-2002), για να είναι κατά παρέκκλιση άρτιο και οικοδομήσιμο ακίνητο εκτός σχεδίου πόλεως αλλά επί Εθνικής, Επαρχιακής και Κοινοτικής Οδού κείμενο απαιτείται να έχει : α) εμβαδό 750 τ.μ.

και διαστάσεις προσόψεως 10 μέτρων και βάθους 15 μέτρων, εφ' όσον έχει δημιουργηθεί μέχρι 12.11.1962. β) 1.200 τ.μ. και διαστάσεις προσόψεως 20 μέτρων και βάθους 35 μέτρων, εφόσον έχει δημιουργηθεί μέχρι 12.09.1964. γ) 2.000 τ.μ. με διαστάσεις προσόψεως 25 μέτρων και βάθους 40 μέτρων εφ' όσον έχει δημιουργηθεί μέχρι 17.10.1978 και δ) 4.000 τ.μ.

με διαστάσεις προσόψεως 45 μέτρων και βάθους 50 μέτρων εφόσον έχει δημιουργηθεί μετά την 17.10.1978. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Ως προς την ΚΠ 461 Π ιδιοκτησία: Έχει εμβαδόν 4.250 τ.μ., από την οποία απαλλοτριώνεται τμήμα, εμβαδού 355 τ.μ. και απομένει υπόλοιπο 3.895 τ.μ., το οποίο κατά τους ισχυρισμούς του αιτούντος είναι μη άρτιο και οικοδομήσιμο.

Όπως ο αιτών ισχυρίζεται και προκύπτει από την 151/1998 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (την οποία ο αιτών επικαλείται· ως τίτλο κυριότητας), με την απόφαση αυτή αναγνωρίσθηκε αυτός ως κύριος της παραπάνω εδαφικής έκτασης των 4.250 τ.μ., που απέκτησε με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ως νεμόμενος αυτήν από του έτους 1975 και εντεύθεν.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο επίσης από τον αιτούντα από Δεκεμβρίου 2002 τοπογραφικό διάγραμμα το εναπομένον τμήμα των 3895 τ.μ., έχει πρόσωπο επί της κατασκευαζόμενης λεωφόρου, μήκους 45,66 μ. και ελάχιστο βάθος μήκους 84,30 μ. Επομένως, θεωρείται άρτιο και οικοδομήσιμο εφόσον η απομένουσα μετά την απαλλοτρίωση έκταση έχει τα όρια της αρτιότητας και τις προϋποθέσεις των γηπέδων της περιπτώσεως του αρθρ. 1 παρ. 2β υποπερίπτωση (γγ), του άνω Π.

Δ/τος ήτοι ελάχιστο εμβαδόν 2.000 τ.μ., ελάχιστο πρόσωπο 25 μ, ελάχιστο βάθος 40 μ. και υφίστατο κατά την 17.10.1978, ημέρα δημοσίευσης του από 6.10.1978 π.δ/τος. Και τούτο διότι κατ' εφαρμογή του ιδίου Π.Δ/τος (αρθρ. 1 παρ. 2 περ. γ) άρτια και οικοδομήσιμη γήπεδα που απομειούνται συνεπεία απαλλοτριώσεις ή διανοίξεων διεθνών, εθνικών (όπως εν προκειμένω) ή επαρχιακών οδών, θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα εφόσον μετά την απομείωση αυτή έχοντα όρια αρτιότητας και τις λοιπές προϋποθέσεις των γηπέδων των προηγουμένων περιπτώσεων α και β, όπως η προηγουμένως αναφερθείσα".

Με βάση τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε το αίτημα του αιτούντος περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως για το εναπομείναν ακίνητο λόγω μειώσεως της αξίας του από την απότμηση του απαλλοτριωθέντος τμήματός του που συνεπάγεται τη μη αρτιότητα και τη μη οικοδομησιμότητα του εναπομένοντος τμήματος, ως αβάσιμο.

Κρίνοντας, ως άνω το, το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του προαναφερθέντος Π.Δ., που ήταν εφαρμοστέες μετά την ανέλεγκτη παραδοχή του Εφετείου περί του ότι αυτό υφίστατο κατά την 17.10.1978, είχε διαστάσεις προσόψεως και βάθους 45,66 και 84,30 μέτρα αντίστοιχα και απαλλοτριώθηκε προς διάνοιξη Εθνικής Οδού:

Εξάλλου, με βάση τις ίδιες παραδοχές, στην προκειμένη περίπτωση δεν ήταν εφαρμοστέες οι διατάξεις του Π.Δ/τος την 20-2-2003 που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Δ 119/2003 και που όριζαν στο άρθρο 3 παρ. 17 ως ελάχιστο εμβαδόν για την πολεοδομική αρτιότητα τα 4.000 τ.μ. εφ' όσον πρόκειται για διατάξεις που άρχισαν να ισχύουν στις 6-3-2003, δηλαδή μετά τη κήρυξη της ένδικης απαλλοτρίωσης με την 10315/33/2848/0010/22-4-2002 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας, Οικονομικών, ΥΠΕΧΩΔΕ και Πολιτισμού που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 339 Δ/30-4-2002.

Συνεπώς τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως και με τον πρώτο λόγο του δικογράφου προσθέτων λόγων από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ. ελέγχονται απορριπτέα ως αβάσιμα. Περαιτέρω απορριπτέος ως αβάσιμος ελέγχεται και ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. αφού η απόφαση του Εφετείου κατά το ως άνω περιεχόμενό της περιέχει σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες περί εφαρμογής επί του ως άνω εναπομείναντος μετά την απαλλοτρίωση ακινήτου του Π.Δ. 24/31.5.1985, και όχι του από 20-2-2003 Π.Δ/τος, που άρχισε να ισχύει μετά την κήρυξη της ένδικης απαλλοτρίωσης ανεξάρτητα από το ότι η συζήτηση στο Εφετείο μετά την οποίαν εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση έγινε στις 24-5-2003.

ΙΙ. Με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμός 20 Κ.Πολ.Δ. για το λόγο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της 151/1998 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με το να δεχθεί ότι νέμεται το επίδικο ακίνητο από του έτους 1975 παραδοχή, που δεν ύπαρχε, στην ως άνω απόφαση. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος αφού από την επισκόπηση του περιεχομένου της πιο πάνω απόφασης προκύπτει ότι με αυτή έγινε δεκτό ότι ο αναιρεσείων νεμόταν το επίδικο ακίνητο από το έτος 1976, ώστε από τη διαφοροποίηση μεταξύ των ετών 1975 και 1976 δεν δημιουργήθηκε οποιαδήποτε δυσμενής αιτιολογία που είχε σχέση με το ότι το επίδικο ακίνητο υπήρχε προ της 17-10-1978, παραδοχή που δικαιολογούσε κατά τα προαναφερθέντα την εφαρμογή του Π.Δ. 24/31-5-1985 για τη αρτιότητα κατά παρέκκλιση του εναπομένοντος τμήματος.

ΙΙΙ. Με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 8 και 10 ΚΠολ.Δ. για το λόγο ότι το Εφετείο : 1) δεν εξέτασε τις διαφορές μεταξύ της αρτιότητος των 4.000 τ.μ. και της αρτιότητος των 2.000 τ.μ. και 2) δεν έταξε αποδείξεις. Ο λόγος αυτός και κατά τα δύο μέρη του ελέγχεται απορριπτέος ως αβάσιμος καθ' όσον η ύπαρξη διαφοράς μεταξύ της αρτιότητος των 4.000 τ.μ. κα, των 2.000 τ.μ. κατά παρέκκλιση, ερευνήθηκε από το Εφετείο, το οποίο κατέληξε στη κρίση για την κατά παρέκκλιση αρτιότητα του εναπομένοντος ως μεγαλύτερου των 2.000 τ.μ., απορρίφθηκε εκ του πράγματος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η αρτιότητα του εναπομένοντος έπρεπε να κριθεί με βάση τα 4.000 τ.μ. και όχι τα 2.000 τ.μ. της παρέκκλισης και 2) διότι το Εφετείο κατέληξε στην δικανική του κρίση με σαφές πόρισμα αφού έλαβε υπόψη του έγγραφα και. ισχυρισμούς του αιτούντος ήδη αναιρεσείοντος.

Β. Επί της αιτήσεως καθορισμού πρόσθετης αποζημίωσης για την απομείωση της αξίας του εναπομένοντος τμήματος του απαλλοτριωθέντος και των επικειμένων του, λόγω της εκτελέσεως του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση :

Το άρθρο 13 του ν.δ. 797/1971 "περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων" ορίζει στην παράγραφο 4, ότι σε περίπτωση απαλλοτρίωσης τμήματος ακινήτου, εξαιτίας της οποίας το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, με την ίδια απόφαση που καθορίζει την αποζημίωση προσδιορίζεται και παρέχεται για την υποτίμηση αυτή ιδιαίτερη αποζημίωση. Το άρθρο 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε, μαζί με τη σύμβαση, αρχικά με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ. 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, έναντι των κοινών νόμων, ορίζει ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του και κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της ιδιοκτησίας του παρά μόνο για λόγους δημόσιας, ωφέλειας, και υπό τους όρους που προβλέπονται από 'το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου. Με τη διάταξη προστατεύονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα του προσώπου, όπως και το δικαίωμα αποζημιώσεως για την προσγενόμενη ζημία, στην περιουσία του. 'Ελλειψη δε σεβασμού της περιουσίας στην περίπτωση αυτή υπάρχει όταν η συνεπεία του λόγου της αποζημιώσεως μείωση της περιουσιακής δυναμικότητας του προσώπου δεν αποκαθίσταται πλήρως.

Συνεπώς, στην περίπτωση που, λόγω απαλλοτριώσεως μέρους του ακινήτου, το απομένον τμήμα αυτού -που εξακολουθεί να αποτελεί στοιχείο περιουσίας του ιδιοκτήτου- υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, το αναγνωριζόμενο από την προαναφερθεισα διάταξη του άρθρο 13 παρ. 4 του ν.δ. 797/1971 δικαίωμα αποζημιώσεως ικανοποιείται πλήρως και εντεύθεν διασφαλίζεται ο σεβασμός στην περιουσία του ιδιοκτήτου όταν η αποζημίωση καλύπτει όχι μόνο την εκ της απομειώσεως και μόνον της εκτάσεως του όλου ακινήτου ζημίαν αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου.

Διότι, άλλως, κατά την τελευταία αυτή ζημία το παραμένον στον ιδιοκτήτη μέρος του ακινήτου, και επομένως η περιουσία του, θα παρέμενε χωρίς αποκατάσταση. Ανεξαρτήτως δε του ότι το περιεχόμενο αυτό της αποζημιώσεως είναι απότοκο της εφαρμογής της άνω υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεως του άρθρου 1 του πρώτου προσθέτου πρωτοκόλλου της Συμβάσεως της Ρώμης, είναι αδιάφορη στην περίπτωση αυτή η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 13 του ν.δ. 797/1971, που ορίζει ότι "δεν λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της αξίας του απαλλοτριωμένου η επαύξηση ή μείωση της αξίας λόγω εκτελέσεως του έργου".

Και τούτο, διότι η διάταξη αυτή αφορά την αύξηση ή μείωση του απαλλοτριουμένου μέρους, που το κατά το Σύνταγμα πλήρες της αξίας του κρίνεται κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως και όχι μετά την εκτέλεση του έργου. Ενώ αντιθέτως η αποζημίωση για την υποτίμηση κατά την παρ. 4 του άρθρου 13 αφορά το απομένον στον ιδιοκτήτη μέρος, που εξακολουθεί να αποτελεί περιουσία του και μετά την εκτέλεση του έργου δι' ο η απαλλοτρίωση (Ολ.

ΑΠ 31/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα του αναιρεσείοντος να του επιδικασθεί ιδιαίτερη αποζημίωση για την εναπομείνασα εκτός της επίμαχης απαλλοτρίωσης εδαφική έκταση, καθώς και για τα υπάρχοντα σ' αυτήν επικείμενα για το λόγο ότι "το απομένον τμήμα της ιδιοκτησίας του μετά την απαλλοτρίωση καθίσταται άχρηστο για οποιαδήποτε χρήση, γιατί εκτός άλλων δεν θα έχει καμμία πρόσβαση προς την κατασκευαζομένη οδό (ούτε με άλλο δρόμο), αφού η νέα λεωφόρος είναι δρόμος κλειστός και με υψομετρική διαφορά από το ακίνητό του", με την αιτιολογία ότι η επικαλούμενη μείωση δεν συναρτάται άμεσα προς την αξία του απαλλοτριουμένου και την απότμησή του, αλλά αποτελεί άμεση συνέπεια της απαλλοτριώσεως και του είδους του εκτελούμενου έργου για το οποίο κηρύχθηκε και δεν είναι αποζημιωτέα.

Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο κατά το μέρος που απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως μη νόμιμο το ίδιο αίτημα, παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, 17 του Συντάγματος και του άρθρου 13 παρ. 4 το Κ.Α.Α.Α. και υπέπεσε στην από το άρθρο 559 παρ. 1 του ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια κατά το βάσιμο περί τούτου δεύτερο λόγο του από 18-9-2007 δικογράφου προσθέτων λόγων.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της που αφορά την απόρριψη της αίτησης του αναιρεσείοντος που αναφέρεται πιο πάνω με στοιχείο "Β" και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο, που ηττήθηκε, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος κατά τα εις το διατακτικό (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 6367/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών καθόσον αφορά τον αιτούντα και κατά το μέρος της μόνο που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.

Παραπέμπει την υπόθεση, μόνο κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο συντιθέμνο από άλλους δικαστές,

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Απριλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ