Supreme Court dismisses appeal for lack of grounds, citing insufficient evidence of document distortion.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece rejected the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a civil dispute. The appellant argued that the lower court had distorted a specific deposition made during the preliminary investigation, which allegedly proved the respondent's knowledge of the fraud. The court found this claim inadmissible because the appealed judgment did not rely exclusively on the disputed document but rather considered it alongside other evidence, including witness testimonies. Consequently, the court ruled that the alleged distortion could not be substantiated and dismissed the appeal entirely.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(19) KPolD; Art. 561(1) KPolD: An appeal based on alleged distortion of a document is inadmissible if the lower court considered the document alongside other evidence, as the specific evidentiary weight cannot be re-evaluated by the Supreme Court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 587 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 587/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο ο δικηγόρο της Ευθύμιο Παναγιωτόπουλο
Του αναιρεσιβλήτου: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Ευσταθιάδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31 Μαρτίου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5893/2005 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 5059/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 29 Ιανουαρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 28-12-2007 αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.
ΑΠ. 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 22/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 43/1990).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει s ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1)ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη παράλειψη), 2)παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3)υπαιτιότητα και 4)πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).
Από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 386 του ΠΚ), προκύπτει ότι γενεσιουργό λόγο της υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απάτη σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης, από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενόμενη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται ή τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε, (ΑΠ 1516/1999), χωρίς να είναι αναγκαίο η προκληθείσα από την απατηλή συμπεριφορά ζημία να συνδέεται αποκλειστικά με ωφέλεια αντίστοιχη που επήλθε στο πρόσωπο του εξαπατήσαντος, αφού αυτή μπορεί να αφορά και τρίτο.
Εξάλλου, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ερμηνευομένης ενόψει και του άρθρου 27 του (Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνον όταν ό δράστης επιδιώκει την πρόκληση ζημίας αυτής αλλά και όταν προβλέπει την ίδια ζημιά είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης, συμπεριφοράς του και αποδέχεται την επέλευση της ζημίας.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 298 εδ. β του ΑΚ προκύπτει ότι η απαραίτητη για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις τη συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρο 298 του ΑΚ) ήταν επαρκής, ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 468/2003).
Εφόσον οι πιο πάνω έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες, η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών, με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος στο ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας κρίνει το εάν τα, κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας, πραγματικά περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 889/2000).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. "Η πρώτη εναγομένη Χ1 ως Πρόεδρος του ΔΣ και διευθύνουσα σύμβουλος της εδρεύουσας στο Λουξεμβούργο εταιρείας με την επωνυμία "TETRAKTYS WORLDWIDE INVESTEMENTS S.A.", η οποία ανήκει, μαζί με άλλες εταιρείες στον χρηματοοικονομικό όμιλο με την επωνυμία "ΤΕΤΡΑΚΤΥΣ", στις ..., στην ..., παρέπεισε την ενάγουσα να της καταβάλει το ποσό των 85.000.000 δραχμών, ως επένδυση, με δήθεν εγγυημένη ελάχιστη απόδοση 25,55% ετησίως, διαβεβαιώνοντας την ενάγουσα ψευδώς εν γνώσει της ότι η ανωτέρω εταιρεία και γενικά ο όμιλος είναι οικονομικά εύρωστος και ότι το ως άνω ποσό θα επενδυθεί στην αγορά μετοχών.
Της παρέδωσε δε τον αριθ. C 6842 προσωρινό τίτλο 2.345,5 μετοχών, αξίας 100 δολαρίων ΗΠΑ η μία, ο οποίος δήθεν θα αντικαθίστατο με οριστικούς τίτλους μετοχών. Οι ανωτέρω παραστάσεις της εναγομένης προς την ενάγουσα ήσαν όμως ψευδείς, καθόσον η προαναφερθείσα εταιρεία ήταν αδρανής χωρίς οποιαδήποτε δραστηριότητα και το ποσό που έλαβε η εναγομένη από την ενάγουσα προς επένδυση ουδέποτε εισέρρευσε, για το σκοπό αυτό στο ταμείο της εταιρείας, αλλά η εναγομένη το παρακράτησε και το ιδιοποιήθηκε παράνομα.
Κατόπιν της από 27-5-2002 κοινής έγκλησης της ενάγουσας και του ..., η πρώτη εναγομένη παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου για κακουργηματική απάτη σε βάρος της ενάγουσας. Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία ουδόλως αποδείχθηκε η επικαλούμενη συμμετοχή του δευτέρου εναγομένου στην αδικοπρακτική συμπεριφορά της πρώτης, ότι δηλαδή αυτός ήταν παρών κατά την επίδικη σύμβαση και διαβεβαίωσε την ενάγουσα περί της αληθείας των όσων της παρέστησε ψευδώς η πρώτη εναγομένη και ακόμα ότι άγνωστο μέρος των χρημάτων της ενάγουσας, ιδιοποιήθηκε ο ίδιος.
Με το παραπάνω βούλευμα ο τελευταίος απηλλάγει κατ' ουσίαν της κατηγορίας της άμεσης συνέργειας σε κακουργηματική απάτη. Τους αγωγικούς ισχυρισμούς βεβαιώνει μεν η μάρτυς της ενάγουσας, πλην όμως η κατάθεσή της αναιρείται πλήρως από την κατάθεση της μάρτυρος του εναγομένου και αυτήν του ... στην προαναφερθείσα ένορκη βεβαίωση, από τις οποίες προκύπτει ότι ο δεύτερος εναγόμενος, αδελφός της πρώτης, κατά τον επίδικο χρόνο ήταν φοιτητής και μετείχε τυπικά στο Δ.Σ.
της εταιρείας του ομίλου "ΤΕΤΡΑΚΤΥΣ Η Πυθαγόρεια Ανώνυμος Εταιρεία Λήψεως και Διαβιβάσεως Εντολών" και δεν είχε ενεργό ανάμιξη στις συναλλαγές της πρώτης εναγομένης. Οι καταθέσεις τους κρίνονται πειστικές, δεδομένου ότι η ίδια η ενάγουσα καταθέτοντας ανωμοτί στις 15-2-2005, ήτοι μετά την άσκηση της αγωγής της, ενώπιον του Ανακριτή 24ου Τακτικού Τμήματος Αθηνών, επί της από 27-5-2002 εγκλήσεώς της, αναφέρει ότι η πρώτη εναγομένη την έπεισε να προβεί στην επίδικη επένδυση και ότι με τον δεύτερο εναγόμενο ομίλησε μετά την κατάθεση των χρημάτων (βλ.
επικαλούμενη και προσκομιζόμενη εν λόγω κατάθεσή της). Επομένως, η αγωγή της προς δεύτερο εναγόμενο - εκκαλούντα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη". Από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 297, 298, 330 του ΑΚ και 27, 386 του Π.Κ., τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία n παράθεση και άλλων.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του αρθ 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Εξ άλλου, ο ίδιος λόγος της αναίρεσης κατά, την σ' αυτόν κατά το άλλο μέρος του περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ.19 και 561 παρ.1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της γνώσης εκ μέρους του αναιρεσίβλητου της απατηλής συμπεριφοράς της αδελφής του, και της συμμετοχής του στην αντίστοιχη αδικοπρακτική συμπεριφορά εκείνης και τα αντίστοιχα επιχειρήματα του αναιρεσίβλητου και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που έχουν σχέση με τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά την αναιρεσείουσα σε αντίθεση:
α)με το γεγονός ότι ο αναιρεσίβλητος ως μέλος του Δ.Σ της πιο πάνω εταιρείας και αδελφός της Χ1 γνώριζε το γεγονός ότι η εταιρεία ήταν ανενεργής, κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπου εκτίθεται και ότι ο αναιρεσίβλητος κατά τον κρίσιμο χρόνο που ήταν φοιτητής μετείχε τυπικά στο Δ.Σ της ίδιας Ανώνυμης Εταιρείας και δεν ήταν παρών κατά την επίδικη σύμβαση, με τον ίδιο δε λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
II. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από τη διατύπωσή της η διάταξη αυτή αφορά μόνο έγγραφο, και όχι μαρτυρική κατάθεση ή ένορκη βεβαίωση έστω και αν ελήφθη εκτός δίκης (ΑΠ 701/1991), ενώ ως έγγραφα νοούνται μόνο όσα προβλέπονται από τα άρθρα 339 και 432 επ του Κ.Πολ.Δ, έστω και να συνεκτιμώνται ως τεκμήρια όπως και οι προανακριτικές καταθέσεις (ΑΠ 227/1971).
Για να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να έχει γίνει επίκληση του εγγράφου στην κατ' έφεση δίκη διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω, ως παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που ιδρύει τον ίδιο λόγο αναίρεσης, και η οποία πρέπει να είναι προφανής, υπάρχει όταν το Δικαστήριο από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι το διαφορετικό από το πραγματικό. (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (Α.Π 442/1993).
Από δε το συνδυασμό της πιο πάνω διάταξης με εκείνη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι δεν περιλαμβάνει ο λόγος αυτός αναίρεσης και την περίπτωση, κατά την οποία, από την αποδεικτική αξιολόγηση του περιεχομένου του εγγράφου κατέληξε το δικαστήριο με την συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί δεν είναι εφικτή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, παρά μόνο με την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που συνεκτιμήθηκαν με αυτό, η οποία δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου, και ο αναιρετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 413/1993).
Τέλος, για να ερευνηθεί η ουσιαστική βασιμότητα του ίδιου λόγου αναίρεσης θα πρέπει να προσκομίζεται το φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο διαφορετικά ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραμόρφωσης από το Εφετείο της από 15-2-2005 ανώμοτης κατάθεσης της αναιρεσείουσας ενώπιον του Ανακριτή του 2ου Τακτικού Τμήματος Αθηνών, που συνεκτιμήθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση ως τεκμήριο, και προσκομίστηκε μετά τη συζήτηση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου.
Υπ' αυτά όμως τα δεδομένα, και καθ' όσον αφορά το πιο πάνω φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο, ούτε η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ούτε και προκύπτει από το σύνολο αυτών που ιστορεί στην αίτησή της, ή και κυρίως από αυτή την προσβαλλόμενη απόφαση, της οποίας οι ουσιαστικές παραδοχές προαναφέρθηκαν, ότι στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο παραπάνω συνεκτιμηθέν ως τεκμήριο έγγραφο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά της, ύστερα από τη συνεκτίμηση και όλων των άλλων στοιχείων και κυρίως των καταθέσεων των εξετασθέντων μαρτύρων ότι ο αναιρεσίβλητος αγνοούσε τις συνθήκες της εξαπάτησης της αναιρεσείουσας από την αδελφή του.
Επομένως, ο δεύτερος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραμόρφωσης της πιο πάνω προανακριτικής κατάθεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος όπως και η αναίρεση στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-12-2007 αίτηση της ... για αναίρεση της υπ' αριθ. 5059/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρέσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ για τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Μαρτίου 2009 .
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ