Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for vague legal argument regarding interest calculation dates.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the State's appeal against a First Instance Court judgment regarding Christmas bonuses. The appellant argued the lower court incorrectly calculated interest from the filing date rather than the service date, citing a prior Supreme Court decision. The court rejected this claim because the appellant failed to specify the exact amount of the disputed interest, rendering the legal argument indefinite and inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 577 § 1 and 577 § 2 of the Code of Civil Procedure; Article 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the grounds are vague and fail to identify the specific legal error or the precise amount of the disputed interest, thereby lacking the necessary legal interest for review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 586 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 586/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο και Κωνσταντίνα Νάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, ως καθολικού διαδόχου της καταργηθείσας ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνική Ραδιοφωνία - Τηλεόραση Α.Ε." (ΕΡΤ - Α.Ε.)", που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα α) από τον Υπουργό Οικονομικών και β) από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ...", όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Χ. Σ., ως Ειδική Διαχειρίστρια του συνόλου των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού της καταργηθείσας ΕΡΤ - ΑΕ, που μεταβιβάσθηκαν στο Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λαλλά, o οποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Μ. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κόκκα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/12/1996 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1741/1998 του ίδιου Δικαστηρίου, 6805/1999 μη οριστική και 2858/2000 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 1624/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέμπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Κατόπιν αυτής εκδόθηκε η 2497/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά της οποίας ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1877/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέμπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Κατόπιν αυτής της απόφασης εκδόθηκε η 3967/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 8/10/2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 577 ΚΠολΔ, το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης (§ 1). Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως (§ 2). Εξάλλου, κατά το άρθρο 104 τελ. εδαφ. ΚΠολΔ, το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της.
Περαιτέρω, με το άρθρο 1 της υπ' αριθ. ΟΙΚ. 02/11-6-2013 ΚΥΑ των Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό και Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ Β' 1414/2013) καταργήθηκε η "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ-ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (ΕΡΤ ΑΕ)", που ιδρύθηκε με το ν. 1730/1987 (Α' 145) ως ενιαίος φορέας. Με το άρθρο 2 της αυτής ΚΥΑ ορίστηκε ότι "1. Το σύνολο των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της ΕΡΤ ΑΕ και των θυγατρικών της, περιλαμβανομένων των πάσης φύσεως δικαιωμάτων, αξιώσεων και υποχρεώσεων, μεταβιβάζονται αυτοδικαίως από τη δημοσίευση της παρούσας και χωρίς καμία άλλη διατύπωση στο Δημόσιο, εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Οικονομικών. 2.
Το Δημόσιο καθίσταται διάδοχος του συνόλου των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σύμφωνα με τα οριζόμενα στην προηγούμενη παράγραφο...". Εξάλλου με το άρθρο 4Α της αυτής ΚΥΑ, που προστέθηκε με το άρθρο δεύτερο της υπ' αριθ. ΟΙΚ. 3/12-6-2013 όμοιας ΚΥΑ (ΦΕΚ Β' 1423/12-6-2013), ορίζεται ότι "1. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, διορίζεται ειδικός διαχειριστής, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, με σύμβαση έμμισθης εντολής, ο οποίος διαχειρίζεται το σύνολο των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της ΕΡΤ ΑΕ και των θυγατρικών της που μεταβιβάζονται με το άρθρο 2 στο Δημόσιο μέχρι τη σύσταση του νέου φορέα σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 1. 2.
Κατά τη διάρκεια της ειδικής διαχείρισης ο ειδικός διαχειριστής ασκεί τα δικαιώματα, παρακολουθεί τις εκκρεμότητες, εκπληρώνει τις υποχρεώσεις, προβαίνει σε καταγραφή των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού και γενικά παρακολουθεί και χειρίζεται όλες τις εκκρεμείς υποθέσεις του Δημοσίου ως διαδόχου της ΕΡΤ ΑΕ και των θυγατρικών της. 3... 4.
Ο ειδικός διαχειριστής αναθέτει, μετά από σύμφωνη γνώμη του Προέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σε δικηγόρους ή δικηγορικές εταιρείες της ημεδαπής ή της αλλοδαπής, την δικαστική υποστήριξη και εκπροσώπηση του Δημοσίου στις πάσης φύσεως δίκες που αφορούν σε στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού που μεταβιβάζονται κατά το άρθρο 2 ή αφορούν διαφορές που γεννώνται λόγω της καταργήσεως της ΕΡΤ ΑΕ και των θυγατρικών της.
Η λήξη της ειδικής διαχείρισης δεν συνεπάγεται την λύση της έμμισθης εντολής". Με την υπ' αριθ. Δ.Ο.Δ. Γ 4020512/8-10-2015 ΚΥΑ των Υπουργών Επικρατείας και Οικονομικών (ΦΕΚ Β 2167/8-10-2015) προσλήφθηκε ως ειδική διαχειρίστρια του συνόλου των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της ΕΡΤ ΑΕ που μεταβιβάστηκε στο Ελληνικό Δημόσιο η εταιρεία ....
Τέλος, με το άρθρο πρώτο της υπ' αριθ. ΟΙΚ. 6/8-7-2013 ΚΥΑ των Υφυπουργού στον πρωθυπουργό και Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ Β' 1675/8-7-2013) αντικαταστάθηκε η περ. γ' της παραγράφου 2 του άρθρου 2 της υπ' αριθ. ΟΙΚ. 02/11-6-2013 ως εξής: "Η κατάργηση της ΕΡΤ Α.Ε. και των θυγατρικών της, συνιστά λόγο βίαιης διακοπής της δίκης κατά το άρθρο 286 ΚΠολΔ.
Η διακοπή επέρχεται με τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως κατά παρέκκλιση του άρθρου 287 ΚΠολΔ, χωρίς να απαιτείται γνωστοποίηση της διακοπής και του λόγου της από το Ελληνικό Δημόσιο. Η δίκη που διακόπηκε συνεχίζεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 290 επ. του ΚΠολΔ με διάδικο το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο της ΕΡΤ Α.Ε.
και των θυγατρικών της εκπροσωπούμενο από τον Ειδικό Διαχειριστή" [η λέξη "εκπροσωπούμενο" προσετέθη με την § 11 του άρθρου 42 ν. 4262/2014 (ΦΕΚ 114 Α'/10-5-2014)]. Κατά συνέπεια με βάση τις ανωτέρω σημειούμενες διατάξεις, τη με αριθ. πρωτοκ. 45608/642727/ 642503/715515/ 12-3-2019 απόφαση του Προέδρου του ΝΣΚ και το με αριθ. 1985/23-4-2019 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Π.
Σ., που προσκομίζει με επίκληση το αναιρεσείον, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, παραδεκτά παρίσταται ενώπιον του Αρείου Πάγου το Ελληνικό Δημόσιο, ως καθολικός διάδοχος της αρχικά εναγομένης και καταργηθείσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ-ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (ΕΡΤ ΑΕ)", νόμιμα εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό των Οικονομικών και την ως άνω Ειδική Διαχειρίστρια της ΕΡΤ ΑΕ, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεωργίου Λαλλά.
Η ένσταση δε της αναιρεσίβλητης περί ελλείψεως πληρεξουσιότητας του παρασταθέντος πληρεξουσίου του αναιρεσείοντος, για το λόγο ότι η θητεία της ειδικής διαχείρισης έληξε στις 31-3-2021 είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθότι, σύμφωνα με τα παραπάνω, η λήξη της ειδικής διαχείρισης δεν συνεπάγεται τη λήξη της έμμισθης εντολής και, συνεπώς, εφόσον η δοθείσα πληρεξουσιότητα και εντολή χειρισμού της υπόθεσης δεν ανακλήθηκε, η πληρεξουσιότητα εξακολουθεί.
Με την υπό κρίση από 8-10-2019 και με αριθ. κατάθεσης 10131/973/29-10-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 3967/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 14-9-1998 έφεση και πρόσθετους λόγους της ενάγουσας-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την υπ' αριθ. 1741/1998 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό αυτής κεφάλαιο και δέχθηκε εν μέρει την από 30-12-1996 αγωγή επιδικάσεως αξιώσεων από σύμβαση εργασίας, της ενάγουσας ήδη αναιρεσίβλητης κατά της αρχικά εναγομένης ΕΡΤ ΑΕ, της οποίας καθολικός διάδοχος είναι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1, 144). Είναι συνεπώς παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (ΚΠολΔ 577 § 3).
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων και της προσβαλλόμενης απόφασης, η υπόθεση ακολούθησε την εξής δικονομική πορεία: Με την από 30-12-1996 και με αρ. κατάθ. 6357/1996 αγωγή, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη ΕΡΤ ΑΕ, [της οποίας καθολικός διάδοχος είναι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο], με σύμβαση έργου ορισμένης διάρκειας, που υπέκρυπτε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στις 20-6-1988, η οποία ανανεώθηκε επανειλημμένα (στις 20-12-1988, 1-2-1989, 1-4-1989 κλπ) και εργάστηκε σε αυτήν αρχικά ως τηλεφωνήτρια του γραφείου παραπόνων - γραφείου τύπου και ακολούθως ως τηλεφωνήτρια και δακτυλογράφος στη γραμματεία της νομικής υπηρεσίας της ΕΡΤ ΑΕ έως 30-7-1990, οπότε απολύθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 44 ν. 1882/1990.
Ότι δυνάμει της υπ' αριθ. 13476/1990 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ανεστάλη η εκτέλεση της απόφασης απόλυσης και η ενάγουσα εξακολούθησε να παρέχει την εργασία της στην εναγομένη μέχρι τις 30-6-1991, οπότε η εναγομένη έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες της και κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της.
Ότι η καταγγελία αυτή ήταν άκυρη διότι κατά το χρόνο της απόλυσης βρισκόταν σε κατάσταση εγκυμοσύνης στο πρώτο παιδί της που γεννήθηκε στις 8-2-1992, ακολούθως δε και πριν την συμπλήρωση χρονικού διαστήματος ενός έτους από τον τοκετό κατέστη εκ νέου έγκυος στο δεύτερο τέκνο της, που γεννήθηκε στις 15-9-1993, με αποτέλεσμα να μην είναι νόμιμη η απόλυσή της για ένα ακόμη έτος, ήτοι μέχρι 14-9-1994, με βάση τις διατάξεις των ν. 1483/1984 και 1302/1982.
Ότι ακολούθως παρά το γεγονός ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπό της οι τυπικές προϋποθέσεις του άρθρου 25 §§ 2-5 ν. 2190/1994, υπέβαλε εμπρόθεσμα σχετική αίτηση, υφίσταντο κενές θέσεις και επιπρόσθετα είχε εκδοθεί πριν τη δημοσίευση του ως άνω νόμου ευνοϊκή απόφαση υπέρ αυτής, εν τούτοις η εναγομένη δεν την επαναπροσέλαβε δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 25 ν. 2190/1994 ως όφειλε με την ειδικότητα της τηλεφωνήτριας, άλλως επικουρικά της δακτυλογράφου, άλλως της ειδικότητας ΤΕΔ-4 (διοικητικής υπαλλήλου πανεπιστημιακής εκπαίδευσης).
Ότι στις 20-8-1996 προσλήφθηκε από το ΙΚΑ με μηνιαίες αποδοχές 147.000 δραχμές, οι οποίες υπολείπονταν των αποδοχών που θα ελάμβανε αν προσλαμβανόταν από την εναγομένη. Επιπρόσθετα ισχυρίστηκε ότι η συμπεριφορά αυτή της εναγομένης έγινε από υπαιτιότητα και είχε ως συνέπεια την προσβολή της προσωπικότητάς της.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε, όπως τα αρχικά καταψηφιστικά αιτήματα της αγωγής παραδεκτά μετατράπηκαν σε αναγνωριστικά, να αναγνωριστεί 1) ότι η γενόμενη στις 30-6-1991 καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας της από την εναγομένη καθ' ο χρόνο ήταν έγκυος είναι άκυρη και κατ' ακολουθίαν η εναγομένη οφείλει να της καταβάλει το ποσό των 4.040.000 δραχμών για τις αποδοχές της μέχρι 14-9-1994, οπότε και συμπληρώθηκε έτος από το δεύτερο τοκετό, 2) η υποχρέωση της εναγομένης να την επαναπροσλάβει με βάσει το ν. 2190/1994 από 20-12-1994, άλλως από 31-12-1994, άλλως από 30-6-1995, 3) ότι η εναγομένη υποχρεούται να της καταβάλει τις αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 20-12-1994, που όφειλε να την επαναπροσλάβει, μέχρι 20-8-1996, που προσλήφθηκε από το ΙΚΑ, ανερχόμενες στο ποσό των 5.448.000 δραχμών, 4) ότι της οφείλει ακόμα 320.000 δραχμές για διαφορές αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 21-8-1996 έως 30-12-1996, που θα ελάμβανε αν προσλαμβανόταν από την εναγομένη και εκείνων που έλαβε από το ΙΚΑ, 5) ότι της οφείλει 80.000 δραχμές μηνιαίως επίσης για διαφορά αποδοχών από 1-1-1997 και εφεξής και 6) ότι της οφείλει το ποσό των 1.000.000 δραχμών ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητάς της, ήτοι της οφείλει συνολικά 10.848.000 δραχμές νομιμότοκα από την υποχρέωση (δήλη ημέρα) καταβολής των επί μέρους κονδυλίων, άλλως από την άσκηση της αγωγής.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών η υπ' αριθ. 1741/1998 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκαν ως αόριστα τα αιτήματα περί αναγνώρισης της υποχρέωσης καταβολής μισθολογικών διαφορών κατά το χρόνο απασχόλησης της ενάγουσας στο ΙΚΑ, άλλως επαναπρόσληψής της και απειλής χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης και κατά τα λοιπά η αγωγή κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη, απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμο το αίτημα για αναγνώριση της υποχρέωσης της εναγομένης για επαναπρόσληψη της ενάγουσας και για καταβολή των αποδοχών της μέχρι την πρόσληψή της στο ΙΚΑ, ήτοι μέχρι 20-8-1996, καθώς και το αίτημα για αναγνώριση της υποχρέωσης καταβολής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και κατά τα λοιπά έγινε δεκτή η αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας εκ μέρους της εναγομένης στις 30-6-1991 λόγω παραβίασης του ν. 1483/1984 και η υποχρέωση της εναγομένης να παρατείνει την ορισμένου χρόνου σύμβαση εργασίας της ενάγουσας μέχρι 14-9-1994, καθώς και ότι η εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα το ποσό των 3.520.000 δραχμών ως μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 30-6-1991 έως 14-9-1994.
Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν εφέσεις από αμφότερους τους διαδίκους και πιο συγκεκριμένα (α) η εναγομένη ΕΡΤ ΑΕ άσκησε την από 25-8-1998 με αριθ. καταθ. 7861/1998 έφεση, με την οποία παραπονείτο για τον χαρακτηρισμό της σύμβασης που τη συνέδεε με την ενάγουσα ως σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου με αποτέλεσμα να μην εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 1483/1984 και (β) η ενάγουσα Μ.
Κ. άσκησε την από 14-9-1998 έφεση και τους από 28-12-1998 πρόσθετους λόγους αυτής, παραπονούμενη για την απόρριψη των αιτημάτων περί αναγνώρισης του δικαιώματός της προς επαναπρόσληψη, της υποχρέωσης της εναγομένης για καταβολή σε αυτήν των αποδοχών της μέχρι την πρόσληψή της στο ΙΚΑ, ήτοι μέχρι 20-8-1996, και των μισθολογικών διαφορών από το χρόνο πρόσληψης της (ενάγουσας) στο ΙΚΑ και εφεξής.
Επί των αντίθετων αυτών εφέσεων και προσθέτων λόγων, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2858/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού κρίθηκαν αυτές τυπικά δεκτές, (α) απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση της ενάγουσας και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και κρίθηκε αφού συμπληρώθηκε η αιτιολογία κατ' άρθρο 534 ΚΠολΔ, ότι δεν έσφαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με το να απορρίψει τα αιτήματα περί αναγνώρισης του δικαιώματος επαναπρόσληψης της ενάγουσας και τα λοιπά εξαρτώμενα από αυτό αιτήματα ως αόριστα, (β) έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση της εναγομένης, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση κατά το κεφάλαιο που έκρινε ότι η ενάγουσα απολάμβανε την προστασία του άρθρου 15 ν. 1483/1984 και αναγνώριζε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει σε αυτήν αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 30-6-1991 έως 14-9-1994, δικάστηκε η υπόθεση κατ' ουσίαν και απορρίφθηκε η αγωγή διότι κρίθηκε ότι η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου που συνέδεε τους διαδίκους λύθηκε στις 31-7-1990 (όπως κρίθηκε δυνάμει της υπ' αριθ. 8222/1995 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που επικυρώθηκε με την υπ' αριθ. 783/1999 απόφαση του Αρείου Πάγου), ότι η συνέχιση παροχής της εργασίας της ενάγουσας μέχρι 30-6-1991 έγινε σε συμμόρφωση με την υπ' αριθ. 13746/1990 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Πρωτοδικείου Αθηνών περί αναστολής εκτέλεσης της υπ' αριθ. 24994/31-7-1990 διαπιστωτικής πράξης της εναγομένης μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της από 22-8-1990 αγωγής για την κύρια υπόθεση, μετά την απόρριψη της οποίας η εναγομένη έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας, και ότι στις 30-6-1991, που η ενάγουσα βρισκόταν σε κατάσταση εγκυμοσύνης, δεν υπήρχε ενεργός σύμβαση εργασίας προκειμένου να απολαύσει την προστασία του ν. 1483/1984.
Ακολούθως με την υπ' αριθ. 1624/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία εκδόθηκε επί αιτήσεως αναιρέσεως που άσκησε η ενάγουσα Μ. Κ., αφενός μεν απορρίφθηκε ο κατ' άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης περί παραβίασης των διατάξεων των ν. 1882/1990 και 1483/1984 και κρίθηκε ότι το Εφετείο κρίνοντας ότι η σύμβαση εργασίας της ενάγουσας λύθηκε στις 31-7-1990 κατ' άρθρο 44 ν. 1882/1990 και επομένως στις 30-6-1991 δεν υπήρχε σύμβαση εργασίας δεν έσφαλε και αφετέρου αναιρέθηκε εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση ως προς το κεφάλαιο της αγωγής με την οποία η ενάγουσα-αναιρεσείουσα ζητούσε, μεταξύ άλλων, να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη-αναιρεσίβλητη υποχρεούται να την επαναπροσλάβει και οφείλει να της καταβάλει τις αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 20-12-1994 μέχρι 20-8-1996.
Ειδικότερα ο Άρειος Πάγος με την ως άνω υπ' αριθ. 1624/2006 απόφασή του έκρινε ότι το Εφετείο υπέπεσε στην κατ' άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο απόρριψης της αγωγής κατά το αίτημα της περί αναγνωρίσεως της υποχρέωσης της εφεσίβλητης να επαναπροσλάβει την εκκαλούσα και να της καταβάλει τις αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 20-12-1994 έως 20-8-1996 ως αόριστης, ενώ με το εκτιθέμενο περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή ήταν ορισμένη περιέχουσα όλα τα αναγκαία προς θεμελίωσή της στοιχεία.
Ας σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι μετά την απόρριψη της ως άνω αίτησης αναίρεσης όσον αφορά το κεφάλαιο της υπ' αριθ. 2858/2000 απόφασης του Εφετείου Αθηνών περί του κύρους της από 30-6-1991 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας και της υποχρέωσης της εναγομένης να της καταβάλει αποδοχές μέχρι 14-9-1994, η ως άνω υπ' αριθ. 2858/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση της εναγομένης και απορρίφθηκαν ως ουσιαστικά αβάσιμα τα αντίστοιχα αγωγικά αιτήματα, κατέστη αμετάκλητη.
Η υπόθεση εισήχθη προς περαιτέρω, μετά από παραπομπή, συζήτηση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών το οποίο συγκροτήθηκε από άλλους δικαστές, μόνον ως προς το ως άνω αναιρεθέν κεφάλαιο της εκκαλουμένης, η οποία εξαφανίστηκε μόνον ως προς αυτό, καταστάσα απρόσβλητη κατά τα λοιπά, και δη (επανεισήχθη) ως προς το αίτημα της αγωγής να αναγνωριστεί ότι η εφεσίβλητη-εναγομένη υποχρεούται να επαναπροσλάβει την εκκαλούσα-ενάγουσα και να της καταβάλει τις αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 20-12-1994 έως 20-8-1996.
Επ' αυτού εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2497/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία η αγωγή κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη κατά το άνω κεφάλαιό της, απορρίφθηκε η ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος που προέβαλε η εναγομένη και ακολούθως έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή κατά το άνω κεφάλαιο ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και αναγνωρίστηκε ότι η εναγομένη (α) υποχρεούται να επαναπροσλάβει την ενάγουσα με βάση το ν. 2190/1994 από 30-6-1995 σε θέση Κλάδου Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ειδικότητας ΔΕΔ 4 (τηλεφωνητών) και (β) οφείλει να της καταβάλει ως αποδοχές υπερημερίας με βάση το μηνιαίο μισθό της εκ 251.032 δραχμών για το διάστημα από 30-6-1995 έως 19-6-1996 και με βάση το μηνιαίο μισθό της εκ 282.270 δραχμών από 20-6-1999 έως 20-8-1996, νομιμοτόκως κατά τα σε αυτήν αναφερόμενα.
Κατά της απόφασης αυτής (2497/2008) του Εφετείου Αθηνών ασκήθηκε από την εφεσίβλητη ΕΡΤ ΑΕ αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1877/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου. Με αυτήν κρίθηκε, μεταξύ άλλων, ότι (α) μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 1624/2006 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει η υπ' αριθ. 2858/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, οι διάδικοι επανήλθαν στην προ της αναιρεθείσας απόφασης κατάσταση, εξεταστέα δε ήταν η νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκηθείσα έφεση της ενάγουσας (τότε αναιρεσίβλητης), όχι όμως και η έφεση της εναγομένης (τότε αναιρεσείουσας), (β) το Εφετείο εφάρμοσε ορθά τις διατάξεις του άρθρου 25 ν. 2190/1994 και με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες έκρινε ότι η ενάγουσα έπρεπε να επαναπροσληφθεί από 30-6-1995 σε κενή θέση του Κλάδου Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης ΔΕΔ 4 (τηλεφωνητών), κάνοντας δεκτό το σχετικό αγωγικό αίτημα ως ουσία βάσιμο, ότι για το κεφάλαιο της αγωγής, περί ακυρότητας της από 30.6.1991 καταγγελίας κατά τη διάρκεια εγκυμοσύνης της ενάγουσας, μετά την απόρριψη των αναιρετικών λόγων που το έπλητταν, με την 1624/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου η εκκληθείσα υπ' αριθ. 2858/2000 απόφαση αποτελεί δεδικασμένο κατά τις διατάξεις των άρθρων 321, 322 § 1, 324, 332 και 330 § 2 ΚΠολΔ, και ότι δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ απορρίπτοντας την ένσταση της εφεσίβλητης-εναγομένης ως αβάσιμη, (γ) το Εφετείο με την αυτή ως άνω προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2497/2008 απόφαση, κατά το μέρος με το οποίο αναγνώρισε ότι, παρόλο που το αίτημα της αγωγής περιορίστηκε σε αναγνωριστικό, η εναγομένη-αναιρεσείουσα οφείλει τόκο επί των αναγνωριζομένων ως οφειλόμενων αποδοχών και επιδομάτων εορτών και αδείας από χρόνους προγενέστερους της αγωγής, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία τις διατάξεις των άρθρων 14 § 5 ν. 1730/1987 και 21 του από 26.6/10.7.1944 Κωδ.
Διατ/τος, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την ισχύ του ΑΚ (άρθρ. 109 § 2 ΕισΝΑΚ) και (δ) το Εφετείο με την αυτή ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητούσε με την αγωγή της η αναιρεσίβλητη ενάγουσα. Και μετά ταύτα αναίρεσε εν μέρει την προσβαλλομένη υπ' αριθ. 2497/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και δη ως προς το μέρος της αγωγής με το οποίο η αναιρεσίβλητη-ενάγουσα ζητούσε να αναγνωριστεί ότι η αναιρεσείουσα-εναγομένη της οφείλει τις αποδοχές από 30-6-1995 έως 19-6-1996 και 20-6-1996 έως 20-8-1996 και τα επιδόματα εορτών και αδείας του εν λόγω διαστήματος και ειδικότερα ως προς το ύψος των αποδοχών που επιδικάστηκαν και τους σχετικούς τόκους από χρόνους προγενέστερους της επιδόσεως της αγωγής, παρέπεμψε δε την υπόθεση ως προς το μέρος αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Μετά ταύτα το καλούν Ελληνικό Δημόσιο, ως καθολικός διάδοχος της εναγομένης-εφεσίβλητης ΕΡΤ ΑΕ, νόμιμα επέσπευσε, ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, νέα κατά παραπομπή συζήτηση της υπόθεσης και το τελευταίο εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (3967/2018), με την οποία έκρινε επί λέξει ότι "... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι αποδοχές της εν λόγω ειδικότητας ΔΕΔ 4 (τηλεφωνητών) ανερχόντουσαν από 30-6-1995 έως 19-6-1996 στο ποσό των 251.032 δραχμών (Μ.Κ. 27 65.275, Χρ. 20% 13.055, Ειδ.
Συνθ. 35% 22.846, Ανθυγ. 15% 9.791, Οικογ. 20% 41.839 και ΑΤΑ 98.227) και από 20-6-1996 έως 20-8-1996 στο ποσό των 282.270 δραχμών (Μ.Κ. 27 67.360, Χρ. 28% 18.860, Ειδ. Συνθ. 35% 23.576, Ανθυγ. 15% 10.104, Οικογ. 20% 47.045 και ΑΤΑ 115.325) ή ευρώ 736,70 και 828,36 ευρώ αντίστοιχα. Ωστόσο, η ενάγουσα ζητεί αποδοχές ποσού 227.000 δραχμών μηνιαίως για όλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα.
Κατά συνέπεια, πρέπει να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη ΕΡΤ ΑΕ και ήδη ο καθολικός διάδοχος αυτής Ελληνικό Δημόσιο της οφείλει για τις αποδοχές του ως άνω χρονικού διαστήματος από 30-6-1995 έως 20-8-1996 το ποσό των [227.000 δραχμές επί 13,67 μήνες =] 3.103.090 δραχμών και ήδη 9.106,65 ευρώ, μη δυναμένου του Δικαστηρίου να επιδικάσει πλέον του αιτηθέντος.
Επιπρόσθετα η εναγομένη ΕΡΤ ΑΕ και ήδη ο καθολικός διάδοχος αυτής της οφείλει (α) για δώρο Χριστουγέννων 1995 το ποσό των 227.000 δραχμών και ήδη 666,18 ευρώ, (β) για δώρο Πάσχα 1996 το ποσό των [227.000 δια 2 =] 113.500 δραχμών και ήδη 333.09 ευρώ, (γ) για επίδομα αδείας 1996 το ποσό των [227.000 δια 2 =] 113.500 δραχμών και ήδη 333,09 ευρώ και (δ) αναλογία επιδόματος δώρου Χριστουγέννων 1996 το ποσό των [227.000 επί 0,47 =] 106.690 δραχμών και ήδη 313.10 ευρώ.
Κατά συνέπεια πρέπει να αναγνωριστεί ότι η αρχικά εναγομένη ΕΡΤ ΑΕ, στη θέση της οποίας υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος το παριστάμενο Ελληνικό Δημόσιο, οφείλει στην ενάγουσα συνολικά για τις άνω αιτίες το ποσό των [9.106,65 συν 666,18 συν 333,09 συν 333,09 συν 313,10 =] 10.752,11 ευρώ και κατά στρογγυλοποίηση 10.752 ευρώ με το νόμιμο τόκο, που ανέρχεται σε 6% ετησίως, από την επίδοση της αγωγής, που έλαβε χώρα στις 31-12-1996 ...".
Και με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και αναγνώρισε ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ως καθολικός διάδοχος της αρχικά εναγομένης εταιρείας ΕΡΤ ΑΕ οφείλει να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη Μ. Κ. το συνολικό ποσό των 10.752 € με νόμιμο τόκο 6% ετησίως από την επίδοση της αγωγής.
Κατά το άρθρο 580 § 4 του ΚΠολΔ οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των Τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια, που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση, ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν, κατά δε το άρθρο 581 § 2 ίδιου Κώδικα, στο δικαστήριο της παραπομπής, η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση. Εξάλλου, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί, μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, δεδικασμένο, το οποίο δεν επιτρέπεται να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί.
Συνεπώς, η ένδικη υπόθεση, μετά την έκδοση της 1877/2009 απόφασης του Αρείου Πάγου, εξετάζεται παραδεκτά από το Δικαστήριο της παραπομπής (αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), μόνο κατά το κεφάλαιο της δίκης, για το οποίο αναιρέθηκε η υπ' αριθ. 2497/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και ειδικότερα ως προς το μέρος της αγωγής, με το οποίο η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ζητούσε να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη ΕΡΤ ΑΕ της οποίας καθολικός διάδοχος είναι το αναιρεσείον της οφείλει τις αποδοχές από 30-6-1995 και από 20-6-1996 έως 20-8-1996 και τα επιδόματα εορτών και άδειας και συγκεκριμένα (εξετάζεται) ως προς το ύψος των αποδοχών που επιδικάστηκαν (μεγαλύτερο του αιτουμένου) και τους σχετικούς τόκους (μη νόμιμους) από χρόνους προγενέστερους της επίδοσης της αγωγής.
Κατά τα λοιπά, μεταξύ των διαδίκων, υπάρχει δεδικασμένο (από την ίδια απόφαση του Αρείου Πάγου καθό μέρος δεν αναίρεσε και τις προηγούμενες), το οποίο δεν επιτρέπεται να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατ' επίκληση των αριθ. 14 & 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση διότι απέρριψε λόγω δεδικασμένου την ένσταση αοριστίας αυτού επί του αγωγικού κονδυλίου υπολογισμού των 227.000 δρχ, καθότι δεν προσδιορίζεται στην αγωγή το μισθολογικό κλιμάκιο στο οποίο υπάγεται η αναιρεσίβλητη με βάση την ισχύουσα το επίδικο διάστημα ΣΣΕ, την οποία, προέβαλε με τις από 24-5-2018 προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου ως εφεσίβλητος.
Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, το Εφετείο ορθά, στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, ερεύνησε την αγωγή μόνο ως προς το ύψος των κονδυλίων και όχι για αοριστία αυτής και επομένως, ο λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 562 § 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά στη δημόσια τάξη, ή το δεδικασμένο. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, κατ' επίκληση του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε το άρθρο 106 ΚΠολΔ δεχόμενη την αγωγή χωρίς να υφίσταται σ' αυτή ουδεμία αναφορά σε μισθολογικά κλιμάκια, βασικό μισθό κλπ. Σύμφωνα με την αμέσως προηγούμενη διάταξη, ο λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφού, αν και δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ, δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας.
Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 561 § 1 ΚΠολΔ, απαράδεκτος είναι ο λόγος αναίρεσης, αν υπό την επίφαση συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (ΟλομΑΠ 1/1995).Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, κατ' επίκληση των αριθ. 1 & 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις του ΓΚΠ και τις μεταξύ ΕΡΤ & ΠΡΟΣΠΕΡΤ εσσε, ως προς την κατάταξη της αναιρεσίβλητης στην ειδικότητα και στο μισθολογικό κλιμάκιο που την κατέταξε, το χρονοεπίδομα και το οικογενειακό επίδομα που δικαιούται.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ. Σε κάθε περίπτωση το αναιρεσείον δεν προσδιορίζει το (κατ' αυτό) δικαιούμενο από την αναιρεσίβλητη ποσό τόσο ανά μισθολογικών παροχών (με εξαίρεση την αντιστοιχούσα στο 34ο κατά το αναιρεσείον μισθολογικό κλιμάκιο), όσο και συνολικά, ενόψει και του ότι κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης η αναιρεσίβλητη δικαιούτο μεγαλύτερη αμοιβή, η οποία περιορίστηκε λόγω του αγωγικού αιτήματος, ώστε να προκύπτει βλάβη αυτού και συνεπώς έννομο συμφέρον για την προβολή του σχετικού αναιρετικού λόγου.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68 & 556 ΚΠολΔ προκύπτει ότι προϋπόθεση για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης είναι ή ύπαρξη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος όχι μόνο γενικώς, ως προς το ένδικο μέσο της αναίρεσης, αλλά και ειδικώς, ως προς κάθε ένα λόγο αναίρεσης. Θεμελιώνεται δε το έννομο συμφέρον στη βλάβη που υφίσταται ο ηττηθείς διάδικος από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής συνέπειας για τον αναιρεσείοντα.
Εφόσον δε το έννομο συμφέρον δεν θεμελιώνεται από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αναίρεσης ή δεν προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. (ΑΠ 126/2020, ΑΠ 1163/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης κατ' επίκληση του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον μέμφεται την απόφαση του Εφετείου ότι επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη δώρο Χριστουγέννων για το έτος 1995 το σύνολο του μισθού των 227.000 δρχ και όχι κλάσμα, αν και εργάστηκε όχι από 1 Μαΐου αλλά από 30 Ιουνίου έως 31-12-1995.
Ωστόσο, δεν προσδιορίζει το (κατ' αυτόν) δικαιούμενο ποσό, ενόψει δε του ότι κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης η αναιρεσίβλητη δικαιούτο μεγαλύτερο ποσό το οποίο περιορίστηκε λόγω του αγωγικού αιτήματος, δεν προκύπτει βλάβη αυτού και συνεπώς το έννομο συμφέρον για την άσκηση του λόγου αναίρεσης, ο οποίος ούτω είναι απορριπτέος ως αόριστος (απαράδεκτος).
Ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 18 ΚΠολΔ, όπως συνάγεται από τον συνδυασμό της διάταξης αυτής προς τις διατάξεις των άρθρων 580 § 4 και 581 § 2 του ιδίου Κώδικα, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, δηλ. δεν ακολούθησε όσον αφορά το νομικό ζήτημα που κρίθηκε με την αναιρετική απόφαση την λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο. Το νομικό ζήτημα μπορεί ν' ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο.
Εν προκειμένω με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης εκ των αριθ. 1 & 19 (ορθά 18) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον μέμφεται την απόφαση του Εφετείου ότι δεν συμμορφώθηκε με την αναιρετική απόφαση 1877/2009 του Αρείου Πάγου και επιδίκασε τόκους 6% από την επίδοση της αγωγής στην αναιρεσίβλητη, αντί της μη τοκοφορίας στις περιπτώσεις αναγνωριστικών αγωγών. Όπως προκύπτει από την απόφαση αυτή (αναιρετική), είναι αληθές ότι στη μείζονα σκέψη αυτής δέχεται ότι σε περίπτωση περιορισμού του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό δεν οφείλονται τόκοι υπερημερίας, όμως στην ελάσσονα δέχεται ότι έσφαλε το Εφετείο με το να δεχθεί πως παρόλο που το αίτημα της αγωγής περιορίστηκε σε αναγνωριστικό, τα ποσά των αποδοχών και των επιδομάτων εορτών και άδειας, για τα οποία έγινε δεκτή η αγωγή, οφείλει η αναιρεσείουσα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη με το νόμιμο τόκο από δήλη ημέρα, δηλαδή από χρόνους προγενέστερους της αγωγής και αναίρεσε κατά το μέρος τούτο την αναιρεσιβαλλόμενη (τότε υπ' αρ. 2497/2008) απόφαση. Επομένως, στο αναιρεθέν τμήμα της απόφασης περιέχεται και εκείνο που δέχεται την αγωγή με το νόμιμο τόκο από χρόνους προγενέστερους της αγωγής, όχι όμως και από την επίδοση της αγωγής, τους οποίους ούτω, ορθά, επιδίκασε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως.
Μετά από όλα αυτά και μη προβαλλομένου ετέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικαστεί το αναιρεσείον λόγω της ήττας του στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), τα οποία επιδικάζονται πλήρη, αφού η νομική υπηρεσία δεν διεξάγεται δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (άρθρ. 22 § 3 ν. 3693/1957).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-10-2019 και με αριθ. κατάθεσης 10131/973/29-10-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3967/2018 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Μαρτίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Απριλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ