Legislator Case Law & Legislation
586/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to prove non-consideration of evidence under Article 559 of Civil Procedure Code.

Case Number 586/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding property boundaries. The appellant argued the lower court ignored specific evidence and failed to apply common sense and logic rules to reconcile conflicting land descriptions. The court ruled that the lower court had properly considered all submitted evidence and that the appellant's arguments did not constitute a valid ground for appeal under the Civil Procedure Code.

Legislator headnote

AI generated

Article 559 no. 11 of the Civil Procedure Code; Article 335 and 338-340 of the Civil Procedure Code: An appeal based on the non-consideration of evidence is inadmissible if the lower court's decision implicitly and indisputably demonstrates that all legally submitted evidence was taken into account.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evidence consideration common sense rules property boundaries Civil Procedure Code logical reasoning property ownership

Cited Legislation

AI generated
Article 559 no. 11 of the Civil Procedure Code
Article 335 of the Civil Procedure Code
Articles 338 to 340 of the Civil Procedure Code
Article 176 of the Civil Procedure Code
Article 183 of the Civil Procedure Code
Article 191 paragraph 2 of the Civil Procedure Code
Article 495 paragraph 3 of the Civil Procedure Code
Law 3693/57

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 586 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 586/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή-Εισηγήτρια, Γεώργιο Παπανδρέου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 27 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Β. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλεξάνδρα Σιούλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αφεντία Ιωσηφίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-7-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 202/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 168/2017 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-4-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.

ΙΙ. Η επιτρεπτώς επισκοπούμενη, 168/2017, προσβαλλόμενη, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, διαλαμβάνει τις εξής παραδοχές: "Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, που εξετάστηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, την υπ' αριθμ.

…/…-11-2012 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκη Βόλου, την οποία προσκομίζει ο ενάγων, και παραδεκτώς λαμβάνεται υπόψη καθώς συντάχθηκε ύστερα από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του Ελληνικού Δημοσίου, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ.7084/12-11-2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά Ι.

Γ., και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν με επίκληση, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οι τεχνικές εκθέσεις που προσκόμισαν αυτοί, οι οποίες εκτιμώνται ελεύθερα (ΑΠ 1020/2014 "ΝΟΜΟΣ"), χωρίς όμως η ρητή αναφορά ορισμένων εκ των ανωτέρω εγγράφων να προσδίδει σ' αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα και όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:

Το επίδικο ακίνητο είναι μία έκταση εμβαδού 4.056 τ.μ. Αυτό βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας Αργαλαστής του νομού Μαγνησίας. Το ανατολικό όριο της επίδικης έκτασης είναι η θάλασσα. Ο ενάγων Γ. Β. του Ε. επιχειρώντας να θεμελιώσει την κυριότητά του στο εν λόγω ακίνητο ισχυρίζεται ότι ο ίδιος απέκτησε την κυριότητα αυτού με παράγωγο τρόπο με μεταβίβαση από τον αληθή κύριο αυτού, αναφερόμενος αυτός (ενάγων) περαιτέρω στην απόκτηση της επίδικης έκτασης από τους απώτερους και απώτατους δικαιοπαρόχους του με τους παρακάτω τίτλους:

Ειδικότερα ο ενάγων προσκομίζει για τον εαυτό του το υπ' αριθμ. …/2004 συμβόλαιο γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Αργαλαστής Μαγνησίας Γεωργίου Κωτσόβολου, με βάση το οποίο ο πατέρας του, δηλαδή ο Ε. Β. του Γ., φέρεται ότι του μεταβίβασε μία έκταση τεσσάρων (4) στρεμμάτων στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας …, η οποία περιγράφεται ως χέρσος, ακαλλιέργητος, αγρός, με σύνορα τις ιδιοκτησίες κληρονόμων Π., Ζ.

Τ., Π. Β. και θάλασσα. Ο πατέρας του ενάγοντος με την υπ' αριθμ. …/1997 δήλωση αποδοχής κληρονομίας του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου αποδέχθηκε την επαχθείσα σ' αυτόν κληρονομία του αποβιώσαντος στις 2-5-1994 δικού του πατέρα, Γ. Β. του Ε., ο οποίος με την υπ' αριθμ. …/1988 δημόσια διαθήκη του ιδίου ως παραπάνω συμβολαιογράφου του φέρεται ότι του κατέλειπε την επίδικη έκταση, η οποία στη μεν ανωτέρω δήλωση αποδοχής κληρονομίας περιγράφεται ως σιταγρός, ενώ στην παραπάνω δημόσια διαθήκη ως αγρός και με όρια κατά μεν την δήλωση αποδοχής κληρονομίας τις ιδιοκτησίες κληρονόμων Π., Ζ.

Τ., Π. Β. και θάλασσα, ενώ κατά την δημόσια διαθήκη τις ιδιοκτησίες Δημητρίου και Ε. Τ., κληρονόμων Θ. Π., Δ. Κ. και θάλασσα, διαφοροποίηση (συνόρων) που μπορεί να οφείλεται στο θάνατο μερικών όμορων ιδιοκτητών και την κληρονομική διαδοχή άλλων προσώπων. Ο απώτερος δικαιοπάροχος του ενάγοντος, δηλαδή ο παππούς του, Γ.

Β. του Ε., φέρεται ότι αποδέχθηκε και διένειμε με τα αδέρφια του, Ζ., Π. και Π., την κληρονομία του εξ αδιαθέτου αποβιώσαντος το 1955 πατέρα του Ε. Β. του Π., προπάππου του ενάγοντα, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. …./1969 δήλωση αποδοχής κληρονομίας και την υπ' αριθμ. …/1969 διανομή κληρονομίας του συμβολαιογράφου Αργαλαστής Γεωργίου Γαλλέα, στην οποία περιλαμβανόταν, με βάση τα δύο παραπάνω συμβολαιογραφικά έγγραφα, ένας αγρός, θαμνώδης όπως περιγράφεται, έκτασης είκοσι (20) στρεμμάτων στη θέση "..." με σύνορα τη θάλασσα, τις ιδιοκτησίες Θ.

Π., Α.Σ., Θ., Ε. και Γ. Π. και Θ. Χ.. Με βάση τα αμέσως παραπάνω δύο συμβολαιογραφικά έγγραφα φέρεται ο απώτατος δικαιοπάροχος του ενάγοντος, προππάπος του, Ε. Β. του Π. να έχει στην κυριότητά του έναν αγρό 20 στρεμμάτων με όριο τη θάλασσα. Ο ενάγων επικαλείται για την κυριότητα του απώτατου δικαιοπαρόχου Ε. Β. του Π.

το υπ' αριθμ. …./….-8-1922 πωλητήριο συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Αργαλαστής Βάσσου Γεννηματά, με βάση το οποίο η Λ. χήρα Σ. Α. μεταβίβασε λόγω πώλησης στον Ε. Β. του Π., προπάππο του ενάγοντα, έναν αγρό, όσης έκτασης και αν είναι, στη θέση "..." με όρια τις ιδιοκτησίες Δ. Σ., κληρονόμων Ι. Κ., κληρονόμων Δ. Π., Θ.

Π. και Γ. Π.. Ανεξάρτητα πρώτον από τις εκάστοτε διαφοροποιήσεις της μορφής του επιδίκου ακινήτου στα προαναφερθέντα συμβολαιογραφικά έγγραφα, ως χέρσου- ακαλλιέργητου αγρού, θαμνώδους αγρού, σιταγρού ή απλού αγρού, άσχετα δεύτερον της διαφοροποίησης της θέσης που αναγράφεται στο αμέσως παραπάνω πωλητήριο συμβόλαιο του 1922, καθόσον μπορεί η θέση "..." να αποτελεί νεότερη ονομασία αυτής της "..." και αδιαφόρως τρίτον της παντελούς έλλειψης στο συγκεκριμένο έγγραφο της στρεμματικής έκτασης που αγόρασε ο προππάπος του ενάγοντος, θεμελιακής σημασίας δεδομένο αποτελεί το γεγονός ότι η έκταση που αγόρασε ο προππάπος του ενάγοντος με βάση το συμβόλαιο του 1922 δεν έχει ως όριο τη θάλασσα, η οποία θα έπρεπε να αναφέρεται σε κάθε περίπτωση, αν η επίδικη έκταση των τεσσάρων στρεμμάτων αποτελούσε, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων, τμήμα της ευρύτερης έκτασης που πούλησε η Λ.

Α. στον προππάπο του και αυτή (θάλασσα) έπρεπε να αποτελεί το μοναδικό αμετάβλητο, ως εκ της φύσης του, (ανατολικό) όριο της μείζονος επιφάνειας εδαφικής έκτασης. Με βάση το αμέσως παραπάνω γεγονός ο προππάπος του ενάγοντος, Ε. Β. του Π., αγόρασε προφανώς εδαφική έκταση στην ευρύτερη περιοχή, η οποία προδήλως δεν έχει καμία σχέση με το επίδικο ακίνητο, το οποίο συνορεύει με τη θάλασσα.

Έτσι δεν μπορεί να γίνει λόγος για απόκτηση του επιδίκου ακινήτου από τον ενάγοντα με παράγωγο τρόπο από αληθή κύριο, αφού το "επιμέρους" ακίνητο των ως άνω μεταβιβαστικών τίτλων όσο και το ακίνητο της μείζονος έκτασης, δεν ταυτίζεται με το επίδικο ακίνητο (ΑΠ 685/2009 ο.π). Περαιτέρω, το επίδικο ακίνητο εντοπίζεται σε μία ευρύτερη περιοχή εμβαδού 40 στρεμμάτων, η οποία στις αεροφωτογραφίες του έτους 1945 φαίνεται ακαλλιέργητη, με σποραδική παρουσία θαμνώδους δασικής βλάστησης, διαφοροποιούμενη από άποψη υφής και χρωματικής απόχρωσης του εδάφους από τις πιο συμπαγείς δασικές εκτάσεις που την περικλείουν καθώς και από τις γειτονικές αμιγώς γεωργικές εκτάσεις, προσομοιάζουσα περισσότερο σε έκταση χορτολιβαδικής μορφής.

Η επίδικη έκταση έχει αβαθές, πετρώδες έδαφος με σημάδια διάβρωσης, ενώ η μέση κλίση αυτής είναι 25%. Λόγω της εδαφικής μορφολογίας και σύστασης της επίδικης έκτασης ευδοκιμούν σ' αυτή διάφορα δασικά φυτά, όπως λαδανιά, αφάνα, θυμάρι, διάφορα είδη αείφυλλων και πλατύφυλλων θάμνων όπως η μυρτιά, το ρείκι, ο σχίνος, η κουμαριά, ο πρίνος και η αγριελιά.

Η επίδικη έκταση όπως και οι όμορες αυτής, βόρεια και νότια κυρίως, δεν είναι επιδεκτικές παραγωγικής καλλιέργειας, διότι οι τοπικές κλιματολογικές, τοπογραφικές και εδαφολογικές συνθήκες εμποδίζουν την ανάπτυξη καλλιεργούμενων ειδών, όπως για παράδειγμα δημητριακών, σε τέτοιο βαθμό που η εξάπλωση και της δασικής ακόμα βλάστηση είναι περιορισμένη.

Συγκεκριμένα οι κλιματολογικές συνθήκες της περιοχής χαρακτηρίζονται από τους θαλάσσιους (κυρίως ανατολικούς) ανέμους και οι εδαφολογικές από το μικρό βάθος του εδάφους. Εκτός από τις αεροφωτογραφίες του 1945 η επίδικη έκταση και στις νεότερες αεροφωτογραφίες του 1960 και 1996 φαίνεται ακαλλιέργητη, καλυπτόμενη από δασική βλάστηση, θαμνώδους κυρίως μορφής, σε ποσοστό 15%.

Από τις παραπάνω αεροφωτογραφίες δηλαδή προκύπτει ότι το έτος 1945 η επίδικη έκταση καλυπτόταν από θαμνώδη δασική βλάστηση μέτριας πυκνότητας, ενώ το έτος 1960 και 1996 η επίδικη έκταση καλύπτεται από μεγαλύτερης πυκνότητας δασική βλάστηση και συνέχεται μορφολογικά με εκτάσεις δασικής μορφής, διαφοροποιούμενη σαφώς από τις καλλιεργούμενες δενδροκομικά κυρίως εκτάσεις της ευρύτερης περιοχής.

Με την υπ' αριθμ. …/…-10-1995 απόφαση του Περιφερειακού Διευθυντή Μαγνησίας κηρύχθηκε αναδασωτέα δασική έκταση εμβαδού 9.500 στρεμμάτων, η οποία βρίσκεται στη θέση "..." των Κοινοτήτων Ξυνόβρυσης και Αργαλαστής Μαγνησίας με σκοπό την αποκατάσταση με φυσική αναγέννηση της αποτεφρωθείσας έκτασης των 9.500 στρεμμάτων.

Το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στην αναδασωτέα έκταση, όπως παραδέχεται και ο ενεργήσας για λογαριασμό του ενάγοντος ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη Α. Σ., τοπογράφος-αγρονόμος μηχανικός, ο οποίος θέλοντας προφανώς να αμβλύνει το παραπάνω αναμφισβήτητο γεγονός αναφέρει ότι αυτό κείται εντός της περιμέτρου της αναδασωτέας έκτασης και συγκεκριμένα αναφέρει χαρακτηριστικά το εξής αντιφατικό: "...το γεωτεμάχιο του Γ.

Β. του Ε..... δεν περιλαμβάνεται στην αναδασωτέα έκταση, παρ'όλο ότι κείται εντός της περιμέτρου αυτής". Ο ενάγων και οι δικαιοπάροχοι αυτού ουδέποτε άσκησαν διακατοχικές πράξεις στην επίδικη έκταση. Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι το επίδικο ακίνητο καλλιεργούνταν με δημητριακά, και τα όσα κατέθεσε ο με την επιμέλειά του εξετασθείς μάρτυρας απόδειξης, ο οποίος είναι ο πατέρας του, ότι μέσα στο επίδικο φυτεύτηκαν 27 ελαιόδενδρα είναι απόλυτα ουσιαστικά αβάσιμα, αφού κατά την αυτοψία που πραγματοποίησε ο συντάκτης την από 21-10-2016 τεχνική έκθεση Σ.

Γ., δασολόγος, διαπίστωσε την ύπαρξη δασικής και μόνο βλάστησης και όχι ελαιοκαλλιέργειας. Εξάλλου και στις συνταχθείσες με επιμέλεια του ενάγοντος τρεις τεχνικές εκθέσεις του Α. Σ., τοπογράφου-αγρονόμου μηχανικού, και πιο συγκεκριμένα τόσο στην από 14-1-2010 τεχνική έκθεση όσο και στην από 8-3-2014 συμπληρωματική τεχνική έκθεση, αλλά και σ' αυτήν της από 26-11-2016, δεν γίνεται η παραμικρή αναφορά για καλλιέργεια της επίδικης έκτασης, έστω και περιορισμένη ελαιοκαλλιέργεια, όπως η αναφερόμενη από τον παραπάνω μάρτυρα.

Η επίδικη έκταση, δεν ανήκε κατά κυριότητα στους δικαιοπαρόχους του ενάγοντος και ουδέποτε περιήλθε στην κυριότητά τους κατά οποιοδήποτε τρόπο (παράγωγο ή πρωτότυπο). Η έκταση αυτή και η περικλείουσα αυτήν δασική έκταση, με την οποία προσομοιάζει μορφολογικά η επίδικη, ήταν ανέκαθεν δημόσιες δασικές εκτάσεις και ανήκουν λόγω του συγκεκριμένου χαρακτήρα τους κατά κυριότητα στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο.

Ειδικότερα, η επίδικη έκταση περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, γιατί ήταν δασική έκταση κατά το χρόνο έναρξης της ισχύος του από 17-11/1-12-1836 Β. Διατάγματος και δεν είχε αναγνωριστεί προηγουμένως η κυριότητα ιδιώτη επ' αυτής, κατά την προβλεπόμενη από το εν λόγω Διάταγμα διαδικασία, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας.

Περαιτέρω, το Ελληνικό Δημόσιο κατέχει την επίδικη έκταση και τις γύρω από αυτήν εκτάσεις με τα αρμόδια όργανά του από την απελευθέρωση της χώρας και την ύπαρξη της Ελλάδας ως ανεξάρτητης χώρας, μέχρι σήμερα με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, τα φυλάσσει με τα αρμόδια δασικά όργανά του και λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία τους και τη διατήρηση του χαρακτήρα τους, έχει δε αποκτήσει την κυριότητα της έκτασης αυτής με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, γενομένου ως ουσιαστικά βάσιμου του σχετικού ισχυρισμού που προέβαλε παραδεκτώς πρωτοδίκως το εναγόμενο και επανέφερε με την έφεσή του".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, κατά παραδοχή της έφεσης του αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την 202/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, που είχε δεχθεί κατά ένα μέρος αναγνωριστική κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου στην … αγωγή του αναιρεσείοντος και απέρριψε την αγωγή αυτή, με την παραδοχή του (πρωτοδίκως και με την έφεση προβληθέντα) ισχυρισμού του αναιρεσίβλητου ότι είχε απαιτήσει με έκτακτη χρησικτησία την επίδικη (δασικού χαρακτήρα) έκταση.

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, υποστηρίζει ότι το Μονομελές Εφετείο Λάρισας με την προσβαλλόμενη, 168/2017, απόφασή του, (με την οποία κατά παραδοχή της έφεσης του αναιρεσίβλητου, αφού εξαφάνισε την 202/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, που είχε δεχθεί την αναγνωριστική κυριότητας αγωγή του αναιρεσείοντος απέρριψε αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη) υπέπεσε στην προειπωθείσα πλημμέλεια, καθόσον δεν έλαβε υπόψη του τα παρακάτω ουσιώδη αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα με επίκληση προσκόμισε για την απόδειξη του ισχυρισμού του ότι το επίδικο ακίνητο δεν έχει δασικό χαρακτήρα, αλλά ότι εκείνος (αναιρεσείων) έχει αποκτήσει επ' αυτού κυριαρχικά δικαιώματα.

Ειδικότερα, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τα εξής αποδεικτικά μέσα: 1) Την από 14-1-2010 Τεχνική Έκθεση του αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού Α. Σ., στην οποία έγινε ερμηνεία των αεροφωτογραφιών των ετών 1945 και 2003, καθώς και εφαρμογή των τίτλων του ίδιου (αναιρεσείοντος) και των δικαιοπαρόχων του επί του εδάφους του επιδίκου ακινήτου, τίτλοι που κατά το συντάκτη της εν λόγω τεχνικής έκθεσης, όπως τα συμπεράσματά της αναπτύσσονται στο λόγο αναίρεσης, εφαρμόζονται πάνω στην επίδικη έκταση, η οποία ήταν ανέκαθεν αγροτική, ως και ότι με την 2953/1995 απόφαση του Περιφερειακού Δ/ντή Ν.

Μαγνησίας είχε κηρυχθεί αναδασωτέα μόνον η διακατεχόμενη δασική έκταση και όχι οι ιδιωτικές γεωργούμενες εκτάσεις. 2) Την από 8-3-2014 συμπληρωματική τεχνική έκθεση του πιο πάνω αγρονόμου, που συμπέρανε, ότι από το συνδυασμό της …/… απόφασης - γνωμοδότησης του Κοινοτικού Συμβουλίου Ξυνόβρυσης Μαγνησίας, της 427/93 γνωμοδότησης του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και από τη φωτοερμηνεία των αεροφωτογραφιών 1945 και 2003, προκύπτει ότι το επίδικο και τα όμορα ακίνητα ήταν ανέκαθεν αγροτικά και καλλιεργούμενα με δημητριακά και ότι κείνται μέσα στην περίμετρο που περιγράφεται στη 10/88 γνωμοδότηση του ΝΣΚ. 3) Την 247/1993 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ότι οι αγροτικές εκτάσεις που απέκτησαν δασική βλάστηση από εγκατάλειψη για μερικά έτη της καλλιέργειάς τους δεν αποβάλλουν από μόνο το λόγο αυτό τον αγροτικό τους χαρακτήρα, 4) την παραπάνω αναφερόμενη 10/88 απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου Ξυνόβρυσης για το ότι τα εκεί μνημονευόμενα κτήματα καλλιεργούντο πριν απ' το 1940 με δημητριακά, ανάμεσα σε αυτά και το επίδικο, 5) την 5/2003 απόφαση της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων του Εφετείου Λάρισας, ότι το εκεί ακίνητο κατά το διάστημα 1945-1960, από τη νότια πλευρά του, ήταν καλλιεργημένο και συνόρευε με την έκταση των δικαιοπαρόχων του κληρονόμων Ε.

Β., 6) Την …/2012 ένορκη βεβαίωση της Γ. Β. στον Ειρηνοδίκη Βόλου και 7) τους τίτλους ιδιοκτησίας του (αναιρεσείοντος) και δη τη …/2004 μεταγραμμένη γονική παροχή, την (με μεταγραφή) …./1997 δήλωση αποδοχής κληρονομίας του πατέρα του αναιρεσείοντος για την κληρονομία του πατέρα του, την …/1969 δήλωση αποδοχής κληρονομίας και το …/1969 διανεμητήριο συμβόλαιο (νομικά μεταγραμμένο) με το οποίο ο πατέρας και δικαιοπάροχος του Ε.

Β. αποδέχθηκε την κληρονομία του πατρός του Γ. Β. και το (επίσης μεταγραφέν) …/1922 αγοραπωλητήριο (μεταγραμμένο) συμβόλαιο. Ο λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον όχι μόνο στην αρχή του πορίσματος, αλλά και κατά την ανάπτυξη των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης γίνεται αναφορά ότι για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που εκατέρωθεν με επίκληση προσκομίστηκαν.

Τα πλείστα δε από τα παραπάνω φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα ρητά μνημονεύονται στην προσβαλλομένη, και συνεπώς, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλα τα αναγραφόμενα στον εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης αποδεικτικά μέσα, έστω και αν δεν γίνεται σε ορισμένα από αυτά ειδική αναφορά και αξιολόγησή τους.

ΙΙ.Ο από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, δηλαδή, ισχυρισμού που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων θεμελιώνει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 του ίδιου κώδικα ως αποδεικτικά μέσα και μπορεί να είναι είτε ιδιωτικά είτε δημόσια και να χρησιμεύουν προς άμεση ή έμμεση απόδειξη και προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Επομένως, δεν αποτελούν έγγραφα με την έννοια των παραπάνω άρθρων, εκείνα, στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως η έκθεση πραγ/νης και το σχεδιάγραμμα που την συνοδεύει, τα πρακτικά συνεδρίασης, που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων ή η εισηγητική έκθεση εξέτασης μαρτύρων, καθώς και τα τοπογραφικά διαγράμματα που συντάσσονται με αίτηση των διαδίκων, τα οποία φέρουν χαρακτήρα γνωμοδότησης του άρθρου 390 ΚΠολΔ ή οι πίνακες και τα τοπογραφικά διαγράμματα που συνοδεύουν τις πράξεις εφαρμογής απαλλοτρίωσης ή τα ΚΑΕΚ του Κτηματολογίου, αφού αυτά έχουν ομοίως χαρακτήρα γνωμοδότησης των αρμοδίων και εχόντων ειδικές γνώσεις οργάνων των εν λόγω δημόσιων υπηρεσιών.

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι με την προσβαλλομένη υπέπεσε στην πιο πάνω πλημμέλεια (αρ. 20), διότι, κατ' αυτόν, παραμόρφωσε το περιεχόμενο των παραπάνω (από 14-1-2010 και από 8-3-2014) τεχνικών εκθέσεων του αγρονόμου- τοπογράφου μηχανικού Α.

Σ., καθώς την από 26-11-2016 τεχνική έκθεση του ίδιου αγρονόμου-τοπογράφου, σε σχέση με τις οποίες υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα για την καλλιέργεια της επίδικης έκτασης, κατά τα ειδικότερα στο αναιρετήριο εκτιθέμενα. Ο λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον οι πιο πάνω τεχνικές εκθέσεις που φέρουν, (κατ' άρθρ. 390 ΚΠολΔ), χαρακτήρα γνωμοδότησης, δεν συνιστούν έγγραφα κατά την έννοια του αρ. 20 και δεν ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όπως αναλύεται στη νομική σκέψη.

ΙΙΙ. Σύμφωνα με τον αρ. 1β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου.

Ο προαναφερόμενος λόγος στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή, με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (Ολ ΑΠ 8/2005, ΑΠ 180/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο (τελευταίο) λόγο αναίρεσης αιτιάται ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι η περιγραφόμενη στο …/1992 συμβόλαιο έκταση δεν έχει καμία σχέση με την επίδικη, αφού δεν συνορεύει με θάλασσα και, συνακόλουθα, ότι δεν απέκτησε αυτός την κυριότητα του επιδίκου από αληθή κύριο, υπέπεσε στην προειπωθείσα (1β) πλημμέλεια.

Ειδικότερα, αυτός καταλογίζει ότι το δικαστήριο παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τόσο τα διδάγματα της κοινής πείρας, όσο και τους κανόνες της λογικής προκειμένου να υπαγάγει τα πραγματικά περιστατικά, που προκύπτουν από την περιγραφή των ακινήτων στα ως άνω συμβόλαια, στο άρθρο 1033 ΑΚ, ήτοι στη μεταβίβαση της κυριότητας του μείζονος ακινήτου (τμήμα του οποίου αποτελεί η επίδικη έκταση) από αληθή κύριο.

Έτι ειδικότερα, ο αναιρεσείων για την στοιχειοθέτηση του λόγου αυτού αναίρεσης ισχυρίζεται ότι η προσβαλλομένη παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τους κανόνες της λογικής, κατά τους οποίους, όταν σε δύο συμβόλαια οι περιγραφόμενες σε καθένα από αυτά εδαφικές εκτάσεις έχουν κοινά το βόρειο, νότιο και δυτικό όριο, στο ένα παραλείπεται η αναφορά του ανατολικού ορίου και στο άλλο αναφέρεται ως ανατολικό όριο η θάλασσα, πρόκειται για την ίδια έκταση.

Επίσης, ότι σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία επίσης παρέλειψε να χρησιμοποιήσει το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στα συμβόλαια των παλαιοτέρων ετών, (όπως είναι το …/1922 πωλητήριο συμβόλαιο), το σύνηθες ήταν να υπάρχουν πολλές ελλείψεις στην περιγραφή των ακινήτων είτε σχετικά με το εμβαδόν τους είτε σχετικά με τα όριά τους είναι δε προφανής παραδρομή το ότι στο επίμαχο συμβόλαιο αναφέρθηκαν μόνον οι ιδιώτες όμοροι και όχι η θάλασσα.

Ακόμη, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι, εάν η προσβαλλομένη προέβαινε στην ορθή εφαρμογή των διδαγμάτων της κοινής πείρας και των κανόνων της λογικής, θα υπήγαγε τα ορθά περιστατικά, ήτοι το ότι η περιγραφόμενη στο …/1922 συμβόλαιο έκταση είναι αυτή των 20 στρεμμάτων, την οποία αποδέχθηκαν οι κληρονόμοι του Ε.

Β. του Π. με την πιο πάνω …/1969 αποδοχή κληρονομίας, (τμήμα της οποίας αποτελεί και το επίδικο), στο άρθρο 1033 ΑΚ και δεν θα οδηγείτο στο εσφαλμένο συμπέρασμα περί του ότι δεν απέκτησε αυτός (αναιρεσείων) την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο, ήτοι από αληθή κύριο, (δηλαδή τον απώτατο δικαιοπάροχό του Ε.

Β. του Π.). Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι τα υπό το πιο πάνω περιεχόμενό του εκτιθέμενα περιστατικά δεν εμπίπτουν στην έννοια των διδαγμάτων της κοινής πείρας, όπως αναλύεται στη νομική σκέψη. Ο αναιρεσείων με τα όσα ισχυρίζεται, στην πραγματικότητα, καταλογίζει εσφαλμένη από το Εφετείο χρησιμοποίηση των επικαλούμενων από αυτόν, διδαγμάτων της κοινής πείρας, σε σχέση με τη διάγνωση της συνδρομής ή όχι των αποδεικτέων περιστατικών, περίπτωση όμως που δεν ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης.

IV. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς διερεύνηση, πρέπει: 1) Να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, 2) να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και 3) να επιβληθούν στον ηττώμενο αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, κατά παραδοχή του αιτήματός του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2, 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, 22 ν. 3693/57, ως ισχύει), σύμφωνα με το διατακτικό.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-4-2019 αίτηση του Γ. Β. για αναίρεση της 168/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.

-Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Και

- Επιβάλλει, στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, το ποσό των οποίων, ορίζει σε τριακόσια ευρώ (300 €).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Μαΐου 2021.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ