Legislator Case Law & Legislation
586/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and invalid use of common sense in evidence evaluation.

Case Number 586/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision, ruling that the absent anonymous company was properly summoned and thus the trial proceeded validly. The appellants argued that the lower court erred in using common sense to evaluate evidence regarding land boundaries, but the court found this argument legally unfounded. The court held that common sense cannot serve as a basis for assessing the evidentiary value of documents or facts, limiting its role to interpreting legal rules or classifying factual scenarios.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; Articles 106, 516, 522, 523, 525, 532 of the Code of Civil Procedure; Article 336, 559, 560 of the Code of Civil Procedure; Article 495 of the Code of Civil Procedure; Article 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court may proceed with a hearing despite the absence of a summoned party if they were legally notified; common sense principles are admissible only for interpreting law or classifying facts, not for evaluating evidence or determining its probative value.

Keywords

AI generated
appeal dismissal common sense principles evidentiary evaluation procedural summons probative value code of civil procedure legal interpretation

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 516, 522, 523, 525, 532 of the Code of Civil Procedure
Article 336, 559, 560 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 586 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 586/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή, Λάμπρο Καρέλο, εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: α) Γ. Σ. Β., κατοίκου ... (...), ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ζαχαρόπουλο και β) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" και έδρα τη ... (οδός ...), η οποία δεν παραστάθηκε.

Των αναιρεσιβλήτων: α) Α. Σ. Λ. και β) Χ. Σ. Λ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Μαύρο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-6-2012 ανακοπή των αναιρεσειόντων στο Ειρηνοδικείο Μαραθώνα. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 389/2013 του παραπάνω Δικαστηρίου και 8814/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-2-2018 αίτησή τους. Για τη συζήτηση της αίτησης ορίστηκε δικάσιμος αυτή που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που έγινε με τη σειρά εγγραφής της στο πινάκιο, ο πρώτος αναιρεσείων και οι αναιρεσίβλητοι παραστάθηκαν, όπως αναφέρεται παραπάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 κ' 4 και 576 παρ. 1 κ' 2 ΚΠολΔ, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπάγγελτα, αν κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο απολειπόμενος αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρά, παρά την απουσία του, στη συζήτηση της υπόθεσης.

Εν προκειμένω, από την …11Δ/5-12-2018 έκθεση επίδοσης του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Σ. Α. προκύπτει, ότι η δεύτερη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΕ" κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, καθόσον ακριβές αντίγραφο της εν λόγω αίτησης, με την κάτω απ' αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτησή της για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, της επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων, που επισπεύδουν τη συζήτησή της. Πλην, όμως, αυτή, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, δεν παρέστη κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, που έγινε με τη σειρά εγγραφής της στο πινάκιο. Επομένως, η συζήτηση θα προχωρήσει, παρά την απουσία της, σαν να ήταν και αυτή παρούσα.

Η υπό κρίση αίτηση στρέφεται κατά της 8814/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της 389/2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Μαραθώνα, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή ανακοπή ακύρωσης αναγκαστικής εκτέλεσης των αναιρεσειόντων και απορρίφθηκε η ανακοπή αυτή. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

1. Το άρθρο 17 του Συντάγματος ορίζει στην παρ. 1, ότι "η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους..." και στην παρ. 2, ότι "κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης...". Επίσης, κατά το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε, μαζί με τη Σύμβαση, με το νδ 53/1974 και έχουν, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, υπερνομοθετική ισχύ, "παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή διά λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους, υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύι Νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων:

α) 26 παρ. 3 του Συντάγματος, σύμφωνα με τις οποίες, η δικαστική λειτουργία ασκείται από τα δικαστήρια, οι αποφάσεις των οποίων εκτελούνται στο όνομα του Ελληνικού Λαού,

β) 321 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες, όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο,

γ) 325 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με τις οποίες, το δεδικασμένο ισχύει υπέρ και κατά των διαδίκων,

δ) 904 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με τις οποίες, αναγκαστική εκτέλεση μπορεί να γίνει μόνο βάσει εκτελεστού τίτλου, τον οποίο συνιστούν, πλην άλλων και οι τελεσίδικες αποφάσεις των Ελληνικών Δικαστηρίων και

ε) 943 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με τις οποίες, αν υπάρχει υποχρέωση να παραδοθεί ή να αποδοθεί ακίνητο, ο δικαστικός επιμελητής αποβάλει εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και εγκαθιστά εκείνον υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση, συνάγεται, ότι δεν συνιστά προσβολή και, συγκεκριμένα, στέρηση της ιδιοκτησίας και, συνεπώς, δεν παρέχεται η προστασία που προβλέπεται από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, η αφαίρεση ακινήτου, με την αναγκαστική εκτέλεση τελεσίδικης δικαστικής απόφασης, από εκείνον, κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και ο οποίος διατάσσεται με την παραπάνω απόφαση, να αποδώσει το συγκεκριμένο ακίνητο σε εκείνο υπέρ του οποίου χωρεί η εκτέλεση.

Και τούτο, αφενός μεν διότι, μετά την τελεσίδικη απόφαση, που έκρινε, ότι το συγκεκριμένο ακίνητο ανήκει κατά κυριότητα, όχι σ' αυτόν κατά του οποίου εκτελείται η εν λόγω απόφαση, αλλά σε εκείνο υπέρ του οποίου χωρεί η εκτέλεση, το ακίνητο τούτο δεν συνιστά ιδιοκτησία του πρώτου, ώστε να μπορεί αυτός να επικαλεσθεί, για την προστασία της, τις παραπάνω αυξημένης ισχύος διατάξεις, αφετέρου δε διότι δεν συνιστά στέρηση της ιδιοκτησίας η αφαίρεση πράγματος σε εκτέλεση τελεσίδικης δικαστικής απόφασης.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006).

Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018).

Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, κατά το νόμο, είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 12/2016, ΑΠ 509/2013).

Η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση που έχει διατυπωθεί για τη στήριξη του διατακτικού της, δηλαδή από τις παραδοχές της για ζητήματα που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση του για παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.

Συνεπώς, δεν συνιστούν ζητήματα, κατά την παραπάνω έννοια, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια της αιτιολογίας δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, γιατί το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα στην κρίση του αυτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 24/1992).

Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση των κατωτέρω δικαστικών αποφάσεων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), που αφορούν την προκείμενη δίκη, προκύπτει, ότι:

α) με την 210/2007 τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Μαραθώνα, αναγνωρίστηκαν οι αναιρεσίβλητοι ψιλοί συγκύριοι και ο εν τω μεταξύ θανών πατέρας τους Σ. Λ. επικαρπωτής της αναφερομένης επίδικης τριγωνικής εδαφικής έκτασης, ως επί μέρους τμήματος του …8 κληροτεμαχίου τους και διατάχτηκαν οι αναιρεσείοντες, ως προσαρτήσαντες αυτή (επίδικη έκταση) στο όμορο …9 κληροτεμάχιο του πρώτου και παρανόμως κατέχοντες αυτή, να τους την αποδώσουν.

Ειδικότερα, διαλαμβάνεται στην παραπάνω απόφαση, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται, αποδείχτηκε, ότι "...καταδεικνύουν την προσάρτηση συγκεκριμένου τριγωνικού εδαφικού τμήματος, όπως τούτο αναφέρεται στην αγωγή, στην ιδιοκτησία του πρώτου εναγομένου (αναιρεσείοντος)...Σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι εναγόμενοι (αναιρεσείοντες) τω όντι μετέθεσαν την αρχικά τοποθετηθείσα περίφραξη επί το ανατολικότερον, καταλαβόντες κατ' αυτόν τον τρόπο...τριγωνική εδαφική λωρίδα, ανήκουσα στο κληροτεμάχιο …8...Η λωρίδα αυτή την οποία προσάρτησαν στην ιδιοκτησία του πρώτου εναγομένου με περίφραξη, εξακολουθούν να κατέχουν, αποβαλόντες τους ενάγοντες (αναιρεσίβλητους)...Εν όψει όλων αυτών, η ένδικη αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή και ως κατ' ουσίαν βάσιμη και ν' αναγνωρισθούν οι ενάγοντες συγκύριοι οι δυο πρώτοι κατά την ψιλή κυριότητα και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος και επικαρπωτής ο τρίτος του επιδίκου εδάφους κατά τα άνω.

Επίσης πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του εδάφους αυτού...Δια ταύτα...Αναγνωρίζει τους ενάγοντες συγκυρίους...του "επιδίκου" και έχοντος τριγωνικό σχήμα εδάφους, όπως αυτό απεικονίζεται στο από Ιουνίου 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του...Χ. Δ. με τα στοιχεία...Διατάσει την απόδοση του ακινήτου από τους εναγόμενους ή όποιον κατέχει επ' ονόματί τους στους ενάγοντες...".

β) Με την προσβαλλόμενη απόφαση (8814/2017) έγινε δεκτό, ανελέγκτως, επειδή αφορά πραγματικά γεγονότα (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται, αποδείχτηκε, ότι με την αναγκαστική εκτέλεση της παραπάνω τελεσίδικης απόφασης (210/2007), αποβλήθηκαν οι αναιρεσείοντες από το επίδικο, όπως αυτό περιγράφεται στην τελευταία αυτή απόφαση και αποδόθηκε τούτο στους αναιρεσίβλητους, επειδή, έχοντας προσαρτήσει οι αναιρεσείοντες το επίδικο στο όμορο 19 κληροτεμάχιο του πρώτου απ' αυτούς, το κατείχαν παράνομα και, συνεπώς, ότι η παραπάνω αναγκαστική εκτέλεση ήταν έγκυρη.

Ήτοι, έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι η ανωτέρω αναγκαστική εκτέλεση είναι έγκυρη, διότι το ακίνητο, που, με την αναγκαστική αυτή εκτέλεση, αφαιρέθηκε από τους αναιρεσείοντες και αποδόθηκε στους αναρεσίβλητους, ήταν εκείνο που οι αναιρεσείοντες είχαν υποχρεωθεί με την απόφαση που εκτελέστηκε αναγκαστικά, να αποδώσουν στους αναιρεσίβλητους.

Ειδικότερα, έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι "όσον αφορά, δε, το τμήμα, για το οποίο ερίζουν οι διάδικοι, έχει τριγωνικό σχήμα, απεικονίζεται με τα στοιχεία...στο από Ιουνίου 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του...Χ. Δ....Από το πόρισμα της από Ιουνίου 2006 τεχνικής έκθεσης δικαστικής πραγματογνωμοσύνης του...Χ.

Δ....σε συνδυασμό και με το υπόλοιπο υφιστάμενο αποδεικτικό υλικό, αποδείχτηκε ότι το προπεριγραφόμενο επίδικο τμήμα, τριγωνικού σχήματος, περιλαμβάνεται στους τίτλους κυριότητας των...εκκαλούντων (αναιρεσιβλήτων). Συγκεκριμένα, με βάση όσα διαλαμβάνονται στην εν λόγω τεχνική έκθεση...προέκυψε ότι το επίδικο τμήμα περιλαμβάνεται στο υπ' αριθμ.

….8 αγροτεμάχιο...και, συνεπώς, περιλαμβάνεται στους τίτλους ιδιοκτησίας των...εκκαλούντων και των δικαιοπαρόχων τους, δεδομένου ότι, όπως προεκτέθηκε, το υπ' αριθμ. …8 κληροτεμάχιο διανομής, μέρος του οποίου αποτελεί το επίδικο τμήμα, ανήκε στην κυριότητα του απώτερου δικαιοπαρόχου των...εκκαλούντων Α.

Λ. του Σ.. Δηλαδή, αποδείχθηκε ότι το επίδικο τμήμα δεν αποτελεί μέρος του κληροτεμαχίου με αριθμό …9, που ανήκε στην κυριότητα του απώτερου δικαιοπαρόχου των...εφεσιβλήτων (αναιρεσειόντων), και, κατ' επέκταση, οι τελευταίοι δεν κατέστησαν κύριοι αυτού (επιδίκου τμήματος). Εξάλλου, όλα τα παραπάνω τα δέχτηκε η υπ' αριθμ. 210/2007 απόφαση του Ειρηνοδικείου Μαραθώνα...η οποία...αναγνώρισε τους...εκκαλούντες συγκυρίους...του επιδίκου εδαφικού τμήματος...Όσα, δε, αντίθετα ισχυρίζονται οι...εφεσίβλητοι...ότι η επίδικη λωρίδα γης δεν είναι αυτή που απεικονίζεται γραμμικά στην προαναφερόμενη από Ιουνίου 2006 τεχνική έκθεση δικαστικής πραγματογνωμοσύνης, αλλά αποτελεί λωρίδα γης που βρίσκεται ολόκληρη εντός της ιδιοκτησίας αυτών (...εφεσιβλήτων), δεν αποδείχθηκαν...Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι κατά την άσκηση της ως άνω από 15-6-2004...αγωγής των...εκκαλούντων οι...εφεσίβλητοι κατείχαν το επίδικο εδαφικό τμήμα.

Άλλωστε, η προμνησθείσα υπ' αριθμ. 210/2007 απόφαση, εκτός του ότι αναγνώρισε συγκυρίους κατά ψιλή κυριότητα επί του επιδίκου εδαφικού τμήματος τους καθ' ων η ανακοπή (αναιρεσίβλητους)...διέταξε τους...εφεσίβλητους να αποδώσουν αυτό (επίδικο εδαφικό τμήμα) στους τελευταίους...Ακολούθως, εκδόθηκε η υπ' αριθμ.

…84/2012 έκθεση αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητή...δυνάμει της οποίας επισπεύσθηκε η εκτέλεση της προμνησθείσας υπ' αριθμ. 210/2007 αποφάσεως, η οποία...είχε καταστεί τελεσίδικη. Συγκεκριμένα, με την εν λόγω έκθεση...αποβλήθηκαν οι...εφεσίβλητοι...από το επίδικο εδαφικό τμήμα και εγκαταστάθηκαν σε αυτό οι...εκκαλούντες".

Στη συνέχεια δε των παραδοχών του αυτών, εξαφάνισε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του την εκκληθείσα από τους αναιρεσιβλήτους 389/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Μαραθώνα και απέρριψε ως αβάσιμη την ανακοπή των αναιρεσειόντων, ως προς το αίτημά της για ακύρωση της αναγκαστικής εκτέλεσης της ανωτέρω 210/2007 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου (Ειρηνοδικείου Μαραθώνα), η οποία είχε συντελεσθεί με την προαναφερθείσα 2284/2012 έκθεση αποβολής και εγκατάστασης και το οποίο αίτημα είχε γίνει δεκτό, λόγω της ερημοδικίας των καθ' ων η ανακοπή (αναιρεσιβλήτων), από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ενώ το άλλο αίτημα της ανακοπής για αναγνώριση ως παράνομης της αποβολής των ανακοπτόντων από το οικείo εδαφικό τμήμα και την απόδοσή του σ' αυτούς, απορρίφθηκε ως μη νόμιμο και, συνεπώς, δεν ήχθη με την έφεση των καθ' ων η ανακοπή ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 17 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ούτε τις εφαρμοστέες στην υπόθεση που δίκασε διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 947, 948, 999-1001, 1033, 1094, 1113, 1116, 1117, 1192 επ., 785 επ.

ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Και τούτο, διότι, αφού, κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές του, το επίδικο αφαιρέθηκε από τους αναιρεσείοντες με αναγκαστική εκτέλεση της παραπάνω τελεσίδικης απόφασης, με την οποία υποχρεώθηκαν αυτοί (αναιρεσείοντες) να το αποδώσουν στους αναιρεσίβλητους, με την εν λόγω αφαίρεση, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, δεν προσβλήθηκε η ιδιοκτησία τους, που προστατεύουν οι παραπάνω διατάξεις που επικαλούνται, διότι το αφαιρεθέν δεν συνιστά ιδιοκτησία τους, κατά τις δεσμευτικές, ως προς το θέμα αυτό, τελεσίδικες παραδοχές της απόφασης που εκτελέστηκε αναγκαστικά, αλλά ούτε και στέρηση ιδιοκτησίας συνιστά η αφαίρεση πράγματος σε εκτέλεση τελεσίδικης δικαστικής απόφασης, όπως εν προκειμένω.

Επίσης, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με τις παραπάνω παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναφερθέν περιεχόμενό της, διέλαβε στην απόφασή του αυτή πλήρεις, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα, καθόσον με σαφήνεια δέχτηκε, ως προς τα ζητήματα αυτά, ότι το επίδικο, το οποίο περιγράφει σαφώς με τον τρόπο περιγραφής του στο παραπάνω από Ιουνίου 2006 τοπογραφικό διάγραμμα, περιλαμβάνεται στο 18 κληροτεμάχιο, ότι συγκύριοι αυτού (επιδίκου) είναι οι αναιρεσίβλητοι, ότι απέκτησαν τη συγκυριότητά του με τον αναφερόμενο παράγωγο τρόπο, με τον οποίο απέκτησαν τη συγκυριότητα ολοκλήρου του 18 κληροτεμαχίου, άρα και του επιδίκου, ως επιμέρους τμήματος αυτού, ότι οι αναιρεσείοντες κατέλαβαν και κατείχαν τούτο (επίδικο), με παραπομπή δε στην αναγκαστικώς εκτελεσθείσα ανωτέρω 210/2007 τελεσίδικη απόφαση, ότι οι αναιρεσείοντες προσάρτησαν το επίδικο στο όμορο 19 κληροτεμάχιο του πρώτου τούτων, με την περίφραξή του σ' αυτό, ότι η ανωτέρω τελεσίδικη απόφαση, που εκτελέστηκε αναγκαστικά, αναγνώρισε τους αναιρεσιβλήτους συγκυρίους και διέταξε τους αναιρεσείοντες να τους αποδώσουν το επίδικο, όπως αυτό αναφέρεται ειδικότερα παραπάνω, ήτοι ως τμήμα που είχαν ενσωματώσει στο 19 κληροτεμάχιο του πρώτου εξ αυτών και ότι η ανωτέρω έκθεση αποβολής και εγκατάστασης, που συντάχτηκε για την αναγκαστική εκτέλεση της παραπάνω απόφασης, αναφέρεται στο επίδικο, όπως προσδιορίστηκε ανωτέρω.

Κρίνοντας δε, βάσει των παραδοχών του αυτών, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ότι ορθά χώρησε η ανωτέρω αναγκαστική εκτέλεση στο παραπάνω ακίνητο (επίδικο), απορρίπτοντας, κατόπιν αυτών, την ανακοπή των αναιρεσειόντων για ακύρωση της αναγκαστικής αυτής εκτέλεσης, σε ορθό πόρισμα κατέληξε. Επομένως, πρέπει να απορριφθούν, πρωτίστως, ως αβάσιμοι οι δύο πρώτοι λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος, με το οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες των ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών (άρθρο 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ) και της παράβασης των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 17 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 6 της ευρωπαϊκής αυτής σύμβασης (άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ).

Ειδικότερα, οι πλημμέλειες αυτές συνίστανται, κατά την άποψη των αναιρεσειόντων, στο ότι, σύμφωνα με την παραπάνω απόφαση, που εκτελέστηκε αναγκαστικά, αλλά και την προσβαλλόμενη απόφαση, έγινε δεκτό, ότι το επίδικο κείται εντός του 18 κληροτεμαχίου, που κατεχόταν από τους αναιρεσίβλητους και όχι από τους αναιρεσείοντες, ώστε η απόδοσή του από τους τελευταίους να είναι, για το λόγο τούτο, αδύνατη, με την εκτέλεση δε της παραπάνω απόφασης στο 19 κληροτεμάχιο, οι αναιρεσείοντες στερήθηκαν παράνομα την ιδιοκτησία τους στο αντίστοιχο τμήμα του 19 κληροτεμαχίου.

Όμως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχτηκε με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες, ότι το επίδικο κατείχαν οι αναιρεσείοντες και ότι τούτο περιλαμβάνεται στους τίτλους κτήσης του 18 κληροτεμαχίου των αναιρεσιβλήτων, για να θεμελιώσει την κρίση του ως προς την κυριότητα των τελευταίων στο επίδικο, ενώ, παράλληλα, έκρινε νόμιμη την αναγκαστική εκτέλεση της ανωτέρω 210/2007 απόφασης, η οποία, κατά τα προεκτεθέντα, είχε δεχτεί, ότι οι αναιρεσείοντες είχαν προσαρτήσει το επίδικο στο 19 κληροτεμάχιο, με την περίφραξή του σ' αυτό.

Σε κάθε περίπτωση, οι παραπάνω λόγοι είναι απορριπτέοι και ως απαράδεκτοι, διότι πλήττουν την ανέλεγκτη εκτίμηση των ανωτέρω γεγονότων από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.

2. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ήτοι από την ανάγνωση μόνο της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί και, μάλιστα, νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Εξάλλου, το ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως, λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρέσεις.

Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, που προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής.

Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης (ΑΠ 1059/2017).

Εν προκειμένω, οι ίδιοι παραπάνω λόγοι, κατά το μέρος που αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 9γ ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο που την εξέδωσε, δεν απεφάνθη για το αίτημα της ανακοπής των αναιρεσειόντων να αναγνωρισθεί παράνομη η αποβολή τους από το οικείο εδαφικό τμήμα και να τους αποδοθεί τούτο, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι το άρθρο 560 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται εν προκειμένω, δεν προβλέπει τέτοιο λόγο αναίρεσης, όπως το άρθρο 559 αριθ. 9γ ΚΠολΔ.

Σε κάθε περίπτωση, οι λόγοι αυτοί, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι και κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι το παραπάνω αίτημα, ενώ απορρίφθηκε ως μη νόμιμο από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεν επαναφέρθηκε με έφεση των αναιρεσειόντων στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, παράλληλα δε δεν συντρέχει εν προκειμένω κάποια από τις εξαιρέσεις της παραπάνω διάταξης ή εκείνης της παρ. 4 του ιδίου άρθρου.

Τέλος, οι παραπάνω λόγοι, όπως και ο τρίτος λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με τη μη ενασχόλησή της με το παραπάνω αίτημα, είναι απορριπτέοι και ως απαράδεκτοι, διότι, αφού, όπως προαναφέρθηκε, το ανωτέρω αίτημα απορρίφθηκε ως μη νόμιμο από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και η απόφαση αυτή δεν προσβλήθηκε με έφεση από τους αναιρεσείοντες, παρά μόνο από τους αναιρεσίβλητους, οι οποίοι, όμως, ούτε προσέβαλαν, ούτε και είχαν έννομο συμφέρον ή λόγο να προσβάλλουν τη σχετική απορριπτική διάταξη, το παραπάνω αίτημα δεν ήχθη ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου και, συνεπώς, τούτο ορθά δεν απεφάνθη γι' αυτό (άρθρα 106, 516, 522, 523, 525 και 532 ΚΠολΔ).

3. Περαιτέρω, τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την, εν γένει, επαγγελματική ενασχόληση και μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, μετά τη διαπίστωση της βασιμότητάς τους, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (άρθρα 559 αρ. 1β, 560 αρ. 1β ΚΠολΔ, ΟλΑΠ 10/2005), μπορούν να αποτελέσουν λόγο αναίρεσης μόνο κατά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον προσήκοντα κανόνα δικαίου (ΟλΑΠ 23/1988).

Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναίρεσης, όταν χρησιμεύουν για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτίμηση αποδείξεων (ΑΠ 120/2004), την ερμηνεία της δικαιοπραξίας ή για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων (ΟλΑΠ 10/2005, ΑΠ 1532/2013). Ενόψει τούτων, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο, από το άρθρο 560 αριθ. 1β ΚΠολΔ, μέρος του, με το οποίο πλήττεται η παραδοχή του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, ως προς την εσφαλμένη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δεχόμενο ειδικότερα ότι τα "όσα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες και διαλαμβάνονται στην από 31-7-2012 έκθεση του Θ.

Α., ότι η επίδικη λωρίδα γης δεν είναι αυτή που απεικονίζεται στην από Ιουνίου 2006 τεχνική έκθεση δικαστικής πραγματογνωμοσύνης, αλλά αποτελεί λωρίδα γης που βρίσκεται ολόκληρη εντός της ιδιοκτησίας αυτών (αναιρεσειόντων), δεν αποδείχθηκαν, καθόσον αναιρούνται από το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας", είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, με την παραπάνω παραδοχή του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν χρησιμοποιήθηκαν κατά την ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν πραγματικών περιστατικών, αλλά για την εκτίμηση των αποδείξεων και της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων.

Μετά απ' αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, αφού ηττώνται, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτών (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-2-2018 αίτηση των Γ. Σ. Β. και ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" και έδρα τη ... (οδός ...), για αναίρεση της 8814/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαρτίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2019.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ